Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding court expert evaluation and factual findings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision, ruling that challenges to the court expert's evaluation were inadmissible. The court held that judicial assessments of expert opinions are not subject to appellate review under civil procedure law. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the heir continuing the proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286(a), 287(1), 290 of the Code of Civil Procedure; Article 573(1) of the Code of Civil Procedure; Article 1846 of the Civil Code; Article 559(1)(1), (19), (12) of the Code of Civil Procedure; Article 561(1) of the Code of Civil Procedure: Judicial assessments of court expert opinions and factual findings regarding property value are inadmissible grounds for appeal and cannot be re-evaluated by higher courts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 122 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 122/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. χήρας Γ. Α. Π., το γένος Δ. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Δεμερτζή, δήλωσε ότι εγκρίνει την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. συζ. Δ. Φ., το γένος Α. Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος Άγγελος Καρναχωρίτης, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 8-4-2017 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 149/2/2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ... και την παρούσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εξ αδιαθέτου και εκ διαθήκης κληρονόμος αυτής Β. Φ. του Δ. και Ε., κάτοικος ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2004 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης αναιρεσιβλήτου και τις από 24-1-2005 προτάσεις-ανταγωγή του ήδη αποβιώσαντος Γ. Π., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4906/2005, 8277/2008 μη οριστικές, 25/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2286/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-1-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της συνεχίζουσας τη δίκη ως κληρονόμου της αρχικώς αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α, 287 παρ.1, 290 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται και στη δίκη για την αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 ιδίου κώδικα, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1846 ΑΚ, προκύπτει, ότι αν εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η δίκη διακόπτεται, εφόσον λάβει χώρα γνωστοποίηση του λόγου διακοπής, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 287 παρ.1, από τα πρόσωπα που δικαιούνται να επαναλάβουν την δίκη, όπως είναι και ο κληρονόμος του αποβιώσαντος, ο οποίος μπορεί να επαναλάβει εκουσίως τη δίκη με δήλωσή του που γίνεται ταυτοχρόνως με τη δήλωση διακοπής, οπότε επέρχεται άμεση επανάληψη της δίκης, με την προϋπόθεση, ότι αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρώς, λόγω μη αμφισβήτησης, η ιδιότητα του επαναλαμβάνοντας τη δίκη ως κληρονόμου, η οποία, αν αμφισβητείται από τον αντίδικο, εξετάζεται από το δικαστήριο παρεμπιπτόντως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, που έγινε με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου (20.10.2021), δεν εμφανίστηκε η αναιρεσίβλητη Ε.
χήρα Δ. Φ., εμφανίστηκε,όμως, η Β. Φ., νομίμως εκπροσωπούμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Άγγελο Καρναχωρίτη, η οποία δήλωσε, ως κληρονόμος(θυγατέρα) της αναιρεσίβλητης, ότι αυτή απεβίωσε στις 08.04.2017, μετά, δηλαδή, την άσκηση της αναίρεσης,και ότι αυτή συνεχίζει ως μοναδική εκ διαθήκης και εξ αδιαθέτου κληρονόμος, την βιαίως διακοπείσα δίκη.
Η κατά τα ως άνω βιαίως διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται από την ανωτέρω μοναδική (εκ διαθήκης και εξ αδιαθέτου) κληρονόμο της αναιρεσίβλητης Β. Φ., το γένος Δ. και Ε. Φ., μετά τις αποποιήσεις του κληρονομικού τους δικαιώματος, που έγιναν νομότυπα και εμπρόθεσμα, από τους λοιπούς συγκληρονόμους της ήτοι την αδελφή της Ε.
Φ. και τα τέκνα αυτής Δ. Ν. και Ε. Ν.(σχετ. το με αριθμ. πρωτ. ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιάρχου ..., το ... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ..., το. ... πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης της Ε. χήρας Δ. Φ. του Ειρηνοδικείου ..., η αριθμ. 99/11-12-2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ν.Ιωνίας για την κήρυξη κύριας της άνω διαθήκης, οι 742/ 6-7-2017 και 748/10-7-2017 εκθέσεις αποποίησης κληρονομίας του Ειρηνοδικείου ...
και το 3918/14-10-2021 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου ..., περί μη δημοσιεύσεως άλλης διαθήκης), ενώ, άλλωστε, η παρασταθείσα, μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Δεμερτζή, αναιρεσείουσα, ούτε κατά τη διάρκεια της προθεσμίας της προσθήκης εγγράφως με την κατάθεση σημειώματος, ούτε στο ακροατήριο με δήλωση του άνω πληρεξουσίου της, αμφισβήτησε την ιδιότητα της άνω παρασταθείσας, που συνεχίζει τη δίκη, ως κληρονόμου της αποβιώσασας αναιρεσίβλητης (ΑΠ Ολ22/2000, ΑΠ 399/2018,ΑΠ 1978/2008,ΑΠ 1860/2007).
