Legislator Case Law & Legislation
1220/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring judgment for vague grounds regarding fraud and common sense.

Case Number 1220/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn a final judgment regarding their debt restructuring. The appellants argued the lower court erred in applying common sense principles to determine fraud without considering the creditors' behavior. The court rejected this claim as the appeal grounds were too vague and did not challenge the interpretation of substantive law or the weighing of evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 577, 577(3) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the grounds are abstract and fail to specify how the lower court violated logical principles in applying common sense to proven facts.

Keywords

AI generated
debt restructuring fraud determination common sense principles inadmissible appeal vague grounds evidence weighing substantive law

Cited Legislation

AI generated
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 3 of Law 3869/2010
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010
Article 746 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1220 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1220/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Κ. του Α. και 2) Σ. Κ. του Σ., συζ. Γ. Κ., κατοίκων ... Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δέσποινα Θεοδωρίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... AE" και δ.τ. "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ... AE", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΤΕ" (πρώην "... ΑΤΕ", πρώην "... ATE", πρώην "... ΑΤΕ", πρώην "... ΑΕ"), η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-9-2012 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1044/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-3-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 18-30-2022 (με αριθ. εκθ. καταθ. 5892/551/2022), αίτηση αναίρεσης, κατά της υπ' αριθμ. 1044/2021 τελεσίδικης απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. του Κ.Πολ.Δ., με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ασκήθηκε νομοτύπως με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στην γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρ. 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και 14 του Ν. 3869/2010) και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αναφορικά με την διαδικαστική πορεία της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες, άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, την, από 21-9-2012 (αριθ.

έκθ. κατάθ. 15585/2012), αίτηση, με την οποία, επικαλούμενοι ότι έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους προς την καθ'ης η αίτηση πιστώτρια ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... ΑΤΕ", καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ...

ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ζήτησαν τη διευθέτηση των οφειλών τους από το δικαστήριο, ώστε να επέλθει απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών τους έναντι της πιστώτριας τράπεζας, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που είχαν υποβάλει, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή περιουσιακή τους κατάσταση, καθώς επίσης, την εξαίρεση από την εκποίηση της ανήκουσας κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε έκαστο κύρια κατοικία τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η καθής η αίτηση πιστώτρια Τράπεζα προέβαλε, μεταξύ άλλων ισχυρισμών που δεν αφορούν τη παρούσα αναιρετική δίκη, την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους. Επί της ανωτέρω αίτησης εκδόθηκε η με αριθ. 45/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχτηκε την αίτηση ως ουσιαστικά βάσιμη, ρύθμισε τα χρέη των αιτούντων και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία αυτών.

Κατά της απόφασης αυτής η καθ'ης η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 6-3-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 8679/267/2018) έφεση, με την οποία, επικαλούμενη εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την εξαφάνιση της απόφασης και την απόρριψη της αίτησης, ενώ επανέφερε, με λόγο έφεσης την ένσταση δόλιας περιέλευσης των αιτούντων - εφεσίβλητων, σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους, η οποία είχε προταθεί και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ισχυριζόμενη ότι περιήλθαν από δόλο (ενδεχόμενο) σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών τους, καθόσον αλόγιστα, χωρίς επιμέλεια και σύνεση, προέβησαν στη λήψη των φερόμενων για ρύθμιση τραπεζικών προϊόντων (δυο στεγαστικών δανείων) συνολικού ποσού 90.186,73 ευρώ, ενώ εκ των προτέρων γνώριζαν την εισοδηματική τους κατάσταση και το ενδεχόμενο να μην καταφέρουν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και ότι οι δανειακές υποχρεώσεις που δημιούργησαν οι αιτούντες ήταν δυσανάλογες των οικονομικών δυνατοτήτων τους και των περιουσιακών τους στοιχείων που ήταν μικρής εμπορικής αξίας.

