Legislator Case Law & Legislation
1228/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment for lack of legal basis and insufficient reasoning.

Case Number 1228/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final judgment regarding the tax status of a property. The State argued the lower court lacked legal basis and reasoning for rejecting the property's forest character claim. The court found the lower court's decision was legally sound and sufficiently reasoned, rendering the appeal inadmissible and baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the challenged judgment contains sufficient reasoning to justify the decision, and baseless if the grounds for appeal do not establish a violation of substantive law or procedural rules.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure legal basis requirement sufficient reasoning forest character dispute tax status determination inadmissible appeal substantive law violation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 577 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 571 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1997

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1228 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1228/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 2α Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Μ. του Θ., κατοίκου ... 2) Χ. Μ. του Θ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σουβλή και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2010, 39/2011 μη οριστικές, 24/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 48/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-2-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 81/02/2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της αριθμ.48/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 571, 577 § 3 ΚΠολΔ).

Α. Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη την αγωγή.

Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για την θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 657/2020).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, για να είναι ορισμένη, πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων αναγκαίων στοιχείων, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και δεκτικού δικαστικής εκτιμήσεως και πρέπει, για το λόγο αυτό, όταν αφορά αντικείμενο, να προσδιορίζεται το αντικείμενο αυτό.

Διαφορετικά, το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη, σαφή και δεκτική εκτελέσεως, γι' αυτό η αγωγή, που δεν έχει τα παραπάνω στοιχεία, απορρίπτεται ως αόριστη (ΑΠ 384/2013). Προκειμένου για αγωγή αναγνωριστική ή διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου, απαιτείται, για να είναι ακριβής η περιγραφή του ακινήτου, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του, να προσδιορίζονται η θέση, τα όρια και ο προσανατολισμός των πλευρών του κατά τρόπον ώστε να μπορεί αυτό να εντοπίζεται επακριβώς και να διαχωρίζεται από τα γειτονικά εδάφη, έστω και αν η έκταση και τα όριά του δεν ανταποκρίνονται ακριβώς στην πραγματικότητα, αφού ο ακριβής προσδιορισμός τους εναπόκειται στο δικαστήριο της ουσίας που αποφαίνεται σχετικά, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 368/2020, ΑΠ 1052/2019), εάν δε το ακίνητο φέρεται ότι αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, θα πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς η θέση και τα όρια που το διαχωρίζουν από τη μεγαλύτερη έκταση, ώστε να προκύπτει ποιο συγκεκριμένο τμήμα της μεγαλύτερης έκτασης καταλαμβάνει το επίδικο τμήμα.

Δεν απαιτείται όμως να αναφέρονται στην αγωγή και, κατ' επέκταση στην απόφαση, οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου ούτε και να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο αυτό να εμφαίνεται (ΑΠ 812/2018, ΑΠ 142/2017, ΑΠ 619/2014, ΑΠ 1186/2014, ΑΠ 1182/2012). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία και με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άνω άρθρων 974, 1041 και 1045 ΑΚ προκύπτει, ότι επί αναγνωριστικής ή διεκδικητικής κυριότητας αγωγής που αφορά τμήμα μείζονος ενιαίας έκτασης και στηρίζεται σε χρησικτησία, για τη θεμελίωση της τελευταίας αρκεί η παράθεση και απόδειξη διακατοχικών πράξεων εκ μέρους του ενάγοντος και των τυχόν δικαιοπαρόχων του, επιδηλωτικών της νομής τους στην μείζονα έκταση για όσο χρόνο απαιτείται κατά περίπτωση από το νόμο (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία), χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση επί μέρους πράξεων νομής και στο επίδικο τμήμα, αφού πρόκειται για ενιαία έκταση, η δε φυσική εξουσία τους και το πνευματικό στοιχείο (διάνοια κυρίου) τούτων εκτείνεται σε ολόκληρο το μείζον ακίνητο, εντός του οποίου εμπίπτει και το επίδικο τμήμα (ΑΠ 1296/2020, ΑΠ 358/2016, ΑΠ 1420/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της ένδικης από 10/06/2008 αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων, το οποίο, ως διαδικαστικό έγγραφο, εκτιμάται κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, το επίδικο ακίνητο προσδιορίζεται πλήρως κατά θέση, πλευρικές διαστάσεις, εμβαδόν και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, και δεν στερήθηκε έτσι της δυνατότητας το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον να αντιτάξει άμυνα, ενώ περιγραφή του μείζονος ακινήτου, τμήμα του οποίου, κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, αποτελεί το επίδικο, δεν απαιτείτο, καθόσον οι αιτιάσεις αυτές στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Τούτο δε διότι το (επίδικο) φέρεται, κατά τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, ότι μεταβιβάζεται στους ενάγοντες, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα ως αυτοτελές - διακριτό ακίνητο (οικόπεδο) από τις άμεσες δικαιοπαρόχους τους, δυνάμει του νομίμως μεταγραφένος υπ' αριθμ. …. συμβολαίου του συμβολαιογράφου ….

