Legislator Case Law & Legislation
1222/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling arguments were facts not legal grounds.

Case Number 1222/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a final judgment regarding property disputes. The appellant argued the lower court considered facts not proposed, but the court found these were merely factual circumstances rather than independent legal grounds. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 8 KPolD; Art. 577 KPolD: Arguments that merely describe factual circumstances from which conclusions are drawn do not constitute independent legal grounds for cassation and are therefore inadmissible.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible arguments factual circumstances legal grounds property disputes procedural dismissal court costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 8 KPolD
Art. 577 KPolD
Art. 564 para. 3 KPolD
Art. 495 para. 3 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191 para. 2 KPolD

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1222 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1222/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Τ. του Κ., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Ντοβίνο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Σ. του Χ. και 2) Γ. Σ. του Ι., κατοίκων Χαλκίδας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αστέριο Κουρούπη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-5-2018 ανακοπή και τους από 8-7-2018 πρόσθετους λόγους αυτής της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 153/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-2-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 2-2-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 40/5/3-2-2022), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθ. 1 του ΚΠολΔ), με αριθ. 153/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας. Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και, επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την από 9-5-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 1666/115/2018) ανακοπή και τους από 8-7-2018 (αριθ.

έκθ. κατάθ. 2162/161/2018) πρόσθετους λόγους αυτής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, η ανακόπτουσα ζήτησε, για τους λόγους που αναφέρει στα ως άνω δικόγραφα, να ακυρωθεί η με αριθ. 141/2018 διαταγή πληρωμής καταβολής μισθωμάτων της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, η οποία εκδόθηκε σε βάρος της, μετά από αίτηση των καθών η ανακοπή, καθώς και η επιταγή προς εκτέλεση η οποία είναι γραμμένη κάτωθι αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής μισθωμάτων.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την με αριθ. 61/2019 οριστική απόφασή του, αφού έκρινε ότι πρόκειται για σωρευόμενες και εκδικαζόμενες κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 επ. του ΚΠολΔ) ανακοπές των άρθρων 632 παρ. 1 και 933 του ΚΠολΔ (κατ' άρθρο 937 παρ. 3 του ΚΠολΔ), που παραδεκτά σωρεύονται στο ανωτέρω δικόγραφο ανακοπής και υπάγονται σ` αυτό ως καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο, ερεύνησε την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους αυτής, ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα αυτών και τις απέρριψε στο σύνολό τους, απορρίπτοντας τους λόγους τους, ως νομικά αβάσιμους, επικύρωσε δε την πληττόμενη με αριθ. 141/2018 διαταγή πληρωμής καταβολής μισθωμάτων της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.

Κατά της απόφασης αυτής η ανακόπτουσα άσκησε την από 16-4-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 1298/68/2019) έφεση με την οποία ζήτησε να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να γίνει δεκτή η ανακοπή της. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμους τους λόγους έφεσης και ως αβάσιμη την έφεση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν είχαν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά (που δέχθηκε) αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 6/2019, Ολ.ΑΠ 8/2018, ΑΠ 777/2022, ΑΠ 1034/2020).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στην διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με την συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικά.

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του ως άνω λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνον την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο των άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Οι ελλείψεις στη μείζονα πρόταση, δηλ. η παντελής παράλειψη ή ατελής ή αντιφατική παράθεση των νομικών διατάξεων, στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Αυτό δε, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει, ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.

Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης και "ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες όμως κατά τη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη ή μη νόμιμη ή αόριστη (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1519/2023, ΑΠ 10/2022, ΑΠ 351/2021, ΑΠ 461/2019, ΑΠ 455/2017).

Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού ή αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αρκεί αυτό να διατυπώνεται σαφώς. Οι νομικές διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα, αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στη προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ (ΑΠ 455/2017, ΑΠ 176/2011, ΑΠ 328/2008, ΑΠ 1208/2008).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 574 του ΑΚ που εφαρμόζεται και στις εμπορικές μισθώσεις, κατ' άρθρο 44 του π.δ/τος 34/1995, με τη σύμβαση μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 340, 341 και 342 του ΑΚ, με σαφήνεια προκύπτει, ότι κύρια υποχρέωση του μισθωτή για την ομαλή λειτουργία της μισθωτικής σχέσης, είναι η καταβολή του μισθώματος κατά το χρόνο που έχει συμφωνηθεί, διαφορετικά ο μισθωτής γίνεται υπερήμερος με μόνη τη παρέλευση της ορισμένης ημέρας και χωρίς όχληση, η δε υπαιτιότητά του, που αποτελεί στοιχείο της υπερημερίας, τεκμαίρεται με μόνη την παρέλευση του χρόνου καταβολής (ΑΠ 777/2022).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 612 παρ. 1 του ΑΚ "Όταν αποβιώσει ο μισθωτής, οι κληρονόμοι του έχουν δικαίωμα να καταγγείλουν τη μίσθωση. Η καταγγελία γίνεται τουλάχιστον πριν από τρεις μήνες και ισχύει για το τέλος του ημερολογιακού μηνός". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1846 του ΑΚ, ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομία, μόλις γίνει η επαγωγή, η οποία (επαγωγή), κατά τη διάταξη του άρθρου 1710 του ΑΚ επέρχεται κατά το θάνατο του κληρονομουμένου.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 574, 612 παρ. 1, 1710 και 1846 του ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι η μισθωτική σχέση είναι κληρονομητή και, κατά συνέπεια, σε περίπτωση θανάτου του μισθωτή, δεν επέρχεται λύση της σύμβασης μίσθωσης, αλλά υπεισέρχονται στη μισθωτική σχέση και δη στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μίσθωσης, οι κληρονόμοι του μισθωτή (εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου), μόλις γίνει η επαγωγή, η οποία επέρχεται κατά το θάνατο του κληρονομουμένου και εφόσον οι κληρονόμοι αυτοί αποδεχθούν την κληρονομία σιωπηρώς ή ρητώς (άρθρα 1846, 1847, 1850, 1857, 1940 του ΑΚ) (ΑΠ 777/2022, ΑΠ 607/2011, ΑΠ 1254/2001, ΑΠ 257/1986, ΑΠ 1731/1987), χωρίς να χρειάζεται και η προηγούμενη μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής, αφού πρόκειται για κτήση ενοχικής σχέσης και όχι κυριότητας, έχοντας πλέον δικαίωμα οι κληρονόμοι αυτοί είτε να καταγγείλουν τη μίσθωση, είτε να συνεχίσουν τη συμφωνημένη χρήση του μισθίου για δικό τους λογαριασμό, χωρίς να απαιτείται κάποια ιδιαίτερη γι` αυτό δήλωση προς τον εκμισθωτή (ΑΠ 89/1997).

Έτσι, ο θάνατος του μισθωτή δεν έχει επίδραση στη μισθωτική σχέση, είναι δε τούτο εύλογο, διότι προκειμένου περί επαγγελματικής στέγης όπου είναι φυσικό να ασκείται επιχείρηση, της οποίας ουσιώδες στοιχείο είναι η στέγη, δεν μπορεί μετά λόγου να υποστηριχθεί ότι η προστασία των κληρονόμων κείται εκτός της πρόνοιας του νομοθέτη, παρέχεται όμως, με τη διάταξη αυτή του άρθρου 612 παρ. 1 του ΑΚ στους κληρονόμους του η δυνατότητα, υπεισερχόμενοι στη μισθωτική σύμβαση (ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αφού δεν γίνεται καμία διάκριση στο νόμο), να την καταγγείλουν και να αποδεσμευτούν από αυτή, αλλιώς δεν θα είχαν εξουσία να καταλύσουν τη μισθωτική σχέση, εκτός αν αυτό προβλέπονταν ρητά στη σύμβαση μίσθωσης.

Δηλαδή με την καταγγελία του άρθρου 612 παρ. 1 του ΑΚ από τους κληρονόμους του μισθωτή, επέρχεται ως αποτέλεσμα αιφνίδια ανατροπή της μισθωτικής σχέσης και πρόωρη λήξη αυτής, τα αποτελέσματα δε της εν λόγω καταγγελίας δεν επέρχονται αμέσως, αλλά μετά την πάροδο τριών μηνών και ισχύουν για το τέλος του ημερολογιακού μήνα.

Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 612 παρ. 1 του ΑΚ παρέχει δυνατότητα αποδέσμευσης από τη μίσθωση για τους κληρονόμους του μισθωτή, με την άσκηση του, εκ της διάταξης αυτής, παρεχόμενου δικαιώματος της καταγγελίας, για την επέλευση των αποτελεσμάτων της οποίας ισχύει η άνω τρίμηνη προθεσμία. Εάν, μετά το θάνατο του μισθωτή οι κληρονόμοι αυτού, υπεισερχόμενοι στη μισθωτική σχέση, δεν καταγγείλουν, όπως έχουν δικαίωμα, κατ' άρθρο 612 παρ. 1 του ΑΚ τη μισθωτική σύμβαση, αυτή πλέον συνεχίζεται για δικό τους λογαριασμό (ΑΠ 89/1997) και, συνεπώς, μετά την υπεισέλευση αυτή των κληρονόμων του αρχικού μισθωτή στη μισθωτική σχέση, από το χρόνο επαγωγής της κληρονομίας, δηλαδή από το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου-μισθωτή, οι δημιουργούμενες υποχρεώσεις της μισθωτικής αυτής σύμβασης, δεν βαρύνουν την κληρονομιαία περιουσία, αλλά την ατομική περιουσία των κληρονόμων που συνεχίζουν για λογαριασμό τους, εφόσον δεν έχουν καταγγείλει, τη μισθωτική σύμβαση και, τούτο διότι, οι ως άνω αξιώσεις προέρχονται από τις ενέργειες των εν λόγω κληρονόμων, μετά την υπεισέλευσή τους στη μισθωτική σχέση, ως συνεχιστών για λογαριασμών τους πλέον αυτής και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν χρέος της κληρονομίας (ΑΠ 777/2022, ΑΠ 607/2011, ΑΠ 89/1997).

Τέλος, κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ.ΑΠ 2/2019). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση, ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του.

Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, τις συνέπειες, που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτήν τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί προς απόκρουση του δικαιώματος, το ζήτημα δε αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 6/2016, ΑΠ 805/2023, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 95/2020).

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα (Ολ.ΑΠ 7/2002, ΑΠ 805/2023, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 2181/2014).Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (ΑΠ 747/2022).

Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281του ΑΚ (Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 8/2018, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 330/2020). Με τους πρώτο (κατά τα τρία του σκέλη) και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου, προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 612, 574, 575, 576, 583 και 1847 του ΑΚ, αλλά και κατά παράβαση του άρθρου 281 του ΑΚ, απέρριψε ως μη νόμιμους τους πρώτο και δεύτερο λόγους έφεσης (αντίστοιχα πρώτο και δεύτερο λόγους της ανακοπής της), σύμφωνα με τους οποίους:

α) αυτή μέχρι 14-11-2017, ημεροχρονολογία κατά την οποία η ίδια έλαβε γνώση ότι ο γιός του αποβιώσαντος στις 27-2-2017 αδελφού της Ι. Τ. του Κ., Κ. Τ., ο οποίος, όπως και η ίδια με την από 16-1-2017 ιδιόγραφη διαθήκη εγκαταστάθηκαν μοναδικοί κληρονόμοι του ως άνω αποβιώσαντος, προέβη, με σχετική δήλωσή του, σε αποποίηση της κληρονομικής του μερίδας, αυτή δε έκτοτε μόνο υπεισήλθε στην ένδικη μισθωτική σχέση με τους αναιρεσίβλητους εκμισθωτές και, ως εκ τούτου, δεν οφείλει στους τελευταίους τα ένδικα μισθώματα των μηνών Μαρτίου έως Δεκεμβρίου 2017, για τα οποία εκδόθηκε σε βάρος της η με αριθ. 141/2018 διαταγή πληρωμής καταβολής μισθωμάτων της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και β) γνωρίζοντας οι αναιρεσίβλητοι ότι κληρονόμος της επιχείρησης, άρα και της μισθωτικής σχέσης, ήταν αρχικά ο υιός του κληρονομούμενου Κ.

Τ., αυτή δε επί εννέα μήνες, δηλ., μέχρι την αποποίηση της κληρονομίας από τον προαναφερόμενο δεν είχε δυνατότητα χρήσης του μισθίου, αλλά ούτε και καταγγελίας της μίσθωσης και λαμβανομένου υπόψη ότι η επιχείρηση στεγαζόταν στο συγκεκριμένο χώρο για χρονικό διάστημα πλέον των εξήντα ετών, καταχρηστικώς αξίωσαν από την ίδια την καταβολή των ένδικων μισθωμάτων.

