Legislator Case Law & Legislation
1214/2015 AI generated

Supreme Court allows partial appeal on unjust enrichment claim where prior court judgment established debt validity.

Case Number 1214/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the bank's appeal against the Larissa Court of Appeal's decision on an unjust enrichment claim. The lower court erred by accepting unjust enrichment as a supplementary basis for a debt already confirmed by a final judgment. The Court ruled that a transfer of assets via a court order cannot be considered unjust enrichment, requiring the lower court to recalculate the debt based on the established judgment.

Legislator headnote

AI generated

Article 904 paragraph 1 of the Civil Code; Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure: A transfer of assets executed through a court order establishing a debt cannot be characterized as unjust enrichment, and a prior final judgment on the debt's existence and amount precludes its indirect overturning via unjust enrichment claims.

Keywords

AI generated
unjust enrichment court order debt final judgment res judicata civil procedure appeal supplementary basis claim

Cited Legislation

AI generated
Article 904 paragraph 1 of the Civil Code
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 letter e of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
493/2013
Supreme Court dismisses appeal hearing due to improper service of summons to absent defendants.
305/2011
Supreme Court allows appeal against first-instance judgment but rejects restitution claim for payments made under interim ruling.
198/1999
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 198/1999, 73/2004 μη οριστικές, 282/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 305/2011 μη οριστική και 493/2013 οριστική του Εφετείου Λάρισας.
73/2004
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 198/1999, 73/2004 μη οριστικές, 282/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 305/2011 μη οριστική και 493/2013 οριστική του Εφετείου Λάρισας.
282/2008
Supreme Court dismisses appeal hearing due to absent defendants' failure to appear after repeated postponements.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1214 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1214/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Σοφιαλίδη.

Των αναιρεσιβλήτων: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Π. Τ. ΑΕ" που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Π. Τ. του Χ. και 3. Α. συζ. Π. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Γεωργακόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-3-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 198/1999, 73/2004 μη οριστικές, 282/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 305/2011 μη οριστική και 493/2013 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-1-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές, ανέγνωσε την από 27-11-2014 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Γεράσιμου Φουρλάνου, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή της κατ’ εκτίμηση εισαγομένης με τον τρίτο αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ αναιρετικής πλημμέλειας, την απόρριψη δε όλων γενικών των λοιπών αναιρετικών λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 904 παρ. 1 Α.Κ. ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση, για την άσκηση αγωγής προς αναζήτηση της από αδικαιολόγητο πλουτισμό ωφέλειας του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος ή με ζημία του, είναι ότι η ωφέλεια αυτή αποκτήθηκε από αιτία μη νόμιμη, υπό μία από τις, ενδεικτικά σε αυτή, αναφερόμενες μορφές.

Συνεπώς, όταν υπάρχει νόμιμη αιτία (σύμβαση, διάταξη νόμου κ.λ.π.), από την οποία προέκυψε η ωφέλεια αυτή, ο λήπτης δεν είναι υποχρεωμένος να την αποδώσει, με βάση την εν λόγω διάταξη, στην οποία δεν βρίσκει έρεισμα η σχετική αγωγή, εκτός αν υπάρχει ειδική διάταξη του νόμου, που να επιτρέπει την αναζήτηση.

Νόμιμη αιτία πλουτισμού υπάρχει και στην περίπτωση απόκτησης του αντικειμένου της δίκης μετά από εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, καθόσον αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 330 και 331 Κ.Πολ.Δ., αποτελεί δεδικασμένο και, επομένως, νόμιμο λόγο διατήρησης του πλουτισμού που υπάρχει, αφού δεν είναι πια δυνατή η επιδίωξη της επιστροφής του, αν δεν συντρέχει περίπτωση του άρθρου 333 του πιο πάνω Κώδικα.

Το ίδιο ισχύει και αν το αντικείμενο της δίκης αποκτήθηκε μετά από εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση διαταγής πληρωμής, που έχει καταστεί τελεσίδικη και παράγει επίσης δεδικασμένο (Ολ. Α.Π. 6/1996), το οποίο δεν μπορεί ούτε έμμεσα να καταργηθεί με την αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Μόνη δυνατότητα παραμένει, κατ’ αρθρ. 333 του ΚΠολΔ, η άσκηση αναψηλάφησης για τους λόγους και υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 538 επ.

