Legislator Case Law & Legislation
1226/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment in tenancy dispute regarding evidence evaluation.

Case Number 1226/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by tenants against the final judgment of the Single Court of Appeal in Piraeus regarding a tenancy dispute. The tenants argued that the appellate court failed to consider specific documents and reached a conclusion contrary to the evidence, but the court found no procedural error. The court ruled that the lower court was entitled to its own evaluation of evidence without being bound by the appellate court's findings, thus rejecting the appeal on substantive grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The appellate court is not bound by the factual findings of the first instance and may evaluate evidence independently, and an appeal challenging the assessment of evidence is inadmissible if it attacks the appellate court's own evaluation.

Keywords

AI generated
tenancy dispute appeal admissibility evidence evaluation appellate review procedural error Code of Civil Procedure fact-finding

Cited Legislation

AI generated
Article 614(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 143(1) of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564(1) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1)-(2) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 1(3) of Law 4335/2015
Article 1(9)(2) and (4) of Law 4335/2015

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1226 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1226/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., …..και 20) Π. Κ. του Σ., κατοίκων Μυτιλήνης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Π. Β. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "2η ΔΥΠΕ ΠΕΙΡΑΙΩΣ & ΑΙΓΑΙΟΥ" - Διοίκηση 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου-, που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ΙΚΑ και του ΕΟΠΥΥ, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Παρασκευή Γεωργίου και Βασίλειο Ριζάκο με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3574/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 573/2021 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-2-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 21-2-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 164/9/23-2-2022), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων της παρούσας δίκης, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (μισθωτικών) διαφορών (άρθρ. 614 αριθ. 1 του ΚΠολΔ), με αριθ. 573/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 143 παρ.1, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ), προ πάσης επιδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι στις 23-2-2022, με κατάθεση στη Γραμματεία του δευτεροβάθμικου δικαστηρίου, αφού, όπως εμφαίνεται από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς Δ.

Γ. επί της απόφασης, αυτή επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσίβλητου, στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσειόντων Π. Β., στις 24-2-2022, οπότε και άρχισε η τριακονθήμερη προθεσμία άσκησης της αναίρεσης. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την από 22-6-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 7093/3116/2018) αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, οι ενάγοντες και ήδη οι εξ αυτών είκοσι αναιρεσείοντες, ισχυριζόμενοι:

α) ότι είναι κύριοι (καθώς και συγκύριοι), των περιγραφόμενων είκοσι εννέα οριζόντιων ιδιοκτησιών, που βρίσκονται σε οικοδομή στον Πειραιά, ότι τις εν λόγω οριζόντιες ιδιοκτησίες τους, μαζί με άλλες δέκα οκτώ (οριζόντιες ιδιοκτησίες, οι ιδιοκτήτες των οποίων δεν άσκησαν αγωγή), εκμίσθωσαν αρχικά στο ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ)", στη θέση του οποίου υπεισήλθε, ως καθολικός διάδοχος, το εναγόμενο ΝΠΔΔ και ήδη αναιρεσίβλητο, β) ότι η μίσθωση ανανεώθηκε, χωριστά, πλέον, για κάθε αυτοτελή και ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία, με επιμέρους ιδιωτικά συμφωνητικά, που συνάφθηκαν με τον κάθε ενάγοντα το έτος 2004, γ) ότι, με την από 6-12-2017 καταγγελία το εναγόμενο κατήγγειλε τη μίσθωση και το Μάρτιο του έτους 2018 παρέδωσε το μίσθιο στους ενάγοντες, δ) ότι είχαν επέλθει ουσιώδεις φθορές και μεταβολές στα μίσθια, ώστε αν δεν γινόταν οι αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή εργασίες, συνολικής αξίας 335.217,65 ευρώ, προκειμένου (οι οριζόντιες ιδιοκτησίες τους) να επανέλθουν στην προηγούμενη κατάσταση, να καθίσταται αδύνατη η εκμετάλλευσή τους, ε) ότι, για την αποκατάσταση των ως άνω φθορών υπόχρεο είναι το εναγόμενο με σχετικό όρο της από 13-12-1977 σύμβασης μίσθωσης, καθώς, επίσης, ότι εξαιτίας της άρνησής του να τους καταβάλει τις σχετικές αναγκαίες δαπάνες, θα υφίσταντο αποθετική ζημία, συνιστάμενη σε απολεσθέντα μισθώματα 12 μηνών, του χρονικού διαστήματος από Ιούνιο του έτους 2018 (άσκηση αγωγής) έως και το Μάιο του έτους 2019, που ήταν αναγκαίο για την αποκατάσταση των φθορών του μισθίου, ζητούσαν τα αναφερόμενα, για κάθε έναν ενάγοντα, ποσά.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθ. 3574/2019 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν από τα διάδικα μέρη, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, οι από 18-11-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 10776/838/2019) και 22-11-2019 (αριθ.

έκθ. κατάθ. 10690/832/2019) εφέσεις, με τις οποίες οι εκκαλούντες, επικαλούμενοι εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, οι μεν ενάγοντες ζητούσαν την καθ' ολοκληρία παραδοχή της αγωγής τους, το δε εναγόμενο την απόρριψη αυτής (αγωγής). Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγιναν τυπικά και ουσιαστικά δεκτές οι εφέσεις, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κρατήθηκε και δικάστηκε η αγωγή, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τους 2ο, 3ο 4η, 5η και 6ο των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, υποχρεώνοντας το εναγόμενο να καταβάλει σ' αυτούς τα αναφερόμενα στο διατακτικό ποσά, απέρριψε δε την αγωγή ως προς τους λοιπούς των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 224/2023).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή αυτών (πραγματικών περιστατικών) σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 6/2019, Ολ.ΑΠ 8/2018, ΑΠ 777/2022, ΑΠ 505/2022).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 8/2018, ΑΠ 1053/2021).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 736/2019). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 1217/2020).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 1/2020, ΑΠ 1509/2022, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 1112/2020).

Περαιτέρω, ο νόμος 813/1978 "περί εμπορικών και ετέρων τινών κατηγοριών μισθώσεων ο οποίος κωδικοποιήθηκε στο π.δ/γμα 34/1995" εισήγαγε ειδικό σύστημα ιδιαίτερης προστασίας της επαγγελματικής στέγης για προαγωγή του συμφέροντος όχι μόνο του μισθωτή αλλά και της εθνικής οικονομίας και, ως εκ τούτου, οι διατάξεις του, καθώς και οι διατάξεις των νόμων, που τροποποιούν ή συμπληρώνουν αυτόν ή περατώνουν αναγκαστικά τη συμβατική διάρκεια των εναγομένων στη ρύθμιση του μισθώσεων, είναι ειδικές και κατισχύουν άλλων διατάξεων από την εφαρμογή των οποίων προκύπτουν έννομα αποτελέσματα αντίθετα ή και διαφορετικά εκείνων που προκύπτουν από την εφαρμογή του νόμου αυτού, είναι δε, επικρατέστερες και εκείνων που ρυθμίζουν τις μισθώσεις με το π.δ/γμα 715/1979 "περί τρόπου ενεργείας υπό των ΝΠΔΔ προμηθειών, μισθώσεων και εκμισθώσεων εν γένει, αγορών ή εκποιήσεων ακινήτων, εκποιήσεων κινητών πραγμάτων ως και εκτελέσεως εργασιών", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 43 παρ. 4 του ν.δ/τος 496/1974, ως ειδικότερες για τους ως άνω λόγους, αφού ρυθμίζουν τις υπαγόμενες σε αυτές μισθώσεις-εκμισθώσεις, ανεξάρτητα από το πρόσωπο του μισθωτή-εκμισθωτή, λαμβάνοντας πρωτίστως υπόψη τους ειδικούς σκοπούς (προστασία της επαγγελματικής στέγης προς προαγωγή του συμφέροντος, όχι μόνο του μισθωτή, αλλά και της εθνικής οικονομίας) που επιδιώκουν οι νόμοι που έχουν κωδικοποιηθεί με το π.δ/γμα 34/1995 και κατισχύουν, επί μη διαδικαστικών ζητημάτων, των διατάξεων που ρυθμίζουν εν γένει τις μισθώσεις των ΝΠΔΔ (ΑΠ 206/2019, ΑΠ 885/2009, ΑΠ 1429/2000, ΑΠ 533/1992).

Επαγγελματική χαρακτηρίζεται μία μίσθωση, με την οποία παραχωρείται η χρήση ακινήτου προκειμένου ο μισθωτής να ασκήσει σ' αυτό δραστηριότητα που προστατεύεται από το π.δ/γμα 34/1995 ανεξαρτήτως των αν αυτός (μισθωτής) έχει και την εμπορική ιδιότητα. Δύο είναι επομένως, τα στοιχεία που καθιστούν μία μίσθωση επαγγελματική και, συγκεκριμένα, το αντικείμενο της μίσθωσης να είναι ακίνητο και να ασκείται προστατευόμενη επαγγελματική δραστηριότητα στο μίσθιο.

Στις δραστηριότητες αυτές περιλαμβάνονται και η λειτουργία ιατρείων, κλινικής και παντός είδους νοσηλευτικών ιδρυμάτων (άρθρο 1 παρ. 1 περ γ'του π.δ/τος 34/1995). Έτσι, στο πεδίο εφαρμογής των ειδικών προστατευτικών διατάξεων περί επαγγελματικών μισθώσεων υπάγονται και οι μισθώσεις ακινήτων για τη στέγαση των ιατρείων του ΙΚΑ (Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 885/2009, ΑΠ 1744/1992).

Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 599 παρ. 1 του ΑΚ, ο μισθωτής κατά τη λήξη της μίσθωσης έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 592 του ίδιου Κώδικα, ο μισθωτής δεν ευθύνεται για φθορές ή μεταβολές που οφείλονται στη συμφωνημένη χρήση.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 574, 594, 330, 297 και 298 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρ. 44 π.δ/τος 34/1995), προκύπτει ότι ο μισθωτής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον εκμισθωτή για κάθε θετική και αποθετική ζημία που υφίσταται ο τελευταίος, υπό την προϋπόθεση να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, για τις φθορές ή μεταβολές που προκλήθηκαν στο μίσθιο, με εξαίρεση αυτές που οφείλονται στη συμφωνημένη χρήση.

Ειδικά, σε περίπτωση καταστροφής ή αφαίρεσης πράγματος του μισθίου, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη δαπάνη για την αντικατάστασή του (ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 495/2008). Ως συμφωνημένη χρήση νοείται εκείνη που ανταποκρίνεται στις ειδικότερες συμφωνίες και στους συγκεκριμένους σκοπούς των συμβαλλόμενων, το είδος και τον προορισμό του μίσθιου πράγματος και, συμπληρωματικά, στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Η έννοια αυτή είναι ευρύτερη από την απλώς συνηθισμένη χρήση, η οποία ισχύει αν δεν υπάρχει ιδιαίτερη συμφωνία, που επιτρέπεται, κατ' άρθρ. 361 του ΑΚ, λόγω του ότι οι σχετικές διατάξεις των άρθρων 591, 592 και 599 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα είναι ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 302/2021, ΑΠ 397/2020). Σύμφωνα με αυτά, ο εκμισθωτής, ασκώντας, πριν ή κατά ή μετά τη λύση της μίσθωσης (ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 1413/2008), με αγωγή αποζημίωσης (ή με ένσταση συμψηφισμού), την αξίωσή του για τις φθορές ή μεταβολές, που προκλήθηκαν στο μίσθιο κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, οφείλει, για το ορισμένο της αγωγής του, κατά τα άρθρα 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, να επικαλεστεί και αποδείξει τις εν λόγω φθορές και μεταβολές και το ποσό της ζημίας που υφίσταται από αυτές, όχι, όμως, και την κατάσταση του μισθίου στην έναρξη της μίσθωσης (ΑΠ 938/2018), ενώ απόκειται στον εναγόμενο μισθωτή να επικαλεστεί, κατ' ένσταση, ότι αυτές οφείλονται στη συμφωνημένη χρήση ή σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη ή σε ανώτερη βία (ΑΠ 397/2020, ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 938/2018, ΑΠ 529/2017, ΑΠ 681/2015, ΑΠ 1807/2012).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι οι φθορές ή μεταβολές που προκλήθηκαν από τον μισθωτή οφείλονται ή όχι στη συμφωνημένη χρήση είναι κρίση ουσιαστική, μη υποκείμενη στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 938/2018, ΑΠ 529/2017, ΑΠ 681/2015, ΑΠ 633/2010). Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 297, 298, 330, 592, 594 και 599 του ΑΚ η προς αποζημίωση, λόγω φθορών του μισθίου, υποχρέωση του μισθωτή περιλαμβάνει και το διαφυγόν κέρδος, το οποίο συνίσταται στην, εξαιτίας του επιζήμιου γεγονότος, επερχόμενη ματαίωση της βασίμως προσδοκώμενης αύξησης της περιουσίας του εκμισθωτή, όπως ιδίως η απώλεια μισθωμάτων από την αδυναμία εκμίσθωσης του μισθίου σε τρίτους (ΑΠ 302/2021, ΑΠ 576/2008).

Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 του ΚΠολΔ) για τις ανάγκες των ερευνώμενων αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τα ακόλουθα: ''... οι Α. Μ., Σ. χήρα Α. Μ., Κ. Ο., συγκύριοι ενός οικοπέδου επιφάνειας 583,25 τ.μ., κείμενου στο Πειραιά, μεταξύ των οδών ..., ...

και ..., συμβλήθηκαν με τις εργολήπτριες εταιρείες "Ι. Π. και Σια ΕΠΕ" και "Μ.-Β. και Σια ΕΠΕ", που ενεργούσαν σε κοινοπραξία, με το υπ' αριθμ. ... προσύμφωνο εργολαβικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Α., προκειμένου να ανεγείρουν στο κοινό οικόπεδό τους μια πολυώροφη οικοδομή. Δυνάμει του ανωτέρω εργολαβικού συμβολαίου, παρακράτησαν για τους εαυτούς τους ποσοστό 593 χιλιοστών εκ του οικοπέδου τους και ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν στις εργολήπτριες εταιρείες ή σε τρίτους, που θα υποδεικνύονταν από αυτές, τα υπόλοιπα 403 χιλιοστά του οικοπέδου τους, που αντιστοιχούσαν σε οριζόντιες ιδιοκτησίες της υπό ανέγερση πολυκατοικίας.

Για το σκοπό αυτό, άρχισε να ανεγείρεται η πολυώροφη οικοδομή βάσει της υπ' αριθμ. ... άδειας ανοικοδόμησης του αρμόδιου πολεοδομικού γραφείου. Δυνάμει της υπ' αριθμ. ... πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας, οι παραπάνω οικοπεδούχοι, μαζί με τις ανωτέρω εργολήπτριες εταιρείες, υπήγαγαν την ως άνω οικοδομή, που είχε ήδη αρχίσει να ανεγείρεται, στις διατάξεις του ν. 3741/1929 περί της κατ' ορόφους ιδιοκτησίες και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ και συνέστησαν σ' αυτήν, εκτός από τις οριζόντιες ιδιοκτησίες (καταστήματα) με στοιχεία ΚΙ έως Κ8 στο ισόγειο, ακόμη 47 οριζόντιες ιδιοκτησίες, που βρίσκονταν στον ημιώροφο, στους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο όροφο, στην Α' εσοχή (6° όροφο), στη Β' εσοχή (7° όροφο) και στο δώμα.

Μεταξύ των οριζόντιων ιδιοκτησιών, που θα ελάμβαναν οι εργολήπτριες εταιρείες, ως εργολαβική αμοιβή, ήταν και οι εξής οριζόντιες ιδιοκτησίες: η μόνη οριζόντια ιδιοκτησία του ημιώροφου, η υπό στοιχ. 2 οριζόντια ιδιοκτησία του 1ου ορόφου, οι υπό στοιχ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 οριζόντιες ιδιοκτησίες του 2ου ορόφου, όλες οι οριζόντιες ιδιοκτησίες του 3ου ορόφου, η μόνη οριζόντια ιδιοκτησία του 7ου ορόφου και η μόνη οριζόντια ιδιοκτησία του δώματος.

Δυνάμει του από 13-12-1977 ιδιωτικού συμφωνητικού, οι ανωτέρω οικοπεδούχοι, μαζί με τις εργολήπτριες εταιρίες, οι οποίες δεν είχαν ακόμη αποκτήσει εμπράγματα δικαιώματα επί των οριζοντίων ιδιοκτησιών, που αποτελούσαν την αμοιβή τους, αποφάσισαν να εκμισθώσουν το σύνολο σχεδόν της πολυώροφης οικοδομής (πλην των καταστημάτων του ισογείου αυτής) στο ν.π.δ.δ με την επωνυμία Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), καθολικός διάδοχος του οποίου κατέστη στη συνέχεια ο ΕΟΠΥΥ και εντέλει το εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο), δυνάμει των άρθρ. 29 παρ. 1 και 3 του ν. 3918/2011 και 21 παρ. 7 εδ.

α' του ν. 4238/2014. Συγκεκριμένα, αποφάσισαν να εκμισθώσουν 49 οριζόντιες ιδιοκτησίες, εκ των οποίων μόνο οι 29 σχετίζονται με τις επίδικες αξιώσεις, όπως αυτές εμφαίνονται στις κατόψεις, που προσαρτώνται στη παραπάνω αναφερόμενη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, με ημερομηνία 4-12-1976, οι οποίες έχουν συνταχθεί από τον αρχιτέκτονα Β.

Σ.. Κατά την υπογραφή του συμφωνητικού μίσθωσης, στις 13-12-1977, η πολυώροφη οικοδομή δεν είχε αποπερατωθεί, όπως προκύπτει και από την χρήση του όρου "ανεγειρομένου πολυωρόφου κτιρίου" στο παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, ενώ η οικοδομή, στις 6-2-1978, βρισκόταν στο στάδιο των ελαιοχρωματισμών (βλ. το υπ' αριθμ. ...

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Π.). Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε πενταετής, με ουσιαστική έναρξη από 1-5-1978, ήτοι πεντέμισι μήνες μετά την υπογραφή του συμφωνητικού και λήξη την 30-4-1983, ενώ το μίσθωμα ορίστηκε ξεχωριστά για κάθε φυσικό πρόσωπο και για την κοινοπραξία των εργοληπτριών εταιρειών, μη επιμεριζόμενο ανά οριζόντια ιδιοκτησία αλλά ανά ιδιοκτήτη.

Συγκεκριμένα, για τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, που ανήκαν στη Σ. Μ., το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 111.920 δρχ., για τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, που ανήκαν στον Α. Μ., το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 48.730 δρχ., για τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, που ανήκαν στον Κ. Ο., το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 47.300 δρχ., για την οριζόντια ιδιοκτησία, που ανήκε στον Γ.

Α., το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 5.000 δρχ. και, τέλος, για τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, που ανήκαν στις εργολήπτριες εταιρείες, το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 177.050 δρχ. Τα μίσθια επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν ως ιατρεία του ΙΚΑ και για τη στέγαση έτερων υπηρεσιών αυτού, απαγορευόμενης ρητά της χρήσης αυτών ως μικροβιολογικών εργαστηρίων.

