Legislator Case Law & Legislation
1229/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy ruling, citing procedural time limits and inadmissible evidence attacks.

Case Number 1229/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a savings bank against a single-member court of first instance ruling declaring an individual bankrupt. The appellant argued that the court erred in assessing the debtor's financial situation and evidence, but the court found these claims inadmissible as they improperly challenged the final judgment on facts. Consequently, the court ruled that the appeal must be rejected in its entirety due to the lack of valid grounds for review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495(1)-(2) and 564(3) of the Code of Civil Procedure; Article 74(1) of Law 4690/2020: Appeals must be filed within the statutory period, and arguments attacking the factual findings of the court of first instance are inadmissible and without merit.

Keywords

AI generated
appeal admissibility bankruptcy proceedings statutory time limits factual findings review inadmissible appeal grounds

Cited Legislation

AI generated
Article 495(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 74(1) of Law 4690/2020
Article 560(6) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 28(4) of Law 2579/1998
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1229 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1229/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Βλάχο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2015 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 89/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 256/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-3-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., τα ένδικα μέσα, μεταξύ των οποίων και εκείνο της αιτήσεως αναιρέσεως, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, το οποίο έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση. Κατά δε το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, "Αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναιρέσεως είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη".

Με την ως άνω διάταξη καθιερώνεται η διετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως. Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από το νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Κ.Πολ.Δ), καθώς και οι προθεσμίες ασκήσεως ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 Κ.Πολ.Δ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ στην παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής αποφάσεως του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".

Τέλος, κατά μεν την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194)", ήτοι η 6.4.2021", κατά δε την μεταγενέστερη επίσης ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 του Ν. 4963/2022 "1.

Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (Α' 104) και του πρώτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α' 48) ως προθεσμίες ασκήσεως ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [π.δ. 503/1985, (Α' 182), ΚΠολΔ]. 2.

Κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 και του τρίτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 ως προθεσμίες ασκήσεως ενδίκων μέσων των οποίων παρατείνεται η λήξη νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ".

Είναι σαφές, επομένως, ότι οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται και στην καταχρηστική προθεσμία της ασκήσεως των ενδίκων μέσων και άρα και της αναιρέσεως και, επομένως, το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών της Χώρας δεν υπολογίζεται στην καταχρηστική προθεσμία ασκήσεως της αναιρέσεως (Α.Π. 632/2023, Α.Π. 1130/2022, Α.Π. 987/2022, Α.Π. 452/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 22-3-2023 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 4/28-3-2023) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 256/2020 τελεσίδικη απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, επί της από 26-6-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...) εφέσεως του αιτούντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 89/2019 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ρόδου και αφορά υπόθεση του Ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", με την οποία η αίτηση έγινε δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικώς και, στη συνέχεια, εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε αυτήν κατ' ουσίαν, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση κατ' ουσίαν, ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος, με μηνιαίες καταβολές του προς το καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσείον, μοναδικό πιστωτή του, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του και υποχρέωσε αυτόν να καταβάλει, για τη διάσωσή της, στον ως άνω πιστωτή το αναφερόμενο μηνιαίο ποσό, για το αναφερόμενο χρονικό διάστημα.

Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε με την κατάθεσή της στις 28-3-2023 στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Ρόδου, ασκήθηκε εμπροθέσμως εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσιεύσεως της υπ' αριθμ. 256/2020 αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (30-12-2020) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των Δικαστηρίων της Χώρας, θα έληγε στις 31-12-2022, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7-11-2020 έως 6-4-2021 (5 μήνες) και συνολικώς χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 εδάφ.

α' του Ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1 εδάφ. α' του Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου στις 28-3-2023. Συνακολούθως, η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως και νομοτύπως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1, 577, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 29-12-2015 αίτηση του αναιρεσιβλήτου, περί υπαγωγής του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου στις 30-12-2015, ήτοι μετά από την αντικατάστασή του με τον ως άνω Ν. 4336/2015], ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου, το οποίο δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Βασική προϋπόθεση για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, για τη ρύθμιση των οφειλών του, είναι ότι πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, την οποία πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται, για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του, κρίνεται συνολικώς με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπ' όψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπ' όψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 540/2022, Α.Π. 883/2020, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018).

Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακολούθως, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 540/2022, Α.Π. 883/2020, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 1208/2017).

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και την συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από την συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από την συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 540/2022, Α.Π. 883/2020, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 551/2018).