του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 1438/2005, ΑΠ 725/2004). Επίσης, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Με τελεσίδικη απόφαση ισοδυναμεί και η διαταγή πληρωμής, η οποία έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, μετά την τελεσίδικη απόρριψη της ανακοπής που ασκήθηκε, ή, σε περίπτωση μη ασκήσεως ανακοπής, μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας άσκησης της ανακοπής του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ .

Η διαταγή πληρωμής που απέκτησε ισχύ δεδικασμένου προσομοιάζει κατά τα αποτελέσματά της με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί, ούτε και με ανακοπή από το άρθρο 933 ΚΠολΔ, η με αυτή βεβαιούμενη απαίτηση, αφού από τότε αποτελεί, κατά ρητή διάταξη του παραπάνω άρθρου 633 παρ. 2 εδάφ.

τελευταίο, δεδικασμένο. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 330 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο όλες οι ενστάσεις που προτάθηκαν, ασχέτως της νομικής τους θεμελίωσης. Από εκείνες που δεν προτάθηκαν καλύπτονται: α) όλες οι ενστάσεις από το δικονομικό δίκαιο, β) όλες οι καταχρηστικές ενστάσεις, δηλαδή εκείνες που στηρίζονται επί απλών πραγματικών περιστατικών και γ) όλες οι γνήσιες αυτοτελείς ή αυθύπαρκτες ενστάσεις, δηλαδή εκείνες που, όπως και οι καταχρηστικές, στηρίζονται επί απλού πραγματικού γεγονότος, αλλά περαιτέρω στηρίζουν διαπλαστικό δικαίωμα του εναγομένου, ώστε να αποτελούν παραλλήλως και ενστάσεις υπό ουσιαστική έννοια.

Καλύπτονται, επίσης, οι κατά του προδικαστικού ζητήματος ενστάσεις κατά την ίδια έκταση, είτε το προδικαστικό ζήτημα αφορά τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, είτε το επίδικο δικαίωμα (κύριο ζήτημα) και αδιαφόρως εάν η ένσταση ανάγεται στην ύπαρξη της προδικαστικής έννομης σχέσης ή στην έκταση της ευθύνης απ’ αυτή.

Η ένσταση που δεν προτάθηκε καλύπτεται από το δεδικασμένο, εφόσον ήταν δυνατό να προταθεί κατά τη διάρκεια προηγούμενης δίκης, εφόσον δηλαδή υπήρχαν από τότε όλα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωση της γεγονότα, έστω και αν ο διάδικος τα αγνοούσε υπαιτίως ή ανυπαιτίως (ΑΠ 856/2014). Κατά τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 330 εδάφ.β του ΚΠολΔ, από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή.

Στην εξαίρεση αυτή υπάγονται οι καλούμενες γνήσιες μη αυτοτελείς ή αυθύπαρκτες ενστάσεις. Ωστόσο, προκειμένου να διαπιστωθεί αν κάποια από τις ενστάσεις αυτές που δεν προτάθηκε καλύπτεται από το δεδικασμένο, θα πρέπει να ερευνηθεί αν, σε περίπτωση παραδοχής της, θα οδηγούσε σε κατάλυση ή περιορισμό του δεδικασμένου, διότι δεν θα πρέπει το εν λόγω δικαίωμα, αν ασκηθεί με αγωγή και γίνει δεκτό από το δικαστήριο, να οδηγεί σε αναγνώριση ή απαγγελία έννομης συνέπειας, ασυμβίβαστης με το δεδικασμένο, δεδομένου ότι η ίδια η έννοια του δεδικασμένου αποκλείει την παραδοχή κάθε αντίθετου προς αυτό δικαιώματος που αναιρεί ή περιορίζει την έννομη συνέπεια, η οποία αναγνωρίστηκε με την τελεσίδικη απόφαση.

Έτσι, για να καλυφθεί από το δεδικασμένο μία τέτοια ένσταση που δεν προτάθηκε, θα πρέπει η έννομη αυτής συνέπεια να είναι ασυμβίβαστη προς εκείνη που απαγγέλθηκε από την τελεσίδικη απόφαση, ήτοι το δικαίωμα, στο οποίο στηρίζεται η ένσταση, να αντιφάσκει προς το δεδικασμένο( ΑΠ 1652/2007, ΑΠ 1570/2003). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι, με την ένδικη, από 3-3-1998, αγωγή τους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, ισχυρίστηκαν ότι με δύο συμβάσεις που καταρτίστηκαν στη Λάρισα, στις 5-4-1984, μεταξύ της πρώτης από αυτούς και της εναγομένης, η τελευταία χορήγησε στην πρώτη ενάγουσα δάνειο με ανοικτό λογαριασμό, ποσού 20.000.000 δραχμών, ενώ ο δεύτερος και η τρίτη από τους ενάγοντες εγγυήθηκαν την τήρηση της σύμβασης από την πρώτη.

