Supreme Court allows appeal against default judgment for overdraft, finding insufficient liquidity analysis and fraud allegations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal filed by the Deposit and Loan Fund against a final first-instance judgment. The court found the lower court failed to adequately analyze the applicant's liquidity regarding other debts and accepted the fund's fraud allegation. Consequently, the judgment was annulled and the case remitted for retrial by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court annuls a first-instance judgment where the court failed to examine the applicant's overall liquidity and accepted fraud allegations without sufficient evidence, remanding the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1228 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1228/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Π. του Θ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2012 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2469/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 14068/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-2-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 6-2-2023 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2897/256/7-2-2023), αίτηση αναιρέσεως του ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" στρέφεται κατά του 1ου αναιρεσίβλητου, αιτούντος την υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 και κατά της 2ης αναιρεσιβλήτου τραπεζικής εταιρείας, παραδεκτά, ως αναγκαίας ομοδίκου του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, λόγω της φύσης της υπόθεσης, που μπορεί να δημιουργήσει αντιδικία μεταξύ των αναγκαίων ομοδίκων (Ολ.ΑΠ 15/1996) και προσβάλλει την υπ' αριθμ. 14068/2022 τελεσίδικη απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 του Ν. 3869/2010 σε συνδ. 739 επ. Κ.Πολ.Δ.), ερήμην της τότε 1ης εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" και ήδη 2ης αναιρεσίβλητης.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως , ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ. με άρθρο 553 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην της τότε 2ης εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" και ήδη 2ης αναιρεσίβλητης, η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ.
σελ. 3 αυτής) είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθεί στη δικάσιμο της 1-3-2022 ενώπιον του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και ότι η συζήτηση της υποθέσεως (στην ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 764 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με τον Ν. 4335/2015,που ισχύει από 1-1-2016).
Πλην, όμως, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, συνακόλουθα, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, κατά τελεσίδικης απόφασης (κατ' άρθρο 553 παρ.1, σε συνδ. με άρθρα 741 και 769 Κ.Πολ.Δ.) και ως προς την ανωτέρω 2η αναιρεσίβλητη και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς αυτήν.
Περαιτέρω, η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως, με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη Γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και 14 του Ν. 3.869/2010) και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ή, αν εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον, που επισπεύδει την συζήτηση. Στην περίπτωση, κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1683/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη σημερινή δικάσιμο, ημέρα Παρασκευή και ώρα 09:30 με αριθμό πινακίου 46, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρο 568 παρ.2-4 Κ.Πολ.Δ.) και ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησης αυτής προ εξήντα (60) ημερών.
Από τις υπ' αριθμ. 6.963/23-8-2023 και 10.678Β/18-8-2023 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών, του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Γ. Β. και του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ. Π., αντιστοίχως, τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νομίμως το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της Μαρίας Γεωργιάδη, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ως πληρεξουσίας του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, κατ' άρθρα 126 παρ.1 και 129 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., αντιστοίχως, στον 1ο αναιρεσίβλητο - αιτούντα την υπαγωγή του στο Ν. 3869/2010 και στη 2η αναιρεσίβλητη - τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ".
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι ως άνω αναιρεσίβλητοι, ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παραστάσεως, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., αλλά παραστάθηκε νομίμως και προσηκόντως μόνον το επισπεύδον τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναιρεσείον ΤΠΔ.
Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2, περ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με τη διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι ο ήδη 1ος αναιρεσίβλητος άσκησε, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 19-12-2012 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 19993/20-12-2012) αίτησή του, με την οποία, επικαλούμενος ότι είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους καθών η αίτησή του, ζήτησε τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών του προς τους πιστωτές του, κατά το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, κατά το άρθρο 9 του ιδίου νόμου.
Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2469/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την αίτηση, δεχόμενη ενδεχόμενο δόλο του αιτούντος στην περιέλευσή του σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των χρηματικών χρεών του. Κατά της αποφάσεως αυτής του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ο αιτών άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 22-10-2018 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 36738/1218/22-10-2018) έφεσή του.