Η ένδικη σύμβαση, που αφορούσε, κατά κύριο λόγο, σε στέγαση ιατρείων του ΙΚΑ, υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής των ειδικών προστατευτικών διατάξεων περί επαγγελματικών μισθώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 περ γ'του πδ 34/1995 (...) και δεν έχει εφαρμογή το πδ 715/1979, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλουμένη. Είναι δε βάσιμος ο σχετικός λόγος της από 18-11-2019 έφεσης.

Για την εξυπηρέτηση των σκοπών της μίσθωσης, κρίθηκε αναγκαία η διαρρύθμιση ορισμένων εκ των οριζοντίων ιδιοκτησιών, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του ΙΚΑ. Ειδικότερα, με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό (5° όρο), συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ότι οι εργολήπτριες εταιρείες αναλάμβαναν την υποχρέωση να διαρρυθμίσουν το ανεγειρόμενο, κατά το χρόνο εκείνο, κτίριο, σύμφωνα με τα συνημμένα στο συμφωνητικό αυτό και υπογεγραμμένα από τους συμβαλλομένους δέκα (10) σχεδιαγράμματα των τεχνικών υπηρεσιών του ΙΚΑ, με ημερομηνία Οκτώβριος 1977, που είχαν συνταχθεί από το Διευθυντή Τεχνικών Υπηρεσιών του ΙΚΑ Ζ.

Τ.. Για τις δαπάνες διαρρύθμισης, που πραγματοποίησαν οι εργολήπτριες εταιρείες για λογαριασμό του μισθωτή ΙΚΑ, το τελευταίο κατέβαλε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο μισθωτήριο συμβόλαιο, το ποσό των 1.614.952 δρχ. Απώτατος χρόνος παράδοσης των οριζόντιων ιδιοκτησιών συμφωνήθηκε η 30-4-1978. Ειδικότερα δε, η παράδοση του κτιρίου έγινε στις 12-5-1978, οπότε το ΙΚΑ παρέλαβε με πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής τα μίσθια, προσηκόντως διαρρυθμισμένα, βάσει των όσων συμφωνήθηκαν και έκτοτε τα χρησιμοποιούσε απρόσκοπτα, ενώ, όπως προεκτέθηκε, η ουσιαστική έναρξη της μίσθωσης ήταν η 1-5-1978.

Όπως αποδείχθηκε, η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε, κατά τα ανωτέρω στη διαρρύθμιση των εσωτερικών χώρων της οικοδομής, σε σχέση με τις επιμέρους οριζόντιες ιδιοκτησίες έχει ως ακολούθως: Στο πρώτο όροφο, οι ιδιοκτησίες 1 και 3 έχουν ενοποιηθεί με το κοινόχρηστο διάδρομο. Στο δεύτερο όροφο, οι ιδιοκτησίες 1 και 2 έχουν συνενωθεί και έχουν ενοποιηθεί με το κοινόχρηστο διάδρομο, το ίδιο και οι ιδιοκτησίες 8 και 9, ενώ η ιδιοκτησία 6 έχει καταλάβει επιφάνεια της ιδιοκτησίας 5.

Στο τρίτο όροφο, η ιδιοκτησία 3 έχει διασπασθεί σε δύο τμήματα και το ένα έχει ενοποιηθεί με τον κοινόχρηστο διάδρομο, οι ιδιοκτησίες 5 και 6 έχουν συνενωθεί και έχουν ενοποιηθεί με το κοινόχρηστο διάδρομο, ενώ το ίδιο ισχύει και για τις ιδιοκτησίες 7, 8 και 9, στις οποίες επιπλέον υπάρχουν αλλαγές στις θέσεις των εσωτερικών ανοιγμάτων.

Στο τέταρτο όροφο, η ιδιοκτησία 9 έχει συνενωθεί με την ιδιοκτησία 8 και δεν έχει πρόσβαση (άνοιγμα) στο κοινόχρηστο διάδρομο. Στο πέμπτο όροφο, η ιδιοκτησία 5 έχει ενοποιηθεί με το κοινόχρηστο διάδρομο, ενώ οι ιδιοκτησίες 8 και 9 έχουν συνενωθεί και ενοποιηθεί με το κοινόχρηστο διάδρομο, επιπλέον δε, οι ιδιοκτησίες 4 και 9 έχουν διαφοροποιήσεις στις εσωτερικές διαρρυθμίσεις.

Στο έκτο όροφο, τμήμα (το γραφείο 5) της οριζόντιας ιδιοκτησίας 2 έχει συνενωθεί με τμήμα (το γραφείο 4) της οριζόντιας ιδιοκτησίας 1, ενώ υπάρχουν και διαφοροποιήσεις στις εσωτερικές διαρρυθμίσεις των δύο αυτών οριζόντιων ιδιοκτησιών. Εξάλλου, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι το ΙΚΑ, μετά τη λήξη της αρχικής μίσθωσης, συνέχισε να χρησιμοποιεί τα μίσθια και το 2004 προέβη στην εκ νέου μίσθωση (ανανέωση) των ίδιων χώρων, πλην όμως με ξεχωριστά ιδιωτικά συμφωνητικά για τις επιμέρους οριζόντιες ιδιοκτησίες, λόγω της στο μεταξύ μεταβίβασης αυτών σε τρίτους, διαδόχους των αρχικών εκμισθωτών.

Συγκεκριμένα, σε σχέση με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες των εναγόντων: 1) Με το από 11/2/2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, μεταξύ αυτού και της Μ. Γ., μίσθωσε την οριζόντια ιδιοκτησία του ημιώροφου, εμβαδού 22,88 τμ., αντί μηνιαίου μισθώματος 218,27 ευρώ, το οποίο, μετά από μειώσεις, ανήλθε στο ποσό των 172,78 ευρώ. Στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ανωτέρω μίσθωσης, μετά το θάνατο της Μ.

Γ., υπεισήλθε η 1η ενάγουσα, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Χίου Ι. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα. 2) Με το από 26/1/2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, μεταξύ αυτού και των Π. και Γ. Κ., μίσθωσε την υπό στοιχ. 5 οριζόντια ιδιοκτησία του δεύτερου ορόφου, εμβαδού 27,90 τμ" αντί μηνιαίου μισθώματος 266,16 ευρώ, το οποίο, μετά από μειώσεις, ανήλθε στο ποσό των 211,18 ευρώ.

Στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ανωτέρω μίσθωσης, υπεισήλθε η 1η ενάγουσα, δυνάμει του ... πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιά Α. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα. 3) Με το από 26/1/2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, μεταξύ αυτού αφενός και των 2ου, 3ης και 4ης των εναγόντων αφετέρου, μίσθωσε την υπό στοιχ. 1 οριζόντια ιδιοκτησία του πρώτου ορόφου, που ανήκε κατά 50% στο 2°, 25% στο 3° και 25% στη 4η, εμβαδού 152,84 τμ., αντί μηνιαίου μισθώματος 1.458,10 ευρώ, που, μετά από μειώσεις, ανήλθε σε 1.155,68 ευρώ. 4) Με το από 26/1/2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, μεταξύ αυτού αφενός και της 5ης των εναγόντων και του Α.

Γ. αφετέρου, αποβιώσαντος του τελευταίου (πατέρα του 6ου ενάγοντος) στις 13-5-2012, μίσθωσε την οριζόντια ιδιοκτησία υπό στοιχ. 3 του πρώτου ορόφου, εμβαδού 122,56 τμ, που ανήκε κατά 50% στη 5η ενάγουσα και στον αποβιώσαντα σύζυγό της, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του οποίου ως εκμισθωτού, υπεισήλθε ο 6ος ενάγων, δυνάμει της υπ' αριθμ. 13541/1-2-2013 αποδοχής κληρονομιάς αυτού, ενώπιον της συμβολαιογράφου Χίου Π.

Β., που μεταγράφηκε νόμιμα, αντί μηνιαίου μισθώματος 1.169,20 ευρώ, που, μετά από μειώσεις, ανήλθε σε 918,70 ευρώ. 5) Με το από 26/1/2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης μεταξύ αυτού και του Γ. Μ., αποβιώσαντος πατέρα του 7ου ενάγοντος, μίσθωσε τις υπό στοιχ. 1 και 3 οριζόντιες ιδιοκτησίες του δευτέρου ορόφου, εμβαδού 38,17 τμ.

και 27,90 τμ. αντίστοιχα, αντί ενιαίου μηνιαίου μισθώματος 630,30 ευρώ, το οποίο, μετά από μειώσεις, ανήλθε στο ποσό των 287,82 ευρώ για την οριζόντια ιδιοκτησία υπό στοιχ. 1 και 211,18 ευρώ για την οριζόντια ιδιοκτησία υπό στοιχ. 3. Ο 7ος ενάγων, που αρχικά κατέστη ψιλός κύριος των ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1860/1992 πράξης γονικής παροχής ψιλής κυριότητας του συμβολαιογράφου Αγίας Παρασκευής Π.

Χ., που μεταγράφηκε νόμιμα, υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μίσθωσης, ως εκμισθωτής, μετά το θάνατο του επικαρπωτή πατέρα αυτού στις 15-7-2007. 6) Με το από 26/1/2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, μεταξύ αυτού και του Α. Π., μίσθωσε την υπό στοιχ. 2 οριζόντια ιδιοκτησία του δεύτερου ορόφου, εμβαδού 34,50 τμ., αντί μηνιαίου μισθώματος 329,12 ευρώ, το οποίο μετά από μειώσεις ανήλθε στο ποσό των 260 ευρώ.

Στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Α. Π. υπεισήλθε ο 8ος ενάγων, που απέκτησε το ακίνητο αυτό, δυνάμει του 7269/2008 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα. 7) Με το από 26/1/2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, μεταξύ αυτού και της Μ. Λ., απώτερης δικαιοπαρόχου της 9ης ενάγουσας, μίσθωσε την υπό στοιχ. 8 οριζόντια ιδιοκτησία του δεύτερου ορόφου, εμβαδού 69,02 τμ, αντί μηνιαίου μισθώματος, που, μετά από μειώσεις, ανήλθε στο ποσό των 521,86 ευρώ.

Στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Μ. Λ. υπεισήλθε η 9η ενάγουσα, που απέκτησε το ακίνητο αυτό, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Χίου Χ. Κ. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα. 8) Με το από 26/1/2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, μεταξύ αυτού και της 10ης ενάγουσας, κυρίας των ακινήτων, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Χίου Σ. Κ. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα, μίσθωσε τις υπό στοιχ. 3 και 4 οριζόντιες ιδιοκτησίες του τρίτου ορόφου, εμβαδού 27,90 τμ, η καθεμία, αντί ενιαίου μηνιαίου μισθώματος 532,32 ευρώ, το οποίο, μετά από μειώσεις, ανήλθε στο ποσό των 211,18 ευρώ για την καθεμία, ήτοι συνολικά 422,36 ευρώ. 9) Με το από 11/2/2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, μεταξύ αυτού και της 11ης ενάγουσας, μίσθωσε τις υπό στοιχ. 5 και 6 οριζόντιες ιδιοκτησίες του τρίτου ορόφου, εμβαδού 27,90 τμ.

η καθεμία, αντί μηνιαίου μισθώματος, που, μετά από μειώσεις, ανήλθε στο ποσό των 211,18 ευρώ για την καθεμία, ήτοι συνολικά 422,36 ευρώ. 10) Με το από 19/1/2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, μεταξύ αυτού και του 14ου ενάγοντος, μίσθωσε την υπό στοιχεία 8 οριζόντια ιδιοκτησία του τρίτου ορόφου, εμβαδού 69,02 τμ., αντί μηνιαίου μισθώματος 658,43 ευρώ, το οποίο, μετά από μειώσεις, ανήλθε στο ποσό των 521,86 ευρώ. 11) Με το από 26/1/2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, μεταξύ αυτού και του 15ου ενάγοντος, μίσθωσε την υπό στοιχ. 9 οριζόντια ιδιοκτησία του τρίτου ορόφου, εμβαδού 77,21 τμ. (αποκτηθείσα από τον εκμισθωτή δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Α., νομίμως μεταγεγραμμένου), αντί μηνιαίου μισθώματος, που, μετά από μειώσεις, ανήλθε στο ποσό των 580 ευρώ. 12) Με το από 26/1/2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, μεταξύ αυτού και του 16ου ενάγοντος, μίσθωσε την υπό στοιχ. 1 οριζόντια ιδιοκτησία του τέταρτου ορόφου, εμβαδού 38,17 τμ. (αποκτηθείσα από τον εκμισθωτή δυνάμει του ...

συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Χίου Ι. Γ., νομίμως μεταγεγραμμένου), αντί μηνιαίου μισθώματος, που, μετά από μειώσεις, ανήλθε στο ποσό των 287,82 ευρώ. 13) Με το από 26/1/2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, μεταξύ αυτού και του Ε. Λ., μίσθωσε την υπό στοιχ. 3 οριζόντια ιδιοκτησία του τετάρτου ορόφου, εμβαδού 27,90 τμ., αντί μηνιαίου μισθώματος 266,16 ευρώ, το οποίο, μετά από μειώσεις, ανήλθε στο ποσό των 211,18 ευρώ.

Στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Ε. Λ. υπεισήλθε η 17η ενάγουσα ως επικαρπώτρια του ακινήτου, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συζύγου της Ε. Λ., ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιά Α. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα. 14) Με το από 16/1/2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, μεταξύ αυτού αφενός και του Π.

Χ. και της 18ης ενάγουσας αφετέρου, μίσθωσε τις υπό στοιχ. 6 και 7 οριζόντιες ιδιοκτησίες του τέταρτου ορόφου, εμβαδού 27,90 τμ. η καθεμία, αντί ενιαίου μηνιαίου μισθώματος 532,32 ευρώ, το οποίο, μετά από μειώσεις, ανήλθε στο ποσό των 211,18 ευρώ για την κάθε οριζόντια ιδιοκτησία, ήτοι συνολικά στο ποσό των 422,36 ευρώ. 15) Με το από 27/2/2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, μεταξύ αυτού και του 21ου ενάγοντος, μίσθωσε την υπό στοιχ. 9 οριζόντια ιδιοκτησία του τέταρτου ορόφου, εμβαδού 77,21 τμ., αντί μηνιαίου μισθώματος 736,56 ευρώ, το οποίο, μετά από μειώσεις, ανήλθε στο ποσό των 580 ευρώ. 16) Με το από 16/1/2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, μεταξύ αυτού και της Δ.

Μ. χήρας Γ., μίσθωσε τις υπό στοιχ. 4 και 5 οριζόντιες ιδιοκτησίες του πέμπτου ορόφου, εμβαδού 27,90 τμ. η καθεμία, αντί ενιαίου μηνιαίου μισθώματος 532,32 ευρώ, το οποίο, μετά από μειώσεις, ανήλθε στο ποσό των 211,18 ευρώ για την καθεμία και συνολικά στο ποσό των 422,36 ευρώ. Στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Μ. Δ.

υπεισήλθε η 22η ενάγουσα, που απέκτησε τα ακίνητα αυτά, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Σ. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα. 17) Με το από 10/2/2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, μεταξύ αυτού και του Δ. Ν., μίσθωσε τις υπό στοιχείο 6 και 7 οριζόντιες ιδιοκτησίες του πέμπτου ορόφου, εμβαδού 27,90 τμ.

η καθεμία, αντί ενιαίου μηνιαίου μισθώματος 532,32 ευρώ, το οποίο, μετά από μειώσεις, ανήλθε στο ποσό των 211,18 ευρώ για την καθεμία και συνολικά στο ποσό των 422,36 ευρώ. Στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αποβιώσαντος το έτος 2014 Δ. Ν. είχε υπεισέλθει η 23ηενάγουσα, ως επικαρπώτρια των μισθίων, δυνάμει του υπ' αριθμ. 1787/2007 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Καλλονής Λέσβου Γ.

Ρ., που μεταγράφηκε νόμιμα. 18) Με το από 16/1/2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, μεταξύ αυτού και του 25ου ενάγοντος, μίσθωσε την υπό στοιχ. 8 οριζόντια ιδιοκτησία του πέμπτου ορόφου, εμβαδού 69,02 τμ. (αποκτηθείσα από τον εκμισθωτή δυνάμει του υπ' αριθμ. 8668/1978 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά Α.

Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα), αντί μηνιαίου μισθώματος, που, μετά από μειώσεις, ανήλθε στο ποσό των 521,86 ευρώ. 19) Με το από 26/1/2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, μεταξύ αυτού και του Η. Α., μίσθωσε την υπό στοιχ. 9 οριζόντια ιδιοκτησία του πέμπτου ορόφου, εμβαδού 77,21 τμ., αντί μηνιαίου μισθώματος 736,56 ευρώ, το οποίο μετά από μειώσεις ανήλθε στο ποσό των 580 ευρώ.

Στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του εκμισθωτή Η. Α. υπεισήλθε ο 26ος ενάγων, ο οποίος απέκτησε το ακίνητο αυτό, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Πειραιά Μ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα. 20) Με το από 20/2/2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, μεταξύ αυτού και του 27ου ενάγοντος, μίσθωσε την υπό στοιχ. 1 οριζόντια ιδιοκτησία του έκτου (Α' εσοχή) ορόφου, εμβαδού 166,80τμ. (αποκτηθείσα από τον εκμισθωτή δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Ά. Α.-Χ., που μεταγράφηκε νόμιμα), αντί μηνιαίου μισθώματος, που, μετά από μειώσεις, ανήλθε στο ποσό των 1.220 ευρώ. 21) Με το από 26/1/2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, μεταξύ αυτού αφενός και του 28ου και της 29ης των εναγόντων αφετέρου, μίσθωσε την υπό στοιχ. 2 οριζόντια ιδιοκτησία του έκτου ορόφου, εμβαδού 88,55 τμ. (αποκτηθείσα από τους εκμισθωτές δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Αθηνών Ά. Χ., που μεταγράφηκε νόμιμα), αντί μηνιαίου μισθώματος 787,22 ευρώ, το οποίο, μετά από μειώσεις, ανήλθε στο ποσό των 623,96 ευρώ. Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, με το από 15/3/2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, μεταξύ αυτού και του Ν. Δ., μίσθωσε την υπό στοιχ. 7 οριζόντια ιδιοκτησία του τρίτου ορόφου, εμβαδού 27,90 τμ., αντί μηνιαίου μισθώματος 266,16 ευρώ, το οποίο, μετά από μειώσεις, ανήλθε στο ποσό των 211,18 ευρώ.

Στη θέση του αποβιώσαντος στις 3-3-2018 εκμισθωτή Ν. Δ. υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, κατά ποσοστό 50% ο καθένας, οι εγγονοί του, δωδέκατος και δέκατος τρίτος των εναγόντων, Ν. Δ. και Δ. Δ., όπως δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο, συναγόμενης εξ αυτού ομολογίας του (άρθρο 261 ΚΠολΔ). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την αγωγή ως προς τους ως άνω δύο ενάγοντες, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε η υπεισέλευση των τελευταίων στην ως άνω μίσθωση, έσφαλε, γι' αυτό είναι βάσιμος ο σχετικός εικοστός λόγος της από 18-11-2019 έφεσης.

