Legislator Case Law & Legislation
1231/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against default judgment in debt restructuring case, ruling it admissible despite banks' absence.

Case Number 1231/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against a final default judgment rendered in absentia by the Single District Court of Karditsa. The appellant argued the lower court's decision was flawed because the request for debt restructuring under Law 3869/2010 did not require specifying the applicant's profession or the exact date of debt incurrence. The Court agreed, holding that the appeal was admissible because the contested decision did not fall under the rule requiring prior notification to absent parties, thus bypassing the need for a subsequent appeal. Consequently, the appeal was accepted, the lower judgment was annulled, and the case was remitted for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 739-741 of the Code of Civil Procedure; Article 15 of Law 3869/2010: A final decision rendered in default does not require notification to absent parties and is not subject to the rule of successive legal remedies, making a direct appeal admissible.

Keywords

AI generated
default judgment admissibility debt restructuring law successive legal remedies notification requirement annulment of judgment

Cited Legislation

AI generated
Articles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure
Article 15 of Law 3869/2010
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 8 paragraph 6 section b of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1231 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1231/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεονάρδο Μωρα?τη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-2014 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 15/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-10-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 11-10-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 7/11-10-2021), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 15/2021 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της δεύτερης και τρίτης των εφεσίβλητων και ήδη δεύτερης και τρίτης των αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιριών, με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", αντίστοιχα.

Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 548/2023, ΑΠ 811/2023, ΑΠ 67/2020).

Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1205/2022, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τις προσκομιζόμενες, από τον αναιρεσείοντα, με αριθ. 273Θ'/12-5-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ά. Κ., τις με αριθ. 8520Α'12-5-2022 και 8519Α'/12-5-2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καρδίτσας Γ.

Π., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 11-10-2021, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ` αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις αναιρεσίβλητες ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες.

Επομένως, αφού οι τελευταίες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες(άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Ο αιτών και ήδη αναιρεσείων, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας την από 9-9-2014 (αριθ.

έκθ. κατάθ. 366/2014) αίτηση κατά των ήδη αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιριών, με την οποία ισχυρίστηκε ότι είναι ηλικίας 62 ετών, έγγαμος με τρία ενήλικα τέκνα, εργαζόμενος ως οδηγός μεταφορέας εμπορευμάτων και κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης συνταξιούχος, με κατά μήνα σύνταξη καθαρού ποσού 516,97 ευρώ από το οποίο ο ΟΑΕΕ παρακρατεί κατά μήνα ποσό 129,24 ευρώ, ότι η σύζυγός του δεν εργάζεται και ότι το κατά μήνα κόστος διαβίωσης αυτού και της συζύγου του ανέρχεται στο ποσό των 645,00 ευρώ.

Επικαλούμενος δε, έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς τις πιστώτριες, που αναλυτικά αναφέρονται για κάθε μια, ζήτησε να επικυρωθεί το προτεινόμενο από αυτόν σχέδιο διευθέτησης, διαφορετικά να απαλλαγεί των χρεών του προς αυτές, αφού ληφθεί υπόψη η περιουσιακή και οικογενειακή του κατάσταση, με την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της μοναδικής κύριας κατοικίας του κατά τον προτεινόμενο από αυτόν τρόπο.

Επί της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η με αριθ. 52/2019 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, με την οποία κρίθηκε αυτή ως ορισμένη, απορριφθέντος του ισχυρισμού, περί αοριστίας της, αφού πέραν των στοιχείων που αναφέρονται στη προσωπική και οικογενειακή κατάσταση του αιτούντος καθώς και στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τις πιστώτριες, περιέχονται σε αυτήν, κατ' άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, και α) η κατάσταση της περιουσίας του και τα πάσης φύσεως εισοδήματα αυτού και της συζύγου του, β) η κατάσταση των πιστωτριών του και των απαιτήσεών τους, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, γ) το σχέδιο διευθέτησης οφειλών και δ) αίτημα ρύθμισης αυτών με σκοπό τη προβλεπόμενη από το νόμο απαλλαγή του, απορρίφθηκε δε κατ' ουσία, καθόσον κρίθηκε ότι ο αιτών περιήλθε εκ δόλου (ενδεχόμενου) σε αδυναμία πληρωμής των χρεών του.

Ακολούθως αυτός άσκησε, κατά της ως άνω απόφασης, την από 18-2-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 13/2020) έφεση, με την οποία επικαλούμενος εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 1 του ν. 3869/2020 και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την εξαφάνιση της απόφασης και την παραδοχή της αίτησής του. Επί της έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση, κρίνοντας ως αόριστη την ένσταση δόλου, που πρότειναν οι πιστώτριες, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αφού κράτησε και δίκασε την αίτηση απέρριψε αυτή ως αόριστη.