Με την προσβαλλομένη απόφασή του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε αυτήν τυπικώς και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε αυτήν κατ' ουσίαν, δέχθηκε την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος, με μηνιαίες καταβολές ποσού 200 ευρώ επί τριετία, συμμέτρως κατανεμόμενο μεταξύ των πιστωτών, κατά τα εκτιθέμενα στο διατακτικό της απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου.
Επίσης, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του αιτούντος υποχρεώνοντας συγχρόνως αυτόν, για τη διάσωσή της, να καταβάλει ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας αυτής και ειδικότερα το ποσό των 61.310, 40 ευρώ, με μηνιαίες δόσεις 255,46 ευρώ επί 240 μήνες συμμέτρως κατανεμόμενο μεταξύ των πιστωτών, ήτοι ποσό 96,74 ευρώ στη 2η αναιρεσίβλητη και ποσό 158,72 ευρώ στο αναιρεσείον.
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 19-12-2012 αίτηση του πρώτου αναιρεσίβλητου, περί υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης στις 20-12-2012, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου, το οποίο δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και την στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, για την ρύθμιση των οφειλών του, είναι ότι πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, την οποία πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται, για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του, κρίνεται συνολικώς με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (Α.Π. 606/2023, Α.Π. 540/2022, Α.Π. 883/2020, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018).
Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακολούθως, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (Α.Π. 606/2023, Α.Π. 540/2022, Α.Π. 883/2020, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π. 1208/2017).
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από την συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από την συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (Α.Π. 606/2023, Α.Π. 540/2022, Α.Π. 883/2020, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 551/2018). Εξάλλου, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του.
Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ. με την οποία ορίζεται ότι "Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, τον δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., η οποία ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης· επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει, όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντιθέτως, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ. Α.Π. 4/2010, Ολ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 297/2007). Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν απαιτείται, αφού, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (Α.Π. 606/2023, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 1174/2019, Α.Π. 515/2018, Α.Π. 65/2017, Α.Π. 951/2015, Α.Π. 1226/2014).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.
άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 606/2023, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1400/2019, Α.Π. 734/2019, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικώς η απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (Α.Π. 606/2023, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 335/2020, Α.Π. 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (Α.Π. 606/2023, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1174/2019, Α.Π. 632/2019, Α.Π. 515/2018).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως (7-2-2023), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων, στο πιο πάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015, η οποία (έννοια) είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.
ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 606/2023, Α.Π. 449/2022, Α.Π. 1351/2021, Α.Π. 805/2021, Α.Π. 508/2020, Α.Π. 151/2014, Α.Π. 1942/2013, Α.Π. 2075/2007).
Η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για τον λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Συνακολούθως, δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν το Δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 606/2023, Α.Π. 681/2020, Α.Π. 508/2020, Α.Π. 632/2019, Α.Π. 174/2015, Α.Π. 198/2015). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι για την ίδρυση του παρόντος αναιρετικού λόγου πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτιμήσεως αποδείξεων, δηλαδή το Δικαστήριο να ερεύνησε στην ουσία της την υπόθεση και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη ή μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο, αφού στις περιπτώσεις αυτές το Δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά και δεν διατυπώνει αποδεικτικό πόρισμα, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις, ανεπάρκειες ή αντιφάσεις στην περιγραφή του (Ολ.
Α.Π. 3/1997, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 31/2020, Α.Π. 99/2020, Α.Π. 438/2019). Με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 606/2023, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 834/2021, Α.Π. 805/2019, Α.Π. 1384/2018, Α.Π. 198/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 14068/2022 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον, την παρούσα αναιρετική, δίκη μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αιτών και ήδη εκκαλών (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), γεννηθείς το έτος 1967, είναι σε διάσταση με τη σύζυγό του από το έτος 2013, ενώ από τον γάμο αυτό έχει αποκτήσει ένα τέκνο, που γεννήθηκε το έτος 2010.