Α.1.Κατά το άρθρο 799 ΑΚ, αν δεν συμφωνούν για τη διανομή όλοι οι κοινωνοί, κάθε κοινωνός μπορεί να απαιτήσει τη δικαστική διανομή κατά τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας. Κατά δε το άρθρο 800 ΑΚ, η διανομή γίνεται αυτουσίως, αν το αντικείμενο ή τα αντικείμενα που πρόκειται να διανεμηθούν είναι δυνατόν χωρίς μείωση της αξίας να διαιρεθούν σε ομοειδή μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών.
Εξάλλου: α) Κατά το άρθρο 480 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο αποφασίζει την αυτούσια διανομή, αν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, δίχως να μειώνεται η αξία του. β) Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 486 ΚΠολΔ, αν τα μέρη που σχηματίστηκαν κατά τα άρθρα 480 και 480 Α είναι ίσα, η αυτούσια διανομή τους μεταξύ των κοινωνών γίνεται με κλήρωση ..., κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αν τα μέρη που σχηματίστηκαν κατά τα άρθρα 480 και 480 Α είναι άνισα, η αυτούσια διανομή γίνεται με επιδίκαση στους συγκυρίους ή στις ομάδες εκείνων που ζήτησαν κοινή μερίδα, κατά το λόγο των μερίδων τους.
γ) Κατά το άρθρο 481 εδαφ. 2 ΚΠολΔ, στις περιπτώσεις των άρθρων 480 και 480 Α το δικαστήριο μπορεί για την εξίσωση άνισων μερών να αποφασίσει ότι οι κοινωνοί που λαμβάνουν ορισμένα μέρη θα καταβάλουν σε άλλους κοινωνούς ορισμένο χρηματικό ποσό ή να συστήσει δουλεία σε ορισμένα μέρη υπέρ άλλων κοινωνών. Με τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 480 και 486 ΚΠολΔ, επετράπη, υπό τις διαλαμβανόμενες σ' αυτές προϋποθέσεις, η αυτούσια διανομή με απονέμηση, ήτοι χωρίς κλήρωση, με απ` ευθείας επιδίκαση στους συγκυρίους άνισων, ομοειδών ή μη, μερών, κατά το λόγο των μερίδων τους(ΑΠ115/2011). 2.
Από τη διάταξη του ο άρθρου 8 § 1 το ν. 3741/1929 ''περί ιδιοκτησίας κατ` ορόφους'' προκύπτει ότι το δικαίωμα επεκτάσεως της οικοδομής, είτε προς τα άνω με την προσθήκη νέων ορόφων, είτε προς τα κάτω με την ανόρυξη υπογείου ή προς τα πλάγια με την ανέγερση νέας πτέρυγας, το οποίο δεν έχει βέβαια το χαρακτήρα εμπραγμάτου δικαιώματος αλλά απλώς εξουσία προς κατάκτηση στο μέλλον και εκμετάλλευση του σκοπούμενου χώρου και μελλοντική κτήση του αντίστοιχου εμπράγματου δικαιώματος, ανήκει από κοινού σε όλους τους συνιδιοκτήτες του εδάφους.
Τον προς ανοικοδόμηση απλώς προοριζόμενο χώρο ο νόμος δεν χαρακτηρίζει ως αντικείμενο ιδιοκτησίας, αλλά ως αγαθό εκμεταλλεύσιμο με την άσκηση του δικαιώματος επεκτάσεως, το οποίο παρέχεται ως συνέπεια των εξουσιών, που απορρέουν από το δικαίωμα κυριότητας ή συγκυριότητας που υφίσταται επί του εδάφους.
Και είναι μεν δυνατόν να συμφωνηθεί κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 4 § 1, 5 και 13 του ίδιου ν. 3741/1929, με τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη, ότι το δικαίωμα επεκτάσεως της οικοδομής θα ανήκει σε ορισμένους ή και σε ένα μόνο από τους περισσότερους συνιδιοκτήτες του εδάφους, πλην όμως και στην περίπτωση αυτή, το δικαίωμα της επεκτάσεως εμφανίζεται ως συνέπεια, του υφιστάμενου δικαιώματος συνιδιοκτησίας επί του εδάφους, είναι δηλαδή το δικαίωμα αυτό παρεπόμενο του δικαιώματος της συνιδιοκτησίας άλλως είναι εξουσία που εμπεριέχεται στο δικαίωμα της συνιδιοκτησίας, το οποίο έχει ο δικαιούχος επί του εδάφους.
