Legislator Case Law & Legislation
1217/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for improper filing of additional arguments.

Case Number 1217/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision regarding liability for damages. The court held that the appeal was procedurally inadmissible because the appellants submitted supplementary arguments via separate proposals rather than within the formal petition or additional grounds document. Consequently, the appeal was dismissed, the security bond was forfeited, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure: An appeal must be filed strictly within the prescribed documents; supplementary arguments submitted separately constitute a procedural defect leading to dismissal.

Keywords

AI generated
procedural inadmissibility supplementary arguments appeal filing requirements legal costs liability security bond forfeiture civil procedure code court of cassation

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3, letter e of the Code of Civil Procedure
Article 1, Article 3, paragraph 2 and 4 of Law 4335/2015

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1217 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1217/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. χας Γ. Τ., το γένος Κ. Φ., κατοίκου ..., 2) Ν. Τ. του Γ., που εκπροσωπείται νόμιμα από την ασκούσα τη γονική του μέριμνα μητέρα του Θ. χα Γ. Τ. και 3) Γ. Τ. του Γ., που εκπροσωπείται νόμιμα από την ασκούσα τη γονική του μέριμνα μητέρα του Θ. χα Γ. Τ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Χριστέλη.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδόπουλο - Τσαγιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-2-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την με αρ. εκθ. κατ. ….0/ 2013 αγωγή του Μ. Σ. του Γ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1908/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 849/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-6-2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.

Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ' άρθρ. 4 ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Στις παρακάτω διατάξεις του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) ορίζονται τα εξής: "Οι ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες (Ρ-1 μέχρι Ρ-77) τοποθετούνται για να πληροφορήσουν αυτούς που χρησιμοποιούν τις οδούς για τις ειδικές υποχρεώσεις, περιορισμούς ή απαγορεύσεις, προς τις οποίες πρέπει αυτοί να συμμορφώνονται. Η σημασία των πινακίδων είναι: ...Ρ-57:

Υποχρεωτική ελάχιστη ταχύτητα που αναγράφεται με λευκούς αριθμούς σε... (π.χ. 30) χιλιόμετρα την ώρα. Η πινακίδα αυτή σημαίνει ότι τα οχήματα που χρησιμοποιούν την οδό, στην είσοδο της οποίας είναι τοποθετημένη, πρέπει να κινούνται με ελάχιστη ταχύτητα (π.χ. των 30) χιλιομέτρων την ώρα" (άρθρ. 4 παρ. 3). "Ο οδηγός οχήματος υποχρεούται να μην παρεμποδίζει την ομαλή πορεία άλλων οχημάτων κινούμενος με ασυνήθη βραδύτητα, χωρίς αποχρώντα λόγο" (άρθρ. 19 παρ.4). "Με εξαίρεση την περίπτωση που η μείωση της ταχύτητας γίνεται για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου, ο οδηγός μπορεί να επιβραδύνει σε σημαντικό βαθμό την κίνηση του οχήματός του, μόνο αν αυτό δεν δημιουργεί κίνδυνο ή δεν προκαλεί δυσχέρεια στους άλλους οδηγούς και μετά προηγούμενη πάντοτε σαφή και έγκαιρη προειδοποίηση.

Η προειδοποίηση δίνεται με τα φώτα πέδησης ή φωτεινού συναγερμού του οχήματος ή με το χέρι (έκταση του βραχίονα και συνεχής κίνηση αυτού προς τα πάνω και κάτω" (άρθρ. 24 παρ. 2). "Στους αυτοκινητόδρομους και στις οδούς ταχείας κυκλοφορίας, οι οποίες διακρίνονται από τις ειδικές πινακίδες σήμανσης και στις οδούς εισόδου και εξόδου εξ αυτών, απαγορεύεται η κυκλοφορία πεζών, εφίππων, ζώων, ποδηλάτων, ζωηλάτων οχημάτων και γενικά οχημάτων, τα οποία δεν κινούνται με κινητήρα, ως και μηχανοκίνητων οχημάτων, τα οποία εξ υπολογισμού ή εκ κατασκευής ή εξ άλλης αιτίας δεν μπορούν να αναπτύξουν σε οριζόντια οδό ταχύτητα μεγαλύτερη των 50 χιλιομέτρων την ώρα..." (άρθρ. 29 παρ. 1 - ήδη, η φράση "50 χιλιομέτρων την ώρα" αντικαταστάθηκε σε "70 χιλιομέτρων την ώρα" με το άρθρο 30 ν. 4530/2018, ΦΕΚ Α/59/30-3-2018). "Τα αυτοκίνητα και τα ρυμουλκούμενα επιβάλλεται να έχουν, στο πίσω μέρος τους, ζυγό αριθμό ερυθρών φώτων θέσης, ορατών κατά τη νύκτα με καθαρές καιρικές συνθήκες, από απόσταση τουλάχιστον 300 μέτρων, χωρίς να προκαλείται θάμβωση ή δυσχέρεια στους χρησιμοποιούντες την οδό" (άρθρ. 65 παρ. 3). "1.

Τα αυτοκίνητα οχήματα, ως και τα ρυμουλκούμενα, το πλάτος των οποίων υπερβαίνει τα 2,10 μ., επιβάλλεται να έχουν δύο τουλάχιστον φώτα όγκου, τα οποία πρέπει να εκπέμπουν λευκό ή κίτρινο φως προς τα εμπρός και ερυθρό φως προς τα πίσω. Με τα ίδια πιο πάνω φώτα μπορεί να είναι εφοδιασμένα και το οχήματα των οποίων το πλάτος υπερβαίνει το 1,80 μ. 2.

Τα αυτοκίνητα οχήματα και τα ρυμουλκούμενα μπορεί να είναι εφοδιασμένα με κίτρινα πλευρικά φώτα" (άρθρ. 66 παρ. 1 και 2). "Τα αυτοκίνητα οχήματα και τα ρυμουλκούμενα επιβάλλεται να έχουν φώτα ικανής έντασης, για τον επαρκή φωτισμό της πινακίδας του αριθμού κυκλοφορίας, ώστε ο αριθμός, όταν φωτίζεται, να είναι ευανάγνωστος κατά τη νύκτα με καθαρές καιρικές συνθήκες, από απόσταση 20 τουλάχιστον μέτρων και μη ορατό απευθείας από τους ακολουθούντες οδηγούς των άλλων οχημάτων" (άρθρ. 67 παρ. 1). "Τα αυτοκίνητα οχήματα και τα ρυμουλκούμενα επιβάλλεται να έχουν στο πίσω μέρος τους δύο τουλάχιστον ερυθρούς αντανακλαστήρες, ορατούς από οδηγό, κατά τη νύκτα με καθαρές καιρικές συνθήκες, από απόσταση τουλάχιστον 150 μέτρων, όταν φωτίζονται από τα φώτα πορείας, τα φώτα διασταύρωσης ή τα φώτα ομίχλης άλλου οχήματος" (άρθρ. 72 παρ. 1). "Τα οχήματα, μέγιστου επιτρεπόμενου βάρους 7.500 χλγ.

