Supreme Court dismisses appeal claiming abuse of right for procedural delay in civil litigation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a civil lawsuit. The appellant argued that the respondent abused their procedural rights by delaying the hearing of the appeal for nearly twenty years, causing irreparable harm. The court held that Article 281 of the Civil Code does not apply to rights derived from procedural statutes, rendering the abuse of right claim inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The doctrine of abuse of right under Article 281 of the Civil Code does not apply to rights stemming from procedural provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 728 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 728/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: X, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέλιο Ποταμίτη.
Του αναιρεσίβλητου: Εδρεύοντος στη Βούλα Συνεταιρισμού Αποκαταστάσεως Ακτημόνων Καλλιεργητών (ΣΑΑΚ) Αγίου Νικολάου Βάρης, νομίμως εκπροσωπουμένου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γιατρά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-5-1977 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 937/1978 προδικαστική, 5822/1984 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών λόγω αρμοδιότητας, 5433/1985 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 1306/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των 1306/2008 και 5433/1985 αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-10-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 24-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα (β. δ/μα της 29-10/6-12-1949) σε συνδυασμό με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του ίδιου άρθρου και εκείνες των άρθρων 26, 74, 180 και 203 του ίδιου Κώδικα, ενόψει και του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 431/1968, προκύπτει ότι ο κατά τον αγροτικό νόμο αποκαθιστάμενος κληρούχος από της παραχωρήσεως σ' αυτόν συγκεκριμένου κλήρου και μέχρι την έναρξη ισχύος του α.ν. 431/1968, και αν ακόμη δεν τον κατέχει πραγματικά, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ως μόνος καλής πίστεως νομέας αυτού και συνεπώς ο κλήρος που του παραχωρήθηκε είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας από άλλον, το ίδιο δε πλάσμα ισχύει και υπέρ των καθολικών διαδόχων του αρχικού κληρούχου για την ταυτότητα του νομικού λόγου.
Ως "εγκατάσταση" νοείται, κατά τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα και των προϊσχυσάντων αυτού αγροτικών νόμων, η παραχώρηση με απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων ορισμένου κλήρου σε πρόσωπο δικαιούμενο αποκατάστασης. Την αυτή ως άνω πλασματική νομή έχουν κατ' επέκταση και οι κληρονόμοι του κληρούχoυ, διότι με τις προαναφερόμενες διατάξεις ο νομοθέτης είχε σκοπό, να παράσχει και σ' αυτούς την ίδια με τον κληρούχο προστασία.
Μετά όμως την ισχύ του α.ν. 431/1968 (23.5.1968) ο κληρούχος ή ο κληρονόμος του δεν θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου νομέας του κλήρου αν δεν τον κατέχει πραγματικά, με συνέπεια να είναι δυνατή η χωρίς τη θέληση του κληρούχου κτήση από τρίτον της νομής ολοκλήρου του κληροτεμαχίου, που μπορεί, να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας τούτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο αναγκαίος για καθεμία εξ αυτών χρόνος από την ισχύ του ως άνω αναγκαστικού νόμου.
Τούτο μπορεί να συμβεί μόνο εφόσον έχει κυρωθεί όπως ορίζει ο νόμος η οριστική διανομή, αφού μόνον έκτοτε αποκτά την κυριότητα κλήρου που βρίσκεται σε μη παραμεθόρια περιοχή ο κληρούχος, ενώ μέχρι τότε η κυριότητα αυτού ανήκει στο Δημόσιο (ΟλΑΠ 15/2004, ΑΠ 150/2009). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Έτσι, μέσω του λόγου αυτού, ελέγχεται η εσφαλμένη απόρριψη ισχυρισμού ως απαραδέκτου, ενώ η εσφαλμένη απόρριψη ισχυρισμού ως μη νομίμου ιδρύει το λόγο του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 43/1996).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Ειδικότερα, η ένσταση ιδίας κυριότητας, λόγω αποκτήσεως του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, προς αντίκρουση της διεκδικητικής αγωγής, για να είναι ορισμένη, πρέπει να περιέχει τα γεγονότα που τη θεμελιώνουν και κυρίως το χρόνο αποκτήσεως της νομής του επιδίκου και τις ασκούμενες επί του επιδίκου διακατοχικές πράξεις.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση. "Πράγματα", κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, αν είναι ορισμένοι.
Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς, εξομοιώνονται και εκείνοι που προτείνονται μη νομίμως και ειδικώς απαραδέκτως, είτε γιατί προτείνονται για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, είτε γιατί, παρά το ότι προτάθηκαν νομίμως σε προηγούμενη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, το οποίο στη συνέχεια κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ως αρμοδίου δικαστηρίου, εν τούτοις επαναφέρονται στο πρωτοβάθμιο αυτό δικαστήριο, χωρίς την τήρηση των όρων που τάσσονται με το άρθρο 240 του ίδιου κώδικα.
Η ερμηνεία αυτή δεν αποκλείεται από το ότι η διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ανάγει σε ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως και την από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη απαραδέκτου (ΑΠ 128/2008). Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι με την από 3-5-1977 διεκδικητική αγωγή του ο ενάγων Συνεταιρισμός Αποκαταστάσεως Ακτημόνων Καλλιεργητών (ΣΑΑΚ) Αγίου Νικολάου Βάρης ισχυρίστηκε ότι είναι κύριος του ακινήτου που βρίσκεται στην περιφέρεια της Βούλας και αποτελεί τμήμα του συνεταιρικού τεμαχίου, που είχε περιέλθει σ' αυτόν με το .../1930 συνολικό παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας σε συνδυασμό προς την 6/1926 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Αθηνών.
Ότι το ακίνητο αυτό παραχώρησε στην εναγομένη, κατόπιν παρακλήσεώς της με βάση καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση χρησιδανείου, με τον όρο να του το αποδώσει σε πρώτη ζήτηση και ότι η εναγομένη αρνήθηκε την απόδοσή του, καίτοι κλήθηκε προς τούτο με την από 28-7-1975 εξώδικη πρόσκλησή του. Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί κύριος του επιδίκου και να διαταχθεί η απόδοσή του σ' αυτόν.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών η 937/1978 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμος ο ισχυρισμός της αρχικά εναγομένης ότι κύριος του επιδίκου ήταν τρίτος και συγκεκριμένα ο σύζυγός της με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και έταξε θέματα αποδείξεως σε βάρος του ενάγοντος.
Με την 5822/1984 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου κηρύχθηκε το δικαστήριο εκείνο αναρμόδιο και παραπέμφθηκε η αγωγή προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο έκρινε ότι η εναγομένη συνομολόγησε την ταυτότητα του επιδίκου, το οποίο αποτελεί τμήμα της μεγαλύτερης έκτασης που παραχωρήθηκε στον ενάγοντα με το .../1930 παραχωρητήριο, σε συνδυασμό με την 6/1926 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Αθηνών και ότι είναι μη νόμιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία με το σκεπτικό ότι πρόκειται περί συνεταιρικού κλήρου και ότι επ' αυτού δεν χωρεί χρησικτησία, κατόπιν δε τούτου απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό και δέχτηκε την αγωγή.
Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με την ένδικη αγωγή και τον πρόσθετο λόγο έφεσης της κόρης και κληρονόμου της αποβιώσασας αρχικής εναγομένης, που συνεχίζει τη δίκη, με τον οποίο αποδίδει στην πρωτόδικη απόφαση την πλημμέλεια ότι απέρριψε την υποβληθείσα ένσταση ιδίας κυριότητας κτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι το επίδικο απολαμβάνει την προστασία των αγροτικών κλήρων, δέχτηκε ότι σε κάθε περίπτωση "ο προς απόκρουση της αγωγής προβληθείς ισχυρισμός της εναγομένης με τις έγγραφες προτάσεις ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι (επί λέξει) είναι κυρία, νομέας και κάτοχος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία άνω της εικοσαετίας, είναι αόριστος, διότι για την πληρότητά του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 262 ΚΠολΔ και 1045 ΑΚ, δεν αναφέρει τον χρόνο κατά τον οποίο απέκτησε τη νομή του επιδίκου και τις ασκούμενες επί του επιδίκου διακατοχικές πράξεις, ώστε να καταστεί εφικτός ο έλεγχος της νομιμότητας του ισχυρισμού και στη συνέχεια να ταχθεί το προσήκον θέμα απόδειξης".