Ο αιτών - εκκαλών είναι δημόσιος υπάλληλος, εργαζόμενος στον Δήμο Θέρμης (Διευθυντής της Οικονομικής Υπηρεσίας), με μηνιαίες αποδοχές 1.371,10 ευρώ (βλ. βεβαίωση αποδοχών Ιουνίου 2017). Έχει στην κυριότητά του μία κατοικία στη Ν. Ραιδεστό Θέρμης Θεσσαλονίκης, εμβαδού 101,40 τ.μ. των κύριων χώρων και εμβαδού 106,30 τ.μ., των βοηθητικών χώρων, αντικειμενικής αξίας 76.638 ευρώ (βλ.
ΕΝΦΙΑ 2016), την οποία έχει παραχωρήσει κατά χρήση στη εν διαστάσει σύζυγό του και στην κόρη τους. Ο ίδιος φιλοξενείται στο σπίτι της μητέρας του στην Κ. Τούμπα Θεσσαλονίκης. Επίσης, διαθέτει ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, με αριθμό κυκλοφορίας ..., 1587 κ.εκ., έτους πρώτης κυκλοφορίας το έτος 1998. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αιτήσεως , ο αιτών - εκκαλών ανέλαβε τα παρακάτω δάνεια: 1.
Από την Αγροτική Τράπεζα (σ.σ. ειδική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ"), α) την υπ' αριθμ. ... σύμβαση δανείου, από την οποία οφείλει το ποσό των 68.786,10 ευρώ, β) την υπ' αριθμ. ... σύμβαση δανείου, από την οποία οφείλει το ποσό των 571,54 ευρώ, γ) την υπ' αριθμ. ...
σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας, από την οποία οφείλει το ποσό των 4.675,68 ευρώ, δ) την υπ' αριθμ. ... σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας, από την οποία οφείλει το ποσό των 4.861,96 ευρώ, από την Τράπεζα Πειραιώς την υπ' αριθμ. 4908450084521006 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας, από την οποία οφείλει το ποσό των 3.598,52 ευρώ, από την Τράπεζα ... (σ.σ.
καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ") την υπ' αριθμ. ... σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας, από την οποία οφείλει το ποσό των 3.617,55 ευρώ και συνολικά, για τις ανωτέρω αιτίες, οφείλει το ποσό των 86.111,35 ευρώ στην πρώτη εφεσίβλητη που διαδέχτηκε τα άλλα δύο πιστωτικά ιδρύματα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και τέλος, από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ήδη αναιρεσείον) την υπ' αριθμ...
σύμβαση στεγαστικού δανείου, εμπραγμάτως εξασφαλισμένη, από την οποία οφείλει το ποσό των 141.275,40 ευρώ. Σημειώνεται ότι τα ανωτέρω δάνεια που κατά πλάσμα δικαίου θεωρούνται με την κοινοποίηση της αιτήσεως ληξιπρόθεσμα, υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά τον χρόνο κοινοποίησης της αιτήσεως , ενώ τα εμπραγμάτως εξασφαλισμένα, όπως αυτό του δεύτερου εφεσίβλητου ΝΠΔΔ, εκτοκίζονται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι τον χρόνο έκδοσης της οριστικής απόφασης (κατ' άρθρο 6 παρ. 3 ν. 3869/2010).
Κατά την ανάληψη του στεγαστικού δανείου το έτος 2007 από το ΤΠΔ, που αποτελεί και τον κύριο όγκο των δανειακών του υποχρεώσεων, ο απών - εκκαλών είχε μηνιαίες αποδοχές ύψους 1.700 ευρώ, με τις οποίες μπορούσε να εξυπηρετεί τη μηνιαία δανειακή δόση των 742,01 ευρώ. Λόγω όμως της οικονομικής κρίσης στη χώρα και της μείωσης των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων από το έτος 2012 και μετά (βλ.