Το, δικάσαν ως Εφετείο δικαστήριο, με τη προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενο το σχετικό λόγο έφεσης, έκρινε ορισμένη και κατ' ουσία βάσιμη την ένσταση δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους που πρότεινε η εκκαλούσα, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την υπόθεση και απέρριψε την, από 21-9-2012 αίτηση, κρίνοντας ότι οι αιτούντες προέβησαν σε δανεισμό δυσανάλογο με τις οικονομικές του δυνατότητες, πέραν των ορίων του δανεισμού στον οποίο θα κατέφευγε ο μέσος σώφρων καταναλωτής.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην ερευνώμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου υποβολής-κατάθεσης, στις 21-9- 2012 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές.

Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.

Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι: Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται.

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το αποδέχεται (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή(ΑΠ 1508/2022).

Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κλπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στη περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α` του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην περιέλευση του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στη περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ`ουσία αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι, κατά τα προαναφερόμενα, η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 655/2022,ΑΠ 1352/2021).

Όπως, εξάλλου, προκύπτει από τη πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, δηλ.

με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 156/2018). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 1544/2023,ΑΠ 1508/2022).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1του Κ.Πολ.Δ., η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά η, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ένσταση πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 609/2023, 987/2023, ΑΠ 539/2022, ΑΠ 758/2020, ΑΠ 400/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1εδ. α` του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1061/2023).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 549/2022, 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 1044/2021 τελεσίδικη απόφαση του που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (αρθ.3 εδ.β'ν.3969/2010,739 επ. Κ.Πολ.Δ.), δέχθηκε,ανέλεγκτα κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι εφεσίβλητοι (ήδη αναιρεσείοντες) είναι σύζυγοι γεννημένοι ο πρώτος το 1964 και η δεύτερη το 1975.

Από τον γάμο τους αυτόν έχουν αποκτήσει δύο τέκνα,τον Α. Κ. και τη Μ. - Β. Κ., που γεννήθηκαν το 2005 και το 2009 αντίστοιχα (βλ. από 16-9-2015 βεβαίωση περί πιστοποιητικού οικογενειακής κατάστασης Δήμου Θεσσαλονίκης). Κατοικούν με τα τέκνα τους στην Ευκαρπία Θεσσαλονίκης σε διαμέρισμα συγκυριότητάς τους. Ο πρώτος εξ αυτών είναι άνεργος εγγεγραμμένος στο μητρώο ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ.

έως και 20-9-2020 και λαμβάνει επίδομα ανεργίας ποσού 430 ευρώ ο μήνα, με τελευταίο μήνα καταβολής του τον Ιανουάριο του 2018. Η δεύτερη εργάζεται ως καθαρίστρια σε σχολείο του Δήμου Θεσσαλονίκης με συμβάσεις ορισμένου χρόνου που ανανεώνονται τακτικά και λαμβάνει μηνιαίες αποδοχές ποσού 500 ευρώ περίπου, ενώ τους δύο μήνες του χρόνου που κατά τη συνήθη τακτική μένει άνεργη,λαμβάνει επίδομα ανεργίας,είναι δε αυτή εγγεγραμμένη στο μητρώο ανέργων του ΟΑΕΔ από 18-7-2020 έως 2-9-2020.

Οι απαιτούμενες μηνιαίες δαπάνες των εφεσίβλητων περιλαμβάνουν την κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών της τετραμελούς οικογένειας τους (ένδυση, υπόδηση, διατροφή, δαπάνες ηλεκτρισμού, ύδρευσης,ιατροφαρμακευτική περίθαλψη που δεν καλύπτεται κ.λ.π.) και ανέρχονται μηνιαίως στο ποσό των 1.000 ευρώ....Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης οι εφεσίβλητοι είχαν αναλάβει ως συνοφειλέτες τα παρακάτω χρέη, από τη μοναδική τους πιστώτρια,τα οποία είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένα και ο εκτοκισμός τους συνεχίστηκε με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της εκκαλουμένης απόφασης (αρ.6 παρ.3 ν. 3869/10) και δη έχουν οφειλές συνολικού ποσού 90.186,73 ευρώ (βλ.