Εξάλλου, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., η οποία ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης· επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει, όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ. Α.Π. 4/2010, Ολ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 297/2007). Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν απαιτείται, αφού, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (Α.Π. 663/2023, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 1174/2019, Α.Π. 515/2018, Α.Π. 65/2017, Α.Π. 951/2015, Α.Π. 1226/2014).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.

άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 606/2023, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1400/2019, Α.Π. 734/2019, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικώς η απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας, για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (Α.Π. 606/2023, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 335/2020, Α.Π. 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (Α.Π. 606/2023, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1174/2019, Α.Π. 632/2019, Α.Π. 515/2018).

Εξάλλου, ορίζεται στην διάταξη του άρθρου 62 του Ν. 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις" ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (εφεξής Τ.Π.Δ.) για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημοσίους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή:

α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής σύνταξής του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α' και β' μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την Υ.Α. 2/19843/0094, που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 677/Β/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ' αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση, λόγω λύσης της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1).

Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές, ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του Ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Επίσης, κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Π.Δ., μπορούν, ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, να καθορίζονται όροι εξυπηρετήσεως, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικώς εξυπηρετούμενων, οποιουδήποτε είδους, δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το Τ.Π.Δ.

Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το Τ.Π.Δ. χορήγησε σε υπαλλήλους, που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη, κατά νόμο, (προ)εκχώρηση του οριζόμενου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους.

Εξάλλου, δεν προκύπτει εξαίρεση, ούτε από τη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στο δανειολήπτη να ζητήσει - επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Π.Δ. ευνοϊκότερους όρους εξυπηρετήσεως των δανειακών συμβάσεων (Α.Π. 606/2023, Α.Π. 1061/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 544/2022, Α.Π. 1203/2021, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 897/2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 1031/2015).

Σε κάθε περίπτωση, η εξαίρεση των δανείων του Τ.Π.Δ. από τη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται από το άρθρο 4 του Συντάγματος, καθόσον οι δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου, σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπόλοιπων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα στερούνταν των ευνοϊκών διατάξεων του Ν. 3869/2010, δεδομένου ότι από το Ν. 3867/2010 δεν προκύπτουν ευνοϊκές διατάξεις, ανάλογες του Ν. 3869/2010, καθώς το άρθρο 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, όπως προεκτέθηκε, προβλέπει όρους διευκολύνσεως και εξυπηρετήσεως των δανείων, όχι, όμως και απαλλαγή, όπως προβλέπει ο Ν. 3869/2010.

Με βάση όσα αναπτύχθηκαν, προκύπτει ότι στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το Τ.Π.Δ. χορήγησε σε υπαλλήλους και που οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη δεν αναιρείται, όταν η εξόφληση του εν λόγω πιστωτή γίνεται εις βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ίδιου του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Και τούτο, διότι, η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηρισθεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτόν ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβιώσεως για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών εις βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβιώσεώς του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του Ν. 3869/2010. Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το Τ.Π.Δ.

από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από το νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με το Τ.Π.Δ. σύμβαση εκχωρήσεως, ανακύπτει ανάγκη ο τελευταίος, έστω και αν το δάνειό του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχωρήσεως του μισθού του κ.λπ., να επιδιώξει και να επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού ή της συντάξεώς του, καθόσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν, παραμένει, αναλογικώς, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίσθηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της συντάξεως του δανειολήπτη - οφειλέτη (Α.Π. 606/2023, Α.Π. 1061/2022, Α.Π. 540/2022, Α.Π. 1353/2021, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 883/2020, Α.Π. 1379/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 31/2009, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 757/2015). Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντιστοίχου διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, ανελέγκτως, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Α.Π. 606/2023, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 550/2020, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 256/2020, απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα: "Ο αιτών (ήδη αναιρεσίβητος) γεννήθηκε το έτος 1953, είναι ηλικίας περίπου 67 ετών και είναι έγγαμος με την Α.

Κ. του Σ., ηλικίας περίπου 63 ετών. Από τον γάμο τους έχουν αποκτήσει τρία τέκνα τα οποία είναι σήμερα ενήλικα (γεννηθέντα το 1984, 1986 και 1990, όπως προκύπτει από το σχετικό πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης) συνεπώς δεν αποτελούν προστατευόμενα μέλη και δεν επιβαρύνουν τον οικογενειακό τους προϋπολογισμό.

Ο εκκαλών είναι συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος, με καθαρές μηνιαίες αποδοχές ύψους 996,88 ευρώ (βλ. ενδεικτικά ενημερωτικό σημείωμα σύνταξης Δεκεμβρίου 2018) ενώ λαμβάνει και επικουρική σύνταξη ύψους 141,65 ευρώ (βλ. ανάλυση πληρωμής επικουρικής σύνταξης για το έτος 2018) και η σύζυγός του λαμβάνει επίσης σύνταξη από τον ΕΦΚΑ ύψους 394,95 ευρώ (βλ.