Έτσι, το δικαίωμα αυτό δεν νοείται, ως δικαίωμα κυριότητας αλλά ως εξουσία όλων των συνδιοκτητών ή μερικών εξ αυτών κατά τη συμφωνία των μερών, απορρέουσα από το δικαίωμα της κυριότητας ή συγκυριότητας τους στο έδαφος της υφιστάμενης οικοδομής (ΑΠ 94/2010, ΑΠ 1377/2004 ). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 17 § 2 εδ. α' του Συντάγματος "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία έχει το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης".
Τέλος κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε μαζί με τη σύμβαση με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπικά ισχύ έναντι των κοινών νόμων "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούνται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της περιουσίας του, ει μη δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους... ". Στην έννοια της περιουσίας κατά την ως άνω διάταξη περιλαμβάνονται τόσον τα εμπράγματα, όσον και τα ενοχικά δικαιώματα και δη οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις (Ολ.
ΑΠ 40/1998, ΑΠ 517/2018, ΑΠ 2197/2014). Β1. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση τέτοιου κανόνα, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Περαιτέρω, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα (Ολ.Α.Π. 8/2005) και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Όμως, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να καθορίζονται, ιδρύει τον από το άρθρο 559 παρ. 1 εδ. β' KΠολΔ., λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν. Επομένως, ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.
Ο λόγος πάντως αυτός δεν ιδρύεται όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων καθώς και όταν χρησιμοποιούνται για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, εκφεύγουσα του αναιρετικού ελέγχου(ΑΠ 121/2018). 2.
Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016).
Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 24/1992).
Περαιτέρω ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος για έλλειψη νομίμου βάσεως δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των όρων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε(ΑΠ1373/2019, ΑΠ1020/2017, ΑΠ842/2014). 3. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.
Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη, όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (Ολ ΑΠ 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 332/2020, ΑΠ 323/2017).
Ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1586/2008), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ993/2018).
Εξάλλου για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο ποια αίτηση έμεινε αδίκαστη καθώς και ότι αυτή υποβλήθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας(ΑΠ 1226/2017, ΑΠ 1133/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων σ' αυτό, από τους διαδίκους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση ως προς την αγωγή διανομής των επίκοινων ακινήτων των διαδίκων - α...
και κατά το μέρος που αυτή είχε κριθεί τελεσίδικα νόμιμη (λόγω μη εκκλήσεως του απορριπτικού κεφαλαίου περί διανομής των μελλόντων να ανεγερθούν ορόφων του επικοίνου), τα ακόλουθα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, πραγματικά περιστατικά: << Η ενάγουσα Ε. συζ. Δ. Φ., το γένος Α. Π. και ο αρχικά εναγόμενος Γ.
Π. του Α. είναι συγκύριοι, ο καθένας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, των παρακάτω αναφερόμενων ακινήτων, την κυριότητα των οποίων απέκτησαν με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα με κληρονομική διαδοχή εξ αδιαθέτου του πατέρα τους Α. Π. που απεβίωσε στις 25-8-1970 και της μητέρας τους Β. Π. που απεβίωσε στις 3-10-1977, κατοίκων Ν.
Ιωνίας κατά τη διάρκεια της ζωής τους, τις κληρονομιές των οποίων αποδέχτηκαν, η μεν ενάγουσα με την 249/2003 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Τσερτσιγιάννη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα Υποθηκοφυλακεία ..., ... και ..., στις περιφέρειες των οποίων βρίσκονται τα κληρονομιαία ακίνητα, ο δε αρχικά εναγόμενος με τις νόμιμα μεταγεγραμμένες 13399/1994 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Φωτεινής Κουλούκη και τις ...
και 7293/2000 πράξεις αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Πολυξένης Κιούση. Συγκεκριμένα, είναι συγκύριοι, ο καθένας κατά το προαναφερόμενο ποσοστό εξ αδιαιρέτου, που δεν αμφισβητούνται, άλλωστε, από τον εναγόμενο: 1) μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας (ισόγεια οικία επιφάνειας 97 τ.μ. με υπόγειο χώρο), κτισμένης επί οικοπέδου εκτάσεως 222,28 τ.μ., στο οποίο έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας 75%, μαζί με το δικαίωμα υψούν ορόφου ή ορόφων πάνω από τον πρώτο, μετά το ισόγειο, όροφο, καθόλο το επιτρεπόμενο από το νόμο ύψος, το οποίο οικόπεδο έχει υπαχθεί στο σύστημα οριζόντιας ιδιοκτησίας με τη νόμιμα μεταγεγραμμένη 270/1968 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Μεγάρων Αγησίλαου Θεοχάρη.
