Legislator Case Law & Legislation
1221/2018 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against expropriation decision regarding land suitability and construction viability.

Case Number 1221/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Third-instance Court of Lamia's expropriation decision. The Court found the lower court's reasoning insufficient regarding the suitability and constructibility of specific properties, particularly noting the lack of mention for one property. Consequently, the appeal was accepted for the affected owners, and the case was remanded to a new panel of judges for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an expropriation decision is appealable if the lower court fails to adequately address the legal criteria for land suitability and constructibility, necessitating remand for re-examination.

Keywords

AI generated
expropriation appeal land suitability constructibility criteria remand for retrial partial appeal success Code of Civil Procedure expropriation compensation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 22(2)(b) of Law 3693/1957
Article 52(18) of the Judicial Organization Law

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1221 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1221/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1. Ν. Ν. του Ι., κατοίκου ...), 2. … και 157. Ν. Β. του Ε., κατοίκου ... (...).

Οι με στοιχ. 4ος, 7ος, 9η, 10ος, 11ος, 12ος, 13ος, 15η, 21η, 22η, 23ος, 24ος, 30η, 32η, 33ος, 41η, 46ος, 47ος, 53ος-146β, 54η, 55ος, 61η-148η, 68ος, 74ος, 77ος, 93ος, 94β-151η, 105ος, 112η, 113η, 114ος, 122η, 123η, 124ος, 134η, 135ος, 136ος, 138η, 139η, 140η, 141η-143η, 144ος, 145η, 146α και 147ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοφάνη Παντελιά, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι:

α) οι με στοιχ. 53ος και 146β, 61η και 148η, 94β και 151η, 141η και 143η Π. Π. του Κ., Μ. Κ. του Ν., Σ. συζ. Δ. Π. και Ε. χα Χ. Κ., αντίστοιχα, είναι τα ίδια και τα αυτά πρόσωπα, β) ο Γ. Ζ. του Α. (υπό στοιχ. 8 ως άνω), απεβίωσε στις 17-8-2014 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του i. Ι. χα Γ. Ζ., το γένος Γ.

Κ., ii. Α. Ζ. του Γ., iii. Β. Ζ. του Γ. και iv. Θ. Ζ. του Γ., κάτοικοι ..., εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο, γ) ο Σ. Κ. του Α. (υπό στοιχ. 39 ως άνω), απεβίωσε στις 12-1-2012 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του i. Β. Β. χα Ν. Ν., το γένος Α. Κ. και ii. Π. Κ. του Α., κάτοικοι ..., οι οποίες εκπροσωπούνται από τον ίδιο, δ) η Β.

Κ. του Α. (υπό στοιχ. 40 και 137 ως άνω - πρόκειται για το αυτό πρόσωπο), απεβίωσε στις 8-3-2017 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της i. Β. Β. χα Ν. Ν., το γένος Α. Κ. και ii. Π. Κ. του Α., κάτοικοι ..., οι οποίες εκπροσωπούνται από τον ίδιο, ε) η Π. Α. χα Δ. (υπό στοιχ. 48 και 142 ως άνω - πρόκειται για το αυτό πρόσωπο), απεβίωσε στις 5-9-2009 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της i.

Ε. Α. του Δ. και ii. Η. Α. του Δ., κάτοικοι ..., εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο, στ) ο Σ. Κ. του Π. (υπό στοιχ. 82 και 150 ως άνω - πρόκειται για το αυτό πρόσωπο, όμως στον α/α 150 το μικρό του όνομα αναγράφεται εσφαλμένα "Σ." αντί του ορθού "Σ.", το οποίο και διορθώνει), απεβίωσε στις 7-4-2012 και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς νόμιμους κληρονόμους του i.

Σ. χα Σ. Κ., το γένος Π. Σ., ii. Δ. Κ. του Σ., iii. Π. Κ. του Σ. και iv. Α. Κ. του Σ., εκ των οποίων τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν τα ως άνω τέκνα του, ήτοι οι Δ. Κ. του Σ., Π. Κ. του Σ., κάτοικοι ... και Α. Κ. του Σ., κάτοικος ..., εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο και ζ) ο Ι. Τ. του Δ. (υπό στοιχ. 92 και 149 ως άνω - πρόκειται για το αυτό πρόσωπο), απεβίωσε στις 26-2-2012 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο μοναδικός νόμιμος εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Β.

Τ. του Δ., κάτοικος ... ο οποίος εκπροσωπείται από τον ίδιο.

Με προφορική δήλωσή του ενώπιον του ακροατηρίου, καθώς και με το από 18-5-2018 σημείωμά του, που κατέθεσε στον Γραμματέα της έδρας, ο ως άνω δικηγόρος Θεοφάνης Παντελιάς, προέβη στη διόρθωση των ακόλουθων σφαλμάτων του αναιρετηρίου, ως προς τους αναιρεσιβλήτους που εκπροσωπεί: 1) Στον αύξοντα αριθμό 9 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος φέρεται η συγκεκριμένη καθ' ης ως σύζυγος Γ. Ζ., ενώ μετά τον επισυμβάντα, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, θάνατο του συζύγου της, είναι πλέον χήρα Γ. Ζ..