ενημερωτικό σημείωμα συντάξεων Δεκεμβρίου 2018) και ήδη 400,05 (βλ. κατάσταση εντολών εθνικής Τράπεζας και αντίγραφο βιβλιαρίου). Περαιτέρω ο εκκαλών διαθέτει στην κυριότητά του μια οριζόντια ιδιοκτησία, η οποία αποτελεί την κύρια κατοικία τους και συγκεκριμένα ενός διώροφου διαμερίσματος με στοιχείο Α1 συνολικού εμβαδού 98,84 τ.μ.

το οποίο βρίσκεται σε οικοδομή κείμενη στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ..., με κτηματολογικά στοιχεία Τόμος 86 ..., νομικής φύσεως "μουλκ". Ακόμη έχει στην κυριότητά του έντεκα συνολικά αγροτεμάχια κείμενα στην ..., μια λιθόκτιστη αποθήκη κατασκευασμένη από το έτος 1985 στην τοποθεσία "..." του οικισμού ..., μια λιθόκτιστη αγροτική κατοικία από το έτος 1945 στη θέση "Κεραμί" του οικισμού ..., ένα ημιτελές διώροφο κτίσμα κατασκευής 2009 στην περιοχή ..., ένα ακατοίκητο λιθόκτιστο ισόγειο κατασκευής του 1900 στην περιοχή "...", μια ιδιόκτητη κατοικία στην τοποθεσία "..." του οικισμού ...

και ένα ΙΧΕ αυτοκινήτου μάρκας FIAT SEICEDO, με αριθμό κυκλοφορίας ..., πρώτης κυκλοφορίας το έτος 2006, 1108 κ.εκ. για το οποίο είχε υποβληθεί για το έτος 2018 δήλωση ακινησίας (βλ. την υπ' αριθμ. 4736/2-11-2018). Η δε σύζυγός του δηλώνει επίσης ιδιοκτήτρια δύο (2) συνολικά αγροτεμαχίων, κείμενων στην ... και ενός αγροτικού ανοικτού φορτηγού μάρκας MAZDA με αριθμό κυκλοφορίας ...

πρώτης κυκλοφορίας το έτος 1987. Άλλα περιουσιακά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει ο εκκαλών και η σύζυγός του. Όλα τα παραπάνω ακίνητα είναι απρόσφορα για εκποίηση λόγω μικρής αξίας και επειδή δεν αναμένεται να προσελκύσουν αγοραστικό ενδιαφέρον (αγροτεμάχια και παλαιό πλινθόκτιστα κτίσματα) ενώ το αυτοκίνητο χρησιμεύει στην οικογένεια του αιτούντος.

Όσον αφορά τις δαπάνες διαβίωσης του αιτούντος και της συζύγου του περιλαμβάνονται οι απαιτούμενες για την κάλυψη των συνήθων βιοτικών, αναγκών τους (διατροφή, ύδρευση, θέρμανση, ηλεκτρικό ρεύμα, τηλεφωνία, ένδυση, υπόδηση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στο βαθμό που δεν καλύπτονται από κάποιο ασφαλιστικό φορέα κ.λπ., καθώς και άλλα τυχόν έκτακτα έξοδα).

Βάσει δε των συνήθων βιοτικών αναγκών τους, των διδαγμάτων κοινής πείρας, σε συνδυασμό με τις έρευνες των οικονομικών προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ.), οι οποίες δεν δύνανται να παράγουν δεσμευτική ισχύ νομοθετήματος για το Δικαστήριο, ούτε να προδιαμορφώσουν την τελική δικαστική κρίση περί του ύψους των μηνιαίων δαπανών και καταβολών, αλλά έχουν ενδεικτική ισχύ, αφού ορίζουν απλά κατευθυντήριες γραμμές και τέλος και από όσα ο ίδιος αναφέρει στην αίτησή του, λαμβανομένου υπόψη ότι τα παιδιά του αιτούντος είναι ενήλικα και δεν αποτελούν προστατευόμενα μέλη αλλά και του προβλήματος υγείας που έχει ο αιτών (πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη όπως προκύπτει από τις σχετικές ιατρικές βεβαιώσεις που προσκομίζει, λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και είναι απαραίτητο να ακολουθεί συγκεκριμένο διαιτολόγιο) το ποσό, που είναι αναγκαίο να δαπανάται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών αυτού και της συζύγου του, ανέρχεται στο ποσό των 1.000 ευρώ λαμβανομένου υπόψη, ότι ο οφειλέτης, ο οποίος αιτείται την υπαγωγή του στις ευεργετικές γι' αυτόν διατάξεις του νόμου, πρέπει από την πλευρά του να μειώσει στο ελάχιστο τις δαπάνες του μόνο στις απολύτως απαραίτητες.

