Legislator Case Law & Legislation
1217/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against dismissal of wrongful dismissal claim based on invalid fixed-term contracts.

Case Number 1217/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece accepted the appeal filed by plaintiffs against the First Instance Court's dismissal of their wrongful dismissal claim. The plaintiffs argued that their employment contracts were invalid due to violations of constitutional provisions regarding fixed-term contracts, while the First Instance Court incorrectly rejected the claim as illegal. The Court ruled that the First Instance Court erred in law by failing to apply the relevant transitional provisions, thereby invalidating the dismissal claim. Consequently, the appeal was allowed, the case was remitted for retrial, and the opposing party was ordered to pay court costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must allow an appeal when the lower court incorrectly rejects a claim for wrongful dismissal based on invalid fixed-term contracts by failing to apply the specific transitional provisions of the relevant law.

Keywords

AI generated
wrongful dismissal claim invalid fixed-term contracts constitutional provisions transitional provisions appeal admissibility remittal for retrial court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556 paragraph 1, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 103 of the Constitution
Article 11 of Presidential Decree 164/2004
Article 7 of Presidential Decree 164/2004
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 560 paragraph 6 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1 of Law 3693/1957
Common Decision 134423/8.12.1992 of the Ministers of Finance and Justice
Articles 38 paragraph 2 of Law 2218/1994
Article 283 paragraph 2 section b of Law 3852/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1217 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1217/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) … και 18) …, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βερβεσού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ, ΝΕΥΡΟΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΑΚΡΙΒΕΙΑΣ "ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΕΦΑΝΗΣ", (Ε.Π.Ι.Ψ.Υ.) όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευανθίας Δημητριάδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 785/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 417/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνων. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-6-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 25.6.2021 και με αριθμό κατάθ. 52831/105/2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα ερήμην του εφεσιβλήτου ήδη αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ, ΝΕΥΡΟΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΑΚΡΙΒΕΙΑΣ "ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΕΦΑΝΗΣ"( Ε.Π.Ι.Ψ.Υ.), με αριθμ. 417/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 30.1.2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 8208/360/2020) έφεση των αναιρεσειόντων και ήδη εκκαλούντων κατά της υπ' αριθμ. 785/2019 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 28.2.2019 και με αριθμό κατάθ. 20198/367/2019 αγωγή των αναιρεσειόντων. Ασκήθηκε δε η αίτηση αναίρεσης εντός της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (13.1.2021) και η οποία (αναίρεση) επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ την 1.11.2021 (βλ. υπ' αριθμ. 3384Α/2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Εφετείου Αθηνών Κωνσταντίνου Ν. Σ.). Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι με την ένδικη, από 28.2.2019 και με αριθμό κατάθεσης 20198/367/2.3.2019, αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συνεχώς ανανεούμενες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ., όπως μετονομάστηκε το Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία " ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ" μέχρι την 31.8.2018, οπότε το τελευταίο έπαψε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους. Ζήτησαν δε να τους καταβληθεί η προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση απόλυσης κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή τους χρηματικά ποσά κύρια σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.2 π.δ. 164/2004 άλλως κατά τη ρήτρα 4 της Οδηγίας 1999/70/Ε.Κ.

άλλως κατά το άρθρο 8 παρ.3 ν.2112/1920. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή και το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζον ως Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των εναγόντων, επικυρώνοντας την απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Ειδικότερα, έκρινε ότι οι επικαλούμενες διαδοχικές συμβάσεις, κατ' επιταγή των διατάξεων των άρθρων 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος και 21 του ν. 2190/1994, απαγορεύεται να μετατραπούν σε μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, έστω και αν εξυπηρετούσαν, πράγματι, πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του αναιρεσιβλήτου, επίσης δεν τύγχανε εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920, ούτε συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 για την μετατροπή τους σε μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και ούτω ορθά απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη.

Από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του ν. 2112/1920 (όπως αυτό έχει ερμηνευθεί με το άρθρο 11 α.ν. 547/1937) συνάγεται ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από συγκεκριμένο λόγο, που μπορεί να ανάγεται ιδίως στις συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, όπου παρέχεται η εργασία, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

Επακολούθησε, όμως, ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "1. Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων. 2.

Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο.

Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες". Στη συνέχεια, στις παραγράφους 4 και 5 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και, τέλος, ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα, που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων, διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ΠΚ.

Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ.1 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) πρώτου και δευτέρου βαθμού και οι πάσης φύσεως επιχειρήσεις τους.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17.4.2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό, που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου, που υποκρύπτουν την παροχή εξαρτημένης εργασίας), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου.

Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.

Με το π.δ. 164/2004, που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την 19.7.2004, και αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της οδηγίας 1999/70/ΕΚ της 28.6.1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Μοναδική εξαίρεση από την εν λόγω απόλυτη απαγόρευση προβλέφθηκε από τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 του π.δ. 164/2004 (που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους), για περιπτώσεις απασχολούμενων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ή ανεξάρτητων υπηρεσιών ή έργου, που υποκρύπτουν εξαρτημένη εργασία), οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήσαν ενεργείς κατ' αυτήν (19.7.2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο αυτό, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών (η συνδρομή των οποίων διαπιστώνεται είτε διοικητικά από τον οικείο φορέα, με αίτηση που ο εργαζόμενος υποβάλλει εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του εν λόγω διατάγματος, είτε δικαστικά, με την άσκηση της αντίστοιχης αγωγής).

Σύμφωνα, με την εξαίρεση (ήτοι τη δυνατότητα κατάταξης σε θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) και με τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ν. 3320/2005, που εκδόθηκε για την εφαρμογή της, οι εργαζόμενοι που εμπίπτουν σε αυτήν κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη με την οποία είχαν προσληφθεί (ΟλΑΠ 16/2017, ΑΠ 1805/2017).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 του π.δ. 164/2004, "1. Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη. 2. Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται.

Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του. Εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, παρά την ύπαρξη και εκτέλεση αλλεπάλληλων συμβάσεων ορισμένου χρόνου που υπήρξαν άκυρες, ο εργαζόμενος, κατά τη λήξη της σχέσης εργασίας, έχει δικαίωμα να λάβει τη νόμιμη αποζημίωση, όπως εάν παρείχε εργασία με σύμβαση αορίστου χρόνου (ΑΠ 1187/2020,107/2019, 518/2019).

Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 561 παρ. 2), το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη:

Ότι η εργασία των εναγόντων παρασχέθηκε στο πλαίσιο ανανεούμενων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να συντρέχουν οι τασσόμενες από το αναθεωρημένο άρθρο 103 του Συντάγματος και τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 11 π.δ. 164/2004 προϋποθέσεις, με συνέπεια η ένδικη αγωγή με την οποία αιτούντο τη καταβολή αποζημιώσεως να είναι μη νόμιμη και ούτω απέρριψε την προαναφερθείσα έφεση των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή τους.

Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δικάζον ως Εφετείο, δέχθηκε, ότι η αγωγή των αναιρεσειόντων πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη διότι η εργασία των εναγόντων παρασχέθηκε στο πλαίσιο ανανεούμενων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να συντρέχουν οι τασσόμενες από το αναθεωρημένο άρθρο 103 του Συντάγματος και τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 11 π.δ. 164/2004 προϋποθέσεις, έσφαλε ως προς τη μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 7 του π.δ. 164/2004, καθ' όσον το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση αποζημίωσης απόλυσης βρίσκει έρεισμα στην εν λόγω διάταξη, η οποία έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι οι καταρτισθείσες συμβάσεις ήταν μεν άκυρες ως συναφθείσες κατά παράβαση της προαναφερθείσας απαγορευτικής νομοθεσίας, αλλά οι ενάγοντες κατά τη λήξη της σχέσης εργασίας, είχαν δικαίωμα να λάβουν τη νόμιμη αποζημίωση, όπως εάν παρείχαν εργασία με σύμβαση αορίστου χρόνου.

Συνακόλουθα ο σχετικός πρώτος λόγος των αναιρεσειόντων από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 και όχι όπως εσφαλμένα αναγράφεται 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, καθ' όσον αφορά απόφαση Ειρηνοδικείου, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19ΚΠολΔ και ορθά εκ του άρθρου 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας στο κρίσιμο ζήτημα της εφαρμογής ή μη της διάταξης του άρθρου 7 π.δ.164/2004 και απορρίψεως της αγωγής τους ως μη νόμιμης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ' όσον ο άνω λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την αγωγή ή την αίτηση ως μη νόμιμη ( Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2019, 295/2017).

Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή εκτός του εκδόσαντος την εν λόγω απόφαση και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτών (άρθρα176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ' εφαρμογή του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και της κοινής απόφασης 134423/8.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11Β'/20.1.1993), σε συνδυασμό με τα άρθρα 38 παρ. 2 του ν. 2218/1994 και 283 παρ. 2 εδ. β' του ν. 3852/2010.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 25.6.2021 αίτηση αναίρεσης.

Αναιρεί την 417/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ. στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