2) Στον αύξοντα αριθμό 23 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος φέρονται εσφαλμένα ως ιδιοκτησίες του ως άνω καθ' ου οι με αριθμούς 39, 41 και 157 ιδιοκτησίες, πλην όμως στον ως άνω καθ' ου ανήκει μόνο η με αριθμό 157 ιδιοκτησία.

3) Στον αύξοντα αριθμό 30 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος φέρεται η συγκεκριμένη καθ' ης ως σύζυγος Α. Χ., ενώ το ορθό είναι χήρα Α. Χ..

4) Στον αύξοντα αριθμό 32 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος: α) φέρεται εσφαλμένα το επώνυμο της συγκεκριμένης καθ' ης ως "Γ.", ενώ το ορθό είναι "Κ." και β) φέρονται εσφαλμένα ως ιδιοκτησίες της συγκεκριμένης καθ' ης οι με αριθμούς 54 και 55 ιδιοκτησίες, πλην όμως σε αυτήν ανήκει μόνο η με αριθμό 54 ιδιοκτησία.

5) Στον αύξοντα αριθμό 33 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος φέρεται εσφαλμένα το επώνυμο του συγκεκριμένου καθ' ου ως "Κ.", ενώ το ορθό είναι "Κ.".

6) Στον αύξοντα αριθμό 47 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος φέρονται εσφαλμένα ως ιδιοκτησίες του ως άνω καθ' ου οι με αριθμούς 76, 78, 137 και 144 ιδιοκτησίες, πλην όμως στον ως άνω καθ' ου ανήκουν μόνο οι με αριθμούς 137 και 144 ιδιοκτησίες.

7) Στον αύξοντα αριθμό 48 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος φέρονται εσφαλμένα ως ιδιοκτησίες της ως άνω ήδη αποβιωσάσης καθ' ης οι με αριθμούς 77 και 138 ιδιοκτησίες, πλην όμως στην ως άνω ήδη αποβιώσασα καθ' ης ανήκε μόνο η με αριθμό 138 ιδιοκτησία.

8) Στον αύξοντα αριθμό 54 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος φέρεται εσφαλμένα το επώνυμο της συγκεκριμένης καθ' ης ως "Μ.", ενώ το ορθό είναι "Μ.". 9) Στον αύξοντα αριθμό 55 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος φέρεται εσφαλμένα το επώνυμο του συγκεκριμένου καθ' ου ως "ΓΚ.", ενώ το ορθό είναι "Κ.".

10) Στον αύξοντα αριθμό 61 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος φέρεται εσφαλμένα το επώνυμο της συγκεκριμένης καθ' ης ως "Καρατζάβελου", ενώ το ορθό είναι "Καραντζάβελου", όπως άλλωστε ορθά αναφέρεται στον αύξοντα αριθμό 148 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος, όπου αναφέρεται η ίδια καθ' ης αναφορικά με την έτερη ιδιοκτησία της.

11) Στον αύξοντα αριθμό 74 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος φέρεται εσφαλμένα ως δικαιούχος (των ιδιοκτησιών) ο Δ. Θ. του Κ., ενώ ο πραγματικός δικαιούχος αυτών είναι ο Κ. Θ. του Δ..

12) Στον αύξοντα αριθμό 105 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος φέρεται εσφαλμένα ο συγκεκριμένος καθ' ου ως δικαιούχος των ιδιοκτησιών με αριθμούς 184 και 185, πλην όμως σε αυτόν ανήκει μόνο η με αριθμό 185 ιδιοκτησία.

13) Στον αύξοντα αριθμό 122 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος φέρεται εσφαλμένα η συγκεκριμένη καθ' ης ως σύζυγος Α. Κ., ενώ το ορθό είναι χήρα Α. Κ..

14) Στον αύξοντα αριθμό 134 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος φέρεται εσφαλμένα η συγκεκριμένη καθ' ης ως τέκνο, ενώ το ορθό είναι σύζυγος Π. Τ..

15) Στον αύξοντα αριθμό 146 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος, στοιχεία α και β αυτού φέρονται εσφαλμένα ως ιδιοκτησίες των ως άνω καθ' ων οι με αριθμούς 86 και 141 ιδιοκτησίες, αντί του ορθού 86 και 141β ιδιοκτησίες.

16) Στον αύξοντα αριθμό 147 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος φέρονται εσφαλμένα ως ιδιοκτησίες του ως άνω καθ' ου οι με αριθμ. 86 και 141 ιδιοκτησίες, αντί του ορθού 86 και 141β ιδιοκτησίες.

17) Στους αύξοντες αριθμούς 150 και 82 εκ των καθ' ων η υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος φέρεται εσφαλμένα ως ιδιοκτησία του ως άνω καθ' ου η με αριθμό 141 ιδιοκτησία, αντί του ορθού 141α ιδιοκτησία.

Οι λοιποί των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2009 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 190/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Λαμίας και συνεκδικάστηκε με είκοσι δύο (22) αυτοτελείς αιτήσεις προσώπων, μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και με τις κύριες παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.