και άνω, και τα ρυμουλκούμενα οχήματα, μέγιστου επιτρεπόμενου βάρους 3.000 χλγ. και άνω, επιβάλλεται να φέρουν, για την αναγνώρισή τους, στην πίσω πλευρά τους, μία ή δύο μεταλλικές πινακίδες, οι οποίες έχουν εναλλασσόμενες λοξές λωρίδες με φθορίζον υλικό ερυθρού χρώματος και αντανακλαστικό υλικό κίτρινου χρώματος.

Τα οχήματα ή οι συνδυασμοί οχημάτων μήκους 13 μέτρων και άνω, επιβάλλεται να φέρουν, για την αναγνώρισή τους, στην πίσω πλευρά τους, μία ή δύο πινακίδες, των οποίων η επιφάνεια καλύπτεται με φθορίζον υλικό χρώματος ερυθρού και αντανακλαστικό υλικό χρώματος κίτρινου και επί των οποίων αναγράφονται ειδικά σύμβολα" (άρθρ. 81 παρ. 22 και 23) και "Οι οδηγοί αυτοκινήτων οχημάτων, εκτός από την περίπτωση ακινησίας του οχήματος, επιτρέπεται να θέτουν σε λειτουργία τα φώτα έκτακτης ανάγκης (σύστημα φωτεινού συναγερμού), μόνο όταν κινδυνεύουν τρίτοι από το δικό τους όχημα (άρθρ. 37 παρ. 5).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, γι' αυτό, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, κατά συνέπεια, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην υπό κρίση περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 849/2016 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτοκινήτου, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ως προς τα ζητήματα των συνθηκών του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας (ή μη) των οδηγών των δύο οχημάτων που είχαν εμπλοκή σ' αυτό, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη: [Στις 19-3-2012 και ώρα 11,15' περίπου, ο 31χρονος Γ.

Τ., συγγενής των εναγόντων της πρώτης αγωγής (σύζυγος της πρώτης, πατέρας του δεύτερου και τρίτου, υιός του τέταρτου και πέμπτης, και αδελφός της έκτης), με συνεπιβάτη στη θέση του συνοδηγού τον 27χρονο ενάγοντα της δεύτερης αγωγής, Μ. Σ., οδηγούσε το με αριθμ. κυκλ. ...6 ΙΧΦ ανοικτό όχημα, εργοστασίου κατασκευής FORD, μοντέλο RANGER, χρώματος ασημί, με ημερομηνία 1ης κυκλοφορίας το έτος 2011, 2500 κ.ε., ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην εναγόμενη στη δεύτερη αγωγή, ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", και κινείτο στην Εγνατία οδό Ηγουμενίτσας-Κήπων με κατεύθυνση προς Ηγουμενίτσα, είχε εισέλθει δε στην σήραγγα Σ7 (μεταξύ Α/Κ Βέροιας και Α/Κ Πολυνέρι), στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, έχοντας ενεργοποιημένη την πρώτη σκάλα φώτων (ψείρες ή φώτα θέσης).

Μπροστά από αυτόν, έχοντας την ίδια κατεύθυνση, ομοίως στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, κινείτο, έμφορτος με 26 τόνους χύδην φορτίο (συγκεκριμένα 25.140 κιλά ζάχαρης Βραζιλίας), έχοντας ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 31 χιλ/ώρα, ο με αριθμό κυκλ. SK... διαξονικός ελκυστήρας, εργοστασίου κατασκευής MAN, χρώματος μπορντώ, που έσυρε το με αριθμ.

κυκλ. SK ... επικαθήμενο, εργοστασίου κατασκευής TANG, ιδιοκτησίας της εταιρίας με την επωνυμία "...", με τόπο συνήθους στάθμευσης την ΠΓΔΜ, τα οποία ήταν εφοδιασμένα με τα υπ' αριθμ. ...5 και ...6 πιστοποιητικά διεθνούς ασφάλισης, αντίστοιχα, το οποίο οδηγούσε ο Τ. Τ.. Όταν τα δύο οχήματα έφθασαν στο 238,50 χιλιόμετρο της ως άνω οδού και εντός της σήραγγας Σ7 (στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του έχοντος δύο λωρίδες κυκλοφορίας ρεύματός της προς Πολύμυλο - Κοζάνη - Ηγουμενίτσα), συγκρούστηκαν σε απόσταση 146,20 μέτρων από την είσοδο της σήραγγας και σε απόσταση 2,40 μέτρων από το δεξιά ευρισκόμενο σε σχέση με την πορεία τους έρεισμα.

Ειδικότερα, το εμπρόσθιο τμήμα (και περισσότερο το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα της μετώπης αυτού) του ακολουθούντος ΙΧΦ οχήματος επέπεσε με σφοδρότητα (και μάλιστα τέτοιας έντασης ώστε το εμπρόσθιο τμήμα του να καταστραφεί ολοσχερώς) στο πίσω αριστερά μέρος του προπορευόμενου φορτηγού - συρμού, στο ύψος του οπίσθιου αριστερού τροχού (από το μέσον του οχήματος και προς τ' αριστερά...), το οποίο παρουσίασε ρήξη, προκαλώντας επίσης στρέβλωση και θραύση των μεταλλικών μερών του.

Τέτοια ήταν η σφοδρότητα της σύγκρουσης ώστε το ΙΧΦ όχημα εισήλθε στο οπίσθιο τμήμα της καρότσας του επικαθήμενου οχήματος σε βάθος 1,30 μέτρων από τον οπίσθιο άξονα αυτής, ενώ ζημιώθηκε και το σύστημα ανάρτησης του μεσαίου άξονα αυτής... Ο πραγματογνώμονας Τ. αναφέρει ότι η ταχύτητα του οχήματος κατά τη στιγμή της σύγκρουσης ανερχόταν από 102-108 χιλ/ώρα, ενώ ο πραγματογνώμονας Λ.

