Legislator Case Law & Legislation
1214/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure to appear in court at all levels.

Case Number 1214/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final judgment of the Single Member Court of Thessaloniki. The appellant failed to appear in court at both the first and second instance levels, resulting in default judgments. Consequently, the court ruled that the appellant waived the right to raise specific arguments regarding the application of the principle of proportionality and other civil code provisions. The appeal was declared inadmissible because the appellant did not participate in the proceedings where the contested decisions were made.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant failed to appear in court at all levels, thereby waiving the right to raise arguments that were not presented during the proceedings.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal default judgment waiver of rights principle of proportionality civil code application

Cited Legislation

AI generated
Article 143(1) of the Code of Civil Procedure
Article 568(4) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 553(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 309(a) of the Code of Civil Procedure
Article 321 of the Code of Civil Procedure
Article 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Articles 25(1)(c) and 3 of the Constitution
Article 300 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1214 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1214/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σταμάτη Κουμάνη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Κ. Χ. του Σ., 2) Ε. Α. του Σ., 3) Θ. Γ. του Β., 4) Δ. Κ. του Ν., 5) Ε. Μ. του Δ., 6) Φ. Κ. του Μ., 7) Δ. Σ. του Γ., 8) V. (Β.) O. (Ο.) του G. (Κ.) και 9) Β. Π. του Ν., που κατοίκων ... που δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 15511/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 331/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των δύο αποφάσεων, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-5-2019 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 1144/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία διέταξε επανάληψη της συζήτησης. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση η αναιρεσείουσα με την 10-5-2021 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις υπ' αριθμ. 7671/Β/5-11-2019 και 11.174/Β'/8-7-2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Δ. Κ. προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και της από 12-5-2021 κλήσης για συζήτηση αυτής κατά την ανωτέρω συνεδρίαση της 1-2-2022 επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Δημήτριο Τσαγκαλίδη, ως αντίκλητο αυτών (άρθρ. 143 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν.4335/2015). Κατά την πιο πάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να δικαστούν ερήμην, η διαδικασία όμως θα συνεχισθεί ωσάν να ήταν και αυτοί παρόντες (αρθρ. 568 παρ.4, 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α`, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ένδικου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ. ΑΠ 5/2001 και 9/1996). Εξάλλου κατά το άρθρο 503 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως, ενώ όταν ο διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, διαμένει στο εξωτερικό, η προθεσμία της ανακοπής είναι εξήντα ημέρες και αρχίζει από την τελευταία δημοσίευση κατά το άρθρο 135 παρ.1 του ΚΠολΔ της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της αποφάσεως.

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι, κατά περίπτωση, παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, ή (όταν ο ερήμην δικασθείς διάδικος διαμένει στο εξωτερικό) η εξηκονθήμερη προθεσμία από την τελευταία κατά το άρθρο 135 παρ. 1 του ΚΠολΔ δημοσίευση της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της ερήμην αποφάσεως, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού.

Τούτο, διότι έκτοτε η ερήμην εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδαφ. β ΚΠολΔ. Περαιτέρω η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου (ΑΕΔ 42/1980, ΟλΑΠ 17/2013, 626/1980).

Ενόψει τούτου η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρά από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας. Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναιρέσεως δικηγόρου (άρθρο 98 περ.β ΚΠολΔ), η έλλειψη της οποίας μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο άσκησης της αναιρέσεως και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (ΟλΑΠ 17/2013, 9/1996 και 626/1980, ΑΠ 845/2018).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 524 παρ.3 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της έφεσης λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους, διότι, παρ' όλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για το λόγο αυτό πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίνεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους.

Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως προσβάλλεται μόνον η, μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας, απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Με τον τρόπο αυτό, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης αποφάσεως, θεωρούμενα ως επικυρωθέντα από το εφετείο, μπορούν να προβληθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, εφ' όσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (Ολ.ΑΠ 16/1990, ΑΠ 1253/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 12-5-2021 κλήση της αναιρεσείουσας φέρεται προς συζήτηση μετά την επανάληψη αυτής που διατάχθηκε με την υπ' αριθμ. 1144/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η ένδικη από 27-5-2019 (υπ' αριθμ. καταθ. 192/2019) αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 331/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (και της ενσωματωμένης σ' αυτή υπ' αριθμ. 15.511/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και με την οποία, λόγω της μη προσήκουσας συμμετοχής της εναγομένης- εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας στην κατ' έφεση δίκη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τη δίκασε ερήμην και απέρριψε την από 4-1-2018 (υπ' αριθμ.