Εκδόθηκε η 278/2010 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-12-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 9-9-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 28-12-2011 αιτήσεως για αναίρεση της 278/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 11-7-2017 κλήση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση η από 28-12-2011 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 45/29-12-2011 αίτησή του, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε (βλ. τα πρακτικά της παρούσας), για αναίρεση της 278/2010 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Λαμίας, μετά τη ματαίωση της συζήτησής της κατά τη δικάσιμο της 18-9-2015 που είχε οριστεί αρχικά.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των 8ου (Γ. Α. Ζ.), 39ου (Σ. Α. Κ.), 40ης-137ης (Β. Α. Κ.), 48ης-142ης (Π. χήρας Δ. Α.), 82ου-150ου (Σ. Π. Κ.) και 92ου-149ου (Ι. Δ. Τ.) των αναιρεσιβλήτων, με προφορική δήλωσή του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασής του, δήλωσε ότι οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι πέθαναν, αντίστοιχα, στις 17-8-2014, 12-1-2012, 8-3-2017, 5-9-2009, 7-4-2012 και 26-2-2012, όπως προκύπτει από τις οικείες ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, ήτοι μετά την άσκηση, στις 29-12-2011, της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως (με εξαίρεση την προαναφερόμενη 48η - 142η αναιρεσίβλητη Π. Α.) και ότι τη δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι, εξ αδιαθέτου, κληρονόμοι τους (άρθρ. 18 παρ. 5 ν. 2882/2001), αντίστοιχα, 1) Ι. χήρα Γ. Ζ., Α. Γ. Ζ., Β. Γ. Ζ. και Θ. Γ. Ζ., 2) και 3) Β. Β. χήρα Ν. Ν., το γένος Α. Κ. και Π. Α. Κ., 4) Ε. Δ. Α. και Η. Δ. Α., 5) Δ. Σ. Κ., Π. Σ. Κ. και Α. Σ. Κ. και 6) Β. Δ. Τ., των οποίων η κληρονομική ιδιότητα δεν αμφισβητείται, ενώ προσκομίζονται απ' αυτούς και τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα. Ειδικότερα, όσον αφορά την πιο πάνω 48η - 142η αναιρεσίβλητη Π. Α., ναι μεν αυτή πέθανε στις 5-9-2009, δηλαδή πριν από την κατάθεση - άσκηση, στις 29-12-2011, της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, πλην όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι το αναιρεσείον, κατά το χρόνο εκείνον, γνώριζε το θάνατό της.

Συνεπώς, η αναίρεση είναι έγκυρη και κατά το μέρος που στρέφεται κατά της παραπάνω αναιρεσίβλητης που είχε αποβιώσει πριν από την άσκησή της και μπορεί να προχωρήσει νόμιμα η συζήτησή της με τους κληρονόμους της Ε. Δ. Α. και Η. Δ. Α. που εμφανίστηκαν από μόνοι τους κατά τη συζήτηση με την ιδιότητά τους αυτή και δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη (ΑΠ Ολομ. 31/2009, 27/1987, ΑΠ 704/2017, ΑΠ 740/2016).

Όπως προκύπτει από τα πιστοποιητικά που με επίκληση προσκομίζει το αναιρεσείον, αντίγραφα α) της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με την πράξη προσδιορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 18-9-2015, κατά την οποία η συζήτησή της ματαιώθηκε και β) της πιο πάνω κλήσης προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο τοιχοκολλήθηκαν, δεκαπέντε (15) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τις αντίστοιχες δικασίμους, στο κατάστημα του Δικαστηρίου τούτου (7-4-2015 και 19-10-2017) και στα δημοτικά - κοινοτικά καταστήματα του Δήμου Λαμιέων, της Τοπικής Κοινότητας …., της Δημοτικής Κοινότητας ….

και της Τοπικής Κοινότητας … (15-4-2015, 15-4-2015, 17-4-2015 και 17-4-2015, αντίστοιχα, για την αναίρεση και 9-11-2017, για την κλήση), στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα. Επίσης, ειδοποίηση, με το αναγκαίο, κατά νόμο, περιεχόμενο, δημοσιεύτηκε, Α) στις 19-5-2015, σε τρεις αθηναϊκές εφημερίδες [1) "...", φύλλο …2, 2) "...", φύλλο …7 και 3) "...", φύλλο …31], καθώς και σε μία της ….. ["...", φύλλο ….1 της 21-5-2015], όσον αφορά την αναίρεση και Β) σε τρεις αθηναϊκές εφημερίδες [1) "...", φύλλο …6 της 5-1-2018, 2) "...", φύλλο …6 της 5-6/1/2018 και 3) " ... ", φύλλο ….7 της 5-1-2018], καθώς και σε μία της …. ["...", φύλλο …1 της 6-7/1/2018], όσον αφορά την κλήση.