Το οικόπεδο, επί του οποίου έχει ανεγερθεί η ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία, βρίσκεται στον ..., στην περιφέρεια του Δήμου …, στη θέση "...", μέσα στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο της …., επί της οδού .... Η εμπορική αξία του παραπάνω ακινήτου, κατά το χρόνο σύνταξης της συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης (Μάρτιος 2010), ανερχόταν στο ποσό των 307.903 ευρώ (δηλαδή, αξία της ισόγειας οικοδομής 69.703 ευρώ + αξία του υπόγειου χώρου 13.200 ευρώ + αξία του ποσοστού 75% του οικοπέδου 225.000 ευρώ), 2) ενός οικοπέδου άρτιου και οικοδομήσιμου που βρίσκεται στους ..., μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο της πόλης, επί της οδού ..., έχει επιφάνεια 411,64 τ.μ.
σύμφωνα με πρόσφατη καταμέτρηση. Επί του ως άνω οικοπέδου υπάρχει μια διώροφη παλαιό, πλινθόκτιστη, κεραμοσκεπής οικία, αποτελούμενη από ισόγειο επιφάνειας 40 τ.μ. και πρώτο όροφο επιφάνειας 40 τ.μ. Το ακίνητο αυτό περιήλθε στον κληρονομούμενο Α. Π. με το νόμιμα μεταγεγραμμένο 323/1923 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κρίσσης Λουκά Κουτρούμπα, λόγω πώλησης από τον Π.
Λ. και η εμπορική αξία αυτού και των κτισμάτων που υπάρχουν σ' αυτό, κατά τον προαναφερόμενο κρίσιμο χρόνο, ανερχόταν στο ποσό των 310.000 ευρώ, 3) ενός αγροτεμαχίου που βρίσκεται στην ευρύτερη περιφέρεια του Δήμου ..., εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, στη θέση "...", με τα είκοσι δύο (22) ελαιόδεντρα που υπάρχουν σ' αυτό.
Το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει στον κληρονομούμενο Α. Π. με το νόμιμα μεταγεγραμμένο 10/1925 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Χρισσού Δημητρίου Ψαρού και η εμπορική αξία του κατά τον πιο πάνω κρίσιμο χρόνο, ανερχόταν στο ποσό των 2.682 ευρώ, 4) ενός αγροτικού ακινήτου που βρίσκεται στην ..., εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης, στη θέση "...
ή ..." της ευρύτερης περιφέρειας ..., με τα είκοσι εννέα (29) ελαιόδεντρα που υπάρχουν μέσα σ' αυτό. Η εμπορική αξία του παραπάνω ακινήτου, κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, ανερχόταν στο ποσό των 2.728,05 ευρώ, 5) ενός αγροτικού ακινήτου που βρίσκεται στην ..., εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, στη θέση "... ή ..." με τα είκοσι έξι (26) ελαιόδενδρα.
Η εμπορική αξία του παραπάνω ακινήτου, κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, ανερχόταν στο ποσό των 1544,66 ευρώ, 6) ενός αγροτικού ακινήτου που βρίσκεται στην ..., εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, στη θέση<<... ή ...>>, με 48 ελαιόδενδρα. Η εμπορική αξία του παραπάνω ακινήτου, κατά τον προαναφερόμενο κρίσιμο χρόνο, ανερχόταν στο ποσό των 4.969 ευρώ.
Τα πιο πάνω με αριθμούς "4", "5" και "6" ακίνητα ανήκαν κατά πλήρη κυριότητα στην κληρονομούμενη Β. χήρα Α. Π., στην οποία είχαν περιέλθει κατά ψιλή κυριότητα, λόγω προίκας, που συνέστησε υπέρ αυτής ο πατέρας της Ε. Τ., με το νόμιμα μεταγεγραμμένο 6477/1929 προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου ... Ιωάννη Γεωργούτσου, με την οποία, μετά την κατάργηση του θεσμού της προίκας, ενώθηκε και η επικαρπία, η οποία με το άνω προικοσύμφωνο είχε περιέλθει στο σύζυγό της Α.
Π. λόγω αδιατίμητης προίκας. Όπως προαναφέρθηκε, στις 4-3-2011, απεβίωσε στο ... ο αρχικά εναγόμενος Γ. Π. και το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του στα ως άνω ακίνητα περιήλθε στην εκκαλούσα σύζυγό του Δ., χήρα Γ. Π. δυνάμει της από 22-10-2009 ιδιόγραφης διαθήκης του, η οποία δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με το 709/10-2-2012 πρακτικό του και καταχωρίστηκε στα βιβλία διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών, στον τόμο 3399 και με αύξοντα αριθμό 91.
