Legislator Case Law & Legislation
1215/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where appellant was absent in first and second instance, rendering the objection inadmissible.

Case Number 1215/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the First Instance Court. The appellant failed to appear at the hearings in both the first and second instances, resulting in the lower courts ruling in their absence. Consequently, the court held that the specific objection raised in the appeal had not been legally presented to the courts of first and second instance, making it inadmissible under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) of the Civil Procedure Code; An objection raised in cassation is inadmissible if the appellant was absent in the first and second instances, as the claim was not legally presented to the courts of first and second instance.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible objection absence from trial legal presentation Civil Procedure Code eremodikia final judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 143(1) of the Code of Civil Procedure
Article 568(4) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 553(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 309(a) of the Code of Civil Procedure
Article 321 of the Code of Civil Procedure
Article 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 524(3) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1215 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1215/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...." και το διακριτικό τίτλο "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σταμάτη Κουμάνη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Δ. Κ. του Ν., 2) Ε. Μ. του Δ., 3) Φ. Κ. του Μ. 4) V. (Β.) O. (Ο.) του G. (Κ.), 5) Β. Π. του Ν., 6) Κ. Χ. του Σ., 7) Δ. Α. του Α., 8) Γ. Μ. του Α., και 9) Ε. Σ. του Π., κατοίκων ... που δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 7486/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 459/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των δύο αποφάσεων, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-5-2019 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 1143/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία διέταξε επανάληψη της συζήτησης. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση η αναιρεσείουσα με την 21-1-2021 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις υπ' αριθμ. 7673/Β/5-11-2019 και 11.175/Β'/8-7-2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Δ. Κ. προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και της από 12-5-2021 κλήσης για συζήτηση αυτής κατά την ανωτέρω συνεδρίαση της 1-2-2022 επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Δημήτριο Τσαγκαλίδη, ως αντίκλητο αυτών (άρθρ. 143 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν.4335/2015).

Κατά την πιο πάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να δικαστούν ερήμην, η διαδικασία όμως θα συνεχισθεί ωσάν να ήταν και αυτοί παρόντες (αρθρ. 568 παρ.4, 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α`, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ. ΑΠ 5/2001 και 9/1996). Εξάλλου κατά το άρθρο 503 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, ενώ όταν ο διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, διαμένει στο εξωτερικό, η προθεσμία της ανακοπής είναι εξήντα ημέρες και αρχίζει από την τελευταία δημοσίευση κατά το άρθρο 135 παρ.1 του ΚΠολΔ της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της απόφασης.

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι, κατά περίπτωση, παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, ή (όταν ο ερήμην δικασθείς διάδικος διαμένει στο εξωτερικό) η εξηκονθήμερη προθεσμία από την τελευταία κατά το άρθρο 135 παρ. 1 του ΚΠολΔ δημοσίευση της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού.

Τούτο, διότι έκτοτε η ερήμην εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδαφ. β ΚΠολΔ. Περαιτέρω η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου (ΑΕΔ 42/1980, 17/2013, Ολ.ΑΠ 626/1980).

Ενόψει τούτου η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρά από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας. Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ.β ΚΠολΔ), η έλλειψη της οποίας μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (ΟλΑΠ 17/2013, Ολ.ΑΠ.9/1996 και 626/1980, ΑΠ 845/2018).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 524 παρ.3 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της έφεσης λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους, διότι, παρ' όλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για το λόγο αυτό πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίνεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους.

Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, με το ένδικο μέσο της αναίρεσης προσβάλλεται μόνον η, μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας, απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Με τον τρόπο αυτό, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, θεωρούμενα ως επικυρωθέντα από το εφετείο, μπορούν να προβληθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφ' όσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (Ολ.ΑΠ 16/1990, ΑΠ 1253/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 12-5-2021 κλήση της αναιρεσείουσας φέρεται προς συζήτηση, μετά την επανάληψη αυτής που διατάχθηκε με την υπ' αριθμ. 1143/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η ένδικη από 16-5-2019 (υπ' αριθμ. καταθ. 180/2019) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 459/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (και της ενσωματωμένης σε αυτήν υπ' αριθμ. 7486/2018) αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και με την οποία, λόγω της μη προσήκουσας συμμετοχής της εναγομένης- εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας στην κατ' έφεση δίκη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τη δίκασε ερήμην και απέρριψε την από 6-7-2018 (υπ' αριθμ.