Επομένως, οι 1ος, 2ος, 3η, 5ος, 6η, 14η, 16ος έως και 20ος, 25ος έως και 29η, 31ος, 34ος έως και 38ος, 42η έως και 45η, 49ος έως και 52ος, 56ος έως και 60ος, 62ος έως και 67ος, 69ος έως και 73ος, 75ος, 76ος, 78ος έως και 81ος, 83ος έως και 91η, 94α, 95ος έως και 104η, 106ος έως και 111ο, 115η έως και 121η, 125η έως και 133ος και 152η έως και 157ος των καθ'ων η κλήση - αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκαν, ούτε κατέθεσαν δηλώσεις (άρθρα 242 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), κλητεύθηκαν νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 4 ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 131 παρ. 2 ν. 4070/2012 (ΦΕΚ/Α/82/10-4-2012) και εφαρμόζεται, κατ' άρθρ. 146 παρ. 10 του νόμου αυτού, και στις αιτήσεις αναίρεσης που είναι εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου νόμου.

Γι' αυτό, η υπόθεση πρέπει να συζητηθεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.

Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά, προκειμένου να διαγνωστεί η πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή αν λάβει υπόψη άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίξει την κρίση του, για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, αν ληφθεί υπόψη η χρησιμοποιούμενη στην παραπάνω διάταξη λέξη "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 2004/2017, ΑΠ 635/2017, ΑΠ 1175/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων: α) έστω και συνοπτικά (ΑΠ Ολομ. Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, άρα, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, όπως προκύπτει από την πληττόμενη 278/2010 απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, αφού συνεκδίκασε τις αναφερόμενες είκοσι τρεις (23) αυτοτελείς αιτήσεις, μεταξύ των οποίων και την από 3-1-2009 αίτηση του αναιρεσείοντος, καθώς και ανταιτήσεις και παρεμβάσεις, για τον καθορισμό, μεταξύ των άλλων, οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και ιδιαίτερης, κατ' άρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001, αποζημίωσης για τα αναφερόμενα ακίνητα των αναιρεσιβλήτων που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Λαμιέων του νομού ….

και που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, και, ειδικότερα, με τη νόμιμα δημοσιευμένη 1085691/6626/0010/20-10-2006 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, για τη βελτίωση του αυτοκινητόδρομου ΠΑΘΕ στο τμήμα από Νέα Κοίτη Σπερχειού - Τέλος ΑΚ …, δέχθηκε, τελικά, κατά ένα μέρος, αυτές και καθόρισε την οριστική αποζημίωση για τις εδαφικές εκτάσεις (και τα επικείμενά τους που συναπαλλοτριώθηκαν) στις αναγραφόμενες τιμές ανά περιοχή (...).

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: [Στην απαλλοτριούμενη έκταση προβάλλουν εμπράγματα δικαιώματα οι καθ' ων η παρούσα και οι κυρίως παρεμβαίνοντες, ενώ δεν συμπεριλαμβάνονται τα ακίνητα, τα οποία, σύμφωνα με τα κτηματολογικά στοιχεία της απαλλοτριώσεως, φέρονται ότι ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο.

Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα βρίσκονται κυρίως στις κτηματικές περιφέρειες των δημοτικών διαμερισμάτων ….. και δύο εξ αυτών στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος ….ς. Η απαλλοτριωθείσα ζώνη εκτείνεται γύρω από τον κόμβο εισόδου στο νοτιοδυτικό άκρο της πόλης της …., από τη Νέα ….. έως τον κόμβο της …..

Ορισμένα από τα ακίνητα είχαν απαλλοτριωθεί και κατά την προηγούμενη απαλλοτρίωση του έτους 2001, δυνάμει της οποίας δημιουργήθηκε ο κύριος άξονας εισόδου προς τη Λαμία και, συγκεκριμένα, δημιουργήθηκε οδός με δύο λωρίδες ανά κατεύθυνση και με διαχωριστικό τσιμεντένιο προστατευτικό τοιχίο μεταξύ των δύο κατευθύνσεων, ενώ κατασκευάσθηκε και διπλής κατεύθυνσης παράδρομος αριστερά και δεξιά της οδού.

Περαιτέρω, στην ευρύτερη περιοχή έχουν εγκατασταθεί και λειτουργούν πολλές εμπορικές, βιομηχανικές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις, π.χ. αντιπροσωπείες αυτοκινήτων και επίπλων, πολυκαταστήματα - super-market, πρατήρια υγρών καυσίμων, ο τηλεοπτικός σταθμός με την επωνυμία "..." και επιχειρήσεις αναψυκτηρίων - εστιατορίων.

Το άκρο δε της απαλλοτριωθείσας ζώνης προς το Δ.Δ. … γειτνιάζει με νεόδμητους οικισμούς που ανήκουν στη … και τη …., καθώς επίσης και με το λιμάνι της …., από το οποίο διακινούνται προϊόντα και εμπορεύματα με συγκεκριμένη και ελεγχόμενη συχνότητα, χωρίς μέχρι σήμερα να εμφανίζει τα χαρακτηριστικά ενός καθοριστικού για τις μεταφορές και τις συγκοινωνίες λιμανιού και διαμετακομιστικού κέντρου εμπορίου.