κατάσταση οφειλών με ημερομηνία 3-12-2015). Το παραπάνω ποσό αναλύεται ως ακολούθως: 1) Από την υπ'αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου,οφείλουν το συνολικό ποσό των 31.119,39 ευρώ. Το δάνειο αυτό είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένο με προσημείωση υποθήκης Α'σειράς επί της κύριας κατοικίας των εφεσιβλήτων 2) Από την υπ'αριθμ. ...

σύμβαση στεγαστικού δανείου. οφείλουν το συνολικό ποσό των 59.067,34 ευρώ. Το δάνειο αυτό είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένο με προσημείωση υποθήκης Β'σειράς επί της κύριας κατοικίας τους, η δε μηναία δόση για την αποπληρωμή των ως άνω οφειλών ανερχόταν περί τα 500 ευρώ (βλ. ανωμοτί κατάθεση δεύτερης εφεσίβλητης).

Το έτος 2012 όταν και κατέθεσαν την ένδικη αίτηση το ετήσιο εισόδημα τους ανήλθε σε 295,80 ευρώ, καθώς ο πρώτος εφεσίβλητος ο οποίος στο παρελθόν εργαζόταν ως τεχνίτης υποδημάτων στη βιοτεχνία παιδικών υποδημάτων της εταιρίας "... Ο.Ε." είχε μείνει άνεργος, η δε δεύτερη εφεσίβλητη μέχρι το 2010 εργαζόταν ως οικιακή βοηθός, αλλά στη συνέχεια αδυνατούσε να ανεύρει εργασία, μέχρι το 2013, οπότε άρχισε να εργάζεται με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ως καθαρίστρια σε σχολείο του Δήμου Θεσσαλονίκης.

Συνεπώς κατά την υποβολή της αίτησης αποδείχθηκε ότι είχαν περιέλθει σε αδυναμία να αποπληρώνουν τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές τους οφειλές. Περαιτέρω,ωστόσο αποδείχθηκε ότι οι ως άνω υποχρεώσεις προς την πιστώτρια τράπεζα ανελήφθησαν το έτος 2004. Το έτος εκείνο το συνολικό ετήσιο εισόδημα των εφεσίβλητων ανήλθε σε 4.885,31 ευρώ (βλ.

εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικ. έτους 2005), ήτοι 407,11 ευρώ μηνιαίως, το οποίο προήλθε μόνο από εισοδήματα του πρώτου εφεσίβλητου, καθώς η δεύτερη εξ αυτών δεν δήλωσε εισόδημα. Το ανωτέρω έτος οι εφεσίβλητοι δεν είχαν αποκτήσει ακόμη τέκνα από το γάμο τους, ωστόσο και πάλι κατά το χρόνο ανάληψης των δανείων το μηνιαίο εισόδημα τους δεν επαρκούσε για την αποπληρωμή αυτών, σημειωτέον ότι τα επιτόκιο της υπ'αριθμ. ...

σύμβαση στεγαστικού δανείου, επιδοτούνταν σύμφωνα με τον όρο 19 αυτής από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας για εννέα έτη, ήτοι μέχρι το 2013. Ο πρώτος εφεσίβλητος ισχυρίζεται ότι, προτού μείνει άνεργος,είχε υποστεί σωματική βλάβη από τροχαίο ατύχημα με αποτέλεσμα και πριν από την περιέλευση του σε ανεργία να μην είναι σε θέση να εργαστεί.

Το ατύχημα αυτό έλαβε χώρα στις 22-10-2008 και από αυτό ο πρώτος εφεσίβλητος υπέστη κάταγμα αστραγάλου (ΔΕ) και του συνεστήθη ακινητοποίηση για γυψονάρθηκα για τρείς μήνες... Ωστόσο ο πρώτος εφεσίβλητος για το χρονικό διάστημα από 25-10-2008 έως 25-3-2008 έλαβε ως επιδότηση από το ΙΚΑ το ποσό των 4.412,50 ευρώ, (Βλ. υπ' αριθμ. ...