Σε όλα τα ανωτέρω ιδιωτικά συμφωνητικά, η διάρκεια των μισθώσεων ορίστηκε έως τις 4-12-2012, με δυνατότητα παράτασης αυτών μέχρι τρία έτη, με μονομερείς δηλώσεις του ΙΚΑ. Περαιτέρω, στα ίδια μισθωτήρια συμβόλαια ορίσθηκε ότι:"Κατά τα λοιπά θα ισχύουν όλοι οι όροι του από 13-12-1977 αρχικού συμφωνητικού, οι οποίοι τυχόν δεν περιελήφθηκαν στο συμφωνητικό αυτό".

Το εναγόμενο παρέμεινε συνεχώς στη χρήση της ως άνω οικοδομής μέχρι την απόδοσή της στους εκμισθωτές της την 28-12-2017. Συγκεκριμένα, το εναγόμενο, με την από 6-12-2017 εξώδικη δήλωση, κατήγγειλε τις ως άνω μισθώσεις, που είχαν καταστεί αορίστου χρόνου και παρέδωσε τα μίσθια στις 28-12-2017, οπότε συντάχθηκε πρωτόκολλο παράδοσης ακινήτου, στο οποίο όσοι από τους εκμισθωτές παραστάθηκαν διατύπωσαν τις επιφυλάξεις τους ως προς την άσκηση των δικαιωμάτων τους, αναφορικά με τις φθορές των μισθίων.

Σύμφωνα με τον 5° όρο του από 13-12-1977 αρχικού συμφωνητικού "Ο μισθωτής εις ουδεμίαν αποζημίωσιν υπέρ των εκμισθωτών υπόκειται δια τας εκ της συνήθους χρήσεως ή κακής των μισθίων κατασκευής ή εκ τυχαίου γεγονότος επιγενομένας βλάβας ή ζημίας εν τοις μισθίοις. Η έννοια υφ' ην νοείται εν τη παρούση συμβάσει η εκ συνήθους χρήσεως βλάβη των μισθίων είναι ευρυτέρα της τοιαύτης της νοούμενης επί των κοινών μισθώσεων", ενώ, με τον 6° όρο αυτού συμφωνήθηκε ότι "Διαρκούσης της μισθώσεως, ο μισθωτής έχει το δικαίωμα όπως επιφέρη εσωτερικάς διαρρυθμίσεις εις τας εκμισθωμένας οριζοντίους ιδιοκτησίας, άνευ βασικής μεταβολής του οικήματος, υποχρεούται όμως όπως, κατά την λήξιν των μισθώσεων και απόδοσιν του οικήματος επαναφέρη τούτο εις την προτέραν κατάστασιν.

Οι εκμισθωταί παρέχουν δια του παρόντος το δικαίωμα εις τον μισθωτήν της δαπάναις του δια μολύβδου επενδύσεως των εσωτερικών τοίχων των χώρων των προοριζομένων δια την εγκατάστασιν των ακτινολογικών ιατρείων, ως και την εκτέλεσιν πάσης άλλης ειδικής εγκαταστάσεως ή εργασίας δια την λειτουργίαν των, υποχρεωμένου όμως εις την αφαίρεσιν της εκ μολύβδου επενδύσεως άμα τη λήξει της μισθώσεως και την αποκατάστασιν των εκ ταύτης ζημιών".

Από τα ανωτέρω προκύπτουν τα ακόλουθα: Τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν αρχίσει τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη της μίσθωσης περί τα μέσα του 2007, οπότε είχε κατασκευαστεί μόνο ο σκελετός της οικοδομής. Ενόψει δε του γεγονότος ότι, κατά το χρονικό διάστημα μέχρι την τυπική υπογραφή της μισθωτικής σύμβασης, τα μέρη είχαν συμφωνήσει άτυπα για το περιεχόμενο που θα ελάμβανε η μέλλουσα να υπογραφεί σύμβαση, έγινε εξαρχής η διαμόρφωση των εσωτερικών χώρων της οικοδομής σύμφωνα με τα προμνημονευόμενα, με ημερομηνία Οκτώβριος 1977, δέκα (10) σχεδιαγράμματα των τεχνικών υπηρεσιών του ΙΚΑ, που, όπως προεκτέθηκε, διαφοροποιούνταν σημαντικά από τα σχέδια, που είχαν κατατεθεί στην Πολεοδομία από τους κατασκευαστές της οικοδομής, για την έκδοση της οικείας οικοδομικής άδειας και τα προσαρτημένα στη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας της οικοδομής σχεδιαγράμματα.

Εξάλλου και κατά το χρόνο υπογραφής του μισθωτηρίου συμβολαίου (13-12-1977), η οικοδομή ήταν ημιτελής και απέμεναν για την ολοκλήρωσή της πολλές εργασίες, όπως προκύπτει και από το γεγονός ότι, κατά τα προεκτεθέντα, χρόνος παράδοσης των μισθούμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών συμφωνήθηκε η 30-4-1978. Ενόψει αυτών, αποδεικνύεται ότι, κατά την ουσιαστική έναρξη της μίσθωσης, την 1-5-1978, τα μίσθια είχαν διαρρυθμιστεί εξαρχής σύμφωνα με τα σχέδια, που συνέταξε ο Διευθυντής Τεχνικών Υπηρεσιών του ΙΚΑ Ζ.

Τ.ς και όχι σύμφωνα με τα σχέδια, που προσαρτήθηκαν στη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας της οικοδομής, (σχέδια Β. Σγούτα), τα οποία ουδέποτε υλοποιήθηκαν, ούτε βέβαια υπήρξαν ποτέ ηλεκτρολογικά ανεξάρτητες οι οριζόντιες ιδιοκτησίες της οικοδομής. Σαφέστατα δε προκύπτει ότι ο 6°ς όρος του μισθωτηρίου συμβολαίου, με τον οποίο συμφωνήθηκε ότι ο μισθωτής διαρκούσης της μίσθωσης είχε το δικαίωμα να προβαίνει σε εσωτερικές διαρρυθμίσεις, υποχρεούμενος όμως, μετά την λήξη της μίσθωσης, να επαναφέρει τα μίσθια στην πρότερη κατάσταση, αφορά σε ενδεχόμενες επιπλέον μεταβολές-διαρρυθμίσεις(πέραν των όσων είχαν ήδη λάβει χώρα, κατόπιν συμφωνίας των μερών, πριν την ουσιαστική έναρξη της μίσθωσης), στις οποίες θα προέβαινε μονομερώς το ΙΚΑ, μετά την ουσιαστική έναρξη της μίσθωσης.

Τα ανωτέρω καθίστανται εμφανή και από το γεγονός ότι, όπως προαναφέρθηκε, οι συμβαλλόμενοι, με ειδικό όρο του αρχικού μισθωτηρίου, συμφώνησαν ότι ο μισθωτής είχε το δικαίωμα να επενδύσει με μόλυβδο τους εσωτερικούς τοίχους του ακτινολογικού ιατρείου, υποχρεούμενος όμως να καθαιρέσει αυτή την επένδυση και να αποκαταστήσει τη ζημία κατά τη λήξη της μίσθωσης.

Εφόσον όμως υπήρξε αυτή η ρύθμιση γι' αυτό το επιμέρους ζήτημα, εάν η βούληση των μερών ήταν, μετά τη λήξη της μίσθωσης, να διαμορφώσει το ΙΚΑ με δαπάνες του τις οριζόντιες ιδιοκτησίες-μίσθια, λειτουργικά και ηλεκτρολογικά αυτοτελείς και ανεξάρτητες μεταξύ τους, όπως αυτές είχαν αποτυπωθεί στα σχέδια που προσαρτήθηκαν κατά τη συμβολαιογραφική σύσταση οριζόντιων ιδιοκτησιών, γεγονός που θα συνεπαγόταν πολύ μεγάλη οικονομική επιβάρυνση για το ΙΚΑ, ασφαλώς θα έπρεπε αυτό να καταγραφεί ρητά και με σαφήνεια στο μισθωτήριο συμβόλαιο.

Επομένως, το εναγόμενο ουδεμία συμβατική υποχρέωση είχε, κατά τη λήξη της μίσθωσης, να διαμορφώσει τις οριζόντιες ιδιοκτησίες της οικοδομής σύμφωνα με τα σχέδια, που προσαρτήθηκαν στη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας της οικοδομής, καθιστώντας λειτουργικά και ηλεκτρολογικά αυτοτελείς τις επιμέρους οριζόντιες ιδιοκτησίες, γι' αυτό είναι αβάσιμα και απορριπτέα όλα τα σχετικά κονδύλια της αγωγής (για αδειοδοτική διαδικασία, εργασίες αποκατάστασης, ηλεκτρολογικές εργασίες, αμοιβή τεχνικού συμβούλου).

Δεν έσφαλε, επομένως, η εκκαλουμένη, που δέχθηκε τα ίδια ως προς το ζήτημα αυτό, γι' αυτό είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι σχετικοί λόγοι της από 18-11-2019 έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα. Περαιτέρω, με βάση τους προαναφερόμενους όρους του αρχικού μισθωτηρίου συμβολαίου, αλλά και των μεταγενέστερων συμβάσεων, το εναγόμενο δεν ευθύνεται για τις φθορές του μισθίου, που οφείλονται στη συμφωνημένη χρήση και ως τέτοια νοείται εκείνη που ανταποκρίνεται στους συγκεκριμένους σκοπούς των συμβαλλομένων, το είδος και τον προορισμό του μισθίου και συμπληρωματικά στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, εφόσον βέβαια έγινε με επιμέλεια και όχι με τρόπο που ενεργεί βλαπτικά στο μίσθιο.