αναφέρει ότι αυτή ανερχόταν σε 133-139 χιλ/ώρα, καθόσον πρέπει να προστεθεί στην ταχύτητα αυτή του ΙΧΦ οχήματος κα η ταχύτητα του συρμού των 31 χιλ/ώρα, αφού το όχημα αυτό κατά τη στιγμή της σύγκρουσης δεν ήταν ακινητοποιημένο αλλά κινούνταν με την ταχύτητα αυτή. Ο πραγματογνώμονας Γ. τόσο στην συνταχθείσα πραγματογνωμοσύνη του όσο και στην κατάθεσή του στο ακροατήριο δεν εστιάζει τις παρατηρήσεις του στο θέμα αυτό, ενώ ο πραγματογνώμονας Κ., κρίνοντας βάσει των βλαβών, αναφέρει ότι η ταχύτητα του ΙΧΦ ανερχόταν σε 100 χιλ/ώρα.

Αποτέλεσμα της ως άνω συγκρούσεως ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου Γ. Τ., ο σοβαρός τραυματισμός του συνοδηγού Μ. Σ.υ και η ολική καταστροφή του ΙΧΦ αυτοκινήτου στο οποίο επέβαιναν. Ειδικότερα, ο θάνατος του οδηγού, ο οποίος δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας (σε αντίθεση με τον συνοδηγό που φορούσε), προήλθε από βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και συγκεκριμένα...

Η Εγνατία οδός, στη 238,50 χιλ/θέση, είναι διπλής κατεύθυνσης, με ξεχωριστό οδόστρωμα για κάθε κατεύθυνση, δύο λωρίδες κυκλοφορίας, με διακεκομμένη διαγράμμιση και ασφάλτινο έρεισμα πλάτους 0,35 δεξιά και αριστερά της οδού, ρείθρο πλάτους 0,25 μέτρων, καθώς και πεζοδρόμιο πλάτους 1 μ. αμφίπλευρα. Το καθαρό πλάτος του οδοστρώματος ανέρχεται σε 7,60 μ. (και συνεπώς σε κάθε λωρίδα κυκλοφορίας αντιστοιχούν 3,80 μέτρα).

Η ανωτέρω οδός, στο ύψος της αυτό, είναι καμπύλη δεξιά με μικρή κλίση και ανωφέρεια με μικρή κλίση. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί το γεγονός ότι η ανηφορική κλίση της οδού είναι συνεχής από τον ανισόπεδο κόμβο της Βέροιας μέχρι την εν λόγω σήραγγα 7, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα ανάπτυξης μεγάλης ταχύτητας στα έμφορτα φορτηγά οχήματα.

Η άσφαλτος, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ήταν ξηρά, υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός εντός της σήραγγας, η δε κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική. Στα 500 μέτρα πριν την είσοδο της σήραγγας υπάρχει ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32 που περιορίζει τη μέγιστη ταχύτητα των οχημάτων σε 100χ/ω, ρυθμιστική πινακίδα Ρ-31 που απαγορεύει στους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων μέγιστου επιτρεπόμενου βάρους, που υπερβαίνει τους 3,5 τόνους, να προσπερνούν άλλα οχήματα και πινακίδα αναγγελίας κινδύνου Κ-40, η οποία προειδοποιεί για την ύπαρξη σήραγγας, ενώ στα 100 μ.

πριν την είσοδο της σήραγγας υπάρχει ρυθμιστική πινακίδα Ρ-22 πέντε (5μ) μέτρων, η οποία απαγορεύει την είσοδο στη σήραγγα σε οχήματα συνολικού ύψους που υπερβαίνει τα 5 μ. και ρυθμιστική πινακίδα Ρ-26 πενήντα (50μ) μέτρων, η οποία απαγορεύει την οδήγηση οχήματος σε απόσταση μικρότερη των 50 μ. Κατά συνέπεια, ο οδηγός του ΙΧΦ οχήματος όφειλε να κινείται με ταχύτητα όχι μεγαλύτερη των 100 χιλ/ώρα, να τηρεί απόσταση από το προπορευόμενο όχημα 50 μέτρων και σε περίπτωση που είχε μπροστά του βραδυπορούν όχημα να μην το προσπεράσει.

Πέραν όλων των ανωτέρω πρέπει να επισημανθεί επίσης το γεγονός ότι οι οδηγοί οχημάτων που εισέρχονται σε σήραγγα οφείλουν, κατ' άρθρο 29 παρ. 8 του ΚΟΚ, να ανάψουν τα φώτα διασταύρωσης ή τα φώτα πορείας (δηλαδή τα μεγάλα ή τα μεσαία). Από την εκτίμηση όλου του αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκε ότι το όχημα που οδηγούσε ο Γ.

Τ. κινούνταν αρχικά, όταν εισήλθε στη σήραγγα, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της παραπάνω οδού και προσπέρασε, κινούμενος πάντα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, το προπορευόμενο αυτού (στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας) με αριθμό κυκλοφορίας ...7 ΙΧΕ όχημα που οδηγούσε ο Κ. Κ., έχοντας υπερβολική για τις περιστάσεις (όχημα ΙΧΦ κάτω των 3,5 τόνων, εντός της σήραγγας) ταχύτητα, που ανερχόταν, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, τουλάχιστον σε 108-110 χιλ/ώρα, αν ληφθεί υπόψη η σφοδρότητα της ως άνω σύγκρουσης, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, καθώς και οι εκτιμήσεις όλων των προαναφερθέντων πραγματογνωμόνων, η οποία ήταν ανώτερη και από το επιτρεπόμενο όριο, στο σημείο εκείνο, των 100 χιλ/ώρα κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα.

Έτσι, έχοντας διανύσει 146,20 μέτρα εντός της σήραγγας, στην προσπάθειά του να καταλάβει τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και κατά τον ελιγμό του αυτό, συγκρούστηκε, με το εμπρόσθιο μέρος του, στο πίσω αριστερά μέρος του επικαθήμενου, στο ύψος του οπίσθιου αριστερού τροχού. Για το λόγο αυτό έχουν προκληθεί εκτεταμένες ζημιές στο αριστερό κυρίως εμπρόσθιο τμήμα του, που συρρικνώθηκε, και όχι και στο δεξιό, πράγμα το οποίο θα είχε συμβεί σε περίπτωση πλήρους ευθυγράμμισής του πίσω από το ρυμουλκό με επικαθήμενο όχημα.

Ο αυτόπτης μάρτυρας - οδηγός Κ. Κ., ο οποίος κινούνταν στη δεξιά λωρίδα της ίδιας οδού, στην από 19.03.2012 έκθεση ένορκης εξέτασής του αναφέρει ότι, ενώ κινούνταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της ως άνω οδού, εντός της σήραγγας, είδε μπροστά του το ρυμουλκό με επικαθήμενο όχημα και μάλιστα αντιλήφθηκε ότι αυτό κινούνταν με μικρή ταχύτητα.