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης με αριθ. 153/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα: ''... Mε τον πρώτο λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) μέμφεται την πληττόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 1, 1807, 1846 και 612 ΑΚ, διότι απέρριψε ως μη νόμιμο τον πρώτο λόγο ανακοπής της, σύμφωνα με τον οποίο, μέχρι τις 14-11-2017, ημερομηνία κατά την οποία η ίδια έλαβε γνώση ότι ο υιός του αποβιώσαντος προέβη με σχετική δήλωσή του σε αποποίηση της εκ διαθήκης κληρονομικής μερίδας του, εκείνη δεν είχε υπεισέλθει στην επίδικη μισθωτική σχέση και ως εκ τούτου δεν παρήχθησαν από εκείνη οφειλές μισθωμάτων προς τους καθ' ων εκμισθωτές.

Ο λόγος αυτός είναι μη νόμιμος και εντεύθεν απορριπτέος, διότι, ..., πάντοτε η επαγωγή της κληρονομιάς ανάγεται στο χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου και εν προκειμένω η προσαύξηση της κληρονομικής μερίδας της ανακόπτουσας ανάγεται στην ημερομηνία θανάτου αυτού (27-02-2017). Επομένως, η ανακόπτουσα υπεισήλθε στην ένδικη μισθωτική σχέση από τις 27-02-2017 με τη σχετική, εκ μέρους της, αποδοχή (σιωπηρή, ως εκ της μη αποποίησης) της επαχθείσας σ' αυτήν αρχικής κληρονομικής μερίδας και έκτοτε οφείλει μισθώματα μέχρι τις 31-12-2017.

Και τούτο, διότι η καταγγελία της μίσθωσης με την παράδοση του μισθίου στους καθ' ων εκμισθωτές (ήδη αναιρεσίβλητους) στις 08-12-2017, η οποία είχε καταστεί αορίστου χρόνου, αφού δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, και εφόσον το μίσθωμα είχε ορισθεί κατά μήνα, έπρεπε να γίνει τουλάχιστον 15 ημέρες πριν τη λύση της μίσθωσης (άρθρο 609 ΑΚ).

Τα αποτελέσματα δε της, ως άνω, καταγγελίας επήλθαν στο τέλος του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2017,... Εφόσον, λοιπόν, οι σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις για την προσαύξηση της κληρονομικής μερίδας του κληρονόμου, εξαιτίας της έκπτωσης άλλου κληρονόμου, λόγω αποποίησης, δεν προβλέπουν δυνατότητα αυτοτελούς αποποίησής της και θεωρούν αυτήν (κατά πλάσμα) ότι επήχθη κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου με την αποδοχή της αρχικής μερίδας, η ανακόπτουσα δεν είχε τη δυνατότητα να αποποιηθεί την, ως άνω, προσαύξηση, με την οποία υπεισήλθε και στην υποχρέωση καταβολής των επίδικων μισθωμάτων, αφού, ως ισχυρίζεται η λύση της ένδικης μίσθωσης έλαβε χώρα στις 08-12-2017 και όχι σε προγενέστερο χρονικό σημείο.

Τούτο δε, είναι ανεξάρτητο από τη γνώση του λόγου της επαγωγής της προσαύξησης κατά την 14-11-2017. Τέλος, η αιτίαση που προβάλλεται από την εκκαλούσα με τον ίδιο, ως άνω, λόγο, ότι στη διαταγή πληρωμής εσφαλμένως αναφέρεται ως χρόνος έναρξης προθεσμίας για την εκ μέρους της αποποίηση της κληρονομιάς η ημερομηνία δημοσίευσης της διαθήκης και όχι η 14-11-2017, είναι απορριπτέα ως αλυσιτελώς προβαλλόμενη, διότι η κατά προσαύξηση κληρονομική μερίδα δεν επιδέχεται ιδιαίτερης αποποίησης και mutantis mutandis δεν υφίσταται σχετική προθεσμία για άσκηση σχετικού δικαιώματος,...

Περαιτέρω, με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο της έφεσης πλήττεται η εκκαλουμένη, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, στο μέτρο που εσφαλμένα, κατά τους ισχυρισμούς της εκκαλούσας, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι, τα προταθέντα απ' αυτήν με τον δεύτερο λόγο ανακοπής της πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος των καθ' ων.