Αρκετά από τα απαλλοτριούμενα ακίνητα εφάπτονται στη Νέα ή την Παλαιά Εθνική Οδό ή και στις δύο ή στην παρακαμπτήριο της πόλης της Λαμίας ή, τέλος, σε αγροτικές και δημοτικές οδούς. Ενόψει τούτων, η ευρύτερη περιοχή της νοτιοδυτικής εισόδου προς την πόλη της Λαμίας βρίσκεται σε σταδιακή ανέλιξη και παρουσιάζει σημαντική ανάπτυξη, η οποία χαρακτηρίζεται από την εγκατάσταση και λειτουργία σημαντικών και ενίοτε πανελληνίως γνωστών εμπορικών επιχειρήσεων, που εξυπηρετούν τόσο τους μόνιμους κατοίκους όσο και τους διερχόμενους.

Κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης ο μάρτυρας του αιτούντος κατέθεσε ότι η περιοχή αυτή κατακλυζόταν από τον Σπερχειό ποταμό, ότι ήταν πιο φθηνή, αλλά μπαζώθηκαν αγροτεμάχια και έγιναν αντιπροσωπείες αυτοκινήτων, τα περισσότερα δε ακίνητα είναι εργοστάσια, βιοτεχνίες, ένας τηλεοπτικός σταθμός, ενώ υπάρχουν και λίγες κατοικίες στο κομμάτι της ….

Επισήμανε δε ότι η περιοχή πήρε αξία όταν έγινε η απαλλοτρίωση το έτος 2000 και ότι θεωρείται βιομηχανική περιοχή, αλλά δεν έχει τις υποδομές για να είναι τέτοια και ότι οι ιδιοκτησίες που έχουν πρόσοψη στην εθνική οδό έχουν μεγαλύτερη αξία, ενώ η περιοχή της …. είναι ενταγμένη στο πρόγραμμα NATURA. Οι μάρτυρες των καθ' ων η αίτηση ανέφεραν ότι η εν λόγω περιοχή είναι πλεονεκτική, μεγάλης προσπελασιμότητας και ότι εκεί μπορούν να αναπτυχθούν μεγάλες δραστηριότητες, ήτοι μονάδες πώλησης ή εργαστήρια.

Στον οικείο κτηματολογικό πίνακα τα απαλλοτριούμενα εμφανίζονται ως αγροί, αρδευόμενοι και μη, χέρσα και ελαιώνες. Η Κτηματική Υπηρεσία Ν. Φθιώτιδος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του Κ.Α.Α.Α., ως ισχύει μετά την τροποποίησή του από τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 2 και 3 του Ν. 3193/2003..., εκτίμησε την αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων και των επικειμένων αυτών ως ακολούθως...

Οι καθ' ων η αίτηση -κυρίως παρεμβαίνοντες - ανταιτούντες ζητούν να καθοριστούν τιμές πολύ μεγαλύτερες απ' αυτές της αιτούσας, αφού γίνει ορθός χαρακτηρισμός των ακινήτων τους ως οικοπέδων. Ορισμένοι από τους καθ' ων η αίτηση ισχυρίσθηκαν ότι οι διακρίσεις που έθεσε η προεκτιμητική επιτροπή δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική αξία των απαλλοτριούμενων ακινήτων, διότι:

α) σύμφωνα με το από 2- 12-1996 έγγραφο του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, η μέθοδος αντικειμενικού προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας μεταβιβαζομένων ακινήτων καθιερώθηκε για τον καθορισμό μιας πλασματικής αξίας, της οποίας μοναδική εφαρμογή είναι ο υπολογισμός του φόρου σε περίπτωση μεταβίβασης ακινήτου, και, για το λόγο αυτό, δεν πρέπει να χρησιμοποιείται στις εκθέσεις εκτίμησης, αφού δεν αποτελεί μέθοδο προσδιορισμού της αγοραίας αξίας, β) το κριτήριο της απόστασης από τη θάλασσα δεν ασκεί επιρροή στην πραγματική τους αξία, καθώς η συγκεκριμένη περιοχή είναι λιμνοθάλασσα και προστατευόμενη περιοχή και γ) το κριτήριο της ένταξής τους στο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο και του χαρακτηρισμού τους ως ποτιστικών είναι άνευ αντικειμένου, αφού όλα τα ακίνητα είναι εκτός αυτού του σχεδίου.

Το τελευταίο, άλλωστε, επιβεβαίωσε και ο μάρτυρας του Ελληνικού Δημοσίου στην κατάθεσή του, καταθέτοντας επιπλέον ότι οι αξίες της περιοχής έχουν αυξηθεί χωρίς να δύναται να τις προσδιορίσει, ενώ οι μάρτυρες των καθ' ων τις προσδιορίζουν σε 360-450 ευρώ ανά τ.μ. Το αιτούν προσκομίζει, ως συγκριτικό στοιχείο, συμβόλαια του έτους 2007 που αφορούν ακίνητα ευρισκόμενα εκτός σχεδίου πόλεως και εντός της βιομηχανικής περιοχής Λαμίας της κτηματικής περιφέρειας …., τα οποία επωλήθησαν προς 30-35 ευρώ ανά τ.μ. (όσο και η εκτίμηση της ΔΟΥ).

Ορισμένοι από τους καθ' ων η αίτηση και κυρίως παρεμβαίνοντες προσκομίζουν, ως συγκριτικά στοιχεία, αποφάσεις του Εφετείου Λαμίας, με τις οποίες καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας για ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν κατά τα προηγούμενα έτη και ειδικότερα: α) την 80/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας που προσδιόρισε τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα ακίνητα και τα επικείμενά τους που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για τη βελτίωση της Ν.Ε.Ο.