Μάλιστα, όπως προεκτέθηκε, στις ως άνω συμβάσεις, στην έννοια των φθορών και βλαβών των μισθίων εκ της συνήθους-συμφωνημένης χρήσης δόθηκε από τα μέρη ευρύτερο- ελαστικότερο περιεχόμενο, σε σχέση με τις κοινές μισθώσεις, ενόψει της συγκεκριμένης δραστηριότητας του εναγομένου, που εξυπηρετεί μεγάλο αριθμό ασφαλισμένων, οι οποίοι επισκέπτονταν την ως άνω οικοδομή.

Συναφώς, αποδείχθηκε ότι οι φθορές στις τοιχοποιίες της ως άνω οικοδομής οφείλονταν στη συνήθη χρήση, μετά μάλιστα από μία πολύ μακρά μισθωτική περίοδο.

Συνεπώς, τα αιτούμενα κονδύλια για τις δαπάνες ελαιοχρωματισμού είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ομοίως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα τα αιτούμενα κονδύλια της αγωγής, που αφορούν στις εσωτερικές θύρες της οικοδομής, οι οποίες φέρονται ότι ελλείπουν, καθόσον, όπως αποδείχθηκε, εξαρχής δεν περιλαμβάνονταν στον εξοπλισμό των μισθίων.

Δεν έσφαλε, επομένως, η εκκαλούμενη απόφαση, που δέχθηκε τα ίδια, γι' αυτό είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι δέκατος έβδομος και δέκατος όγδοος λόγοι της από 18-11-2019 έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα. Αναφορικά με τη συμβατική υποχρέωση του εναγομένου να αφαιρέσει τη μολύβδινη επένδυση από τα ακτινολογικά εργαστήρια, που βρίσκονταν στον πρώτο όροφο της ως άνω οικοδομής, όπως αποδείχθηκε, αυτή πραγματοποιήθηκε και επακολούθησε η αποκατάσταση της καθαιρεθείσας τοιχοποιίας, εργασίες για τις οποίες το εναγόμενο δαπάνησε το ποσό των 9.920 ευρώ.

Δεν έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια, γι' αυτό είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο σχετικός δωδέκατος λόγος της από 18-11-2019 έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, στους υαλοπίνακες των ακτινοδιαγνωστικών θαλάμων είχαν τοποθετηθεί ειδικές μεμβράνες, προκειμένου να μην τους διαπερνά το φως.

Συγκεκριμένα, πρόκειται για τρεις υαλοπίνακες της οριζόντιας ιδιοκτησίας Α3 και δύο υαλοπίνακες της οριζόντιας ιδιοκτησίας Α1 του πρώτου ορόφου, τη δαπάνη αντικατάστασης των οποίων ζητούσαν οι εκμισθωτές των ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών. Τα κονδύλια αυτά είναι αβάσιμα και απορριπτέα, καθόσον οι επικολλημένες στους υαλοπίνακες μεμβράνες μπορούν ευχερώς να αποκολληθούν και, συνεπώς, δεν έχουν προκληθεί εκ του λόγου αυτού βλάβες στις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες.

Έσφαλε, επομένως, η εκκαλουμένη, που επιδίκασε για την αιτία αυτή αποζημίωση ποσού 270 ευρώ για τον κάθε υαλοπίνακα, πλην όμως, δεν μπορεί να εξαφανιστεί ως προς τα κονδύλια αυτά, διότι το εναγόμενο δεν προσέβαλε με την έφεση του την εκκαλουμένη ως προς αυτά (άρθρ. 536 παρ.1 ΚΠολΔ). Συνακόλουθα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο σχετικός ενδέκατος λόγος της από 18-11- 2019 έφεσης, με τον οποίο ζητείται η επιδίκαση υψηλότερων ποσών αποζημίωσης.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα δάπεδα της ως άνω οικοδομής, όταν παραδόθηκε στο ΙΚΑ, τον Απρίλιο του 1978, ήταν μαρμάρινα στην είσοδο, τις σκάλες και τα πλατύσκαλα, με μαύρο μωσαϊκό στις τουαλέτες και με σκληρό μαύρο υλικό στους υπόλοιπους χώρους, που ήταν καλυμμένο με πλαστικά πλακίδια. Κατά τη λήξη της μίσθωσης, αρκετά πλαστικά πλακίδια είχαν φθαρεί και έλλειπαν, πλην όμως το εναγόμενο, πριν την απόδοση της οικοδομής στους εκμισθωτές, αποκατέστησε πλήρως τα ως άνω φθαρμένα και ελλείποντα πλαστικά πλακίδια.

Επομένως, το εναγόμενο ουδεμία υποχρέωση έχει προς αποζημίωση των αντιδίκων του για την αποκατάσταση φθορών των δαπέδων. Η εκκαλούμενη απόφαση, που θεώρησε ότι στα δάπεδα της οικοδομής είχαν επιστρωθεί εξαρχής "κεραμικά πλακίδια, πολλά εκ των οποίων... είχαν αποκολληθεί αφήνοντας εκτεθειμένο το μαρμάρινο δάπεδο, που υπήρχε εσωτερικά κατά την έναρξη της μίσθωσης" και επιδίκασε αποζημίωση για την αποξήλωση του παλαιού δαπέδου και για την αγορά και τοποθέτηση μαρμάρου, έσφαλε.

Συνεπώς, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της από 22-11-2019 έφεσης. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξαν φθορές και μεταβολές στην ως άνω μίσθια οικοδομή, για την αποκατάσταση των οποίων να είναι υπόχρεο το εναγόμενο, δεν τίθεται ζήτημα αποθετικής ζημίας των εναγόντων, λόγω της μη εκμετάλλευσης των οριζόντιων ιδιοκτησιών τους, κατά το χρόνο διενέργειας των απαιτούμενων εργασιών αποκατάστασης.

Επομένως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα τα σχετικά κονδύλια της αγωγής. Συνακόλουθα, έσφαλε η εκκαλουμένη που δέχθηκε εν μέρει τα ανωτέρω κονδύλια. Είναι δε βάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος της από 22-11-2019 έφεσης, ενώ είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο δέκατος ένατος λόγος της από 18-11-2019 έφεσης, με τον οποίο οι ενάγοντες ζητούν υπέρτερα ποσά...''.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκανε δεκτή την από 22-11-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 10690/832/2019) έφεση του εναγόμενου-εκκαλούντος ΝΠΔΔ και την από 18-11-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 10776/838/2019) έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων, ως κατ' ουσία βάσιμες, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως και κατ' ουσία βάσιμη όσον αφορά τους δεύτερο, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και έκτο των εναγόντων-εκκαλούντων, με την υποχρέωση του εναγόμενου ΝΠΔΔ να καταβάλει σε αυτούς τα αναφερόμενα στο διατακτικό ποσά και απέρριψε την αγωγή ως προς τους λοιπούς των εναγόντων-εκκαλούντων.

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1γ' του π.δ/τος 34/1995 και του ΑΚ, καθόσον, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, οι συμβάσεις μίσθωσης ακινήτων για τη λειτουργία κλινικών και ιατρείων του ΙΚΑ διέπονται από τις διατάξεις του π.δ/τος 34/1995, κατά τις οποίες επιτρέπονται τα ως άνω συμφωνηθέντα και δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του π.δ/τος 715/1979 "περί τρόπου ενέργειας υπό των ΝΠΔΔ προμηθειών, μισθώσεων και εκμισθώσεων εν γένει, αγορών ή εκποιήσεων ακινήτων, εκποιήσεων κινητών πραγμάτων ως και εκτέλεσης εργασιών", από την εφαρμογή του οποίου εξαιρέθηκε ρητά το ΙΚΑ με το άρθρο μόνο του π.δ/τος 192/1986, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή τους, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού δέχεται ότι το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ δεν ευθύνεται για τις φθορές του μισθίου, που οφείλονται στη συμφωνημένη χρήση, η οποία είναι ευρύτερη από την απλώς συνηθισμένη χρήση, καθόσον ως τέτοια νοείται εκείνη που ανταποκρίνεται στους συγκεκριμένους σκοπούς των συμβαλλόμενων, το είδος και τον προορισμό του μισθίου και συμπληρωματικά στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ως, επίσης, ότι στις ως άνω συμβάσεις μεταξύ αναιρεσειόντων και αναιρεσίβλητου, στην έννοια των φθορών και βλαβών των μισθίων από τη συμφωνημένη χρήση δόθηκε (από τα συμβαλλόμεναμέρη) ευρύτερο περιεχόμενο, σε σχέση με τις κοινές μισθώσεις, ενόψει ακριβώς της συγκεκριμένης δραστηριότητας του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, που εξυπηρετούσε μεγάλο αριθμό ασφαλισμένων, οι οποίοι επισκέπτονταν την ως άνω μίσθια οικοδομή, η δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι οι φθορές ή μεταβολές που προκλήθηκαν από το αναιρεσίβλητο οφείλονται ή όχι στη συμφωνημένη χρήση, είναι κρίση ουσιαστική και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Σε κάθε δε περίπτωση, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου του 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου, με αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, εκφέροντας τη δική τους εκδοχή για την ανακρίβεια του πορίσματός του, με βάση τη διαφορετική εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τη διαφορετική αξιολόγηση αυτού και τα επιχειρήματα που αντλούν από αυτό, αιτιάσεις, όμως, που δεν ιδρύουν τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, ενώ δεν είναι αντιφατικές οι παρατιθέμενες παραδοχές του Εφετείου και ειδικότερα αυτή που αφορά τις επικολλημένες στους υαλοπίνακες μεμβράνες ότι "...τα κονδύλια αυτά είναι αβάσιμα και απορριπτέα καθόσον οι επικολλημένες στους υαλοπίνακες μεμβράνες μπορούν ευχερώς να αποκολληθούν και συνεπώς, δεν έχουν προκληθεί εκ του λόγου αυτού βλάβες στις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες...", με αυτή (παραδοχή) ότι "...δεν τίθεται ζήτημα αποθετικής ζημίας των εναγόντων, λόγω της μη εκμετάλλευσης των οριζοντίων ιδιοκτησιών τους, κατά το χρόνο διενέργειας των απαιτούμενων εργασιών αποκατάστασης...", όπως οι αναιρεσείοντες διατείνονται.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης (1Α, 1Β), με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος και αβάσιμος, κατά τις προαναφερθείσες διακρίσεις. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, ούτε όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής (ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 1051/2023, ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 163/2022, ΑΠ 194/2021).