Το μηνιαίο εισόδημα του αιτούντος ανέρχεται σήμερα όπως ήδη αναφέρθηκε στο ποσό των (996,88 + 141,65 + 400 =) 1.538,53 ευρώ. Πλην όμως από τα εκκαθαριστικά της εφορίας προκύπτει οικογενειακό εισόδημα περίπου 1.667,63 ευρώ (20.011,56/12). Περαιτέρω, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης (βλ. προσαγόμενη δανειακή σύμβαση), ο αιτών έλαβε από το καθ' ού Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ήδη αναιρεσείον) στεγαστικό δάνειο δυνάμει της από 30-12-2008 σύμβασης στεγαστικού δανείου, κεφαλαίου 199.676 ευρώ με ανεξόφλητο υπόλοιπο 170.425,75 + 21.624,05 = 192.049,80 ευρώ όπως προκύπτει από την από 3-2-2020 "κατάσταση οφειλών".

Κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης δεν υφίστατο ληξιπρόθεσμο χρέος. Ας σημειωθεί δε, ότι ποσό 20.729,87 ευρώ πιστώθηκε στον λογαριασμό του δανείου από το εφάπαξ βοήθημα που έλαβε ο δανειολήπτης λόγω της συνταξιοδότησής του και εξόφλησε ληξιπρόθεσμο χρέος 8.052,43 ευρώ και απέμεινε οφειλόμενο ποσό το ποσό των 21.624,05 ευρώ.

Περαιτέρω, από τον Οκτώβριο του έτους 2016 δυνάμει προσωρινής διαταγής του Δικαστηρίου ο αιτών καταβάλει το ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως (βλ. σχετικές αποδείξεις καταβολής της μηνιαίας δόσης) και η συνολική απαίτηση που έχει το ταμείο παρακαταθηκών και δανείων σε βάρος του ανέρχεται σε 192.049,80 ευρώ (170.425,75 + 21.624,05) όπως προκύπτει από την από 3-2-2020 "κατάσταση οφειλών".

Από 1-7-2012 η δόση του δανείου κατόπιν επιμήκυνσης του χρόνου αποπληρωμής από 53 σε 73 περιόδους ανέρχεται σε 901,99 ευρώ (από 1040,2 που ήταν αρχικά). Τέλος, κατά την συνομολόγηση του δανείου ο δανειολήπτης εκχώρησε σύμφωνα με το ν. 2214/1994 αρ. 62 ποσοστό από το μισθό του, το οποίο σήμερα έχει μειωθεί σε 3/10. Η εκχώρηση αυτή ....δεν εμποδίζει την ένταξη του δανειολήπτη στις διατάξεις του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος.

Για την εξασφάλιση του δανείου έχει εγγράφει υποθήκη για το ποσό των 199.676 ευρώ, στο ακίνητο του αιτούντα με κτηματολογικά στοιχεία Τόμος 86 ..., νομικής φύσεως μουλκ, καταχωρισθείσα δυνάμει της με αριθμό ... πράξεως του Διευθυντή του Κτηματολογίου Ρόδου. Περαιτέρω, από την επισκόπηση των εκκαθαριστικών σημειωμάτων που προσκομίζει ο αιτών (από τον χρόνο ανάληψης της δανειακής ....

υποχρέωσης μέχρι και το χρόνο κατάθεσης και συζήτησης της κρινόμενης αίτησης) προκύπτει ότι συνολικά εισοδήματα αυτού κατά το έτος 2006 ανερχόταν στο ποσό των 24.339,78 ευρώ, κατά το έτος 2007 στο ποσό των 24.892,14 ευρώ, κατά το έτος 2008 στο ποσό των 28.852,18 ευρώ, κατά το έτος 2009 στο ποσό των 27.940,88 ευρώ, το έτος 2010 στο ποσό των 27.645,50 ευρώ, το έτος 2011 στο ποσό των 25.798,04 ευρώ, το έτος 2012 στο ποσό των 23.214,27 ευρώ, το έτος 2013 στο ποσό των 23.096,08 ευρώ κατά το έτος 2014 στο ποσό των 21.347,36 ευρώ, το έτος 2015 ανέρχονταν στο ποσό των 16.875,32 ευρώ, κατά το έτος 2016 ανέρχονταν στο ποσό των 19.947,98 ευρώ και το έτος 2017 ανερχόταν στο ποσό των 20.011,56 ευρώ, ομοίως και το έτος 2018.

Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών υπέστη μείωση στα εισοδήματά του ιδίως λόγω της συνταξιοδότησής του το έτος 2014, τα οποία όμως από τα έτη 2016, 2017 και έκτοτε σταθεροποιήθηκαν στο ποσό των 20.000 ευρώ περίπου, πλην όμως εμφανίζουν μείωση συγκριτικά με τον χρόνο ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων.

Συγκεκριμένα κατά τον χρόνο ανάληψης του στεγαστικού δανείου (το έτος 2008) ο αιτών και η σύζυγός του είχαν οικογενειακό εισόδημα βάσει της φορολογικής τους δήλωσης 28.852,18 ευρώ ενώ το έτος 2015 που κατατέθηκε η αίτηση 16.875,32 ευρώ λόγω της συνταξιοδότησής του και επειδή ακόμη δεν είχε λάβει και τα .... επικουρικά ταμεία, ενώ πλέον κατά το έτος 2017 και έως σήμερα έχουν οικογενειακό εισόδημα περίπου 20.000 ευρώ, ενώ έχουν εισπράξει και το εφάπαξ βοήθημα, όπως ήδη αναφέρθηκε, το οποίο καταβλήθηκε στο καθ' ου Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για την εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Έτσι το οικογενειακό του εισόδημα έχει μειωθεί κατά το ποσό των 9.000 ευρώ περίπου ετησίως, ποσό το οποίο δεν είναι αμελητέο και έχει επηρεάσει δραστικά την δυνατότητά του να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις (δηλαδή το ποσό αυτό κατά το οποίο μειώθηκαν τα εισοδήματά του, 9.000 ετησίως /12 μήνες = 750 ευρώ/μηνιαίως μείωση, αποτελεί και το μεγαλύτερο μέρος της δόσης του δανείου που είναι 900 ευρώ περίπου, που σημαίνει ότι αν τα εισοδήματά του δεν είχαν μειωθεί σ' αυτόν τον βαθμό, θα μπορούσε να ανταποκριθεί με συνέπεια στις δανειακές του υποχρεώσεις, ενώ την μείωση αυτήν δεν μπορούσε να την προβλέψει καθώς η μείωση που υπέστησαν οι συντάξεις μετά το 2011 ήταν απρόβλεπτη και μη αναμενόμενη, ιδίως από τους συνταξιούχους οι οποίοι ήταν επί χρόνια συνεπείς στην καταβολή των ασφαλιστικών τους εισφορών και ανέμεναν μετά βεβαιότητας συγκεκριμένο ποσό σύνταξης).

Συγκεκριμένα, με τους ν. 4024/2011 και ν. 4093/2012 οι συντάξεις υπέστησαν αισθητές μειώσεις ενώ τούτο ήταν αδύνατο να προβλεφθεί από τον αιτούντα κατά το χρόνο που ανέλαβε τις δανειακές του υποχρεώσεις. Μάλιστα, παρά τη μείωση του οικογενειακού εισοδήματος του, δεν έχει μειωθεί το μηνιαίο κόστος διαβίωσής τους, το οποίο συνεχώς αυξάνεται, με βάση την παρούσα οικονομική συγκυρία και τα διδάγματα κοινής πείρας (έκτακτη φορολογία, αύξηση τιμών ειδών πρώτης ανάγκης, επιβολή ΕΝ.Φ.Ι.Α.

κ.λπ.). Έτσι, ο αιτών οδηγήθηκε σε αδυναμία να πληρώνει τα ληξιπρόθεσμα χρέη του η οποία αδυναμία προκύπτει από την αρνητική σχέση μεταξύ του οικογενειακού του εισοδήματος όπως διαμορφώθηκε μετά από αλλεπάλληλες μειώσεις ένεκα της συνταξιοδοτήσεώς τους αλλά και λόγω των απρόβλεπτών και μεγάλων μειώσεων που υπέστησαν οι συντάξεις στην Ελλάδα τα τελευταία έτη και ήταν αδύνατο να προβλεφθούν και των δανειακών του υποχρεώσεων οι οποίες δεν μπορούν να καλυφθούν ως έχουν, αν δεν διακινδυνεύσει το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσής του, όπως εκτέθηκε παραπάνω (1.667 ευρώ ( = 20.000/12, όπως προκύπτει από το εκκαθαριστικό της εφορίας) - 1.000 ευρώ οι ελάχιστες μηνιαίες ανάγκες διαβίωσης για το ζευγάρι = απομένουν 667 ευρώ, τα οποία δεν επαρκούν για την κάλυψη της δόσης του δανείου η οποία ανέρχεται σε 901,99 ευρώ).