και, ειδικότερα, για την κατασκευή του τμήματος Λαμίας - Ράχες, υποτμήμα Τέλος ανισόπεδου κόμβου ….έως αρχή ανισόπεδου κόμβου …. Η απόφαση αυτή καθόρισε τιμές μονάδος για τα ακίνητα τα εφαπτόμενα στην Ε.Ο από 20 έως 175 ευρώ ανά τ.μ. (για το τελευταίο για ακίνητο εφαπτόμενο τόσο της Ε.Ο. όσο και της Π.Ε.Ο.) και β) την 82/2001 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, με την οποία προσδιορίσθηκαν οι οριστικές τιμές μονάδας αποζημίωσης των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν για την κατασκευή της κύριας εισόδου της Λαμίας που διαπλατύνθηκε και δημιουργήθηκε ο παράδρομος -παρακαμπτήριος δρόμος.

Η απόφαση αυτή καθόρισε τιμές μονάδος από 60.000 δραχμές έως 85.000 δραχμές ανά τετραγωνικό μέτρο...]. Ήδη, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο τις αιτιάσεις ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του καθόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα απαλλοτριωμένα αυτά ακίνητα πολλαπλάσια της αντικειμενικής τους αξίας, παραβιάζοντας, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001, αλλά και εκ πλαγίου, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή τους και στερώντας, έτσι, την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Οι λόγοι αυτοί είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασής του, εκθέτει, σαφώς, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, εκτιμήσεις της αρμόδιας κατά νόμο προεκτιμητικής επιτροπής, συγκριτικά - πρόσφορα αποδεικτικά στοιχεία, δικαστικές αποφάσεις, 190/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης κ.λπ.), τα οποία, ύστερα από τη συνεκτίμησή τους, το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και τα οποία δικαιολογούν την απόκλιση της πραγματικής αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων που προσδιόρισε από εκείνη που συνάγεται κατά το αντικειμενικό σύστημα, χωρίς να είναι δεσμευτική, όπως προηγουμένως έχει αναπτυχθεί, η αντικειμενική αξία τους και, συνακόλουθα, με τους λόγους αυτούς της αναίρεσης, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις παραπάνω διατάξεις, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ Ολομ. 42/2002, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 343/2017), οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ., 8/2016, 2/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 845/2018, ΑΠ 343/2017).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, προβάλλει την, κατ' άρθρ. 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ, αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της κρίσης του, ως προς την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων (και των επικειμένων τους), τα αναφερόμενα, στο λόγο αυτόν, με αριθμούς 1 έως και 6, έγγραφα (εκθέσεις προεκτίμησης της αξίας τους της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν.

…, έγγραφο της Κ.Υ. …. με απόσπασμα πίνακα τιμών του Υπουργού Οικονομικών και αγοραπωλητήρια συμβόλαια) που επικαλέστηκε και προσκόμισε, για την απόδειξη των ισχυρισμών του, αναφορικά με το παραπάνω ζήτημα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση (68η σελίδα αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα αυτά, τα οποία, μάλιστα, ρητά στη συνέχεια αναφέρονται (ιδίως στις σελίδες 72η, 100η, 127η, 82η).

Στην πραγματικότητα, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ανάγονται στην εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των εν λόγω αποδεικτικών μέσων και αποτελούν ουσιαστικές, εκ μέρους του, προσεγγίσεις, που εκτιμά διαφορετικά τα αποδεικτικά αυτά μέσα, οι οποίες και απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση [πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 128 παρ. 2 ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/10-4-2012) που εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρ. 146 παρ. 9 του ίδιου νόμου)], "Εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο".

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριωμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται η αξία του.

Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε.

Περαιτέρω, η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης θεωρείται ανεπαρκής αν: α) δεν ενέχει προσδιορισμό των τμημάτων που εναπέμειναν, ήτοι αναφορά για το εμβαδόν τους και τα λοιπά προσδιοριστικά τους στοιχεία και β) δεν αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των τμημάτων που απομένουν, καθώς και τη, μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση, δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποίες προϋποθέσεις (ΑΠ 365/2018, ΑΠ 205/2017, ΑΠ 1619/2010).

Επιπλέον, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, κατά την ίδια διάταξη, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης εξαιτίας μείωσης της αξίας του τμήματος αυτού που απομένει, να αποδεικνύεται, σωρευτικά, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις διατάξεις που ισχύουν, τους όρους δόμησης κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση και ότι το τμήμα αυτού που απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, δεν είναι πλέον άρτιο ούτε κατά παρέκκλιση ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο (ΑΠ 365/2018, ΑΠ 205/2017, ΑΠ 96/2015, ΑΠ 1290/2009).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ως προς τα εδαφικά τμήματα των ιδιοκτησιών ΑΚΠ 18, 78, 156, 121, 86 και 41 που εναπέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, για τα οποία καθόρισε, τελικά, ιδιαίτερη, κατ' άρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001, αποζημίωση, τα εξής: [Περαιτέρω, σχετικά με τις ανταιτήσεις των διαδίκων για ιδιαίτερη αποζημίωση των εναπομεινάντων εδαφικών τμημάτων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: 1) Από τη με α/α.κ.π. 18 ιδιοκτησία, με φερόμενη έκταση πριν την απαλλοτρίωση συνολικού εμβαδού 6.527,50 μ2, απαλλοτριώνεται εδαφική έκταση εμβαδού 5.591 μ2.