καταθ. 33/2018) έφεση που αυτή είχε ασκήσει κατά της υπ' αριθμ. 15511/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δίκασε ερήμην της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 27-7-2016 (υπ' αριθμ. καταθ. 8223/2016) αγωγή των εναγόντων- εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτοί, επικαλούμενοι ότι λόγω της μη καταβολής εκ μέρους της αναιρεσείουσας των οφειλόμενων δεδουλευμένων αποδοχών τους, προέβησαν σε επίσχεση εργασίας για το αναφερόμενο χρονικό διάστημα, ζητούσαν την επιδίκαση μισθών υπερημερίας.

Κατά της πιο πάνω αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δεν προκύπτει να έχει επιδοθεί σε οποιονδήποτε διάδικο με επιμέλεια του αντιδίκου του, δεν έχει ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας (βλεπ. το με αριθμό πρωτ. 4/8-1-2021 πιστοποιητικό περί κατάθεσης ενδίκων μέσων της Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης).

Σύμφωνα, όμως, με το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την αναιρεσείουσα με αριθμό .../27-6-2019 ειδικό πληρεξούσιο, που συνέταξε η Συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Ευδοξία Μπαλίτα, αυτή, χορήγησε στο δικηγόρο Θεσσαλονίκης Σταμάτη Κουμάνη, που υπογράφει την ένδικη αίτηση, την ειδική πληρεξουσιότητα να ζητήσει την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως και της ενσωματωμένης σε αυτή αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να παρασταθεί και να την εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση της αιτήσεως και εγκρίνει όλες τις πράξεις και ενέργειες του πληρεξουσίου αυτού ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Υπό τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, κατά την 27-6-2019, εγκρίθηκε η από 27-5-2019, με την κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως, έγκυρη σιωπηρή παραίτηση της ερημοδικασθείσας στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, αναιρεσείουσας από το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, η παραίτησή της δε αυτή κατέστησε την ως άνω απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη σε αναίρεση από τον ως άνω χρόνο καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως.

Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 648 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές για την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ κατά τη λειτουργία της σύμβασης έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν.

Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στο πλαίσιο της εργασιακής συμβάσεως, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη του, σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού), δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής απέχοντας από την εργασία του μέχρι ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.

Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση για όσο χρόνο διαρκεί η υπερημερία του, δηλαδή για όσο χρόνο δεν καταβάλλει τις καθυστερούμενες αποδοχές αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώσει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, 130/2016).

Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλαδή δεν προκύπτει από την απόφαση, ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε, ή περί μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης (με βάση το οποίο κρίνεται η συνδρομή έλλειψης νόμιμης βάσης) προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το πραγματικό του οποίου πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 117/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 331/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, στην οποία ενσωματώθηκε η υπ' αριθμ. 15511/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, λόγω απορρίψεως της ασκηθείσας κατ' αυτής έφεσης ως εκ της ερημοδικίας της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά και τα ακόλουθα ουσιώδη περιστατικά, αναφορικά με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους:

Οι ενάγοντες προσελήφθησαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, που διατηρεί και εκμεταλλεύεται το ξενοδοχείο ΦΙΛΙΠΠΕΙΟ στη Θεσσαλονίκη. Παρά την προσήκουσα όμως εκ μέρους τους παροχή των υπηρεσιών τους, η εναγομένη από δυστροπία κατέστη υπερήμερη ως προς την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους.

Λόγω της κατά τα ανωτέρω μη καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών τους οι ενάγοντες προέβησαν σε νομότυπη επίσχεση εργασίας και συγκεκριμένα ο 3ος από τις 16-2-2012, ο 4ος από τις 25-1-2012 και οι λοιποί από τις 23-12-2011, ενώ ο 6ος ανέστειλε προσωρινά την επίσχεση του από τις 8-10-2012 έως τις 8-2-2013, οπότε την επανέλαβε, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Στη συνέχεια οι ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο 1ος την υπ' αριθμ. καταθ. 23377/2012 και οι λοιποί ενάγοντες την υπ' αριθμ. καταθ. 23374/2012 αγωγή τους, διεκδικώντας, δεδουλευμένα και μισθούς υπερημερίας έως και τον Μάιο 2013, ενώ με τις υπ' αριθμ. καταθ. 27929/2013 και 27931/2013 αγωγές τους αντίστοιχα, οι οποίες συνεκδικάστηκαν με τις ως άνω προηγηθείσες αγωγές τους, ζητούσαν την καταβολή αποδοχών υπερημερίας από τον Ιούνιο 2013 και εφεξής.

Επί των ανωτέρω, αγωγών εκδόθηκαν, η υπ' αριθμ. 16307/2014 απόφαση για τον 1ο ενάγοντα και υπ' αριθμ. 16313/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου για τους λοιπούς ενάγοντες, με τις οποίες έγιναν δεκτές οι αγωγές, κρίνοντας νόμιμη την επίσχεση εργασίας των εναγόντων και επιδικάζοντας αποδοχές υπερημερίας έως και τις 13-11-2013.