κατάθ. 2789/2018) έφεση που αυτή είχε ασκήσει κατά της υπ' αριθμ. 7486/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δίκασε ερήμην της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 2-11-2017 (υπ' αριθμ. κατάθ. 1913/2017) αγωγή των εναγόντων- εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσίβλητων, με την οποία αυτοί, επικαλούμενοι βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας τους από την εναγομένη, ενόψει της μεγάλης καθυστέρησης καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών τους, προκειμένου να τους εξαναγκάσει σε αποχώρηση, συνεπεία της οποίας προχώρησαν αρχικά σε επίσχεση της εργασίας τους και ακολούθως εξαναγκάστηκαν να αποχωρήσουν από αυτή, καταγγέλλοντας τη σύμβαση εργασίας τους, ζητούσαν την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης.

Κατά της πιο πάνω αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δεν προκύπτει να έχει επιδοθεί σε οποιονδήποτε διάδικο με επιμέλεια του αντιδίκου του, δεν έχει ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας (βλεπ. το υπ' αριθμ. πρωτ. 3/8-1-2021 πιστοποιητικό περί κατάθεσης ενδίκων μέσων της Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης).

Σύμφωνα, όμως, με το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την αναιρεσείουσα με αριθμό .../27-6-2019 ειδικό πληρεξούσιο, που συνέταξε η Συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Ευδοξία Μπαλίτα, αυτή, χορήγησε στο δικηγόρο Θεσσαλονίκης Σταμάτη Κουμάνη, που υπογράφει την ένδικη αίτηση, την ειδική πληρεξουσιότητα να ζητήσει την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως και της ενσωματωμένης σε αυτή αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να παρασταθεί και να την εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση της αιτήσεως και εγκρίνει όλες τις πράξεις και ενέργειες του πληρεξουσίου αυτού ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Υπό τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, κατά την 27-6-2019, εγκρίθηκε η από 16-5-2019, με την κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως, έγκυρη σιωπηρή παραίτηση της ερημοδικασθείσας στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, αναιρεσείουσας από το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, η παραίτησή της δε αυτή κατέστησε την ως άνω απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη σε αναίρεση από τον ως άνω χρόνο κατάθεσης της ένδικης αιτήσεως.

Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Με τη διάταξη του άρθρου 7 εδ. α` του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι` ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται χωρίς ο τελευταίος να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από το νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό εργασίας, ούτε να ανήκει στην από το διευθυντικό δικαίωμά του απορρέουσα εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής του (ή να γίνεται κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος - άρθρο 281 ΑΚ).

Για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης δεν αρκεί η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής, αλλά απαιτείται επιπλέον να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ` αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή/και ηθική ζημία. Από την παραπάνω διάταξη, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 288, 648, 652 παρ. 1 και 656 παρ. 1 του ΑΚ, προκύπτει ότι στην περίπτωση σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για τον μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας, ο τελευταίος έχει διαζευκτικά τις εξής δυνατότητες:

α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, με αποτέλεσμα την κατ` άρθρο 361 ΑΚ σύναψη (σιωπηρά) νέας σύμβασης, τροποποιητικής της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως καταγγελία εκ μέρους του της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης που προβλέπεται από τον Ν. 2112/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, στην περίπτωση δε αυτή, εάν ο εργοδότης δεν τις αποδεχθεί, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας (ο μισθωτός) την αντίδρασή του, να παράσχει (προσωρινά) τη νέα εργασία του υπό τους τροποποιηθέντες όρους και παράλληλα να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (ΑΠ 216/2017, 1134/2015, 447/2015, 791/2014, 24/2014).

Η κατά τα ανωτέρω εξομοίωση της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με καταγγελία αυτής εκ μέρους του εργοδότη δεν επέρχεται αυτόματα, αλλά εξαρτάται από τη βούληση του εργαζομένου, έχοντος προς τούτο διαζευκτική ευχέρεια να μην θεωρήσει τη βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία, αλλά, εμμένοντας στη σύμβαση εργασίας υπό τους αρχικούς της όρους, να ασκήσει όλα τα δικαιώματά του που απορρέουν από τη μονομερή τροποποίηση των όρων αυτής.

Στο τρίτο εδάφιο του άνω άρθρου 7 του Ν. 2112/1920, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 56 ν. 4487/2017 (Φ.Ε.Κ. Α` 116/9.8.2017), πριν την εκ νέου τροποποίησή του με το άρθρο 58 Ν. 4635/2019 (ΦΕΚ A` 167/30.10.2019) και το οποίο εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, έχοντας αναδρομική ισχύ ως ερμηνευτική διάταξη του πρώτου εδαφίου του ανωτέρω άρθρου 7 ν. 2112/1920, καθώς κρίνεται ότι η εν λόγω διάταξη είχε ανάγκη ερμηνείας, ορίζεται ότι: "Επίσης θεωρείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας η αξιόλογη καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του εργαζομένου από τον εργοδότη, ανεξαρτήτως της αιτίας της καθυστέρησης".

Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η καθυστέρηση καταβολής του μισθού, για να θεωρηθεί ότι συνιστά βλαπτική, υπό την ως άνω έννοια, μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης, πρέπει να είναι αξιόλογη, ανεξάρτητα από την αιτία της καθυστέρησης, και δεν είναι αναγκαίο να γίνεται αυτή (η καθυστέρηση καταβολής του μισθού) δολίως, και δη για να εξαναγκασθεί ο μισθωτός σε αποχώρηση από την εργασία του, όπως επικράτησε να ερμηνεύεται η ανωτέρω διάταξη του πρώτου ως άνω εδαφίου από τα ελληνικά δικαστήρια (βλ.

ως προς την εν λόγω ερμηνεία ΑΠ 354/2019, 1322/2017, 677/2017, 447/2015, 1413/2015, 795/2007). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, 130/2016).

Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλαδή δεν προκύπτει από την απόφαση, ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε, ή περί μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης (με βάση το οποίο κρίνεται η συνδρομή έλλειψης νόμιμης βάσης) προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το πραγματικό του οποίου πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 117/2017).

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη (ΑΠ 130/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 459/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, στην οποία ενσωματώθηκε η υπ' αριθμ. 7486/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, λόγω απορρίψεως της ασκηθείσας κατ' αυτής έφεσης ως εκ της ερημοδικίας της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά και τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους:

Οι ενάγοντες προσελήφθησαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, που διατηρεί και εκμεταλλεύεται το ξενοδοχείο ... στη …. Παρά την προσήκουσα όμως εκ μέρους τους παροχή των υπηρεσιών τους, η εναγομένη από δυστροπία κατέστη υπερήμερη ως προς την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους.

Λόγω της κατά τα ανωτέρω μη καταβολής των αποδοχών τους οι ενάγοντες προέβησαν σε νομότυπη επίσχεση εργασίας και συγκεκριμένα ο 1ος από τις 25-1-2012, οι 2ος -6ος από τις 23-12-2011, οι 7ος και 8ος από τις 15-3-2011 και η 9η από τις 21-3-2013 χωρίς όμως αποτέλεσμα. Με δικαστικές αποφάσεις, οριστικές και τελεσίδικες, οι οποίες προσκομίζονται, τους έχουν, επιδικασθεί ποσά δεκάδων χιλιάδων ευρώ για δεδουλευμένα, διαφορές αποδοχών, υπερωρίες, μισθούς υπερημερίας κλπ, έχοντας εισπράξει έως σήμερα μόλις 800-1.000 € έκαστος έναντι των ως άνω οφειλών.

Ειδικότερα, στον 1° ενάγοντα οφείλονται περίπου 136.000 €, στο 2° ενάγοντα περίπου 147.000 €, στον 3° ενάγοντα περίπου 174.000 €, στην 4η ενάγουσα περίπου 144,000 €, στον 5ο ενάγοντα περίπου 107.000 €, στον 6° ενάγοντα περίπου 140.000 6, στον 7° ενάγοντα περίπου 89.000 €, στον 8° ενάγοντα περίπου 29.000 € και στην 9η ενάγουσα περίπου 65.000 €.

Η εναγομένη καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα δεν τους κατέβαλε κανένα επιπλέον ποσό, εκτός του προαναφερθέντος (800-1000 €) ούτε κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους, με συνέπεια οι ενάγοντες να συνεχίζουν μεν νόμιμα την επίσχεση εργασίας, χωρίς όμως πρακτικό αντίκρισμα.

Για τους λόγους αυτούς, οι ενάγοντες υποχρεώθηκαν να προβούν σε εξώδικη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους και συγκεκριμένα ο 1ος στις 4-10-2017 (βλ. την από 30-9-2017 εξώδικη δήλωση που κοινοποιήθηκε στην εναγομένη με την υπ' αριθ. 7848Γ/4-10-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Α.