Η παραπάνω αδυναμία πληρωμής του αιτούντος κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αιτήσεώς του ήταν μόνιμη και διαρκής και διατηρείται μέχρι το χρόνο συζήτησης αυτής, αφού δεν έχει τη δυνατότητα να ικανοποιήσει πλήρως τις απαιτήσεις του μοναδικού πιστωτή του, χωρίς να διαφαίνεται βάσιμα ότι θα αναστραφεί αυτή η κατάσταση.

Τέλος, όπως προκύπτει από την από 3-2-2020 κατάσταση οφειλών εκ μέρους του ταμείου παρακαταθηκών και δανείων φαίνεται ως προτεινόμενη δόση νέας ρύθμισης το ποσό των 534,96 ευρώ, πλην όμως δεν προκύπτει ότι κατατέθηκε αίτηση από τον δανειολήπτη, ενώ δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ακόμη κι αν κατατεθεί τέτοια αίτηση, αυτή θα γίνει εν τέλει αποδεκτή από το ταμείο παρακαταθηκών και δανείων.

Είναι χαρακτηριστικό, ότι σε πρώτη αίτηση του δανειολήπτη για επιμήκυνση του δανείου και μείωση της δόσης αυτή μειώθηκε κατά το ποσό των 100 ευρώ περίπου, συνεπώς δεν είναι πιθανή μια μείωση στη δόση του δανείου, της τάξης του 40% περίπου. Επομένως, δεν δύναται να δεσμεύσει το Δικαστήριο μια υποθετική δυνατότητα συμφωνίας του πιστωτή με τον δανειολήπτη, η οποία μπορεί και να μην επιτευχθεί ποτέ.

Η αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας του αιτούντος και των οφειλών του κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί. Επομένως, ο αιτών λόγω των παραπάνω, έχει περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμών.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά και απέρριψε την αίτηση του δανειολήπτη, μη δεχόμενο ότι αυτός βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών έσφαλε καθώς δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις. Κατά συνέπεια πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος εφέσεως του εκκαλούντος να εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση και να δικαστεί περαιτέρω η αίτηση στην ουσία της. Όπως αποδείχθηκε περαιτέρω ο αιτών οδηγήθηκε στην ανωτέρω κατάσταση ελλείψει δόλου, γιατί δεν γνώριζε κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, καθώς το οικογενειακό εισόδημα ήταν υψηλό κατά το χρόνο εκείνο, μάλιστα όταν έλαβε το στεγαστικά δάνειο το έτος 2008 το οικογενειακό του εισόδημα ξεπερνούσε τις 28.000 ευρώ. Θεωρούσε δε ότι μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτές του τις υποχρεώσεις, με βάση τα υψηλότερα κατά την ανάληψη των χρεών εισοδήματά του, ενώ δεν ήταν σε θέση να προβλέψει τη μείωση των εισοδημάτων του, καθώς ακόμη κι αν μπορούσε να προβλέψει ότι θα συνταξιοδοτείτο δεν μπορούσε να προβλέψει την δραστική μείωση των συντάξεων η οποία επήλθε με τους παραπάνω αναφερόμενους νόμους (Μνημόνια), σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση, η οποία μάστιζε τη χώρα τα τελευταία χρόνια, και είχε πλήξει κάθε τομέα της ελληνικής αγοράς, γεγονότα τα οποία τον οδήγησαν σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του.

Συνεπώς, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι δεν ευθύνεται για την υπερχρέωσή του. Ενισχύεται εξάλλου η ανωτέρω κρίση και από το γεγονός ότι τα χρέη του κινούνται σε φυσιολογικά και συνήθη για την ελληνική πραγματικότητα ποσά κατά το χρόνο ανάληψής τους, που εύλογα θεωρούσε ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα μπορούσε να αποπληρώσει (όπως ήδη αναφέρθηκε η μείωση που υπέστησαν τα εισοδήματά του της τάξης των 700 ευρώ μηνιαίως, αντιστοιχούν στο μεγαλύτερο μέρος της δόσης του δανείου που ανέλαβε).

Με βάση τα ανωτέρω, ο ισχυρισμός .... περί δολιότητας του αιτούντος κρίνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Τέλος, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι ο αιτών διαθέτει εισοδήματα τα οποία αποκρύπτει και, συνεπώς και ο σχετικός ισχυρισμός ..... κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την από 26-6-2019 έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης, υπ' αριθμ. 89/2019, αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ρόδου, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη η ένδικη, από 29-9-2015, αίτησή του και μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, την διακράτηση της υποθέσεως και την εκδίκαση αυτής κατ' ουσίαν, δέχθηκε την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ρύθμισε το χρέος του αναιρεσιβλήτου και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του.