Στη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, που περιέχει ειδική ρύθμιση για τα ένδικα μέσα που επιτρέπονται κατά των αποφάσεων που εκδίδονται στο πλαίσιο αυτού του νόμου, ορίζεται ότι "Οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ". Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός άλλων στοιχείων, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου.

Σε αντίθετη περίπτωση, η αγωγή είναι αόριστη και το δικαστήριο οφείλει να την απορρίψει για το λόγο αυτό, έστω και αν μνημονεύεται ο νομικός κανόνας, με βάση τον οποίο ζητείται η παραδοχή του αιτήματος που υποβάλλεται. Εξάλλου, το ορισμένο ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 560/2022, ΑΠ 75/2016).

Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 438/2019) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 224/2023).

Προκειμένου δε περί αοριστίας της αγωγής, ελέγχεται, στο πλαίσιο του συγκεκριμένου λόγου, μόνο η "νομική αοριστία", δηλαδή εκείνη, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία υπάρχει στην περίπτωση που το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του, αξίωσε περισσότερα ή αντίθετα αρκέστηκε σε ολιγότερα των απαιτούμενων από το νόμο στοιχείων για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 18/1998, ΑΠ 438/2019, ΑΠ 635/2019, ΑΠ 213/2018, ΑΠ 220/2012).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου, για την έναρξη της διαδικασίας, ο οφειλέτης καταθέτει αίτηση στο γραμματέα του αρμοδίου δικαστηρίου. Η αίτηση πρέπει να περιέχει: α) κατάσταση της περιουσίας του οφειλέτη και των κάθε φύσεως εισοδημάτων του ιδίου και του συζύγου του, β) κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο τόκους και έξοδα και γ) σχέδιο διευθέτησης οφειλών, που να λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση, τόσο τα συμφέροντα των πιστωτών, όσο και την περιουσία, τα εισοδήματα και την οικογενειακή κατάσταση του οφειλέτη.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών των άρθρων 1 και 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, σαφώς προκύπτει ότι, για το ορισμένο της αίτησης ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου, ο αιτών - οφειλέτης πρέπει να εκθέτει σε αυτή ότι είναι φυσικό πρόσωπο, στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, ότι έχει ληξιπρόθεσμα χρέη προς τρίτους, τα οποία υπάγονται στις ρυθμίσεις του νόμου, ότι περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής αυτών των χρεών, ότι απέτυχε η προσπάθεια εξωδικαστικού (ήδη προδικαστικού) συμβιβασμού με τους πιστωτές του και ότι δεν έχει υπάρξει άλλη απαλλαγή από τα χρέη του στο παρελθόν με βάση το νόμο.

Επιπλέον, πρέπει να εκθέτει ποιοι είναι οι πιστωτές του, με πλήρη στοιχεία, ποιες είναι οι απαιτήσεις τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, να περιγράφει την οικογενειακή του κατάσταση (έγγαμος, άγαμος, διαζευγμένος, εάν έχει προστατευόμενα μέλη, τα οποία υποχρεούται εκ του νόμου να διατρέφει), τα εισοδήματα του ίδιου και της συζύγου του και τα περιουσιακά του στοιχεία.

Τέλος, πρέπει να περιλάβει στην αίτησή του σαφές και ορισμένο σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του, που να περιέχει ρύθμιση για όλους τους πιστωτές και τις απαιτήσεις τους, αίτημα δικαστικής ρύθμισης των οφειλών του, επί αποτυχίας δικαστικού συμβιβασμού και διάσωσης (εξαίρεσης από την εκποίηση) της κύριας κατοικίας του.

Πλέον των ανωτέρω ουδέν έτερο στοιχείο απαιτείται για την πληρότητα της εν λόγω αίτησης (ΑΠ 438/2019, ΑΠ 635/2019, ΑΠ 213/2018). Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον περιεχόμενο στην υπό κρίση αίτηση λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας, που δίκασε ως Εφετείο, παρά το νόμο απέρριψε, ως αόριστη, την από 9-9-2014 αίτηση του άρθρου 4 του ν. 3869/2010, επειδή, κατά τις παραδοχές της, ο αναιρεσείων "δεν εξειδικεύει την εργασία του καθόσον αρχικώς αναφέρεται ότι στο παρελθόν απασχολείτο ως οδηγός-μεταφορέας εμπορευμάτων, ενώ τώρα αναφέρεται ότι είναι συνταξιούχος του ΟΑΕΕ.