Ότι η εναγομένη, στις 15-6-1990, έκλεισε το λογαριασμό που τηρούσε για την παρακολούθηση της κίνησης του δανείου, ο οποίος εμφάνιζε τότε χρεωστικό υπόλοιπο 44.318.707 δραχμών, και, στη συνέχεια, εκδόθηκε, με αίτησή της, η 3277/333/1990 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία υποχρεώθηκαν οι ενάγοντες να της καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, το παραπάνω ποσό με το νόμιμο τόκο από 16-6-1990, χωρίς αυτοί να αμφισβητήσουν το ποσό που επιδικάστηκε στην αντίδικό τους με τη διαταγή πληρωμής.

Ότι, με βάση την εν λόγω διαταγή πληρωμής, η εναγομένη επέσπευσε σε βάρος της τρίτης ενάγουσας πλειστηριασμό του περιγραφόμενου ακινήτου της προς ικανοποίηση της επίδικης απαίτησής της, που αναβιβάζει, στις 4-2-1998, στο ύψος των 103.577.258 δραχμών. Κατά τα εκτιθέμενα, επίσης, στην αγωγή, η εναγομένη, προς καθορισμό του, ως άνω, ποσού, προέβη, παρανόμως, σε ανατοκισμό των καθυστερούμενων τόκων της οφειλής των εναγόντων, ενώ η πρώτη ενάγουσα είχε καταβάλει, πριν από την έκδοση της διαταγής πληρωμής, στην εναγομένη συνολικά το ποσό των 18.816.852 δραχμών, με αποτέλεσμα η απαίτηση της τελευταίας να ανέρχεται σε 33.940.174 δραχμές και όχι σε 44.318.077 δραχμές, μετά μάλιστα, την έκδοση της διαταγής πληρωμής κατέβαλε συνολικά στην εναγομένη το ποσό των 81.483.026 δραχμών, με αποτέλεσμα όχι μόνο να έχει εξοφληθεί η οφειλή των εναγόντων προς την εναγομένη, αλλά να έχει καταβληθεί σε αυτήν ποσό 31.423.663 δραχμών επιπλέον της οφειλής τους.

Μετά από αυτά, οι ενάγοντες ζήτησαν, όπως παραδεκτά περιόρισαν το αίτημά τους στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό αυτό των 31.423.663 δραχμών με το νόμιμο τόκο, ως αποζημίωση, κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλως, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού έγινε πλουσιότερη σε βάρος της χωρίς νόμιμη αιτία, επικουρικά δε και σε περίπτωση που κριθεί ότι η απαίτηση της εναγομένης ανερχόταν στις 15-6-1990 σε 44.318.707 δραχμές, (να αναγνωριστεί) ότι η οφειλή των εναγόντων προς την εναγομένη ανέρχεται στο ποσό των 17.233.856 δραχμών.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 198/1999 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία υποχρέωσε τους ενάγοντες να αποδείξουν ότι κατέβαλαν στην εναγομένη τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά από 17-12-1987 έως και 22-8-1995.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 73/2004 προδικαστική, επίσης, απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, που ανακάλεσε την πιο πάνω απόφαση, ως προς το σκέλος που έταξε αποδείξεις για τις καταβολές των εναγόντων που έγιναν προς την εναγομένη πριν από την έκδοση της διαταγής πληρωμής (16-6-1990) και έταξε λογιστική πραγματογνωμοσύνη για το αν προκύπτει χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος των εναγόντων με βάση τις καταβολές που έγιναν κατά το μεταγενέστερο αυτής χρονικό διάστημα.

Μετά τη διενέργεια, τέλος της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης, εκδόθηκε η 282/2008 οριστική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την 70/26-2-2010 έφεση τους, ενώπιον του Εφετείου Λάρισας, η οποία, με την 305/2011 απόφαση του, έγινε δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, αφού κρίθηκε ότι η σχετική αξίωση τους δεν καλύπτεται από το, συνομολογούμενο, δεδικασμένο της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής, διότι η αγωγή τους θεμελιώνεται στην αδικοπραξία και, επικουρικά, στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ήτοι σε αυτοτελές και αυθύπαρκτο δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων, και, ύστερα από εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου να διενεργηθεί λογιστική πραγματογνωμοσύνη για το αν προκύπτει χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος των αναιρεσιβλήτων κατά το χρονικό διάστημα από 17-12-1987 έως 16-6-1990.

