Legislator Case Law & Legislation
7/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility of arguments not raised in first instance.

Case Number 7/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a contract dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider evidence and applied the law incorrectly, but the court found these grounds inadmissible. The court ruled that the appellant had not properly raised the specific arguments regarding the tax audit request deadline and the counterparty's letter in the initial proceedings, violating the principle that appeals must be based on issues previously presented to the court of first instance.

Legislator headnote

AI generated

Art. 562 para. 2 Civil Procedure Code; Art. 559 para. 11g Civil Procedure Code: An appeal argument is inadmissible if it relies on a claim not lawfully proposed in the court of first instance, unless it concerns a public order issue or an error inherent in the decision itself.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal Civil Procedure Code public order issues first instance proceedings legal representation

Cited Legislation

AI generated
Art. 562 para. 2 Civil Procedure Code
Art. 559 para. 11g Civil Procedure Code
Art. 176 Civil Procedure Code
Art. 183 Civil Procedure Code
Art. 191 para. 2 Civil Procedure Code
Art. 495 para. 4 Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
AP 1647/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 7 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 7/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη-Εισηγητή και Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο ..., που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βαρελά.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 602/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3636/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-7-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήρια της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (Ολομ. ΑΠ 15/2000 - 539/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και απέρριψε ως μη νόμιμη την αντένσταση καταχρηστικής ασκήσεως, που είχε προτείνει αυτή ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε με λόγο εφέσεως.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι με το από 2-4-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό η αναιρεσίβλητη μεταβίβασε στην αναιρεσείουσα τις μετοχές της ανώνυμης εταιρείας "...." αντί τιμήματος 2.250.000 ευρώ, το οποίο και καταβλήθηκε, ανέλαβε δε η πωλήτρια την υποχρέωση καταβολής στην αγοράστρια των κάθε είδους φορολογικών και ασφαλιστικών οφειλών, που θα καταλογίζονταν σε βάρος της ως άνω εταιρείας, εφόσον αυτές είχαν γεννηθεί ή αφορούσαν το χρονικό διάστημα μιας διετίας πριν την υπογραφή του συμφωνητικού, με την προϋπόθεση ότι ο σχετικός έλεγχος θα προκαλείτο εκ μέρους της αγοράστριας εντός τριών μηνών, με ταυτόχρονη κοινοποίηση στην πωλήτρια του σχετικού αιτήματος.

Ότι με την από 15-6-2007 αίτησή της ζήτησε τη διενέργεια φορολογικού ελέγχου για τις χρήσεις 2005 και 2006 και κατά βεβαίωση της εταιρείας ταχυμεταφορών η αίτηση αυτή παραδόθηκε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ΦΑΕΕ … στις 19-6-2007, πλην όμως πρωτοκολλήθηκε μόλις στις 24-7-2007, χωρίς ωστόσο να επακολουθήσει ο σχετικός έλεγχος λόγω του επικείμενου ανακαθορισμού των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων των φορολογικών αρχών και της εντεύθεν αναρμοδιότητας της ως άνω Δ.Ο.Υ.

Ότι στη συνέχεια με την από 23-7-2007 επιστολή της ενημέρωσε την αναιρεσίβλητη και στις 27-7-2007 με άλλη επιστολή διαβίβασε σ' αυτήν και την από 15-6-2007 αίτησή της προς τη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕΕ … για τον αιτηθέντα φορολογικό έλεγχο στην εταιρεία "....", σε απάντηση δε της επιστολής αυτής και τελώντας σε πλήρη γνώση όλων των ανωτέρω ενεργειών και της εμπλοκής που προκλήθηκε στις φορολογικές αρχές ως προς το όργανο του ελέγχου, η αναιρεσίβλητη της απέστειλε επιστολή στις 3-8-2007 (δηλαδή σε χρόνο που είχε παρέλθει η διάρκεια του τριμήνου που προβλεπόταν στο συμφωνητικό), στην οποία αναφέρει κατά λέξη "Θα θέλαμε να επαναλάβουμε ότι η Τράπεζα Πειραιώς προτίθεται να τιμήσει τις υποχρεώσεις της, έτσι όπως συμφωνήθηκαν με την εταιρεία σας και αποτυπώθηκαν στη σχετική μεταξύ μας σύμβαση".