Ειδικότερα, η ανακόπτουσα προέβαλε πρωτοδίκως ότι, ενόψει όλων των..., αναφερόμενων πραγματικών περιστατικών και ιδίως επειδή οι καθ' ων γνώριζαν ότι κληρονόμος της επιχείρησης, άρα και της μισθωτικής σχέσης, ήταν αρχικά ο υιός του κληρονομουμένου Κ. Τ., αυτή δε επί εννέα μήνες, ήτοι, μέχρι την αποποίηση της άνω κληρονομιάς εκ μέρους του παραπάνω προσωρινού κληρονόμου, δεν είχε καμία εξουσία διαχείρισης ή δυνατότητα χρήσης του μισθίου, αλλά ούτε και καταγγελίας της μίσθωσης και λαμβανομένου υπόψη ότι η επιχείρηση στεγαζόταν στο συγκεκριμένο χώρο αδιαλείπτως για χρονικό διάστημα πλέον των εξήντα ετών, καταχρηστικώς αξίωσαν από την ίδια την καταβολή των επίδικων μισθωμάτων.

Ο λόγος, όμως, αυτός της ανακοπής κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, εντεύθεν δε και ο παραπάνω λόγος έφεσης, διότι δεν εκτίθενται περιστατικά που συγκροτούν την επικαλούμενη από την ανακόπτουσα κατάχρηση και δη συμπεριφορά των καθ' ων, η οποία να δημιούργησε σε αυτήν την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν οι τελευταίοι το άνω δικαίωμά τους, ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του με επαχθείς συνέπειες για την ίδια να μη δικαιολογείται και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.

Στο αυτό δε συμπέρασμα, ως προς το νόμω αβάσιμο των, ως άνω, λόγων ανακοπής, που κατέληξε και η εκκαλουμένη, απορρίπτοντας την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους της, αν και με λιγότερες και εν μέρει διάφορες αιτιολογίες, οι οποίες παραδεκτώς συμπληρώνονται και αντικαθίστανται αντιστοίχως με εκείνες της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά το νόμο εφάρμοσε και ερμήνευσε και διέλαβε ορθό διατακτικό και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσία ...''.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε την έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 612 παρ. 1 του ΑΚ σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 574, 1710 και 1846 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω γενόμενα δεκτά δικαιολογούν την, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος και την απόρριψη των σχετικών ισχυρισμών - ενστάσεων (ως λόγων ανακοπής) της αναιρεσείουσας.

Ειδικότερα, το Εφετείο δεχόμενο ανελέγκτως με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι: α) η μισθωτική σχέση είναι κληρονομητή και κατά συνέπεια σε περίπτωση θανάτου του μισθωτή, δεν επέρχεται λύση της σύμβασης μίσθωσης, αλλά υπεισέρχονται στη μισθωτική σχέση οι κληρονόμοι του μισθωτή (εκ διαθήκης εν προκειμένω), μόλις γίνει η επαγωγή, η οποία επέρχεται κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου και επομένως η επαγωγή της κληρονομίας του Ι.

Τ., που απεβίωσε στις 27-2-2017, ανάγεται στο χρόνο θανάτου του και η προσαύξηση της κληρονομικής μερίδας της αναιρεσείουσας, ως εκ διαθήκης κληρονόμου του, ανάγεται στην προαναφερόμενη ημερομηνία θανάτου αυτού, β) έκτοτε η αναιρεσείουσα υπεισήλθε στην ένδικη μισθωτική σχέση με τη σχετική, εκ μέρους της, αποδοχή (σιωπηρή, καθόσον δεν χώρισε αποποίηση εκ μέρους της) της επαχθείσας σε αυτήν αρχικής κληρονομικής μερίδας και έκτοτε οφείλει μισθώματα μέχρι τις 31-12-2017, τούτο δε, ανεξάρτητα από τη γνώση του λόγου της επαγωγής της προσαύξησης της κληρονομικής της μερίδας κατά την 14-11-2017, όταν χώρισε αποποίηση του γιού του κληρονομούμενου Κ.

Τ., γ) η αναιρεσείουσα, μετά το θάνατο του μισθωτή, ως κληρονόμος του, υπεισερχόμενη στη μισθωτική σχέση, με την επαγωγή της κληρονομίας, (η οποία επέρχεται κατά το χρόνο του θανάτου του), δεν κατήγγειλε, όπως είχε δικαίωμα τη μισθωτική σύμβαση, η οποία συνεχίστηκε για δικό της λογαριασμό, βαρυνόμενη, ως εκ τούτου, με τις υποχρεώσεις της μισθωτικής σύμβασης και δ) δεν εκτίθενται από την αναιρεσείουσα-ανακόπτουσα περιστατικά που συγκροτούν την επικαλούμενη κατάχρηση και δη συμπεριφορά των αναιρεσίβλητων-καθών η ανακοπή, η οποία να δημιούργησε σε αυτήν την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν οι τελευταίοι το άνω δικαίωμά τους, ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του με επαχθείς συνέπειες για την ίδια να μη δικαιολογείται και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, αφού η επίκληση ότι οι αναιρεσίβλητοι γνώριζαν ότι κληρονόμος της επιχείρησης, άρα και της μισθωτικής σχέσης, ήταν αρχικά ο γιός του κληρονομούμενου Κ.