Ακολούθως, εκδόθηκε η 493/2013 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, η οποία, αφού απέρριψε αίτημα της αναιρεσείουσας για ανάκληση της προηγούμενης 305/2011 απόφασης, κατά το μέρος που έκρινε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την τελεσίδικη πιο πάνω διαταγή πληρωμής, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Με την 258/5-4-1984 και την από 20-4-1988 πρόσθετη πράξη αυτής, η εναγομένη Τράπεζα χορήγησε στην πρώτη των εναγόντων πίστωση ανοικτού (αλληλοχρέου) λογαριασμού, μέχρι του ποσού των 25.000.000 δραχμών.

Την εξόφληση του οφειλομένου ποσού εγγυήθηκαν ως αυτοφειλέτες, αφού παραιτήθηκαν από το δικαίωμα της διζήσεως, οι λοιποί ενάγοντες, οι οποίοι επιπλέον δήλωσαν ότι θα τους δεσμεύει κάθε αναγνώριση της οφειλής εκ μέρους της πρωτοφειλέτιδας. Με την εν λόγω σύμβαση συμφωνήθηκε επίσης ότι σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης απόδοσης από την ενάγουσα των οφειλομένων ποσών, αυτή καθίσταται υπερήμερη και η εναγομένη δικαιούται μονομερώς, χωρίς ειδοποίηση της πιστούχου, είτε να μεταφέρει σε χωριστό απλό λογαριασμό το ποσό που δεν έχει κατατεθεί, για το οποίο θα οφείλεται κάθε φορά τόκος υπερημερίας, είτε να περιορίζει την πίστωση και να κλείσει οριστικώς τον ανοικτό λογαριασμό κατά το αντίστοιχο ποσό που δεν έχει κατατεθεί, οπότε η πιστούχος χωρίς ειδοποίηση ή όχληση θα καθίσταται υπερήμερη για το ανεξόφλητο ποσό οφείλοντας και τον τόκο υπερημερίας.

Επίσης, συμφωνήθηκε ότι ο τόκος και η προμήθεια υπέρ της Τράπεζας θα ανέρχονται στο ανώτατο επιτρεπτό όριο των σχετικών τραπεζικών συναλλαγών, θα είναι δε πληρωτέα την 15η Μαρτίου, 15η Ιουνίου, 15η Σεπτεμβρίου και 15η Δεκεμβρίου κάθε έτους, σε περίπτωση δε που δεν καταβληθούν την ως άνω ημέρα (κλεισμένου περιοδικώς του λογαριασμού ανά τρίμηνο κατ’ άρθρο 112 του ΕισΝΑΚ) θα φέρονται σε χρέωση του λογαριασμού της πίστωσης χωρίς ειδοποίηση της πιστούχου, οφειλομένων εφεξής επ’ αυτών τόκων και προμήθειας κατά τα ανωτέρω.

Για το ζήτημα των τόκων και του ανατοκισμού αυτών συμφωνήθηκε ότι για όσο μεν χρονικό διάστημα θα ήταν ενεργή η σύμβαση θα γινόταν ανατοκισμός αυτών ανά τρίμηνο, για το μετά δε τη λήξη αυτής χρονικό διάστημα και το κλείσιμο του λογαριασμού, η πιστούχος εταιρεία θα όφειλε το μέχρι τότε κατάλοιπο μετά του επ’ αυτού νομίμου τραπεζικού τόκου υπερημερίας που ίσχυε κάθε φορά.

Το δάνειο θα έπρεπε να αποπληρωθεί εντός 12 ετών από την υπογραφή της δανειστικής σύμβασης, συμπεριλαμβανομένης ετησίας περιόδου χάριτος, με 22 ισόποσες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, της πρώτης καταβλητέας την 15-9-1985. Τελικά, εκ του συνολικώς συνομολογηθέντος ποσού του δανείου αναλήφθηκε από την ενάγουσα εταιρεία το ποσό των 20.000.000 δραχμών ως ακολούθως:

α) την 19-8-1984 ποσό 19.600.000 δραχμών και β) την 26-10-1984 ποσό 400.000 δραχμών. Περαιτέρω την 15-6-1990 η εναγομένη κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση και έκλεισε τους λογαριασμούς ... και ... που τηρούνταν βάσει αυτής, ενημερώνοντας παράλληλα τους ενάγοντες με συστημένη επιστολή ότι οι λογαριασμοί αυτοί παρουσίασαν κατά την ημέρα κλεισίματος χρεωστικό σε βάρος τους υπόλοιπο ύψους 44.318.707 δραχμών το οποίο και τους κάλεσε να της καταβάλουν.