Την ίδια στιγμή αναφέρει ο εν λόγω μάρτυρας ότι είδε το ΙΧΦ όχημα του θανόντος συγγενούς των εναγόντων της πρώτης αγωγής να τον προσπερνά από τ' αριστερά και να εισέρχεται προς τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Και δίδει στη συνέχεια ο εν λόγω αυτόπτης μάρτυρας (που δεν έχει σχέση με κανέναν από τους διαδίκους και για την αξιοπιστία του οποίου δεν έχει λόγο να αμφιβάλει το παρόν δικαστήριο) την εξήγηση ότι "λόγω της μεγάλης ταχύτητας που είχε αναπτύξει το δεύτερο όχημα δεν πρόλαβε να ελαττώσει την ταχύτητά του, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το εμπρόσθιο μέρος του στην οπίσθια πλευρά του πρώτου οχήματος".

Η παραπάνω διαπίστωση συμπορεύεται με την κρίση, κατόπιν αξιολόγησης όλου του αποδεικτικού υλικού, του παρόντος δικαστηρίου. Στην ανωτέρω σύγκρουση συνετέλεσε και το γεγονός ότι, λόγω της ενεργοποίησης της πρώτης σκάλας των φώτων από τον θανόντα οδηγό του ΙΧΦ οχήματος, δεν υπήρχε σ' αυτόν δυνατότητα άμεσης διάκρισης προπορευόμενων οχημάτων ή εμποδίων, καθώς, κατά την είσοδο του οχήματος στη σήραγγα, δημιουργείται για το πεδίο ορατότητας του οδηγού αισθητή διαφορά της λαμπρότητας (από το φως ημέρας στον τεχνητό φωτισμό της σήραγγας) με αποτέλεσμα τη μη έγκαιρη διάκριση προπορευόμενων οχημάτων, η δε ενεργοποίηση της πρώτης σκάλας φώτων δεν επέφερε αντιστάθμιση της λαμπρότητας αλλά κατέστησε το όχημα ορατό μόνο για τα ακολουθούντα οχήματα, όπως τα ανωτέρω διαπιστώνονται και στην διενεργηθείσα, κατ' εντολή της Τροχαίας Βέροιας, υπ' αριθμ.

…2/2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Τ. και τη συμπληρωματική αυτής. Τόσο οι ενάγοντες όσο και η ασφαλιστική τους εταιρία, δεύτερη εναγομένη στη δεύτερη αγωγή, ισχυρίζονται... ότι το ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του προπορευόμενου οχήματος, διότι: α) κινούνταν με εξαιρετική βραδύτητα 30 μόλις χιλ/ώρα, παραβιάζοντας τόσο τις γενικές διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 4 και 24 παρ. 2 του ΚΟΚ όσο και την ειδική διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ΚΟΚ, που απαγορεύει την κίνηση οχημάτων στους αυτοκινητόδρομους που δεν μπορούν να αναπτύξουν ταχύτητα μεγαλύτερη των 50 χιλ/ώρα και β) δεν έφερε στο οπίσθιο τμήμα του τον προβλεπόμενο

από τον ΚΟΚ επαρκή και ενδεδειγμένο φωτισμό και ειδικότερα 1) δεν λειτουργούσαν στο ρυμουλκούμενο όχημα (καρότσα): το οπίσθιο δεξιό φως θέσεως, κατά παράβαση του άρθρου 65 παρ. 3 του ΚΟΚ, τα οπίσθια άνω και κάτω δεξιά φώτα όγκου, κατά παράβαση του άρθρου 66 παρ. 1 του ΚΟΚ, 2) δεν διέθετε: στο πλάγιο τμήμα του κίτρινα πλευρικά φώτα, κατά παράβαση του άρθρου 66 παρ. 2 του ΚΟΚ, φώτα για το φωτισμό της πινακίδας κυκλοφορίας του, κατά παράβαση του άρθρου 67 παρ. 1 του ΚΟΚ, οπίσθιους τριγωνικούς ανακλαστήρες, κατά παράβαση του άρθρου 72 παρ. 1 και 2 του ΚΟΚ, δύο μεταλλικές πινακίδες με εναλλασσόμενες λοξές λωρίδες φθορίζοντος ερυθρού χρώματος και αντανακλαστικού υλικού κίτρινου χρώματος, κατά παράβαση του άρθρου 81 παρ. 22 και 23 του ΚΟΚ, και, τέλος, 3) δεν έθεσε σε λειτουργία τα φώτα έκτακτης ανάγκης του οχήματός του (ALARM), λόγω της βραδυπορίας του, κατά παράβαση του άρθρου 37 παρ. 5 του ΚΟΚ.

Στη συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη, που διενεργήθηκε για τη διαπίστωση του φωτισμού του φορτηγού - συρμού, διαπιστώθηκε ότι στο οπίσθιο τμήμα αυτού, όσο και στο οπίσθιο τμήμα της επικαθήμενης καρότσας, υπήρχαν σε λειτουργία αμφότεροι οι οπίσθιοι φανοί πορείας και, ως εκ τούτου, έφερε τον επαρκή και ενδεδειγμένο προβλεπόμενο φωτισμό.

Το γεγονός δε αυτό επιβεβαιώνεται και από την προαναφερθείσα προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Κ. Κ., ο οποίος είδε τόσο την κίνηση του συρμού, το οποίο κινείτο μπροστά του, αλλά και αντιλήφθηκε τη βραδυπορία του κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα. Όπως επίσης προκύπτει από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες και το ψηφιακό υλικό (video) από τις κάμερες επιτήρησης κυκλοφορίας της Εγνατίας Οδού (Τμήμα Α/Κ Βεροίας - Α/Κ Πολυμύλου) και οπίσθιους αντανακλαστήρες διέθετε το όχημα αυτό και ο οπίσθιος αριστερός φανός θέσης φαίνεται ξεκάθαρα ότι είναι σε λειτουργία.

Σύμφωνα δε με την από 22.4.2014 κατάθεση του αστυνομικού Β. Κ., που υπηρετεί στο Τμήμα Τροχαίας Βεροίας, ο οποίος εξέτασε ο ίδιος το ανωτέρω όχημα αμέσως μετά το ατύχημα, διαπίστωσε ότι το δεξί πίσω φως θέσης του επικαθήμενου ήταν σε λειτουργία, ενώ το αριστερό είχε καταστραφεί ολοσχερώς, συνεπεία της σύγκρουσης.