Α. Σ., και ειδικότερα αιτία γονικής παροχής, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από τη μητέρα τους Δ. Μ. και αιτία δωρεάς, κατά τα υπόλοιπα 3/4 εξ αδιαιρέτου από την Π. Π., γιαγιά τους και τις Σ. Α. και Ν. Π., θείες τους και όχι ως τμήμα μείζονος ακινήτου, ώστε οι ενάγοντες να υποχρεούνται, για την πληρότητα της αγωγής τους, να προσδιορίσουν την ακριβή θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο.

Επισημαίνεται ακόμη ότι, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, μείζονα έκταση, τμήμα της οποίας αποτελεί το επίδικο, είχε περιέλθει όχι στους ενάγοντες, όπως προεκτέθηκε, αλλά στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων, παππού τους, Χ. Π., κατόπιν άτυπης, κατ' έτος 1922, διανομής της κληρονομιαίας περιουσίας, μεταξύ αυτού και των συγκληρονόμων αδελφών του, που περιήλθε σ' αυτούς από τον αποβιώσαντα το έτος 1919 πατέρα τους Ν.

Π. και την αποβιώσασα το έτος 1922 μητέρα τους Σ. Π. Εξάλλου, δεν καθίσταται αόριστη η αγωγή, επειδή οι εμφανείς διακατοχικές πράξεις νομής των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους (άμεσων, απώτερων και απώτατων), που αναφέρονται στην αγωγή και ανάγονται χρονικά στο έτος 1861, για να θεμελιώσουν την ερειδόμενη στον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας επικουρική βάση αυτής (αγωγής), δεν αφορούν αποκλειστικά στο επίδικο, αλλά, στην περιελθούσα, κατά τα ως άνω, στον απώτερο δικαιοπάροχο, παππού τους, Χ.

Π. μείζονα εδαφική έκταση, τμήμα της οποίας υπήρξε στο παρελθόν το επίδικο, καθόσον η φυσική εξουσία τους και το πνευματικό στοιχείο (διάνοια κυρίου) τούτων, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, εκτείνεται σε ολόκληρο το μείζον ακίνητο, εντός του οποίου, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, εμπίπτει και το επίδικο τμήμα.

Συνεπώς, το δικαστήριο της ουσίας (Εφετείο), που έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορισμένη την αγωγή των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων και απέρριψε τον ισχυρισμό - ένσταση του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί αοριστίας αυτής, την οποία είχε παραδεκτώς προβάλλει πρωτοδίκως, ως εναγομένο προς απόκρουση αυτής και επανέφερε στη δευτεροβάθμια δίκη, ως εκκαλούν με λόγο έφεσης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., επειδή δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή και οι, περί του αντιθέτου, διαλαμβανόμενες, στο πρώτο και δεύτερο, αντίστοιχα, σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου, αιτιάσεις είναι αβάσιμες και συνακόλουθα ο λόγος αυτός, με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, δηλαδή, της μη κηρύξεως, παρά το νόμο, απαραδέκτου, είναι, στο σύνολό του, απορριπτέος.

Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, πρέπει το αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να περιλαμβάνει τη συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 120/2017, 261/2016), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010, 651/2010) και τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, η δε αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1265/2017, 674/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά την κύρια αιτίαση, το αναιρεσείον αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς τον ισχυρισμό του για το δασικό χαρακτήρα του επιδίκου.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ως προς την αιτίαση αυτή, είναι αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή, κατ'άρθρο561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή έχει αιτιολογίες, υπό την προεκτεθείσα έννοια αυτών, αναφορικά με το ότι το επίδικο δεν έχει την ιδιότητα - χαρακτήρα του δάσους (ΑΠ 140/2006).

Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, ως προς την προβαλλόμενη, επικουρικά, αιτίαση, συνισταμένη στο ότι η αναιρεσιβαλλομένη διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες για τον ισχυρισμό του ως προς το δασικό χαρακτήρα του επιδίκου, είναι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, καθόσον, δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, καθόλου, οι παραδοχές της προσβαλλομένης.

Σε κάθε δε περίπτωση η αιτίαση αυτή είναι και αβάσιμη, καθόσον, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, διαλαμβάνει σαφείς, επαρκείς, χωρίς αντίφαση και δίχως ενδοιαστικές διατυπώσεις, αιτιολογίες, που δικαιολογούν την κατ' ουσίαν απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, για το δασικό χαρακτήρα του επιδίκου και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.

Με βάση αυτά η προσβαλλομένη δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ο δε αντίθετος δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, στο σύνολό του. Κατόπιν τούτου, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος που οι τελευταίος, υπέβαλαν με τις προτάσεις τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.) μειωμένα κατ' άρθρο 22 του ν. 3693/1997,κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-02-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της αριθμ. 48/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