Γ.), οι 2ος, 3ος, 4η, 5ος, 7ος, και 8ος στις 21-7-2017 (βλ. την από 20-7-2017 εξώδικη δήλωση που κοινοποιήθηκε με την υπ' αριθ. 7559Γ721-7-2017 έκθεση επίδοσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή) και οι 6ος και 9η στις 15-11-2017 (βλ. την από 13-11-2017 εξώδικη δήλωση που κοινοποιήθηκε με την υπ' αριθ. 7730Γ/15-1Γ 201.7 έκθεση επίδοσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή).

Η μη καταβολή εκ μέρους της εναγομένης των αποδοχών (δεδουλευμένα, μισθοί υπερημερίας κλπ) των εναγόντων επί τόσα έτη ασφαλώς και αποτελεί αξιόλογη καθυστέρηση κατά την έννοια του άρθρου 7 εδ. γ του ν, 2112/1920, σε κάθε δε περίπτωση έγινε και με σκοπό τον εξαναγκασμό αυτών σε αποχώρηση από την εργασία τους, χωρίς να τους καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.

Εξάλλου, η ανωτέρω καθυστέρηση δεν μπορεί να αποδοθεί σε οικονομικά προβλήματα της εναγομένης, ενόψει του ότι η ξενοδοχειακή επιχείρηση της εξακολουθεί να λειτουργεί κανονικά και μάλιστα με νέο προσωπικό στις θέσεις των εναγόντων. Με βάση, τα παραπάνω, η συμπεριφορά της εναγομένης συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, η οποία τους δίνει το δικαίωμα να τη θεωρήσουν ως καταγγελία των συμβάσεών τους, όπως ήδη έπραξαν εξωδίκως, και να ζητήσουν την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης.

Ακολούθως δέχθηκε το Δικαστήριο εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει ως αποζημίωση απόλυσης στους ενάγοντες βάσει των ετών προϋπηρεσίας τους και των αποδοχών τους κατά τον τελευταίο μήνα πλήρους απασχόλησης (δηλαδή μη μερικής και όχι πραγματικής, ήτοι πριν την άσκηση επίσχεσης, όπως αξιώνουν οι ενάγοντες) τα αναφερόμενα ποσά (ως το ύψος των οποίων δεν προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).

Με την εν λόγω, υπό τις ως άνω παραδοχές, κρίση του το Εφετείο, ουδόλως παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης και εκείνες των άρθρων 1, 3 και 4 ν. 3.198/1955, ως προς τη γένεση της αξίωσης αποζημίωσης λόγω απόλυσης, καθώς και με μη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 4 ν. 2112/1920 (που αφορά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου από το μισθωτό και την καταβολή αποζημίωσης από αυτόν στον εργοδότη), καθόσον, όπως ορθά δέχθηκε, η μη καταβολή επί σειρά ετών εκ μέρους της εναγομένης των αποδοχών των εναγόντων (δεδουλευμένων και μισθών υπερημερίας), η οποία έγινε με σκοπό εξαναγκασμού σε αποχώρηση αυτών από την εργασία τους, χωρίς να τους καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων των συμβάσεων εργασίας τους, η οποία τους δίνει το δικαίωμα να τη θεωρήσουν ως καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, όπως ήδη εξωδίκως έπραξαν και να ζητήσουν την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, ενώ περαιτέρω, περιέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες σχετικά με τη θεμελίωση του δικαιώματος των εναγόντων να ζητήσουν την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, θεωρώντας ως καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους την επί σειρά ετών καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών τους (δεδουλευμένων και υπερημερίας), η οποία γενόμενη με σκοπό εξαναγκασμού αυτών σε αποχώρηση από την εργασία τους, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους.

Επομένως οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Οι περαιτέρω επικαλούμενες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την νομιμότητα της επίσχεσης εργασίας για το προηγούμενο χρονικό διάστημα, αλυσιτελώς προβάλλονται και είναι απορριπτέες, αφού αντικείμενο της παρούσας διαφοράς είναι η καταβολή αποζημίωσης απόλυσης κατά τα ανωτέρω, και όχι η νομιμότητα ή μη άσκησης εκ μέρους των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων του δικαιώματος επίσχεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού για καταβολή της κατά το ν. 2112/1920 αποζημίωσης είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε εντός εξαμήνου από τότε που η αξίωση κατέστη απαιτητή. Με τη διάταξη αυτή θεσπίσθηκε εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία, λαμβανόμενη υπόψη και αυτεπαγγέλτως, κατ` άρθρο 280 ΑΚ, άσκησης του δικαιώματος του μισθωτού που απολύθηκε για καταβολή σε αυτόν της νόμιμης αποζημίωσης.