Οι αποφάσεις αυτές έχουν καταστεί ήδη τελεσίδικες μετά την απόρριψη των εφέσεων που άσκησε η εναγομένη ως εκπρόθεσμων με τις υπ' αριθμ. 382 και 383/2017 αντίστοιχα αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Έκτοτε η εναγομένη δεν τους έχει καταβάλει κανένα ποσό ούτε έχει καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας τους, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να συνεχίζουν νόμιμα την επίσχεση εργασίας.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες αποδοχές υπερημερίας για το διάστημα από 14-11-2013 μέχρι 31-10-2016, οι οποίες υπολογίσθηκαν από την πρωτόδικη απόφαση, στα αναφερόμενα για έκαστον αναιρεσίβλητο σ' αυτή ποσά, μετ' αφαίρεση των ποσών, τα οποία είχε καταβάλει η αναιρεσίουσα.

Με την εν λόγω κρίση του το Εφετείο, ουδόλως παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αλλά ούτε και πλαγίως, αφού περιέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή τους. Ειδικότερα, με βάση τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις ασκήσεως εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας τους, λόγω της μη καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών τους εκ μέρους της αναιρεσείουσας για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα και περαιτέρω της υποχρεώσεως της αναιρεσείουσας λόγω της υπερημερίας της να καταβάλλει στους αναιρεσίβλητους τις ως άνω αποδοχές υπερημερίας για το επίδικο χρονικό διάστημα.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με τις λοιπές αιτιάσεις των ίδιων ως άνω λόγων, και ειδικότερα ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται μισθούς υπερημερίας για το αναφερόμενο σ' αυτή χρονικό διάστημα, παρότι αυτοί είχαν αποχωρήσει από την επιχείρησή της τις αναφερόμενες ημερομηνίες, και ως εκ τούτου δεν προσέφεραν σ' αυτή πραγματικώς και προσηκόντως την εργασία τους για όλο αυτό το διάστημα, πλήττεται, ανεπίτρεπτα, η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, διότι τα επικαλούμενα, για τη θεμελίωσή τους, περιστατικά, συνιστούν την, κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας, εκτίμηση των αποδείξεων, ώστε να συναχθεί το επιθυμητό σ' αυτή αποδεικτικό πόρισμα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 7/2018). Πρόταση, όμως, του ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας ή σε περίπτωση που οι λόγοι αφορούν τη δημόσια τάξη, αναφορά του πραγματικού υλικού που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, δεν υπάρχει, όταν ο διάδικος που παραπονείται, δεν εμφανίσθηκε στη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δικάσθηκε έτσι ερήμην.

Αυτό συμβαίνει και όταν ο εκκαλών, που δικάσθηκε ερήμην στο Εφετείο, με συνέπεια η έφεση του να απορριφθεί λόγω της ερημοδικίας του, είχε και στην πρωτοβάθμια δίκη δικαστεί ερήμην, έστω και αν στην έφεσή του περιεχόταν ως λόγος έφεσης ο σχετικός ισχυρισμός, αφού το Εφετείο εμποδιζόταν από το άρθρο 524 παρ.3 ΚΠολΔ να τον ερευνήσει εξαιτίας της ερημοδικίας του, οπότε ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προταθεί ούτε στο Εφετείο, διότι ο εκκαλών με την απουσία του ή τη μη προσήκουσα παράσταση του θεωρείται ότι παραιτείται από την έφεσή του και αποδέχεται την πρωτοβάθμια απόφαση (ΑΠ 1289/2018, 268/2016, 845/2012, 444/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παραβίασε με μη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με το να μην κάνει δεκτή τη σχετική ένσταση που είχε προβάλει με σχετικό λόγο έφεσης.

Σύμφωνα, όμως με τις νομικές σκέψεις, που προηγήθηκαν ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, αφού εξαιτίας της ερημοδικίας της αναιρεσείουσας σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, δεν θεωρείται ότι η ένσταση αυτή έχει νόμιμα προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρόκειται για ισχυρισμό που δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 268/2016).

Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και οι δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται κατ' εκτίμηση στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παραβίασε στην μεν πρώτη περίπτωση με μη εφαρμογή την αρχή της αναλογικότητας που απορρέει από τα άρθρα 25 παρ.1 εδαφ.

γ' και 3 του Συντάγματος, στη δε δεύτερη με μη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, με το να μην κάνει δεκτούς τους σχετικούς ισχυρισμούς που είχε προβάλει με σχετικούς λόγους έφεσης. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Ζήτημα επιβολής δικαστικών εξόδων δεν γεννάται στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι οι αναιρεσίβλητοι που νίκησαν δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα, λόγω της ερημοδικίας τους στην αναιρετική δίκη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-5-2019 (υπ' αριθμ. καταθ. 192/2019) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 331/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, στην οποία ενσωματώνεται η υπ' αριθμ. 15511/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