Τ., αυτή δε επί εννέα μήνες, δηλαδή μέχρι την αποποίηση της άνω κληρονομίας εκ μέρους του παραπάνω, δεν είχε καμία εξουσία διαχείρισης ή δυνατότητα χρήσης του μισθίου, αλλά ούτε και καταγγελίας της μίσθωσης, δεν αρκούν για την θεμελίωση κατά νόμο καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός τους (αναιρεσίβλητων-εκμισθωτών), ώστε να εμπίπτει, η συμπεριφορά τους, στη θεσπιζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ απαγόρευση και, ως εκ τούτου, ο σχετικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ήταν μη νόμιμος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον με βάση τις προεκτιθέμενες ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των όσων έγιναν δεκτά και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού και δικαιολογείται ως ορθό το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου.

Η εσφαλμένη αναφορά στη προσβαλλόμενη απόφαση της διάταξης του άρθρου 609 του ΑΚ ότι η καταγγελία της μισθωτικής σύμβασης ασκείται, ως αορίστου χρόνου, προ δεκαπέντε ημερών και ισχύει για το τέλος του μηνός, ενώ δυνατότητα αποδέσμευσης από τη μίσθωση για τους κληρονόμους του μισθωτή παρέχει η διάταξη του άρθρου 612 παρ. 1 του ΑΚ, με την άσκηση καταγγελίας, για την επέλευση των αποτελεσμάτων της οποίας ισχύει η τρίμηνη προθεσμία, η οποία διάταξη καταλαμβάνει και τις αορίστου χρόνου συμβάσεις, αφού δεν γίνεται καμία διάκριση σε αυτήν, δεν ασκεί επιρροή καθόσον δεν διαμορφώνει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Οι ίδιοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης, κατά το υπόλοιπο μέρος τους, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της ευθείας παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 575, 576 και 583 του ΑΚ είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, καθόσον στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών (ΑΠ 455/2017).

Περαιτέρω, οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος αυτών, με το οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση για εκ πλαγίου παραβίαση των περί μισθώσεων ως άνω διατάξεων, με την επίκληση ότι υφίσταται αντίφαση μεταξύ της μείζονος πρότασης περί κληρονομητού της μισθωτικής σχέσης σε περίπτωση θανάτου του μισθωτή, που περιέρχεται στους κληρονόμους του, οι οποίοι αποκτούν όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του μισθωτή υπεισερχόμενοι στη μίσθωση και της προεκτεθείσας ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή στις ουσιαστικές παραδοχές και όχι στη μείζονα πρόταση αυτού.

Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 19 του ΚΠολΔ, κρίνονται απορριπτέοι, ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις ως άνω διακρίσεις.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ), αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1051/2023, ΑΠ 322/2020, ΑΠ 5/2020).

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια από τον αριθμό 8α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν από αυτήν και ειδικότερα πεπλανημένα έλαβε υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς της (όπως αυτοί αναφέρονται στις σελ. 30 έως 37 της αίτησης αναίρεσης) και αφορούν α) την εσφαλμένη ημερομηνία έναρξης της προθεσμίας αποποίησης της κληρονομίας και επαγωγής της σε αυτήν, β) τη δυνατότητα καταγγελίας την ένδικης μίσθωσης από αυτή και γ) την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσίβλητων.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον οι διατυπούμενες αιτιάσεις, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, αφού δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς που θεμελιώνουν, κατά το νόμο, ενστάσεις της αναιρεσείουσας, αλλά αποτελούν πραγματικά περιστατικά από τα οποία, σε περίπτωση βασιμότητάς τους, συνάγονται επιχειρήματα και συμπεράσματα της αναιρεσείουσας για την υποστήριξη των απόψεών της, σχετικά με τους προβληθέντες λόγους ανακοπής αυτής.

Μετά τα παραπάνω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).

Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την, από 2-2-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 40/5/3-2-2022), αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθ. 153/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών.

Διατάσσει, την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου. Επιβάλλει, σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