Το γεγονός δε ότι δεν είναι ευκρινές αν λειτουργούσε ο οπίσθιος δεξί φανός θέσης του οχήματος οφείλεται προφανώς στο φωτισμό από το συγκεκριμένο σημείο και τη λήψη του φανού αυτού από την κάμερα επιτήρησης. Είναι ξεκάθαρο όμως ότι τόσο το ίδιο το φορτηγό - συρμός όσο και ο όγκος του γίνεται άμεσα αντιληπτός από τον όπισθεν κινούμενο με κανονική ταχύτητα και έχοντα ενεργοποιήσει τα σωστά φώτα διασταύρωσης ή πορείας (μεγάλα ή τα μεσαία) οδηγό, αφού, εκτός των άλλων, εντός της σήραγγας υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός.

Σε κάθε περίπτωση όμως, στην κρινόμενη υπόθεση, και αν υποτεθεί ότι το φορτηγό -συρμός κυκλοφορούσε στην ως άνω οδό (εντός της σήραγγας Σ7) κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 65 παρ. 3 και 66 παρ. 1 του ΚΟΚ, δεν λειτουργούσε δηλαδή κατά τον χρόνο του ατυχήματος ο οπίσθιος δεξιός φανός θέσης, ούτε έφερε φώτα όγκου, γεγονός που κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου δεν αποδείχθηκε, μόνη η υποτιθέμενη εν λόγω παράβαση δεν αρκεί για να θεμελιώσει πταίσμα του αλλοδαπού οδηγού για το ατύχημα, καθώς δεν διαπιστώθηκε ότι η παράβαση αυτή συντέλεσε στο επελθόν βλαπτικό αποτέλεσμα...

Εξάλλου αναφορικά με την ταχύτητα του προπορευόμενου συρμού πρέπει να σημειωθεί ότι η διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 Κ.Ο.Κ. αναφέρεται σε μηχανοκίνητα οχήματα, τα οποία εξ υπολογισμού ή κατασκευής ή από άλλη αιτία δεν μπορούν να αναπτύξουν σε οριζόντια οδό ταχύτητα μεγαλύτερη των 50 χλμ. ανά ώρα (όταν κινούνται σε αυτοκινητόδρομο ή σε δρόμο ταχείας κυκλοφορίας), γεγονός που δεν συντρέχει εν προκειμένω, αφού η μικρή ταχύτητα που είχε αναπτύξει αυτό δεν οφειλόταν σε μηχανική βλάβη του ή την κακή μηχανολογική του κατάσταση, ή στο ότι απαγορευόταν να αναπτύξει ταχύτητα άνω των 50 χιλ/ώρα λόγω του είδους και της κατηγορίας του, καθόσον, όπως προκύπτει από τον ταχογράφο του, αυτό είχε αναπτύξει λίγο πριν το ατύχημα ταχύτητα μέχρι και 78 χιλ/ώρα.

Αυτό, εξάλλου, κινούνταν εντός σήραγγας, όπου, σύμφωνα με την παρ. 8 του ίδιου άρθρου. αναφέρεται ότι "οι οδηγοί απαγορεύεται: α) Να πραγματοποιούν οπισθοπορεία. β) Να πραγματοποιούν επιτόπια στροφή (αναστροφή 180?). Ακόμα και αν η σήραγγα είναι φωτισμένη, ο οδηγός πρέπει να ανάψει το φώτα διασταύρωσης ή τα φώτα πορείας.

Σε περίπτωση παρατεταμένης ακινητοποίησης, ο οδηγός πρέπει να σβήσει τη μηχανή του οχήματός του. γ) Να σταθμεύουν στις ειδικές διαπλατύνσεις εκτός των περιπτώσεων έκτακτων οδικών συμβάντων και δ) Οι οδηγοί υποχρεούνται να τηρούν τα ηλεκτρονικά μέσα σήμανσης και τις οδηγίες που δίδονται σε αυτούς από τα κέντρα ελέγχου σήραγγας μέσω μεγαφώνου ή ραδιοφώνου".

Άλλωστε, σε καμιά περίπτωση, αυτή

καθαυτή η κυκλοφορία του ρυμουλκού με επικαθήμενο οχήματος με ταχύτητα 31χιλ/ώρα ήταν αυτή που προκάλεσε το επίδικο ατύχημα, δηλαδή και αν υποτεθεί ότι αυτό κυκλοφορούσε στη σήραγγα του αυτοκινητόδρομου κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 29 Κ.Ο.Κ., μόνη η υποτιθέμενη εν λόγω παράβαση δεν αρκεί για να θεμελιώσει πταίσμα του οδηγού για το ατύχημα, καθώς δεν διαπιστώθηκε ότι η παράβαση αυτή συντέλεσε στο επελθόν βλαπτικό αποτέλεσμα, αλλά η κατά τα ανωτέρω αμελής συμπεριφορά του θανόντος οδηγού ήταν η μόνη ενεργός αιτία που επέφερε αυτό.

Κατ' ακολουθία αυτών, υπό τις παραπάνω πραγματικές συνθήκες, η πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλούμενη απόφαση, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (άρθρο 330 εδάφ. 2 ΑΚ) του θανόντος οδηγού Γ. Τ., ο οποίος δεν προείδε το αποτέλεσμα της προπεριγραφείσας συμπεριφοράς του, εξαιτίας μη καταβολής της προσοχής και επιμέλειας που με αντικειμενική κρίση μπορούσε και έπρεπε να καταβάλει, με τις ίδιες περιστάσεις, ο μέσος, συνετός και ευσυνείδητος οδηγός ΙΧΦ αυτοκινήτου, με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή πείρα και τις κατά τα άνω επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες, την οποία, τέλος, (επιμέλεια) αν επιδείκνυε, θα μπορούσε να το προβλέψει και να το αποφύγει...