Η αξίωση αποζημίωσης γεννάται και είναι απαιτητή από την ημέρα της απόλυσης (ΟλΑΠ 16/1994). Η προβλεπόμενη από την ως άνω διάταξη εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία για απόληψη της νόμιμης αποζημίωσης από το μισθωτό που έπαυσε να παρέχει τις υπηρεσίες του, γιατί θεωρεί τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, αρχίζει από το χρονικό σημείο που ο εργαζόμενος απέκρουσε τη μεταβολή και αποχώρησε από την εργασία (ΑΠ 151/1988).

Μάλιστα η συνέχιση της εργασίας του υπό το νέο καθεστώς δεν συνιστά αποδοχή της βλαπτικής μεταβολής, αν ο μισθωτός ρηματικά γι` αυτήν διαμαρτυρήθηκε. Κατά συνέπεια, αν περάσει το εξάμηνο, χωρίς να ασκηθεί από το μισθωτό, του οποίου καταγγέλθηκε η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με αυτό τον τρόπο, η σχετική αγωγή για την καταβολή της, τυχόν ασκούμενη μετά την πάροδο του εξαμήνου είναι απαράδεκτη (ΑΠ 418/2021, 282/2018, 151/1988).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ένδικες αξιώσεις αποζημίωσης των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, γεννήθηκαν και ήταν απαιτητές από την ημέρα που αυτοί απέκρουσαν την κατά τα ως άνω μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους και αποχώρησαν από την εργασία τους, επιδίδοντας σχετική εξώδικη καταγγελία στην εναγομένη, η οποία ημέρα είναι, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, για τον 1ο η 4η-10-2017, για τους 2ο, 3ο, 4η, 5ο, 7ο και 8ο η 21η-7-2017 και για τους 6ο και 9η η 15η-11-2017.

Επομένως, από τις ως άνω ημερομηνίες μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής στις 27-11-2017, δεν είχε παρέλθει η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 εδαφ. α' του ν. 3198/1955 εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία. Κατόπιν αυτών, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 εδαφ.

α' του ν. 3198/1955 ως προς την έγερση της ένδικη αγωγής, καθόσον η φερόμενη ως βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας εκ μέρους της, πρέπει να τοποθετηθεί χρονικά στο σημείο που άρχισε η επίσχεση εργασίας από τους αναιρεσίβλητους, από το οποίο έχει παρέλθει η εξάμηνη ως άνω αποσβεστική προθεσμία, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 7/2018). Πρόταση, όμως, του ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας ή σε περίπτωση που οι λόγοι αφορούν τη δημόσια τάξη, αναφορά του πραγματικού υλικού που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, δεν υπάρχει, όταν ο διάδικος που παραπονείται, δεν εμφανίσθηκε στη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δικάσθηκε έτσι ερήμην.

Αυτό συμβαίνει και όταν ο εκκαλών, που δικάσθηκε ερήμην στο Εφετείο, με συνέπεια η έφεση του να απορριφθεί λόγω της ερημοδικίας του, είχε και στην πρωτοβάθμια δίκη δικαστεί ερήμην, έστω και αν στην έφεσή του περιεχόταν ως λόγος έφεσης ο σχετικός ισχυρισμός, αφού το Εφετείο εμποδιζόταν από το άρθρο 524 παρ.3 ΚΠολΔ να τον ερευνήσει εξαιτίας της ερημοδικίας του, οπότε ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προταθεί ούτε στο Εφετείο, διότι ο εκκαλών με την απουσία του ή τη μη προσήκουσα παράσταση του θεωρείται ότι παραιτείται από την έφεσή του και αποδέχεται την πρωτοβάθμια απόφαση (ΑΠ 1289/2018, 268/2016, 845/2012, 444/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε με μη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με το να μην κάνει δεκτή τη σχετική ένσταση που είχε προβάλει με σχετικό λόγο έφεσης.

Σύμφωνα, όμως με τις νομικές σκέψεις, που προηγήθηκαν ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, αφού εξαιτίας της ερημοδικίας της αναιρεσείουσας σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, η ένσταση αυτή δεν έχει νόμιμα προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρόκειται για ισχυρισμό που δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 268/2016).

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση. Ζήτημα επιβολής δικαστικών εξόδων δεν γεννάται στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι οι αναιρεσίβλητοι που νίκησαν δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα, λόγω της ερημοδικίας τους στην αναιρετική δίκη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-5-2019 (υπ' αριθμ. καταθ. 180/2019) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 459/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, στην οποία ενσωματώνεται η υπ' αριθμ. 7486/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