Η εκκαλούσα αποδέχτηκε την κληρονομιά του συζύγου της με την 6925/2012 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη Φιλιππάτου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών και καταχωρίστηκε στα κτηματολογικά βιβλία των Κτηματολογικών Γραφείων ... και ... και υπεισήλθε στη θέση του αρχικού εναγόμενου.
Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα, συγκυρία των ανωτέρω ακινήτων κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου, δεν επιθυμεί την περαιτέρω διατήρηση της κοινωνίας σ' αυτά, ο δε εναγόμενος, συγκύριος του υπόλοιπου ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου αυτών, δεν συναινεί στην εκούσια εξώδικη διανομή τους και συνεπώς, η ενάγουσα βάσιμα επιδιώκει τη δικαστική λύση της μεταξύ τους κοινωνίας στα εν λόγω ακίνητα.
Εξάλλου, λόγω της επιφάνειας και της κατάστασης των επίκοινων ακινήτων, των ποσοστών συγκυριότητας των διαδίκων σ' αυτά, του αιτήματος τους για αυτούσια διανομή των ακινήτων και σύμφωνα με τους πολεοδομικούς κανόνες, τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας και αφού ληφθούν υπόψη η αξία των ακινήτων και οι γνωμοδοτήσεις του πραγματογνώμονα που διορίστηκε με τις ως άνω, 4906/2005 και 8277/2008, μη οριστικές αποφάσεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στις προαναφερόμενες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι δυνατή και συμφέρουσα η αυτούσια διανομή των ακινήτων με το σχηματισμό δύο μερών, ανάλογων με τις μερίδες των κοινωνών διαδίκων, χωρίς να μειώνεται η αξία τους, ώστε κάθε διάδικος να λάβει ένα μέρος.
Το κάθε μέρος θα αποτελείται από τρία ακίνητα και ειδικότερα, Α) Το πρώτο μέρος θα περιλαμβάνει, (1) την οριζόντια ιδιοκτησία (ισόγεια οικία επιφάνειας 97 τ.μ. με υπόγειο χώρο), που είναι κτισμένη επί οικοπέδου εκτάσεως 222,28 τ.μ., στο οποίο έχει οικοπεδική αναλογία 75%, μαζί με το δικαίωμα υψούν ορόφου ή ορόφων πάνω από τον πρώτο, μετά το ισόγειο, όροφο, καθόλο το επιτρεπόμενο από το νόμο ύψος, το οποίο (οικόπεδο) βρίσκεται στον ..., στην περιφέρεια του Δήμου Ν.
Ιωνίας, στη θέση "...", μέσα στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο της Ν. Ιωνίας, επί της οδού ... και εμφαίνεται με τον αριθμό "…" του "…" οικοδομικού τετραγώνου στο από μηνός Μαρτίου 1955 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού X. Μ., που προσαρτάται στο ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Μιχαήλ Χριστακόπουλου, (2) το αγροτικό ακίνητο έκτασης 1.544,66 τ.μ.
που βρίσκεται στην ..., εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, στη θέση "... ή ..." της περιφέρειας ..., με τα είκοσι έξι (26) ελαιόδενδρα που υπάρχουν μέσα σ' αυτό, το οποίο εμφαίνεται περιμετρικά με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Α στο από μηνός Οκτωβρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Σ.
Α., που προσαρτάται στην 7293/2000 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Πολυξένης Κιούση και (3) το αγροτικό ακίνητο έκτασης 2.728,05 τ.μ. που βρίσκεται στην ..., εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης, στη θέση "... ή ..." της ευρύτερης περιφέρειας ..., με τα είκοσι εννέα (29) ελαιόδεντρα που υπάρχουν μέσα σ' αυτό, το οποίο εμφαίνεται περιμετρικά με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Α στο από μηνός Οκτωβρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Σ.
Α., που προσαρτάται στην 7293/2000 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Πολυξένης Κιούση, συνολικής αξίας 312.175,71 ευρώ (δηλαδή, 307.903 + 1.544,66 + 2.728,05 ευρώ) και Β) Το δεύτερο μέρος θα περιλαμβάνει, (1) το οικόπεδο επιφάνειας 411,64 τ.μ., με την διώροφη πλινθόκτιστη οικία συνολικής επιφάνειας 80 τ.μ. που υπάρχει μέσα σ' αυτό, το οποίο βρίσκεται στους ..., μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο της πόλης, επί της οδού ...