Ειδικότερα, το πταίσμα του συνίσταται στο ότι, αντίθετα με όσα επιβάλλουν οι ουσιώδεις κανόνες της ασφαλούς οδήγησης που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 & 3, 20 παρ. 1, 29 παρ. 8 του ΚΟΚ (διαπράττοντας τις αντίστοιχες παραβάσεις που τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με το ως άνω ζημιογόνο αποτέλεσμα), δεν οδηγούσε το ως άνω όχημά του με την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ασκώντας τον προσήκοντα έλεγχο και εποπτεία του αυτοκινήτου του, ούτε ρύθμισε την ταχύτητά του οδηγούμενου, από αυτόν ΙΧΦ οχήματος, η οποία, αντίθετα, ήταν πάνω από την επιτρεπόμενη ταχύτητα των 100 χλμ/ώρα, έτσι ώστε να είναι σε θέση να εκτελεί, κάθε στιγμή, τους αναγκαίους χειρισμούς και να μπορεί ανάλογα με την περίπτωση και αν προέκυπτε ανάγκη, ακόμη και να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε προβλέψιμο εμπόδιο, ευρισκόμενο στο ορατό απ' αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά ανέπτυξε υπερβολική για τις περιστάσεις (κίνηση εντός σήραγγας) ταχύτητα άνω των 108-110 χιλ/ώρα, η οποία είναι ανώτερη της επιτρεπόμενης ταχύτητας των 100 χιλ/ώρα στο άνω σημείο της οδού, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να τη μειώσει έγκαιρα όταν επιχείρησε αλλαγή από την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία βρισκόταν προς τη δεξιά λωρίδα της εν λόγω οδού, εντός της προαναφερθείσας σήραγγας και επίσης δεν ρύθμισε ανάλογα τα φώτα πορείας του, ενεργοποιώντας την πρώτη σκάλα αντί για τη δεύτερη, και έτσι να μην μπορέσει ευχερώς να διακρίνει το προπορευόμενο αυτού συρμό οχημάτων (ρυμουλκό με επικαθήμενο) και να επιπέσει σ' αυτό.

Εάν όμως αυτός ενεργούσε ως μέσος συνετός οδηγός και είχε τεταμένη την προσοχή του στην /οδήγηση, είχε ανάψει τα φώτα διασταύρωσης ή πορείας (μεγάλα ή τα μεσαία) και έβαινε με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα, είναι βέβαιο ότι αφενός μεν θα αντιλαμβανόταν από ικανή απόσταση ότι το προπορευόμενο αυτού ρυμουλκό με επικαθήμενο όχημα, κινούνταν με χαμηλή ταχύτητα εντός της σήραγγας, αφετέρου δε θα προλάβαινε είτε να σταματήσει το όχημά του, είτε να ενεργήσει αποτελεσματικό ελιγμό προς την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και να αποφύγει την πρόσκρουσή του στο προπορευόμενο όχημα, δεδομένου ότι από αριστερά δεν κινούνταν άλλο όχημα τη στιγμή εκείνη.

Στοιχεία που να μπορούν να θεμελιώσουν (οποιασδήποτε μορφής και έκτασης) υπαιτιότητα του αλλοδαπού οδηγού δεν προέκυψαν από το ως άνω αποδεικτικό υλικό, από το οποίο, αντίθετα, αποδείχθηκε ότι το επίδικο τροχαίο οδικό ατύχημα δεν συνδέεται αιτιωδώς με κάποια αμελή ενέργεια ή παράλειψή του, αφού όση επιμέλεια και να επιδείκνυε ο τελευταίος δεν θα μπορούσε να το προβλέψει και να το αποφύγει, καθόσον δεν ήταν δυνατόν να προβλέψει, ως πιθανή, την τόσο αντικανονική κίνηση του οδηγού του επερχόμενου ΙΧΦ αυτοκινήτου.

Συγκεκριμένα, ο Τ. Τ. οδηγούσε το ως άνω φορτηγό - συρμό με τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή, που με αντικειμενική κρίση μπορούσε και έπρεπε να καταβάλει, κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, ο μέσος, συνετός και ευσυνείδητος οδηγός έμφορτου ρυμουλκού με επικαθήμενο οχήματος εντός σήραγγας, με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή πείρα και τις κατά τα άνω επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες, καθώς ο τελευταίος κινείτο κανονικά, φέροντας τον επαρκή και ενδεδειγμένο προβλεπόμενο φωτισμό, με χαμηλότερη από την επιτρεπόμενη κατά τον ΚΟΚ (σε συνδυασμό και με τις επικρατούσες, κατά τον ανωτέρω χρόνο, στον τόπο του ατυχήματος, κυκλοφοριακές και οδικές συνθήκες), ταχύτητα των 31χλμ/ώρα, στο ρεύμα πορείας που ακολουθούσε, η δε βραδυπορία του αυτή, λόγω της ανωφέρειας που είχε ο δρόμος και του μεγάλου βάρους που μετέφερε, δεν αποδείχθηκε ότι τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.

Για τον λόγο δε άλλωστε αυτό με τη 213/72 διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Βέροιας, η οποία εγκρίθηκε στις 26.06.2013 από τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, απορρίφθηκε ως αβάσιμη η έγκληση της πρώτης ενάγουσας της πρώτης αγωγής, συζύγου του θανόντος Γ. Τ., με την οποία ζητούσε την ποινική δίωξη του Τ. Τ. για τον θανάσιμο τραυματισμό του συζύγου της και τέθηκε στο αρχείο.

Την κρίση του παρόντος δικαστηρίου για όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά δεν δύναται να αναιρέσει το γεγονός ότι, μετά από αίτηση της ίδιας ενάγουσας, η όλη δικογραφία ανασύρθηκε εκ νέου στις 2-12-2013 από την Εισαγγελία Βέροιας και παραγγέλθηκε η διενέργεια περαιτέρω προκαταρκτικής εξέτασης...]. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκείμενη δίκη, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 18-2-2014 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης 1908/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε κρίνει ομοίως, απορρίπτοντας, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, την ένδικη, από 19-2-2013 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης …2/25-2-2013, αγωγή των αναιρεσειόντων (και άλλων τριών προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη), δεχόμενο ότι αποκλειστικά υπαίτιος του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και, συνακόλουθα, του θανάσιμου, εξαιτίας αυτού, τραυματισμού του ήταν ο οδηγός του ...6 ΙΧΦ αυτοκινήτου, συγγενής των αναιρεσειόντων, Γ.

Τ.. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, τις διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου, του ΑΚ και του ΚΟΚ, που παρατέθηκαν στη μείζονα σκέψη, καθώς και εκείνες των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1-3, 20 παρ. 1, 4 παρ. 3 (πινακίδα Ρ-32) και 29 παρ. 8 ΚΟΚ ως προς τον πιο πάνω οδηγό Γ. Τ., αλλά διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς 1) τις συνθήκες του ατυχήματος, 2) την ύπαρξη (αποκλειστικής) υπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση αυτού και την υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας και 3) τη μη ύπαρξη υπαιτιότητας στο πρόσωπο του οδηγού του διαξονικού ελκυστήρα με το επικαθήμενο Τ.