ενδ. τη βεβαίωση αποδοχών του Απριλίου 2012, κατά την οποία μετά και την παρακράτηση από το ΤΠΔ 742,01 ευρώ, καθαρό πληρωτέο ποσό απομένει αυτό των 313,54 ευρώ), ο αιτών - εκκαλών περιήλθε σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του. Έκτοτε, δεν διαφαίνεται βελτίωση της οικονομικής του κατάστασης, σε συνδυασμό με την περαιτέρω αύξηση του κόστους ζωής και τις οικονομικές εν γένει συνθήκες που επικρατούν.
Σε κάθε περίπτωση, δεν ευθύνεται για την υπερχρέωσή του, αφού οδηγήθηκε στην κατάσταση αυτή ελλείψει αρχικού ή μεταγενέστερου δόλου, καθώς δεν ενήργησε ούτε εκ των προτέρων ούτε εκ των υστέρων στρατηγικά, για να εκμεταλλευθεί την υπερχρέωσή του και δεν επιδίωξε ούτε προέβλεψε ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών αποδεχόμενος το αποτέλεσμα των πράξεών του.
Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι οι δανειακές του υποχρεώσεις δημιουργήθηκαν, κατά κύριο λόγο, προκειμένου να καλυφθούν οι στεγαστικές ανάγκες της οικογένειάς του και όχι για να απολαύσει επίπεδο διαβίωσης ανώτερο των οικονομικών του δυνατοτήτων.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχτηκε τη δόλια περιέλευση του αιτούντος, έσφαλε και πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος έφεσης του αιτούντος και ήδη εκκαλούντος. Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η υπό κρίση έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να κρατηθεί η υπόθεση, ώστε να εξεταστεί στην ουσία της από το παρόν Δικαστήριο (κατ' άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 741 του ίδιου Κώδικα).
Σχετικά με τις μηνιαίες οικογενειακές δαπάνες διαβίωσης του αιτούντος - εκκαλούντος, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες για τροφή, ένδυση, θέρμανση κατά τους χειμερινούς μήνες, υδροδότηση, ηλεκτροδότηση, τηλεφωνική σύνδεση και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, συνεκτιμώντας το ότι ο αιτών οφείλει να μειώσει στο ελάχιστο τις δαπάνες του και δη μόνο στις απολύτως απαραίτητες ..., αυτές προσδιορίζονται στο ποσό των 800 ευρώ περίπου, ενόψει και της περαιτέρω αύξησης του κόστους διαβίωσης.
Ως εκ τούτου, μετά και την αφαίρεση του ποσού των 350 - 400 ευρώ, με το οποίο ο αιτών - εκκαλών συμμετέχει στη διατροφή της κόρης του, απομένει ποσό 200 ευρώ για την πληρωμή των ως άνω δανειακών του υποχρεώσεων...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 14068/2022 τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του αιτούντος-εκκαλούντος και ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 2469/2018 εκκαλουμένης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης (με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ένδικη με αριθμ. 19993/20-12-2012) αίτηση του 1ου αναιρεσιβλήτου για την υπαγωγή του στις διατάξεις του Ν.3869/2010, κατά παραδοχή της ενστάσεως περί ενδεχόμενου δόλου του αιτούντος-1ου αναιρεσιβλήτου ως προς την περιέλευσή του σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των χρηματικών του υποχρεώσεων προς τους πιστωτές του], και αφού εξαφάνισε την ανωτέρω εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και δίκασε την ένδικη με αριθμ. 19993/20-12-2012 αίτηση του 1ου αναιρεσιβλήτου και αφού έκρινε ότι αυτός περιήλθε χωρίς δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών προς τους πιστωτές του δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αίτηση για την υπαγωγή του αιτούντος στις διατάξεις του Ν. 3869/2010.