Κρίνοντας, έτσι, το παραπάνω Δικαστήριο δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010, που παρατέθηκαν στη μείζονα σκέψη. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι ο αιτών, μετά την απρόβλεπτη μείωση των μηνιαίων εισοδημάτων του, δεν μπορεί να εξυπηρετήσει το αναληφθέν χρέος του προς το αναιρεσείον, ενώ ούτε από τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010, που προβλέπει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ.

του Τ.Π.Δ. και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του, δεν μπορούν να προκύψουν ευνοϊκές συνθήκες ρυθμίσεως του χρέους του προς το αναιρεσείον, αφού και κατά το παρελθόν είχε μειωθεί το ποσό της μηνιαίας δόσεως του δανείου από 1.040 ευρώ σε 901,99 ευρώ, ήτοι μείωση κατά 100 ευρώ, με αντίστοιχη επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του, ενώ εκτιμάται ότι, ακόμη και αν κατατεθεί νέα αίτηση του δανειολήπτη αναιρεσιβλήτου, δεν είναι βέβαιο ότι θα τελεσφορήσει μία συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, με καθορισμό της μηνιαίας δόσεως για την αποπληρωμή του δανείου στο ποσό των 534,96 ευρώ.

Δεν ήταν αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως το άνω Δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει και να αναφέρει ενδεχόμενες προτάσεις του μοναδικού πιστωτή - αναιρεσείοντος προς τον σκοπό οικονομικής ανασυγκροτήσεως του χρέους του αναιρεσιβλήτου (όπως χρονική επιμήκυνση, μικρότερες δόσεις, χαμηλότερο επιτόκιο κ.λπ.), με βάση τις σχετικές νομικές διατάξεις τις οποίες το αναιρεσείον έχει θεσπίσει, ώστε, συνδυάζοντας αυτές με το εισόδημα του αναιρεσιβλήτου, να αποφανθεί για την περιέλευση του τελευταίου σε αδυναμία πληρωμών, όπως διατείνεται το αναιρεσείον, καθόσον ουδόλως προβλέπονται από το Ν. 3869/2010 τέτοιες προϋποθέσεις, προκειμένου να αποφανθεί το Δικαστήριο για την περιέλευση του δανειολήπτη σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, ούτε εξάλλου η διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010, που προβλέπει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ.

του ΤΠΔ και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του, αναιρεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία δικαστική, όπως η προκείμενη του Ν. 3869/2010, καθώς με τις διατάξεις του τελευταίου αυτού νόμου προβλέπονται ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες από εκείνες του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010 και, επομένως, ο δανειολήπτης δεν μπορεί να στερηθεί τις ευνοϊκές αυτές ρυθμίσεις, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ούτε, άλλωστε, ο Ν. 3869/2010 απαιτεί για την υπαγωγή του δανειολήπτη στις ρυθμιστικές του διατάξεις να ερευνηθούν προηγουμένως ενδεχόμενες προτάσεις του Τ.Π.Δ., στα πλαίσια του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010, για την οικονομική ανασυγκρότηση του χρέους του.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον επικαλείται ευθεία παραβίαση από το Εφετείο του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και του άρθρου 25 παρ. 6 του Ν. 3867/2010.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρο 1, άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναιρέσεως "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών και: α) έστω και συνοπτικά (Ολ. Α.Π. Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για την θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του Δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια, επιπλέον, περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.

Α.Π. 20/2005). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για τον λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψη διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.

Α.Π. 9/2016, Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 606/203, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 1162/2022). Με το δεύτερο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπή, ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία ως προς ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος περιήλθε άνευ δόλου σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των χρηματικών οφειλών του, επειδή δεν αναφέρονται σ' αυτήν: 1) τα ατομικά καθαρά εισοδήματά του κατά το έτος συνομολογήσεως του επιδίκου στεγαστικού δανείου του, 2) το ύψος των εισοδημάτων του κατά το χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως, 3) η εξέλιξη των καθαρών ατομικών εισοδημάτων του από το χρόνο δανεισμού έως το χρόνο συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείου, 4) η συνεισφορά της συζύγου αυτού κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, 5) οι βιοτικές ανάγκες αυτού και των προστατευόμενων μελών του και 6) ποια είναι η προβλεπόμενη στο εγγύς μέλλον εξέλιξη της ρευστότητας του αναιρεσιβλήτου.