Μετά την απαλλοτρίωση της ως άνω εκτάσεως απέμεινε εδαφική έκταση εμβαδού 936,50 μ2, η οποία έχει καταστεί μη άρτια και μη οικοδομήσιμη και, για το λόγο αυτό, μειώνεται ουσιωδώς η αξία της και, συνακόλουθα, οφείλεται ιδιαίτερη αποζημίωση ίση με το 35% της τιμής μονάδος αποζημιώσεως που ορίσθηκε ανά τ.μ. για την απαλλοτριούμενη εδαφική έκταση. 2) Από τη με α/α.κ.π. 121 ιδιοκτησία απομένει, μετά την απαλλοτρίωση τμήματος αυτής, αυτοτελές και διακεκριμένο τμήμα 134,73 μ2, του οποίου η εκμετάλλευση, λόγω του πολύ μικρού εμβαδού του, καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερής και, για το λόγο αυτό, μειώνεται ουσιωδώς η αξία του και, συνακόλουθα, οφείλεται ιδιαίτερη αποζημίωση ίση με το 70% της τιμής μονάδος αποζημιώσεως που ορίσθηκε ανά τ.μ.

για την απαλλοτριούμενη εδαφική έκταση. 3) Από τη με α/α.κ.π. 41 ιδιοκτησία, με φερόμενο ιδιοκτήτη τον Π. Τ. και με φερόμενη έκταση πριν την απαλλοτρίωση συνολικού εμβαδού 1.206,21 τ.μ., απαλλοτριώνεται σχεδόν όλη η ιδιοκτησία και συγκεκριμένα έκταση εμβαδού 1.204,78 τ.μ. Μετά την απαλλοτρίωση απέμεινε εδαφική έκταση εμβαδού 1,43 μ2, που αποτυπώνεται στο από Μαρτίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Η.

Κ., η οποία καθίσταται εντελώς άχρηστη, καθόσον δεν είναι κατάλληλη για καμία χρήση, ενώ το όλο ακίνητο ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση.

Συνεπώς, μειώνεται ουσιωδώς η αξία της και, συνακόλουθα, οφείλεται ιδιαίτερη αποζημίωση ίση με το 100% της τιμής μονάδος αποζημιώσεως που ορίσθηκε ανά τ.μ. για την απαλλοτριούμενη εδαφική έκταση. 4) Από τη με α/α.κ.π. 78 ιδιοκτησία, με φερόμενη έκταση πριν την απαλλοτρίωση συνολικού εμβαδού 1.930,63 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 1.478 μ2. Μετά την απαλλοτρίωση απέμεινε εδαφική έκταση εμβαδού 452,63 τ.μ, η οποία δεν είναι άρτια και οικοδομήσιμη, όπως δεν ήταν και το όλο ακίνητο πριν την απαλλοτρίωση. Ωστόσο, δεδομένου ότι απαλλοτριώνεται το μεγαλύτερο τμήμα του ακινήτου, αποδεικνύεται ότι το εναπομείναν τμήμα υπέστη μείωση της αξίας του και, συνακόλουθα, οφείλεται ιδιαίτερη αποζημίωση ίση με το 50% της τιμής μονάδος αποζημιώσεως που ορίσθηκε ανά τ.μ. για την απαλλοτριούμενη εδαφική έκταση. 5) Από τη με α/α.κ.π. 86 ιδιοκτησία, με φερόμενη έκταση πριν την απαλλοτρίωση συνολικού εμβαδού 5.192,49 τ.μ., απαλλοτριώνεται σχεδόν όλη η ιδιοκτησία και συγκεκριμένα έκταση εμβαδού 5.169,01 τ.μ. Μετά την απαλλοτρίωση απέμεινε εδαφική έκταση εμβαδού 23,48 μ2, η οποία δεν είναι κατάλληλη για κάποια χρήση.

Συνεπώς, μειώνεται ουσιωδώς η αξία της και, συνακόλουθα, οφείλεται ιδιαίτερη αποζημίωση ίση με το 90% της τιμής μονάδος αποζημιώσεως που ορίσθηκε ανά τ.μ. για την απαλλοτριούμενη εδαφική έκταση, γενομένης δεκτής της σχετικής αίτησης. 6) Από τη με α/α.κ.π. 156 ιδιοκτησία, με φερόμενη έκταση πριν την απαλλοτρίωση συνολικού εμβαδού 2.451,36 τ.μ., απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 1.842,33 τ.μ. Μετά την απαλλοτρίωση απέμεινε εδαφική έκταση εμβαδού 609,03 μ2, η οποία καθίσταται μη άρτια και οικοδομήσιμη.