και εμφαίνεται περιμετρικά με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε- Ζ-Η-Θ-Α στο από μηνός Οκτωβρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Σ. Α., που είναι προσαρτημένο στην ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Πολυξένης Κιούση, (2) το αγροτεμάχιο έκτασης 1.341,16 τ.μ. που βρίσκεται στην ευρύτερη περιφέρεια του Δήμου ..., εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, στη θέση "...", με τα είκοσι δύο (22) ελαιόδεντρα που υπάρχουν σ' αυτό, το οποίο εμφαίνεται περιμετρικά με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Α στο από μηνός Οκτωβρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του πιο πάνω αναφερόμενου αρχιτέκτονα μηχανικού Σ.
Α. που προσαρτάται στην ... πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Πολυξένης Κιούση και (3) το αγροτικό ακίνητο έκτασης 4.969 τ.μ. που βρίσκεται στην ..., εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, στη θέση "... ή ..." της περιφέρειας ..., με τα σαράντα οκτώ (48) ελαιόδενδρα που υπάρχουν μέσα σ' αυτό, το οποίο εμφαίνεται περιμετρικά με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Α στο από μηνός Οκτωβρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Σ.
Α., το οποίο προσαρτάται στην 7293/2000 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Πολυξένης Κιούση, συνολικής αξίας 317.649 ευρώ (δηλαδή, 310.000 + 2.680 + 4.969 ευρώ). Από τα μέρη αυτά, το πρώτο μέρος θα λάβει η ενάγουσα και το δεύτερο μέρος η Δ. Π., η οποία, όπως προεκτέθηκε, υπεισήλθε στη θέση του αρχικού εναγομένου. Εξάλλου, λόγω της ως άνω εμπορικής αξίας των ακινήτων κάθε μέρους, η αξία της πρώτης μερίδας που περιέρχεται στην ενάγουσα, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 312.175,71 ευρώ, υπολείπεται κατά 5.473,29 ευρώ από την αξία της δεύτερης μερίδας που περιέρχεται στη Δ.
Π., η οποία ανέρχεται σε 317.649 ευρώ, πλην όμως, δεν θα γίνει εξίσωση των άνισων μερίδων από το παρόν Δικαστήριο, όπως δεν έγινε ούτε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς η ενάγουσα δεν άσκησε έφεση κατά της εκκαλούμενης απόφασης. Η εκκαλούσα, με τον πρώτο λόγο έφεσης, παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σε σχέση με την οριζόντια ιδιοκτησία (ισόγεια οικία επιφάνειας 97 τ.μ.
με υπόγειο χώρο), που είναι κτισμένη στο επί της οδού ... στη Ν. Ιωνία οικόπεδο (ακίνητο "1"), η οποία περιλαμβάνεται στο μέρος Α που με τη διανομή περιέρχεται στην ενάγουσα, εσφαλμένα προσδιόρισε την οικοπεδική αναλογία της στο οικόπεδο κατά 75% αντί να την προσδιορίσει σε 25%, προβαίνοντας με τον τρόπο αυτό σε διανομή και του δικαιώματος υψούν.
Όπως προκύπτει από το νόμιμα μεταγεγραμμένο 270/1968 προικοσύμφωνο - σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Μεγάρων Αγησίλαου Θεοχάρη, που καταρτίστηκε μεταξύ του πατέρα της ενάγουσας Α. Π. (προικοδότη), του Δ. Φ. (προικολήπτη) και της ενάγουσας, ο πρώτος υπήγαγε στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας το προαναφερόμενο οικόπεδο έκτασης 222,28 τ.μ.
επί της οδού ..., στο οποίο είχε ανεγείρει μια ισόγεια οικία 97 τ.μ. με ημιυπόγειο και στη συνέχεια όρισε ότι θα αποτελέσει ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία το δικαίωμα υψούν και ανεγείρειν έναν όροφο, πάνω από ολόκληρη την έκταση του δώματος (ταράτσας) της άνω ισόγειας οικίας, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 25%, την οποία μεταβίβασε, λόγω αδιατίμητης προίκας, στον αντισυμβαλλόμενο Δ.