Το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, όσον αφορά την περιέλευση του αναιρεσιβλήτου σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας της άνω διατάξεως, που εφαρμόσθηκε και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία ότι συντρέχει η αναγκαία προϋπόθεση της περιελεύσεως του αναιρεσιβλήτου σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, για την υπαγωγή του στις προστατευτικές διατάξεις του ανωτέρω νόμου και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως.

Ειδικότερα, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται αναλυτικώς η οικογενειακή κατάσταση του αναιρεσιβλήτου, η πρώην επαγγελματική ιδιότητα αυτού, η προσωπική και οικονομική κατάσταση της συζύγου του, η χορήγηση στεγαστικού δανείου από το αναιρεσείον στον αναιρεσίβλητο, το ποσό αυτού, ο χρόνος λήψεώς του, το ύψος της μηνιαίας παρακρατήσεως από το μισθό του και, μετά, από τη σύνταξή του για την αποπληρωμή του, τα ετήσια και τα μηνιαία εισοδήματά του καθ' όλο το χρονικό διάστημα από το έτος 2006 έως και το έτος 2018, δηλαδή καθ' όλο το χρονικό διάστημα από το έτος λήψεως του δανείου έως και το έτος της συζητήσεως της κρινομένης αιτήσεώς του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τα ετήσια και τα μηνιαία εισοδήματα της συζύγου του καθ' όλο το ίδιο ανωτέρω χρονικό διάστημα, η μη ύπαρξη άλλων εισοδημάτων, πλην αυτών από την εργασία του αναιρεσιβλήτου και της συζύγου του, οι αναγκαίες μηνιαίες δαπάνες αξιοπρεπούς διαβιώσεως του ιδίου και της οικογένειάς του, η αναλογία συμμετοχής του αναιρεσιβλήτου στις αναγκαίες αυτές οικογενειακές δαπάνες, το ύψος του χρέους αυτού προς το αναιρεσείον, η περιουσιακή κατάσταση του αναιρεσιβλήτου, η αρνητική σχέση ρευστότητας προς τα ληξιπρόθεσμα χρέη του και δη η ανεπάρκεια του μηνιαίου εισοδήματός του για την εξυπηρέτηση του δανείου και για την ταυτόχρονη κάλυψη των αναγκαίων δαπανών διαβιώσεως του ιδίου και της οικογένειάς του, με βάση το ποσό συνεισφοράς του στις οικογενειακές δαπάνες και ότι αυτή (αρνητική σχέση) δεν αναμένεται να βελτιωθεί και, με βάση όλα τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά περιστατικά, το άνω Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο αναιρεσίβλητος έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς το αναιρεσείον και ότι, συμπερασματικά, με βάση τα προεκτεθέντα, συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στην ρύθμιση του Ν. 3869/2010.

Τα περιστατικά αυτά, τα οποία, το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε και για να καταστεί εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, σχετικώς με την συνδρομή της προϋποθέσεως της περιελεύσεως του αναιρεσιβλήτου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών του και την, εντεύθεν, υπαγωγή του στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας και, συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον, κρίνονται αβάσιμα.

Περαιτέρω, αιτιολογείται με επάρκεια, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις η περιέλευση του αναιρεσιβλήτου σε αδυναμία πληρωμών και η μονιμότητα αυτής, οι οποίες ανάγονται, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η μεν πρώτη (αδυναμία πληρωμών) στη μείωση των αποδοχών του κατά το χρόνο καταθέσεως της ενδίκου αιτήσεώς του και χωρίς να μειωθεί το μηνιαίο κόστος διαβιώσεώς του, αλλά, αντιθέτως, αυτό αυξάνεται, η δε δεύτερη (μονιμότητα) στο γεγονός ότι η αρνητική σχέση μεταξύ της ρευστότητας του αναιρεσιβλήτου και των οφειλών του, δεν αναμένεται, σε συνδυασμό με τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες στη Χώρα, να βελτιωθεί.

Επομένως, όλες οι ανωτέρω αιτιάσεις, με τις οποίες το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Περαιτέρω, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο του αναιρετηρίου είναι απαράδεκτες, καθόσον με αυτές και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές, πλήρες και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα περί περιελεύσεως του αναιρεσιβλήτου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς το αναιρεσείον και περί συνδρομής στο πρόσωπό του των προϋποθέσεων υπαγωγής του στο ρυθμιστικό πεδίο του Ν. 3869/2010.

Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και, σε κάθε περίπτωση, ως ουσιαστικά αβάσιμος. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ' άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 1047/2021, Α.Π. 930/2021, Α.Π. 1150/2019). Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ.

β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 606/2023).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-3-2023 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 256/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