Κατόπιν τούτου το Εφετείο αντικατέστησε τη διαφορετική αιτιολογία απόρριψης του πρωτόδικου δικαστηρίου και απέρριψε ως αόριστο τον ισχυρισμό αυτό, απορρίπτοντας και το σχετικό πρόσθετο λόγο έφεσης. Είναι δε πράγματι αόριστος ο ισχυρισμός και ο πρόσθετος αυτός λόγος, διότι δεν επαναφέρεται νομίμως, αφού δεν ισχύουν οι πρωτόδικες προτάσεις στο Μονομελές Πρωτοδικείο, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο, και δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι στις πρωτόδικες προτάσεις ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου επαναφέρεται κατά τρόπο ορισμένο ο εν λόγω ισχυρισμός.
Επομένως, οι συναφείς πρώτος και έκτος, κατά τα σχετικά μέρη τους, λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πρώτος, κατά το σχετικό μέρος του, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, που υποστηρίζουν, αντίστοιχα, ότι το Εφετείο παρά το νόμο, απέρριψε ως αόριστη την προβληθείσα ως άνω ένσταση και το σχετικό πρόσθετο λόγο έφεσης και ότι δεν έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, ο ίδιος πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το σχετικό μέρος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα και άρθρου 1045 ΑΚ, είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο για την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού ως αόριστου δεν δέχτηκε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά ή χωρίς να έχει διατάξει απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1038/2008).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 42/2002).
Οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως πλήττουν την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για σφάλματα που έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται στα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού.
Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως δεν μπορούν να δημιουργηθούν, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ή την ένσταση ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη (ΑΠ 481/1991). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο και έκτο, κατά τα σχετικά μέρη τους, λόγους αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 10 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, απορρίπτοντας την ένσταση ιδίας κυριότητας, δέχτηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη, καθώς και χωρίς να διατάξει απόδειξη και δεν έλαβε υπόψη προσαχθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα.
Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και απέρριψε την προβληθείσα ένσταση ιδίας κυριότητας ως αόριστη. Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι. Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ) και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.ΑΠ 24/1992). Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν έχει εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη. Επίσης δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει ένσταση ως αόριστη, αφού σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή αυτών (ΑΠ 1408/1986).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, διότι δεν αιτιολογεί σαφώς για ποιο λόγο έκρινε ότι <<το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έσφαλε εκτιμώντας τον προταθέντα προς απόκρουση της αγωγής ισχυρισμό της εναγομένης ως ένσταση ιδίας κυριότητας>>.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω, καθόσον το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αλλά απέρριψε την ως άνω ένσταση ως αόριστη.
Επειδή, από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς την διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα και να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν η αντίφαση βρίσκεται στις μη επέχουσες θέση διατακτικού αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 13/1995, ΑΠ 336/2004). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο περιέχει στο σκεπτικό της αντιφατικές διατάξεις, διότι αφενός μεν δέχεται ότι η εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση δεν προέβη σε εκτίμηση των αποδείξεων, αφετέρου δε δέχεται ότι δεν έσφαλε η απόφαση αυτή απορρίπτοντας τον σχετικό λόγο έφεσης και τον ισχυρισμό περί κτήσεως ιδίας κυριότητας με χρησικτησία, που αποδεικνυόταν από τις αποδείξεις. Από την προσβαλλόμενη, όμως, απόφαση, που απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως αόριστο, προκύπτει ότι το διατακτικό της δεν περιέχει αντιφατικές διατάξεις που να καθιστούν αδύνατη την εκτέλεσή της. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Επειδή, στις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1 στοιχ. γ' και 217 ΚΠολΔ ορίζεται ότι τα δικόγραφα που είναι εισαγωγικά δίκης, όπως είναι η αγωγή και η έφεση, πρέπει να περιέχουν συγκεκριμένο αίτημα, γιατί χωρίς αυτό, το δικαστήριο δεν επιτρέπεται να ενεργήσει (ΚΠολΔ 106). 'Οπως δε συνάγεται από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 3, 520 παρ. 1 και 522 του ΚΠολΔ, ως αίτημα νοείται αυτό που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης και δημιουργεί εκκρεμοδικία, Περαιτέρω, κατά το άρθρο 525 ΚΠολΔ, αντικείμενο της έφεσης και της δευτεροβάθμιας δίκης μπορεί να αποτελέσει κάθε αίτηση που έχει υποβληθεί στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και αν δεν έχει αποφανθεί γι' αυτήν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Συνάγεται, εντεύθεν, ότι το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης είναι ίδιο με της πρωτοβάθμιας, μεταβιβάζεται δε στο εφετείο κατά τα κεφάλαια που εξεκλήθη (ΑΠ 2/2006). Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι η ήδη αναιρεσείουσα, μοναδική κληρονόμος της αρχικώς εναγομένης που συνεχίζει τη δίκη, με σχετικό πρόσθετο λόγο έφεσης ισχυρίστηκε ότι από το θάνατο της μητέρας της το έτος 1989 συνεχίζει η ίδια να ασκεί με διάνοια κυρίου τις προσήκουσες πράξεις νομής στο επίδικο και με προσμέτρηση του χρόνου χρησικτησίας της μητέρας της, που το νεμόταν από το 1950, έχει καταστεί η ίδια κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
προβάλλοντας έτσι ένσταση ιδίας πλέον κυριότητας επί του επιδίκου, καθώς και αίτημα να αναγνωριστεί η ίδια κυρία αυτού. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε τον πρόσθετο αυτό λόγο έφεσης με το σκεπτικό ότι <<ο λόγος αυτός δεν αναφέρεται στα εκκληθέντα κεφάλαια της έφεσης, αλλά εισάγει νέο ισχυρισμό και νέο αίτημα το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου>>.
Επομένως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη νομική σκέψη, το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επίσης, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, υπό την ιδία αιτίαση, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1045, 1051, 1052 ΑΚ και 79 παρ. 2 Αγροτικού Κώδικα, είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 194/2005).
Περαιτέρω, η ρηθείσα πλημμέλεια προϋποθέτει "παραμόρφωση" αποδεικτικού και όχι διαδικαστικού εγγράφου, όπως είναι το έγγραφο της εφέσεως, καθώς και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων έφεσης (ΑΠ 488/2008). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο "παραμόρφωσε το δικόγραφο των προσθέτων λόγων εφέσεως".
Σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη πλημμέλεια προϋποθέτει παραμόρφωση αποδεικτικού και όχι διαδικαστικού εγγράφου.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη η ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη η μακρά αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι αυτός δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, λόγω των οποίων η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε συνεπάγεται επαχθείς, όχι δε κατ' ανάγκη αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό σκοπό του αξιούμενου δικαιώματος, επιβεβλημένη η θυσία του (ΑΠ 213/2008).
Περαιτέρω, το άρθρο 281 ΑΚ δεν έχει εφαρμογή επί δικαιωμάτων, που απορρέουν από δικονομικές διατάξεις (ΑΠ 1556/2001). Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα με σχετικό πρόσθετο λόγο έφεσης ισχυρίστηκε ότι είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εφεσιβλήτου να φέρει προς συζήτηση την έφεση μετά από την παρέλευση 19 ετών και 9 σχεδόν μηνών και μολονότι είχαν σχηματίσει την πεποίθηση ότι δεν θα φέρει προς συζήτηση την έφεση, αναγνωρίζοντας με τη συμπεριφορά του αυτή την ίδια και τη μητέρα της κυρίες του επιδίκου, με αποτέλεσμα να υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη, προβάλλοντας έτσι καταχρηστική άσκηση δικαιώματος που απορρέει από δικονομική διάταξη.
Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας με το σκεπτικό ότι το άρθρο 281 ΑΚ δεν έχει εφαρμογή επί δικαιωμάτων που απορρέουν από δικονομικές διατάξεις, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, και ο πέμπτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης και τελευταίος εξεταζόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, είναι επίσης αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-10-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της 1306/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