Τ. και την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της οδηγικής συμπεριφοράς του και της σύγκρουσης των δύο αυτοκινήτων, εξαιτίας της οποίας θανατώθηκε ο Γ. Τ., που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το ότι αυτές ορθά εφαρμόστηκαν ή δεν εφαρμόστηκαν, ανάλογα, και, ως εκ τούτου, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ότι το "φορτηγό - συρμός" που οδηγούσε ο εν λόγω Τ. Τ. 1) κινούνταν μεν με ταχύτητα 31 χιλιομέτρων την ώρα, πλην όμως η μειωμένη αυτή ταχύτητά του οφειλόταν στην ανωφέρεια που είχε η οδός (και) στο σημείο εκείνο και του μεγάλου βάρους του φορτίου που μετέφερε, δηλαδή οφειλόταν σε δικαιολογημένη αιτία και 2) διέθετε επαρκή και ενδεδειγμένο φωτισμό, καθόσον, κατά τις σχετικές παραδοχές, λειτουργούσαν, κατ' άρθρ. 65 παρ. 3 ΚΟΚ, τόσο στο οπίσθιο τμήμα του ελκυστήρα όσο και στο οπίσθιο τμήμα της επικαθήμενης καρότσας, οι οπίσθιοι φανοί πορείας, ενώ έφερε, κατ' άρθρ. 72 παρ. 1 του ίδιου ΚΟΚ, και οπίσθιους αντανακλαστήρες και, συνεπώς, το ογκώδες "φορτηγό - συρμός" μπορούσε να γίνει άμεσα αντιληπτό και από ικανή απόσταση από τον πίσω απ' αυτό κινούμενο με κανονική ταχύτητα οδηγό, αν αυτός είχε ενεργοποιήσει, κατ' άρθρ. 29 παρ. 8 ΚΟΚ, τα σωστά φώτα (διασταύρωσης ή πορείας), με την περαιτέρω, ανέλεγκτη, παραδοχή ότι μέσα στη σήραγγα υπήρχε και επαρκής τεχνητός φωτισμός.

Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, ανέλεγκτα, με ισοδύναμη επάλληλη αιτιολογία, ότι η μειωμένη ταχύτητα του "φορτηγού - συρμού" και οι ελλείψεις του, ως προς τον προβλεπόμενο από το νόμο φωτισμό του (και με την εκδοχή ακόμη ότι τούτο δεν έφερε φώτα όγκου και ότι δεν λειτουργούσε ο οπίσθιος δεξιός φανός θέσης, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 66 παρ. 1 και 65 παρ. 3 του ΚΟΚ), δεν συνδέονται κατά πρόσφορη αιτιότητα με την πρόκληση του ατυχήματος, αλλά αποκλειστικά υπαίτιος γι' αυτό είναι ο θανών οδηγός Γ.

Τ.. Επομένως, είναι απαράδεκτες οι αντίθετες αιτιάσεις που προβάλλουν οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο και δεύτερο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγους της αναίρεσης για το ότι οι επικαλούμενες πράξεις και παραλείψεις του οδηγού του "φορτηγού - συρμού" Τ. Τ., οι οποίες συνιστούν παραβάσεις των διατάξεων του ΑΚ και του ΚΟΚ που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, συνδέονται αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα που επήλθε, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις παραπάνω διατάξεις, πλήττεται η εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Οι αιτιάσεις αυτές, μάλιστα, είναι απαράδεκτες και ως αλυσιτελείς, δεδομένου ότι η προαναφερόμενη επάλληλη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης που δεν πλήττεται πλέον επιτυχώς αναιρετικά στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της (ΑΠ Ολομ. 25/2003, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1221/2017). Επισημαίνεται ότι: 1) για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 29 παρ. 1 ΚΟΚ, δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου για το ότι το όχημα που οδηγούσε ο Τ.

Τ., κινούμενο σε αυτοκινητόδρομο ή σε οδό ταχείας κυκλοφορίας, δεν μπορούσε, "εξ υπολογισμού ή εκ κατασκευής ή εξ άλλης αιτίας", να αναπτύξει, σε οριζόντια οδό, ταχύτητα μεγαλύτερη των 50 χιλιομέτρων την ώρα, αλλά, αντίθετα, έγινε δεκτό ότι δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση (31η σελίδα της εφετειακής απόφασης), 2) για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 3 ΚΟΚ, δεν περιέχεται παραδοχή για το ότι στην οδό που κινούνταν το ίδιο όχημα είχε τοποθετηθεί πινακίδα Ρ-57 με υποχρεωτική ελάχιστη ταχύτητα, με την οποία και έπρεπε να κινείται ο παραπάνω οδηγός Τ.

Τ., 3) δεν επιβάλλεται από το νόμο, κατά τη διάταξη του άρθρου 66 παρ. 2 ΚΟΚ, τα οχήματα που έχουν τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή χαρακτηριστικά να είναι εφοδιασμένα με κίτρινα πλευρικά φώτα, 4) η φωτιζόμενη κατά τη νύκτα οπίσθια πινακίδα που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 67 παρ. 1 του ΚΟΚ έχει σκοπό τον ευκρινή εντοπισμό της "ταυτότητας" του αυτοκινήτου, όταν συντρέχει προς τούτο λόγος, όπως συμβαίνει σε περίπτωση ατυχήματος και 5) με τη ρύθμιση που περιέχεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 37 του ΚΟΚ προβλέπεται δυνατότητα και όχι υποχρέωση να τεθούν σε λειτουργία τα φώτα έκτακτης ανάγκης (σύστημα φωτεινού συναγερμού) που ορίζονται στο άρθρο 2 του ίδιου Κώδικα.

Περαιτέρω, ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατά το οικείο μέρος, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν διευκρινίζει την (επακριβή) απόσταση από την οποία ο οδηγός - συγγενής τους Γ. Τ. αντιλήφθηκε ή μπορούσε να αντιληφθεί το προπορευόμενο και βραδέως κινούμενο "φορτηγό - συρμό", ώστε να αποφύγει την πρόσκρουση επ' αυτού, είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη αυτή έλλειψη της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ανάγεται στην πληρέστερη ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, στο οποίο το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, όπως αυτό σαφώς και επαρκώς εκτίθεται στην απόφαση, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται επιπλέον και το στοιχείο αυτό που παραθέτουν οι αναιρεσείοντες και, συνεπώς, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 389/2018, ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 389/2018, ΑΠ 1864/2017). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το υπό στοιχ.

Β2 σκέλος του, αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια και από το άρθρο 559 αριθμ. 8 εδάφ. β' ΚΠολΔ που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό τους που προέβαλαν, παραδεκτά και νόμιμα, και στη δευτεροβάθμια δίκη, με τον σχετικό πρώτο λόγο της έφεσής τους, αναφορικά με το ότι ο οδηγός του "φορτηγού - συρμού" Τ.