απόφαση του Διοικητή ΙΚΑ),ενώ επίσης με την υπ'αριθμ. 24584/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης επιδικάστηκε σε αυτόν επιπλέον αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων το ποσό των 1.277,33 ευρώ. Εξάλλου από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα των ετών από το 2005 έως και την περιέλευση αμφοτέρων των εφεσίβλητων σε ανεργία, κατά το έτος 2010 αποδείχθηκε ότι σε κανένα από τα έτη αυτά πλην του έτους 2007 δεν εσόδευσαν ετησίως άνω των 6.000 ευρώ ή 500 ευρώ μηνιαίως.

Συνεπώς,αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι εξαρχής ανέλαβαν υψηλές οφειλές, εν γνώσει του γεγονότος ότι δεν μπορούσαν να τις εξοφλήσουν, απολαμβάνοντας τα δια αυτών αποκτηθέντα αγαθά, προβλέποντας ότι ο υπερδανεισμός τους με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών τους, θα τους οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό, περιήλθαν, δηλαδή, σε αδυναμία πληρωμής με ενδεχόμενο δόλο, σύμφωνα και με όσα ανωτέρω, στη μείζονα σκέψη εκτίθενται, συνεπώς η εκκαλουμένη, η οποία έκανε δεκτή την αίτηση,απορρίπτοντας την ένσταση δόλου, που κατά τρόπο παραδεκτό πρότεινε η εκκαλούσα και την οποία παραδεκτά επαναφέρει με τον δεύτερο λόγο έφεσης, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου και, συνεπώς, ο δεύτερος λόγος έφεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην εκκαλουμένη η ως άνω πλημμέλεια, ο οποίος είναι ορισμένος [ η αξίωση πρόσθετων στοιχείων για το ορισμένο της ένστασης δόλου, ήτοι να αναφέρει ο πιστωτής α) τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, πρόβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (βλ.

ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018), δεν απαιτείται στο νόμο (ΑΠ 400/2020, ΤΝΠ, Νόμος) προσκρούει δε στην αρχή της δίκαιης δίκης που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, η οποία εγγυάται την ύπαρξη μιας δίκαιης δίκης που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, η οποία εγγυάται την ύπαρξη μιας δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των μερών στην αστική δίκη,καθώς τα στοιχεία αυτά δεν δύναται να γνωρίζει ο πιστωτής, ώστε να προβάλλει τη σχετική ένσταση, αφού δεν απαιτούνται με βάση το ν.3869/2010 για το ορισμένο της αίτησης του οφειλέτη (βλ.

αναλυτικά σε Αθ. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, εκδ.2014, σελ. 47) ], και νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1ν 3869/2010 πρέπει να γίνει δεκτός ως και κατ'ουσία βάσιμος, η δε αντένσταση συνυπαιτιότητας που πρόβαλαν οι εκκαλούντες,αναφορικά με γνώση της εφεσίβλητης ως προς την οικονομική τους αδυναμία και, την με όλα ταύτα χορήγηση των δανείων και αληθής υποτιθέμενη καταφάσκει το δόλο αυτών.

Συνεπώς, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση. στη συνέχεια, πρέπει να διακρατηθεί η υπόθεση, να δικαστεί εκ νέου η αίτηση, η οποία ορισμένη και νόμιμή ήταν. Εν συνεχεία αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τυπικά της καθής η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας και αφού έκρινε ότι η ως άνω προταθείσα από το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ένσταση περί δόλου των αναιρεσειόντων είχε προβληθεί παραδεκτά και ήταν ορισμένη και νόμιμη δέχθηκε αυτήν ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, κρίνοντας ειδικότερα ότι οι αναιρεσείοντες περιήλθαν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των οφειλών τους από δικό τους ενδεχόμενο δόλο και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχαν γίνει δεκτά τα αντίθετα, απέρριψε την αίτηση, ως αβάσιμή κατ' ουσίαν.

Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 560 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι με το να δεχθεί ως ορισμένη την ένσταση δόλιας περιέλευσης αυτών (αιτούντων), σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής,των ληξιπρόθεσμων χρεών προς την πιστώτρια, την οποία πρότεινε με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου,αλλά και με σχετικό λόγο έφεσης η αναιρεσίβλητη, παραβίασε ευθέως την ως άνω διάταξη ουσιαστικού κανόνα δικαίου,καθώς αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί η ως άνω διάταξη.

Από την παραδεκτή κατ'άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση του δικογράφου της από 6-3-2018 έφεσης της εκκαλούσας ήδη αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι αυτή παραδεκτά επανέφερε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου τον ισχυρισμό (ένσταση), περί δόλιας περιέλευσης των εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσειόντων σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, παραπονούμενη για την απόρριψη αυτής από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Ειδικότερα με τον δεύτερο λόγο της έφεσης της, η αναιρεσίβλητη επικαλέστηκε τα ακόλουθα: "...ο δόλος τους συνίσταται στην από μέρους τους ανάληψη της ευθύνης για αποπληρωμή χρέους συνολικού ποσού ύψους 90.189,73 ευρώ,χωρίς να έχουν τη σχετική οικονομική δυνατότητα να ανταποκριθούν στις ανειλημμένες οικονομικές τους υποχρεώσεις.Εξάλλου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, η ανάληψη κατά το έτος 2004, ενός τόσο μεγάλου ποσού κεφαλαίου ήτοι 62.480,30 ευρώ (42.379,99 + 20.100,31 ευρώ), από μισθωτούς υπαλλήλους σε εξαιρετικά μικρή ηλικία και με δεδομένο τη δημιουργία οικογένειας και ανατροφής τέκνων, και η επιγενόμενη αδυναμία πληρωμής αυτού, μαρτυρεί την γνώση και αποδοχή του γεγονότος εκ μέρους των αιτούντων - εφεσίβλητων ότι τα εισοδήματα τους δεν θα τους επέτρεπαν να αποπληρώσουν αυτές τις υπέρογκες οφειλές. .....".

Η ένσταση αυτή με το ανωτέρω περιεχόμενο είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 ν. 3869/2010 και 300 ΑΚ στοιχεία και ειδικότερα διαλαμβάνει ότι οι αιτούντες συμφώνησαν την λήψη των αναφερόμενων τραπεζικών προϊόντων με συνολική οφειλή 90.186,73 ευρώ, αν και προέβλεπαν ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός τους, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές τους οικονομικές τους δυνατότητες, θα τους οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, εν τούτοις αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό, επιθυμώντας να εξασφαλίσουν ένα βιοτικό επίπεδο ανώτερο των οικονομικών δυνατοτήτων τους. (ΑΠ 987/2023,ΑΠ 609/2023).

Συνακόλουθα, το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ορισμένη την ως άνω ένσταση,ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 560 αριθμός 5 Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολ. 14/2004, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 250/2014), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.

ΑΠ 11/1996, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 656/2016). Εξάλλου, στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, λόγω της εφαρμογής του ανακριτικού συστήματος, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, το οποίο καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις και ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 606/2023, ΑΠ 425/2022, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015), δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφιο α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 154/2018, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 528/2017) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 εδάφιο α' του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 686/2021, ΑΠ 257/2020), ιδρύεται όμως ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 εδάφιο β' του ίδιου άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., όταν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη "πράγματα", με την προεκτεθείσα έννοια, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. (ΑΠ 606/2023).

Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, όπως εκτιμάται, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια, από το άρθρο 560 αρ, 5 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το ως άνω Δικαστήριο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, που καταλόγισε σε βάρος τους δόλια συμπεριφορά, δεν έλαβε υπόψη τους εξής ισχυρισμούς τους:

α) ότι τα μοναδικά δανειακά προϊόντα που έχουν λάβει είναι δυο στεγαστικά δάνεια το έτος 2004, από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα, για την αγορά κατοικίας. Ειδικότερα, ότι έλαβαν ένα στεγαστικό δάνειο, με αριθμό σύμβασης .../2004, το ύψος του οποίου στις 17-5-2011, ανήρχετο στο ποσό των 20.100,31 ευρώ, και ένα ακόμη στεγαστικό δάνειο, με αριθμό σύμβασης .../2004, το ύψος του οποίου στις 17-5-2011, ανήρχετο στο ποσό των 42.379,99 ευρώ.