Δεν ιδρύεται, δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, ως απαράδεκτο ή αβάσιμο, γεγονός που σημαίνει ότι τον έλαβε υπόψη (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1106/2019), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή του καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 554/2020, ΑΠ 677/2015), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 694/2020, ΑΠ 90/2019), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 163/2022, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντίστοιχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, όπως αυτός αναλύθηκε παραπάνω, δηλαδή θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος, το οποίο ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά, όχι όμως και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο ανωτέρω λόγος θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι` αυτά. Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων, που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη και, μάλιστα, σε σχέση με συγκεκριμένο ισχυρισμό, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 605/2023, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 255/2020).

Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα τούτο στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσήχθησαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 454/2022, ΑΠ 1525/2021, ΑΠ 799/2020). Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά τα επτά σκέλη του (2Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ), οι αναιρεσείοντες, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 εδ.

α', β' και 10, αντίστοιχα, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις, κατ' εκτίμηση του νοηματικού τους περιχεομένου, ότι, το Εφετείο: α) έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, όπως αυτά εκτίθενται αναλυτικά στις σελίδες 82-92 του αναιρετηρίου και εξαιτίας αυτού κατέληξε σε κρίσεις χωρίς καμία απόδειξη, ενώ β) δεν έλαβε υπόψη λόγους της από 18-11-2019 έφεσής τους σχετικά με πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται αναλυτικά στις σελίδες 93-119 του αναιρετηρίου και εξαιτίας αυτού κατέληξε σε κρίσεις χωρίς καμία απόδειξη.

Ειδικότερα, ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι: α) "...τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν αρχίσει τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη της μίσθωσης περί τα μέσα του 2007, οπότε είχε κατασκευαστεί μόνο ο σκελετός της οικοδομής..." (2Α) και β) "...κατά τη λήξη της μίσθωσης αρκετά πλαστικά πλακίδια είχαν φθαρεί και έλλειπαν, πλην όμως το εναγόμενο, πριν την απόδοση της οικοδομής στους εκμισθωτές, αποκατέστησε πλήρως τα ως άνω φθαρμένα και ελλείποντα πλαστικά πλακίδια.

Επομένως, το εναγόμενο ουδεμία υποχρέωση έχει προς αποζημίωση των αντιδίκων του για την αποκατάσταση φθορών των δαπέδων..." (2Β), ενώ δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων-αναιρεσειόντων που περιέχονται στους έκτο και δωδέκατο λόγους της ως άνω έφεσής τους, τους οποίους απέρριψε και κατέληξε, χωρίς καμία απόδειξη, στη κρίση ότι:

α)"...ούτε βέβαια υπήρξαν ποτέ ηλεκτρολογικά ανεξάρτητες οι οριζόντιες ιδιοκτησίες της οικοδομής..." (2Γ) και β) "...αναφορικά με τη συμβατική υποχρέωση του εναγομένου να αφαιρέσει τη μολύβδινη επένδυση από τα ακτινολογικά εργαστήρια που βρίσκονταν στο πρώτο όροφο της ως άνω οικοδομής, όπως αποδείχθηκε, αυτή πραγματοποιήθηκε και επακολούθησε η αποκατάσταση της καθαιρεθείσας τοιχοποιίας..." (2Δ), ενώ κατέληξε, χωρίς αιτιολογία στην απορριπτική κρίση του δέκατου, δέκατου πέμπτου και εικοστού τέταρτου λόγου της ως άνω έφεσης (2Ε, 2ΣΤ, 2Ζ).

Ο λόγος αυτός, από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν οι επικαλούμενοι από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια των ως άνω αριθμών του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγων, αλλά επιχειρήματα αναγόμενα στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, υπό την επίφαση δε της αναιρετικής πλημμέλειας από τους λόγους αυτούς, προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες οι αναιρεσείοντες έχουν διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση.

Σε κάθε περίπτωση όμως, ο λόγος από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι για το σχηματισμό του ως άνω πορίσματός του, το Εφετείο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ειδικά μνημονεύονται σ' αυτήν, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τα οποία συνεκτιμήθηκαν, δηλαδή μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκες βεβαιώσεις και έγγραφα χωρίς να δεχθεί πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και, συνεπώς, δεν υπέπεσε στην, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβαλλόμενη πλημμέλεια.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ.

του KΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο, που, κατά τον τρόπο αυτό, παραμορφώθηκε.

Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του KΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 78/2022, ΑΠ 8/2021, ΑΠ 1135/2021, ΑΠ 1182/2021).

Κατά την έννοια του άνω άρθρου, δεν συνιστούν έγγραφα εκείνα, που δεν χαρακτηρίζονται, κατά τα άρθρα 339 και 432-449 του ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά έγγραφα, όπως είναι οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, που αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 605/2023, ΑΠ 823/2021, ΑΠ 538/2021, ΑΠ 620/2014), όπως και οι ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου (ΑΠ 605/2023, ΑΠ 1211/2022, ΑΠ 538/2021, ΑΠ 584/2018, ΑΠ 794/2017).

Έγγραφα δεν είναι και τα περιέχοντα τις γνωμοδοτήσεις των εχόντων ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης ή τη γνώμη των πραγματογνωμόνων και τεχνικών συμβούλων των οποίων (εγγράφων-εκθέσεων) το περιεχόμενο εκτιμά ανέλεγκτα και ελευθέρα το δικαστήριο (ΑΠ 605/2023, ΑΠ 273/2020, ΑΠ 86/2015, ΑΠ 620/2014, ΑΠ 792/1993), ούτε οι τεχνικές εκθέσεις μηχανικών (ΑΠ 1099/2019), τα πρακτικά συνεδρίασης των δικαστηρίων και οι εκθέσεις του εισηγητή δικαστή, που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης (ΑΠ 605/2023, ΑΠ 852/2021, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 49/2020, ΑΠ 1409/2019), εκτός από τις περιεχόμενες σ' αυτά (πρακτικά και εκθέσεις) δηλώσεις των διαδίκων, καθώς και οι εκθέσεις με τις καταθέσεις μαρτύρων στην ποινική διαδικασία (ΑΠ 605/2023, ΑΠ 538/2021).

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται μεταξύ άλλων: α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενου, β) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, δ) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και ε) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από εκείνα που προβλέπονται στα άρθρα 339 ή 432 του ΚΠολΔ (ΑΠ 14/2022, ΑΠ 816/2022).

Τέλος, οι αντιφατικοί, μεταξύ αλλήλων λόγοι αναίρεσης, που ασκούνται σωρευτικά, απορρίπτονται ως απαράδεκτοι, γιατί αντιφάσκουν λογικά μεταξύ τους και αποκλείονται αμοιβαίως. Στην περίπτωση αυτή, υπάγονται οι λόγοι αναίρεσης, όταν με τον ένα πλήττεται η απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη έγγραφο και με τον άλλον ότι το παραμόρφωσε, αφού ο τελευταίος προϋποθέτει λογικά ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, που φέρεται ότι παραμόρφωσε, δηλαδή λόγοι από το άρθρο 559 αριθμός 11 και 20 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα (ΑΠ 816/2022, ΑΠ 1294/2018, ΑΠ 757/2015, ΑΠ 1270/2013).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, οι αναιρεσείοντες, με την επίκληση της παραπάνω διάταξης του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποδίδουν, με το τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης (κατά τα δύο σκέλη του 3Α, 3Β), στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφων και ειδικότερα, προβάλλουν την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο: 1) του από 13-12-1977 αρχικού ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, 2) του από 11-2-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού παράτασης μίσθωσης, 3) των από 26-1-2004 ιδιωτικών συμφωνητικών μίσθωσης, 3) τις Ε2 (αναλυτικές καταστάσεις μισθωμάτων ακινήτων) της ένατης αναιρεσείουσας (οικονομικού έτους 2010), του δέκατου πέμπτου αναιρεσείοντος (οικονομικών ετών 2004 και 2005), του δέκατου έκτου αναιρεσείοντος (οικονομικού έτους 2006), του εικοστού δεύτερου αναιρεσείοντος (οικονομικού έτους 2005) και του εικοστού τέταρτου αναιρεσείοντος (οικονομικών ετών 2003, 2004 και 2005), 4) των από 16-1-2004, 20-1-2004 ιδιωτικών συμφωνητικών μίσθωσης, 5) την από 19-6-2018 τεχνική έκθεση της τοπογράφου μηχανικού Ε.