Τ., από αμέλειά του, δεν ενεργοποίησε, κατ' άρθρ. 37 παρ. 5 ΚΟΚ, τα φώτα έκτακτης ανάγκης ("αλάρμ") αυτού, αν και έβαινε με τη μειωμένη ταχύτητα των 31 χιλιομέτρων την ώρα, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητό του να μη γίνει αντιληπτό έγκαιρα από τον επερχόμενο οδηγό Γ. Τ., ο οποίος θα μπορούσε, τότε, με έγκαιρη τροχοπέδηση και κατάλληλο ελιγμό να αποφύγει τη σύγκρουση και τον θανάσιμο τραυματισμό του.

Ο παρών λόγος, κατά το ερευνώμενο σκέλος του, είναι, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμος, γιατί ο ισχυρισμός αυτός που θεμελιώνει τον πιο πάνω λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, σε κάθε περίπτωση, λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε, έστω εκ του πράγματος, αφού στην απόφασή του περιέχονται οι προαναφερόμενες παραδοχές που είναι αντίθετες με τον ισχυρισμό αυτόν και, ειδικότερα, ότι το προπορευόμενο φορτηγό, λόγω του ικανοποιητικού φωτισμού που διέθετε και, συνάμα, του επαρκούς τεχνητού φωτισμού μέσα στη σήραγγα, μπορούσε να γίνει αντιληπτό από ικανή απόσταση από τον επερχόμενο οδηγό Γ.

Τ., αν αυτός οδηγούσε επιμελώς, πέραν του ότι δεν επιβάλλεται από το νόμο, όπως έχει αναφερθεί στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, τέτοια υποχρέωση λειτουργίας των φώτων έκτακτης ανάγκης σε ανάλογες περιπτώσεις, αλλά απλώς δυνατότητα.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης, νοούνται τα προβλεπόμενα ως αποδεικτικά μέσα - έγγραφα, κατά τα άρθρα 339 και 432 του ίδιου Κώδικα που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου. Έτσι, δεν αποτελούν έγγραφα, με την έννοια αυτή, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 545/2014, ΑΠ 670/2011, ΑΠ 5/2011, ΑΠ 1412/2010), όπως είναι τα διαδικαστικά έγγραφα στα οποία περιλαμβάνονται και οι μαρτυρικές καταθέσεις που δόθηκαν ενώπιον Πταισματοδίκη ή άλλου αρμόδιου (προ)ανακριτικού υπαλλήλου κατά τη διάρκεια ποινικής δίκης (ΑΠ 1953/2017, ΑΠ 216/2006, ΑΠ 556/2003).

Εξάλλου, ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια που προεκτέθηκε, εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ Ολομ. 2/2008, ΑΠ 1953/2017).

Παραμόρφωση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, επίσης, και όταν το δικαστήριο, κατά την ανάγνωση του εγγράφου, παρέλειψε φράσεις ή περικοπές του κειμένου του που είναι κρίσιμες, δηλαδή τέτοιες που να μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα. Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ή δεν παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που περιέχονται στο έγγραφο (ΑΠ 640/2016, ΑΠ 612/ 2016).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε, 1) αφενός, το περιεχόμενο της από 22-4-2014 ένορκης προανακριτικής κατάθεσης του αστυνομικού Β.

Κ. (που υπηρετεί στο Τμήμα Τροχαίας Βέροιας) που εξετάστηκε στο πλαίσιο της ποινικής δίκης και 2) αφετέρου, του περιεχομένου των αναφερόμενων τριών (3) φωτογραφιών του "φορτηγού - συρμού", που οι αναιρεσείοντες παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παραλείποντας, ειδικότερα, να αναγνώσει κρίσιμα για την ουσία της υπόθεσης μέρη της ένορκης κατάθεσης του εν λόγω αστυνομικού, από όπου επιβεβαιώνεται ότι το προπορευόμενο φορτηγό αυτοκίνητο δεν διέθετε φώτα όγκου, με αποτέλεσμα, εξαιτίας όλων αυτών, να δεχθεί, τελικά, πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά και, συγκεκριμένα, ότι το πιο πάνω φορτηγό α) δεν αποδείχθηκε ότι δεν έφερε φώτα όγκου και β) αποδείχθηκε ότι διέθετε οπίσθιους αντανακλαστήρες, ενώ, αν τα έγγραφα αυτά δεν παραμορφώνονταν, μπορούσαν, πάντα κατά τους αναιρεσείοντες, να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που έγινε δεκτό, ήτοι υπέρ των προαναφερόμενων απόψεων των αναιρεσειόντων ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος και την υπαιτιότητα των δύο οδηγών.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν προηγουμένως, κατά μεν το πρώτο σκέλος του, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, αφού η έκθεση εξέτασης μάρτυρα δεν αποτελεί έγγραφο με την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, ενώ, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι επίσης απαράδεκτος, καθόσον δεν αποδίδεται στο Εφετείο διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των τριών φωτογραφιών, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και ερμηνεία του περιεχομένου τους, διαφορετική από εκείνη που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθή (ΑΠ 60/2014, ΑΠ 162/2012).

Εκτός τούτου, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα αυτά που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν, αλλά προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου τους σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και το ψηφιακό υλικό (video) από τις κάμερες επιτήρησης κυκλοφορίας της Εγνατίας Οδού, Τμήματος Α/Κ Βέροιας - Α/Κ Πολυμύλου (βλ. 29η σελίδα της πληττόμενης απόφασης), έστω και αν κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, οπότε πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Σημειώνεται, τέλος, ότι η εσφαλμένη, κατά τους αναιρεσείοντες, αξιολόγηση της συγκεκριμένης κατάθεσης του Β. Κ. δεν σημαίνει ότι το Εφετείο παρέλειψε να αναγνώσει όλο το περιεχόμενο αυτής και να τη λάβει συνολικά υπόψη του, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.

Με τις από 18-5-2018 προτάσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν και την αιτίαση ότι το Εφετείο με την απόφασή του εσφαλμένα προσδιόρισε τη σε βάρος τους δικαστική δαπάνη στο υπέρογκο, κατ' αυτούς, ποσό των 15.000 ευρώ. Η αιτίαση, όμως, αυτή δεν μπορεί να ερευνηθεί, διότι οι αναιρετικοί λόγοι πρέπει να προτείνονται μόνο με το δικόγραφο της αίτησης αναιρέσεως ή το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων και ποτέ με άλλο δικόγραφο και ιδίως με τις προτάσεις.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τέλος, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26 Ιουνίου 2017 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 131/26-6-2017 αίτηση της Θ. χήρας Γ. Τ. κ.λπ. για αναίρεση της 849/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