Β) ότι από το έτος 2004 έως το 2008, κατέβαλαν τις δόσεις των ανωτέρω στεγαστικών δανείων, ενώ από το έτος 2009 κατά το οποίο συνέβη τροχαίο ατύχημα στον πρώτο αναιρεσείοντα, μειώθηκαν οι εν λόγω καταβολές, οι οποίες στη συνέχεια λόγω της οικονομικής κρίσης από το έτος 2011 διακόπηκαν παντελώς. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, που φέρονται ότι δεν ελήφθησαν υπόψη, συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη Τραπεζική εταιρεία ενστάσεως,περί περιέλευσης των αιτούντων -ήδη αναιρεσειόντων, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής από ενδεχόμενο δόλο,καθώς και επιχειρήματα αυτών υπέρ της περί του αντιθέτου απόψεως τους και, συνεπώς,δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την εκτεθείσα στη νομική σκέψη της παρούσας έννοια, αλλά αποτελούν επιχειρήματα τα οποία οι αναιρεσείοντες αντλούν από τις αποδείξεις.

Επιπλέον δε διότι, με την επίκληση του λόγου αυτού, με την επίφαση της παραβάσεως του άρθρου 560 αρ. 5 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 8/2005).

Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β` του αριθ. 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ ΑΠ 8/2005, ΑΠ 1493/2022, ΑΠ 551/2020, (ΑΠ 109/20202, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1226/2023, ΑΠ 539/2022, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 704/2017). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 1226/2023, ΑΠ 109/2020).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι πλημμέλεια από το άρθρο 560 παρ.1β Κ.Πολ.Δ., προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση χρησιμοποίησε εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχτηκαν στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όσον αφορά την απαιτούμενη προϋπόθεση της "περιέλευσης χωρίς δόλο" σε αδυναμία πληρωμών, την οποία παραβίασε.

Πιο συγκεκριμένα, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεχόμενη τη συνδρομή δόλου στο πρόσωπό τους, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία αφορούν την ερμηνεία της αόριστης νομικής έννοιας του δόλου και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Και τούτο διότι: 1) δεν έλαβε υπόψη της τα διδάγματα της κοινής πείρας, που αφορούν τον τρόπο και τα κριτήρια σύναψης των δανειακών συμβάσεων, παραβλέποντας έτσι τον ουσιώδη ρόλο των πιστωτικών ιδρυμάτων,στην γενικότερη υπερχρέωση και 2) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως κατά λέξη αναφέρεται, "διαφαίνεται να εξαρτά την αποδοχή της ένστασης μόνο από τη συμπεριφορά του οφειλέτη, χωρίς να δέχεται ότι η συμπεριφορά του πιστωτή, μπορεί να επηρεάζει ακόμα και να καθορίζει τη συμπεριφορά του οφειλέτη καθώς και την περιέλευσή του σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών." Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποία διδάγματα της κοινής πείρας χρησιμοποιήθηκαν με τρόπο που δεν συνάδει με τις αρχές της λογικής, κατά την υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχτηκαν, στη συγκεκριμένη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ενώ, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο του σχετικού λόγου, οι επικαλούμενες αιτιάσεις και πλημμέλειες δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υποθέσεως και δη στην αποδεικτική στάθμιση από το δικαστήριο της ουσίας διαφόρων πραγματικών στοιχείων - κριτηρίων για την ύπαρξη ή μη του στοιχείου του δόλου, ήτοι αφορούν στην εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη πραγματικών περιστατικών που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη.

Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ο τρίτος λόγος αναιρέσεως. Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν διαλαμβάνεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.

β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 987/2023, ΑΠ 609/2023,ΑΠ 208/2020).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-3-2022 και με αριθμό έκθ. καταθέσεως 5892/551/2022 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1044/2021 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