Σ., 6) την από 18-6-2018 ηλεκτρολογική έκθεση του ηλεκτρολόγου μηχανικού Β. Κ., 7) τις με αριθ. 15125/14-1-2019 και 15126/14-1-2019 ένορκες βεβαίωσεις των μαρτύρων Π. Κ., αντιστοίχως και 8) τα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη, με αριθ. 3574/2019 πρακτικά συζήτησης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρεται, σε τι ακριβώς συνίσταται η παραμόρφωση και ποιο το επιζήμιο για τους αναιρεσείοντες συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, εξαιτίας της επικαλούμενης παραμόρφωσης καθενός των εγγράφων αυτών, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Τούτο διότι, οι ένορκες βεβαιώσεις τρίτων αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και δεν συνιστούν έγγραφα, κατά την έννοια του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως και οι τεχνικές εκθέσεις μηχανικών και ηλεκτρολόγων και τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, ώστε η τυχόν παραμόρφωσή τους να ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή αναιρετικό λόγο.

Επιπρόσθετα, ο λόγος αυτός όσον αφορά την από 19-6-2018 τεχνική έκθεση της τοπογράφου μηχανικού Ε. Σ., την από 18-6-2018 ηλεκτρολογική έκθεση του ηλεκτρολόγου μηχανικού Β. Κ. και τα με αριθ. 3574/2019 πρακτικά συζήτησης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, είναι απορριπτέος επίσης ως απαράδεκτος, καθόσον αντιφάσκει με τον, από τον αριθμό 11 εδ.

γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επόμενο (τέταρτο ως θα εκτεθεί) λόγο αναίρεσης, αφού με το λόγο αυτό (τρίτο, κατά τα σκέλη του 3Α και 3Β) πλήττεται η απόφαση ότι παραμόρφωσε τα έγγραφα αυτά, ενώ με τον επόμενο λόγο (του άρθρου 559 αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ), ότι δεν έλαβε υπόψη (πλην άλλων) και τα ίδια αυτά έγγραφα, ο λόγος δε από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προϋποθέτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα έγγραφα που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ, και εκείνες των άρθρων 591 παρ. 1 και 614 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ` του ΚΠολΔ, ο οποίος θεμελιώνεται όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απόλυτα βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά αυτά μέσα, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1229/2023, 1630/2023, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 83/2021).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 380/2023, ΑΠ 1630/2023, ΑΠ 889/2020, ΑΠ 498/2018, ΑΠ 208/2018).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη ούτε αξιολόγησε για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος κατά λέξει: ?...3.

την με αρ. σχεδίου 4Μ 70/4.12.1976 κάτοψη ημιώροφου του αρχιτέκτονα, Σ. Β., 4. την με αρ. σχεδίου (Μ 714/4.12.1976) κάτοψη 1ου ορόφου του αρχιτέκτονα Σ. Β., 5. την με αρ. σχεδίου 4Μ 72Β/4.12.1976 κάτοψη τυπικού ορόφου (2ου έως και 5ου) του Αρχιτέκτονα Σ. Β., 6. την με αρ. σχεδίου ΦΜ 88Α/31.1.1988 κάτοψη Α' εσοχής του αρχιτέκτονα Σ. Β., 57. την με αρ. 25.883/28-12-1976 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμό πολυκατοικίας της συμβ/φου Αθηνών Α.

Α. (σε συνδυασμό με το με αρ. 25.271/1976 εργολαβικό προσύμφωνο της ιδίας ως άνω συμβ/φου), 81. την από 2/1/2018 εξώδικη γνωστοποίηση πρωτοκόλλου παράδοσης-δήλωση και πρόσκληση του αντιδίκου... με το παρά πόδας αυτής από 28/12/2017 πρωτόκολλο απόδοσης μισθίου, 82. την από 6/12/2017 εξώδικη καταγγελία, δήλωση και πρόσκληση του αντιδίκου..., προκειμένου να λάβει χώρα η παράδοση του κτιρίου, εφ' ου οι επίδικες ιδιοκτησίες μας, στις 28/12/2017, 83.

την από 5/10/2016 εξώδικη δήλωση... ημών,..., προς το αντίδικο με την παρά πόδας αυτής με αρ. 2510/14-10-2016 έκθεση επίδοσης της δικ. επιμελήτριας Σ. Τ., 84. την από 4/7/2017 εξώδικη δήλωση... ημών..., προς το αντίδικο με την παρά πόδας αυτής με αρ. 3104/31-7-2017 έκθεση επίδοσης της δικ. επιμελήτριας Σ. Τ., 85. την με αρ. 2794/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (μισθωτικές διαφορές), 86.Την από 19/6/2018 τεχνική έκθεση της τοπογράφου μηχανικού Ε.

Σ., 87. την από 18/6/2018 ηλεκτρολογική έκθεση του ηλεκτρολόγου μηχανικού... Β. Κ., 116. φωτογραφίες ενδεικτικά (204 συνολικά) της τοπογράφου μηχανικού... Σ., που απεικονίζουν τη κατάσταση (φθορές, μεταβολές κλπ υπαιτιότητος του αντιδίκου) των ορόφων της πολυκατοικίας, 117. φωτογραφίες ενδεικτικά (197 συνολικά) που απεικονίζουν τη κατάσταση (φθορές, μεταβολές κλπ υπαιτιότητος του αντιδίκου) των ορόφων της πολυκατοικίας, 118.

φωτογραφίες ενδεικτικά (32 συνολικά) που απεικονίζουν τη κατάσταση του υπογείου (φθορές, μεταβολές στις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις κλπ υπαιτιότητος του αντιδίκου) της πολυκατοικίας, 119. φωτογραφίες ενδεικτικά (12 συνολικά) που απεικονίζουν τη κατάσταση του ισογείου (φθορές, μεταβολές υπαιτιότητας του αντιδίκου) της πολυκατοικίας, 120.

φωτογραφίες ενδεικτικά (10 συνολικά) που απεικονίζουν... ακαλύπτους χώρους (φθορές, μεταβολές στις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις κλπ υπαιτιότητας του αντιδίκου) της πολυκατοικίας εφ' ης οι επίδικες ιδιοκτησίες κυριότητάς μας, 121. φωτογραφίες ενδεικτικά (44 συνολικά) που απεικονίζουν τη κατάσταση της ταράτσας και των μπαλκονιών (φθορές, μεταβολές κλπ.

υπαιτιότητας του αντιδίκου) της πολυκατοικίας εφ' ης οι επίδικες ιδιοκτησίες κυριότητάς μας, 123. το με αρ. 1/27-11-1984 πρακτικό γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας εφ' ης οι επίδικες ιδιοκτησίες κυριότητάς μας, 124. το με αρ. 30/30-11-2011 πρακτικό γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, 125.

ενδεικτικά 3 εξουσιοδοτήσεις συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, 126. την από 7/1/2019 εξώδική μας γνωστοποίηση-κλήση προς παράσταση σε εξέταση μαρτύρων και ενόρκους βεβαιώσεις προς το αντίδικο με την παρά πόδας αυτής με αρ. 40515/8-1-2019 έκθεση επίδοσης της δικ. Επιμελήτριας Ι. Θ. Γ., 133. επικυρωμένο αντίγραφο των από 28/01/2019 προτάσεών μας ενώπιον Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά τη συζήτηση της κατ' έφεση κρινομένης αγωγής μας με την παρά πόδας αυτών προσθήκη-αντίκρουση της 29/01/2018, 134.

τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη με αρ. 35742019 πρακτικά συζήτησης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, 135. την με αρ. 502/2001 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, 136. την με αρ. 405/2010 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, 137. την με αρ. 67/2019 πράξη του Τμήματος IV-Κλιμάκιο Προληπτικού Ελέγχου Δαπανών του Ελεγκτικού Συνεδρίου και 138.

Ηλεκτρονική εκτύπωση των πρακτικών του δευτέρου συνεδρίου της Επιτροπής Οικονομικής Γεωλογίας, Ορυκτολογίας, Γεωχημείας σχετικώς με την εμπορικότητα και την τιμή των μαρμάρων, Θεσσαλονίκη 2005?. Με την προσβαλλόμενη απόφαση όμως, το Εφετείο βεβαιώνει ότι για να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και επανεκτίμησε ?...τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Ε.

Κ. και Ι. Μ., που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, των οποίων οι καταθέσεις περιλαμβάνονται στα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, τις προσκομιζόμενες, με επίκληση, με αριθμ. 15125 και 15126/14-1-2019 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των εναγόντων Η. Α. και Π. Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Χίου Π.

Β., οι οποίες ελήφθησαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγομένου πριν από τουλάχιστον δύο εργάσιμες ημέρες, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 4051/8-1-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Γ. και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...''.

Από τη ρητή αυτή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, προκύπτει, χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα παραπάνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, όπως και τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες οι οποίες από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339, 432 και 444 αριθ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι εξομοιώνονται με ιδιωτικά έγγραφα (ΑΠ 7/2021), χωρίς να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου, με την επισημείωση ότι στη προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ρητή αναφορά σε πολλά των ως άνω εγγράφων.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη, με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δηλ. της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου νομίμως προσκομισθέντος και επικληθέντος. Η, δια του ερευνώμενου δε (ιδίου, τετάρτου, λόγου αναίρεσης), προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνεται απορριπτέα, ως απαράδεκτη καθόσον, υπό την επίκληση αυτής πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην ως άνω νομική σκέψη.

Μετά τα παραπάνω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος, για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).

Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατά τα άρθρα 62 παρ. 3 περ. Θ` του ν. 4387/2016 (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 31 του ν. 4445/2016) και 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και αριθ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό (Ολ.ΑΠ 21/1994, ΑΠ 1441/2017, ΑΠ 1467/2014).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την, από 21-2-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 164/9/23-2-2022), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 573/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Διατάσσει, την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης, παραβόλου. Επιβάλλει, σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β 'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