Ότι ενώ στην ως άνω επιστολή η αναιρεσίβλητη ουδέν ανέφερε και ουδεμία επιφύλαξη, διαφωνία ή διαμαρτυρία διατύπωσε για την εκπρόθεσμη, πέραν του τριμήνου, υποβολή του αιτήματος για τη διενέργεια φορολογικού ελέγχου στην ως άνω εταιρεία και την επιστολή αυτή προσκόμισε και επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα ενώπιον του Εφετείου, ως στοιχείο καταλυτικό της ενστάσεως απαλλαγής που πρότεινε η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της για να αποφύγει τις υποχρεώσεις της, ανερχόμενες στο καταβληθέν και ήδη αναζητούμενο με την αγωγή ποσό των 73.780,18 ευρώ, το Εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αντένστασή της περί καταχρηστικής ασκήσεως της ενστάσεως απαλλαγής της αναιρεσίβλητης, εσφαλμένα ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Ωστόσο, στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι η ενάγουσα - αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε στο Εφετείο και τον άνω ισχυρισμό ως στοιχείο της καταχρηστικής ασκήσεως της ενστάσεως απαλλαγής από την ευθύνη της, που είχε προτείνει η αναιρεσίβλητη. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της εφέσεως, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο, ως μόνο στοιχείο της καταχρηστικής ασκήσεως της ενστάσεως απαλλαγής της αναιρεσίβλητης λόγω εκπρόθεσμης υποβολής της αιτήσεως για τη διενέργεια φορολογικού ελέγχου και εκπρόθεσμης ενημέρωσής της, επικαλέσθηκε την εκκρεμότητα που υπήρχε σχετικά με την αρμοδιότητα των ελεγκτικών υπηρεσιών, η οποία έληξε με την έκδοση σχετικής υπουργικής αποφάσεως μόλις στις 5-9-2007, οπότε και υπήχθη η αρμοδιότητα των φορολογικών ελέγχων στα Π.Ε.Κ., και συνεπώς μέχρι τότε ήταν άνευ νοήματος η κατάθεση οποιασδήποτε αιτήσεως για τη διενέργεια φορολογικού ελέγχου, και ότι συνακόλουθα η παράβαση της σχετικής υποχρεώσεως για την υποβολή αιτήσεως να διενεργηθεί φορολογικός έλεγχος εντός τριμήνου από την υπογραφή του συμφωνητικού ουδεμία μεταβολή επέφερε στη συμβατική σχέση των διαδίκων και ουδεμία βλάβη προκάλεσε στην αναιρεσίβλητη.

Αντιθέτως, η αναιρεσείουσα ουδόλως προέβαλε τις δηλώσεις που περιέχονταν στην από 3-8-2007 επιστολή της αναιρεσίβλητης ως στοιχείο καταχρηστικής ασκήσεως της ενστάσεως περί απαλλαγής από την ευθύνη της λόγω εκπρόθεσμης υποβολής της αιτήσεως φορολογικού ελέγχου, στοιχείο το οποίο επικαλέσθηκε το πρώτον με το αναιρετήριο.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι ορισμένος ο από την ως άνω διάταξη προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά αυτά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσκομιδής τους, καθώς και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους.

Επίσης πρέπει να καθορίζεται και ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1647/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη, αν και νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε, την από 3-8-2007 επιστολή της αναιρεσίβλητης προς αυτήν, όπως το περιεχόμενο της εκτέθηκε παραπάνω κατά την έρευνα του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, και από το οποίο προκύπτει ότι η από 2-4-2007 σύμβαση μεταξύ των διαδίκων είχε ομαλή εξέλιξη και ανατρέπει άρδην όσα εκ των υστέρων καταχρηστικά υποστήριξε η αναιρεσίβλητη, προκειμένου να αποφύγει την υποχρέωσή της να καλύψει τις φορολογικές οφειλές της αναιρεσείουσας για τη διετία πριν την υπογραφή του συμφωνητικού.

Ο λόγος είναι αλυσιτελής, εφόσον ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης για απαλλαγή από την ευθύνη της, -το βάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο-, κρίθηκε ήδη ως απαράδεκτος στα πλαίσια έρευνας του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15 Ιουλίου 2016 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." για αναίρεση της 3636/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, και τα ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