Φ., σύζυγο της ενάγουσας θυγατέρας του κατά πλήρη κυριότητα (1413 ΑΚ) και την προίκα αυτή αποδέχτηκε η ενάγουσα. Ειδικότερα, με το άνω συμβόλαιο οι συμβαλλόμενοι όρισαν ότι θα αποτελούν οριζόντιες ιδιοτησίες, (α) αφενός μεν το δικαίωμα ανέγερσης ενός ορόφου καθ' όλο το εμβαδόν του υπάρχοντος δώματος, εκτάσεως αυτού 97 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 25%, (β) αφετέρου δε η ισόγεια οικία με τον υπόγειο χώρο μαζί με το δικαίωμα υψούν και ανεγείρειν όροφο ή ορόφους καθ' όλο το επιτρεπόμενο από το νόμο ύψος, επί του δώματος του ορόφου που θα ανεγερθεί από τον προικολήπτη, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 75%.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά προσδιόρισε σε 75% το ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο του ακινήτου "1" που βρίσκεται στη Νέα Ιωνία και δεν προέβη στη διανομή του δικαιώματος υψούν, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εκκαλούσα με τον παραπάνω λόγο έφεσης, δεδομένου ότι με το άνω προικοσύμφωνο - σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας το δικαίωμα υψούν ορόφου ή ορόφων πάνω από την οριζόντια ιδιοκτησία του πρώτου ορόφου δεν συστάθηκε ως αυτοτελής οριζόντια ιδιοκτησία, αλλά παρασχέθηκε το δικαίωμα στον ιδιοκτήτη της οριζόντιας ιδιοκτησίας του ισογείου να το πράξει μελλοντικά, ανακατανέμοντας τα ποσοστά εξ αδιαιρέτου που έχει στο οικόπεδο η ιδιοκτησία αυτή.
Επομένως, ο άνω λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, όπως και η έφεση κατά το μέρος τούτο, κατά το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη>>. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι είναι εφικτή και οικονομικά συμφέρουσα για τους διαδίκους κοινωνούς η αυτούσια διανομή των επίκοινων ακινήτων, αφού δε καθόρισε την αξία καθενός διανεμητέου, κατένειμε αυτά σε δύο απονεμητέες μερίδες, προσδιορίζοντας τα ακίνητα που αντιστοιχούν στην κάθε μερίδα, και διαλαμβάνοντας στη μεν πρώτη τα ακίνητα με στοιχεία: 1 [οριζόντια ιδιοκτησία (ισόγεια οικία επιφάνειας 97 τ.μ.
με υπόγειο χώρο), που είναι κτισμένη επί οικοπέδου εκτάσεως 222,28 τ.μ., στο οποίο έχει οικοπεδική αναλογία 75%, μαζί με το δικαίωμα υψούν ορόφου ή ορόφων πάνω από τον πρώτο, μετά το ισόγειο], 4 [αγροτικό ακίνητο έκτασης 1.544,66 τ.μ, στην ...] και 5 [αγροτικό ακίνητο έκτασης 2728, 05 τ.μ, στην ...],στη δε δεύτερη τα ακίνητα με στοιχεία: 2 [οικόπεδο με οικία στους ...], 3 [αγροτικό ακίνητο έκτασης 1.341,16 τ.μ στους ...], και 6 [αγροτικό ακίνητο έκτασης 4969τ.μ, στην ...] και απονέμοντας τη μεν πρώτη μερίδα, συνολικής αξίας 312.175, 71 ευρώ στην ενάγουσα, τη δε δεύτερη μερίδα, συνολικής αξίας 317.649 ευρώ στην εκκαλούσα, Δ.
Π., η οποία συνέχισε τη διακοπείσα, λόγω του θανάτου του αρχικού εναγομένου, συζύγου της Γ. Π., δίκη, επικυρώνοντας την εκκαλούμενη απόφαση που είχε κρίνει όμοια. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες και, παραλλήλως, ισχύουσες, περί διανομής, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ και του ΚΠολΔ (799, 800 ΑΚ, 480 παρ.1, 481 εδ.2 και 486 παρ.2 ΚΠολΔ), καθώς επίσης τις διατάξεις των άρθρων 4 § 1, 5,8 § 1 και 13 το ν. 3741/1929 ''περί ιδιοκτησίας κατ` ορόφους'', 17 του Συντάγματος και άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στη νομική σκέψη, που προεκτέθηκε και του συμπεράσματος του νομικού της συλλογισμού, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αυτούσιας διανομής των επίκοινων ακινήτων, του προσδιορισμού της αξίας τους και ειδικότερα της αξίας της οριζόντιας ιδιοκτησίας (ισόγειας οικίας επιφάνειας 97 τ.μ.