Συνεπώς, λαμβανομένης υπόψη και της μικρής έκτασης που απομένει, μειώνεται ουσιωδώς η αξία της και, συνακόλουθα, οφείλεται ιδιαίτερη αποζημίωση ίση με το 50% της τιμής μονάδος αποζημιώσεως που ορίσθηκε ανά τ.μ. για την απαλλοτριούμενη εδαφική έκταση, γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματος περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης...].

Κρίνοντας, όμως, έτσι, το Εφετείο και συγκεκριμένα με το να επιδικάσει ιδιαίτερη αποζημίωση για τα τμήματα αυτά των ΑΚΠ 18, 78 και 156 ακινήτων, που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, με φερόμενους ιδιοκτήτες τους 14η, 47ο και 62ο, αντίστοιχα, των αναιρεσιβλήτων, παραβίασε, εκ πλαγίου, την, ουσιαστικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, γιατί διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης αυτής και, ως εκ τούτου, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, το Εφετείο, ενώ δέχεται, αρχικά, ότι όλα τα απαλλοτριωμένα ακίνητα (με εξαίρεση εκείνα που βρίσκονται στην περιοχή …. και εφάπτονται τόσο επί της εθνικής οδού ….. όσο και επί της παλαιάς εθνικής οδού …..) είναι "αγροτεμάχια ποτιστικά ή με δυνατότητα ποτίσματος, εκτός σχεδίου και ζώνης...", δεν διευκρινίζει αν τα επίμαχα πιο πάνω ΑΚΠ 18, 78 και 156 ακίνητα είχαν αποδεδειγμένως, πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση και, συνεπώς, είχαν οικοπεδική αξία, ώστε να μπορεί, ακολούθως, να ερευνηθεί αν τα εδαφικά τμήματά τους που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, με βάση τα πολεοδομικά δεδομένα της περιοχής, όπου βρίσκονται (ελάχιστο εμβαδόν, ελάχιστες διαστάσεις - βάθους, μήκους, προσώπου σε οδό κ.λπ.), σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 24/31-5-1985 (η συνδρομή ή όχι των όρων του οποίου, σχετικά με το άρτιο και την οικοδομησιμότητα του απομένοντος ακινήτου, μπορεί να συναχθεί και από τις αποδείξεις - ΑΠ 2062/2017, ΑΠ 877/2015, ΑΠ 539/2015), δεν είναι στο εξής άρτια, ούτε κατά παρέκκλιση, ή είναι μεν άρτια αλλά όχι οικοδομήσιμα (ΑΠ 2062/2017, ΑΠ 2004/ 2017, ΑΠ 1279/2015).

Μάλιστα, για το ΑΚΠ 156 ακίνητο δεν γίνεται μνεία αν αυτό (και με την εκδοχή ακόμη ότι είχε, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση) ήταν, πριν από την απαλλοτρίωση, άρτιο και οικοδομήσιμο, με την επισήμανση ότι μόνο η μείωση του εμβαδού των ακινήτων που εναπέμειναν μετά την απαλλοτρίωση δεν οδηγεί οπωσδήποτε σε αχρήστευσή τους ή σε μείωση της αξίας τους και ιδίως όταν τα ακίνητα δεν έχουν οικιστική χρήση.

Κατά συνέπεια, είναι βάσιμος ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, κατά τις συναφείς πρώτη και δεύτερη αιτιάσεις του. Ο ίδιος λόγος είναι αλυσιτελής, ως προς την τρίτη αιτίασή του, κατά την οποία το Εφετείο δεν αναφέρει στην απόφασή του ποία είναι η κατά προορισμό χρήση των ΑΚΠ 86 και 41 ακινήτων, καθόσον δέχεται ότι, μετά την απαλλοτρίωση "σχεδόν όλων" των ιδιοκτησιών αυτών, απομένουν ελάχιστες εδαφικές εκτάσεις τους (σε τετραγωνικά μέτρα, αντίστοιχα, 23,48 και 1,43), οι οποίες, ως ακατάλληλες για οποιαδήποτε χρήση, αχρηστεύονται.

Η ίδια πιο πάνω τρίτη αιτίαση του λόγου αυτού που προβάλλεται και ως προς την ΑΚΠ 121 ιδιοκτησία, με φερόμενο ιδιοκτήτη, όπως προκύπτει από τα σχετικά διαδικαστικά έγγραφα, τον Π. Γ. Π., δεν μπορεί να ερευνηθεί κατά την παρούσα αναιρετική δίκη, στην οποία ο τελευταίος δεν έχει καταστεί διάδικος.

Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμου του τέταρτου λόγου της, κατά το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του, ως προς τους 14η, 47ο και 62ο των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση, ως προς το κεφάλαιο που προεκτέθηκε και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός απ' αυτούς, κατ' άρθρ. 22 παρ. 2 εδάφ. β' ν. 3693/ 1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ και εφαρμόζεται και στην παρούσα αναιρετική δίκη (ΑΠ 2004/2017, ΑΠ 162/2016).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη 278/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας και ως προς τους 14η (Β. Α. του Χ.), 47ο (Η. Σ. Α.) και 62ο (Δ. Ι. Τ.) των αναιρεσιβλήτων.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο Τριμελές Εφετείο Λαμίας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση. Και

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