Συνεπώς αφ'ής στιγμής δεν αναφέρεται με ακρίβεια η ιδιότητα του αιτούντος κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων, προκειμένου να κριθεί εάν αυτός είχε την εμπορική ιδιότητα και κατ' επέκταση την πτωχευτική ικανότητα, αλλά και ούτε ο χρόνος ανάληψης των οφειλών, προκειμένου να κριθεί και να συγκριθεί η οικονομική του κατάσταση ανάμεσα στα χρονικά διαστήματα της ανάληψης των οικονομικών του υποχρεώσεων και της υπερημερίας του", παραβιάζοντας ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, αφού για τη θεμελίωση της αίτησης στους συγκεκριμένους κανόνες ουσιαστικού δικαίου αξίωσε στοιχεία περισσότερα από εκείνα που οι κανόνες αυτοί απαιτούν για τη γένεση του οικείου δικαιώματος.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 αριθ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, αναφορικά με το ερευνώμενο κρίσιμο ζήτημα της υπαγωγής του αναιρεσείοντος στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3869/2010, ερευνώντας τη νομική βασιμότητα της ένδικης αίτησης, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα: "...

με την από 9-9-2014 αίτησή του ο εκκαλών-αιτών, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας, ισχυριζόταν ότι έχει περιέλθει, χωρίς υπαιτιότητά του, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς τις πιστώτριες, που αναφέρονταν στην υποβληθείσα κατάσταση πιστωτών και ζητούσε τη ρύθμιση των χρεών του με σκοπό την απαλλαγή του απ' αυτά με την υπαγωγή του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που είχε υποβάλλει.

Όμως, στην ως άνω αίτηση δεν εξειδικεύεται η εργασία του αιτούντος, καθόσον αρχικώς αναφέρεται ότι στο παρελθόν απασχολείτο ως οδηγός - μεταφορέας εμπορευμάτων, ενώ τώρα αναφέρεται ότι είναι συνταξιούχος του ΟΑΕΕ. Το γεγονός, δε, ότι ήταν ασφαλισμένος στον ΟΑΕΕ υποδηλώνει ότι αυτός είχε την εμπορική ιδιότητα.

Συνεπώς, αφ' ης στιγμής δεν αναφέρεται με ακρίβεια η ιδιότητα του αιτούντος κατά τον χρόνο ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων, προκειμένου να κριθεί εάν αυτός είχε την εμπορική ιδιότητα και κατ' επέκταση την πτωχευτική ικανότητα αλλά και ούτε ο χρόνος ανάληψης των οφειλών, προκειμένου να κριθεί και να συγκριθεί η οικονομική του κατάσταση ανάμεσα στα χρονικά διαστήματα της ανάληψης των οικονομικών του υποχρεώσεων και της υπερημερίας του, η κρισιολογούμενη αίτηση είναι αόριστη.

Συνεπώς, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, εφόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μπορεί να κρίνει το παραδεκτό, το ορισμένο και το νόμιμο χωρίς ειδικό παράπονο του εκκαλούντος, εξετάζοντας τους ισχυρισμούς της παρούσας πρώτης εφεσίβλητης περί αοριστίας της ένδικης αίτησης, ως εκ τούτου, το παρόν Δικαστήριο απορρίπτει την ένδικη αίτηση ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας ...''.

Έτσι όμως που έκρινε το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας, αξιώνοντας για τη νομική θεμελίωση της ένδικης αίτησης του αναιρεσείοντος περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί προς τούτο ο νόμος, παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, αφού, ενόψει του περιεχομένου των διατάξεων του άρθρου αυτού και εκείνων του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου, που προαναφέρθηκαν, για το ορισμένο της αίτησης υπαγωγής του οφειλέτη στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, αναφέρονται σε αυτή, σύμφωνα και με όσα στην νομική σκέψη προαναφέρθηκαν, όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία και ειδικότερα αναφέρονται τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία, δηλαδή 1) η κατάσταση της περιουσίας του αιτούντος και των εισοδημάτων του, 2) η κατάσταση των πιστωτών και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και 3) σχέδιο διευθέτησης των οφειλών, δεν αποτελεί δε στοιχείο του ορισμένου της αίτησης η αναφορά του επαγγέλματος του αιτούντος αφού η απόδειξη της εμπορικής ιδιότητας αυτού (και συνακόλουθα η ύπαρξη πτωχευτικής ικανότητας που αποκλείει την υπαγωγή του στο ν. 3869/2010) θα έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αίτησης ως αβάσιμης, ενώ από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι δεν απαιτείται για το ορισμένο της αίτησης να αναφέρεται και ο χρόνος ανάληψης των εισαγόμενων προς ρύθμιση χρεών, καθόσον από τη διατύπωση αυτών δεν προκύπτει ότι ο χρόνος ανάληψης του χρέους αποτελεί αναγκαίο περιεχόμενο της αίτησης του οφειλέτη άρα, δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύεται στην αίτηση.

Επομένως, ο προαναφερόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 560 παρ. 1α' του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Συνακόλουθα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 του ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που αυτός κατέθεσε στο Δημόσιο Ταμείο.

Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.

β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθ. 15/2021 τελεσίδικης απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτόν για την άσκηση της αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