με υπόγειο χώρο), που είναι κτισμένη επί οικοπέδου εκτάσεως 222,28 τ.μ., στο οποίο έχει οικοπεδική αναλογία 75%, μαζί με το δικαίωμα υψούν (αέρα) ορόφων πάνω από τον πρώτο, μετά το ισόγειο, όροφο, που ενδιαφέρει την αναιρετική δίκη, καθόσον το δικαίωμα επεκτάσεως της οικοδομής προς τα άνω (καθ' ύψος), με την προσθήκη νέων ορόφων, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, εμπεριέχεται στο δικαίωμα συνιδιοκτησίας στο έδαφος, δεν έχει το χαρακτήρα εμπραγμάτου δικαιώματος αλλά παρέχει απλώς εξουσία προς απόκτηση στο μέλλον και μελλοντική κτήση του αντίστοιχου εμπράγματου δικαιώματος, την οποία αξία προσδιόρισε στο ποσό των 312.175,71 ευρώ ήτοι: [ισόγεια οικοδομή 69.703 ευρώ + αξία του υπόγειου χώρου 13.200 ευρώ + αξία του ποσοστού 75% του οικοπέδου, στο οποίο εμπεριέχεται η αξία του δικαιώματος υψούν, 225.000 ευρώ(300.000 ευρώ αξία οικοπέδου χ 75% = 225.000 ευρώ)].
Επίσης, η αιτίαση που διαλαμβάνεται στο δεύτερο αναιρετικό λόγο, και αναφέρεται στην έλλειψη ως προς την αιτιολόγηση του πορίσματος (αναφορικά με την εκτίμηση της αξίας του δικαιώματος υψούν) που προέκυψε από τις αποδείξεις, δεν ιδρύει την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ284/2014).
Ενόψει τούτων οι διαλαμβανόμενες στους πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς λόγους από τους αριθμούς 1α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίθετες αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Περαιτέρω, οι διαλαμβανόμενες στον πρώτο αναιρετικό λόγο λοιπές αιτιάσεις, με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλομένη, ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά τον υπολογισμό της αξίας του δικαιώματος υψούν είναι απαράδεκτες, καθόσον υπό την επίφαση μη κατονομαζόμενων διδαγμάτων κοινής πείρας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 336/2019, ΑΠ 121/2018, ΑΠ 683/2016, ΑΠ 1025/2014).
Τέλος, οι διαλαμβανόμενες στον 1ο και 2ο αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις ότι η προσβαλλομένη δεν συμπεριέλαβε σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες ως προς τον καθορισμό της αξίας του δικαιώματος υψούν, διότι δεν αιτιολόγησε την αντίθεσή της με την διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη είναι απαράδεκτες, καθόσον η κρίση του δικαστηρίου για την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και δεν ελέγχεται αναιρετικά με τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, γιατί είναι διάταξη δικονομικού δικαίου, αλλά ούτε και με τη διάταξη του αριθμού 12 του ίδιου άρθρου, αφού δεν έχει ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη έναντι των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 682/2011), σε κάθε δε περίπτωση οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες, καθόσον, με το πρόσχημα των άνω πλημμελειών, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, εν προκειμένω της εκθέσεως δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή της, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά την αναιρεσείουσα, για τα πράγματα κρίση(ΑΠ 296/2014, ΑΠ179/ 2013, ΑΠ1077/2006).
Συνεπώς οι ανωτέρω λόγοι είναι απορριπτέοι. Τέλος, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο τρίτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 9γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν αποφάνθηκε επί του επικουρικού αιτήματός της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, που είχε διαλάβει στο εφετήριο: << να υπολογιστεί η αξία του δικαιώματος υψούν, η οποία είναι ενσωματωμένη στο 75% του οικοπέδου του ως άνω ακινήτου για την εξίσωση των μεριδίων μεταξύ των διαδίκων, όπως εκτίθεται παρακάτω>>, καθόσον από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη το σχετικό αίτημα, καθόρισε, ωστόσο, την αξία του δικαιώματος υψούν, κατ' άλλο τρόπο, η δε εκτίμηση της αξίας του είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, διότι πρόκειται για εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας περί πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 939/2020).
Κατόπιν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα Δ. Π. που νικήθηκε στη δίκη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της Β.
Φ. του Δ. και Ε., που συνεχίζει τη δίκη, μετά την επανάληψη αυτής, ως εκ διαθήκης και εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αρχικής αναιρεσίβλητης Ε. χήρας Δ. Φ., που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27/01/2016 αίτηση για αναίρεση της 2286/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιοταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα Δ. χήρα Γ. Π., το γένος Δ. Κ. στα δικαστικά έξοδα της Β. Φ. του Δ. και Ε., που συνεχίζει τη δίκη, μετά την επανάληψη αυτής, ως εκ διαθήκης και εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αρχικής αναιρεσίβλητης Ε. χήρας Δ. Φ., τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