Ειδικότερα: 1)καθόρισε την επί τριετία μηνιαία καταβολή του αιτούντος προς τους καθ'ων πιστωτές του στο ποσό των 200 ευρώ, συμμέτρως καταβλητέο μεταξύ τους, εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μήνα, αρχής γενομένης από τον επόμενο μετά τη δημοσίευση της εκκαλουμένης μήνα και 2) εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του αιτούντος, που βρίσκεται στη Ν.
Ραιδεστό Θέρμης Θεσσαλονίκης, εμβαδού 101,40 τ.μ. των κύριων χώρων και εμβαδού 106,30 τ.μ., των βοηθητικών χώρων, επιβάλλοντας στον αιτούντα την υποχρέωση να καταβάλει στους καθ'ων πιστωτές του για τη διάσωση αυτής το ποσό των 61.310,40 ευρώ, σε 240 μηνιαίες δόσεις, ποσού 255,46 ευρώ εκάστη, συμμέτρως καταβλητέο μεταξύ τους, ήτοι ποσό 96,74 ευρώ στη δεύτερη αναιρεσίβλητη και ποσό 158,72 ευρώ στο αναιρεσείον, με έναρξη της καταβολής των μηνιαίων δόσεων εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός, από τον επόμενο από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης μήνα, εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., λόγω ελλιπούς αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της προβληθείσας από αυτό ενστάσεως του δόλου του αιτούντος, καθόσον δεν εκτίθεται η γενική συμπεριφορά του αιτούντος ως προς την συνολική ανάληψη των οικονομικών του υποχρεώσεων προς όλους τους πιστωτές του, εν σχέσει με τις αποδοχές του.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της χωρίς δόλο περιελεύσεως του πρώτου αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων. Ειδικότερα, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως για την σύναψη από τον αναιρεσίβλητο επτά (7) συμβάσεων δανείων και πιστωτικών καρτών, συνολικού ύψους 227.386,75 ευρώ, από τέσσερα (4) διαφορετικά πιστωτικά ιδρύματα και τις μηνιαίες καθαρές αποδοχές από την εργασία του, ποσού 1.371,10 ευρώ, τις οικογενειακές υποχρεώσεις του, έγγαμου και ήδη σε διάσταση, με ένα ανήλικο τέκνο και χωρίς να αναφέρονται τυχόν άλλα εισοδήματα είτε του ίδιου είτε της συζύγου του, πριν από τη διάσπαση της εγγάμου συμβιώσεώς τους, δεν εκτίθεται στην προσβαλλόμενη, αν αυτός, κατά τη λήψη των δανείων, πίστευε και με βάση ποια στοιχεία, ενόψει των προεκτεθέντων περιορισμένων εισοδημάτων του ως δημοσίου υπαλλήλου και της πρόδηλης αναντιστοιχίας αυτών με τις αναληφθείσες δανειακές του υποχρεώσεις, ότι είχε την οικονομική δυνατότητα να τα αποπληρώσει και ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση υπερδανεισμού του.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ελλιπώς αναφέρει και πραγματεύεται την έλλειψη ρευστότητας του αιτούντος μόνο σε σχέση με την οφειλή του προς το αναιρεσείον Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, χωρίς να αντιμετωπίζει την έλλειψη ρευστότητας αυτή σε σχέση και με τις λοιπές σοβαρές χρηματικές οφειλές του προς τη 2η αναιρεσίβλητη.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το προεκτεθέν μέρος του, που αφορά την ένσταση δόλου, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του προαναφερομένου λόγου της, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου και τρίτου αναιρετικών λόγων, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του λόγου που έγινε δεκτός, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους και πρέπει να αναιρεθεί, στο σύνολό της η απόφαση αυτή.
Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου ο οποίος εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 αριθμ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ' άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 (Α.Π. 1784/2023, Α.Π. 606/2023, Α.Π. 1047/2021, Α.Π. 930/2021, Α.Π. 1150/2019).
Επίσης, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ.
β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ.Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1784/2023,Α.Π. 1674/2023, Α.Π. 420/2023).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 6-2-2023 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 14068/2022 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 14068/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτής που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2024.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία, καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου, ο β' αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