Για το ποσό αυτό εκδόθηκε μάλιστα και με αίτησή της η Μ3277/333/31-7-1990 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας η οποία, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, και με την οποία υποχρεώνονταν οι ενάγοντες να καταβάλουν στην εναγομένη το εν λόγω ποσό με τους νόμιμους τόκους και τα έξοδα.

Κατά το χρονικό αυτό διάστημα, δηλαδή μέχρι την 15-6-1990 που καταγγέλθηκε η σύμβαση από την εναγόμενη και έκλεισαν οι σχετικοί λογαριασμοί, η ενάγουσα εταιρεία είχε καταβάλει προς την εναγομένη τα εξής ποσά.... και συνολικά το ποσό των 18.816.853 δραχμών. Δια των καταβολών αυτών η οφειλή των εναγόντων προς την εναγομένη διαμορφώθηκε κατά την ως άνω ημερομηνία (15-6-1990) στο συνολικό ποσό των 33.940.174 δραχμών (ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο 3.046.409 δραχμές, τόκοι υπερημερίας και ΕΦΤΕ 543.366 δραχμές, άληκτη οφειλή 30.350.399 δραχμές) και όχι στο ποσό των 44.318.707 δραχμών για το οποίο εκδόθηκε η ως άνω διαταγή πληρωμής, όπως φαίνεται στους παρακάτω πίνακες που απεικονίζουν την κίνηση του ενδίκου δανείου με τις επί μέρους πιστώσεις-χρεώσεις τόκων, ΕΦΤΕ και καταβολές.

Στους εν λόγω πίνακες, επειδή οι καταβλητέες από την ενάγουσα εταιρεία δόσεις οι οποίες καταχωρούνται στη στήλη "Λογαριασμός δόσεων κεφαλαίου" δεν κατεβάλλοντο κατά την συμφωνηθείσα ημερομηνία, μεταφέρονται (οι δόσεις) σε λογαριασμό υπερήμερων οφειλών, η κίνηση του οποίου απεικονίζεται στον δεύτερο πίνακα με τον τίτλο "Υπερήμερος λογαριασμός μέχρι το κλείσιμο".

Η μεταφορά αυτή στον μεν πρώτο πίνακα καταχωρείται στη στήλη "Μεταφορά σε υπερήμερο" στον δε δεύτερο πίνακα στη στήλη "Χρέωση". Επίσης στους εν λόγω πίνακες οι καταβολές φέρονται πρώτα σε εξόφληση της ληξιπροθέσμου οφειλής των εναγόντων και καταχωρούνται στη στήλη "Πίστωση" του δεύτερου πίνακα, και εάν δεν υπάρχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές ή αν αυτές εξοφλούνται σε μέρος του καταβαλλομένου ποσού, φέρονται σε εξόφληση της άληκτης οφειλής των εναγόντων και καταχωρούνται στη στήλη "Καταβολές" του πρώτου πίνακα, γι’ αυτό και εμφανίζονται την ίδια ημερομηνία να γίνονται δύο καταβολές ενώ στην πραγματικότητα έγινε μία με την οποία εξοφλήθηκαν και οι κατά την ημέρα εκείνη ληξιπρόθεσμες οφειλές και μέρος των άληκτων...

Ο ορισθείς πραγματογνώμονας στην ως άνω από 22-2-2012 έκθεσή του καταλήγει ότι κατά την προαναφερομένη ημερομηνία (15-6-1990) η οφειλή των εναγόντων στην εναγομένη ανερχόταν στο ακόμη μικρότερο ποσό των 30.364.500 δραχμών για το οποίο και έπρεπε να εκδοθεί η διαταγή πληρωμής σε βάρος τους και αναφέρει (ο πραγματογνώμονας) ότι κακώς εκδόθηκε αυτή για το ποσό των 44.318.707 δραχμών....

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την 32/2005 έκθεση του ως άνω πραγματογνώμονα οι καταβολές που έγιναν από την ενάγουσα εταιρεία στην εναγομένη μετά την έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής έχουν καταλογισθεί και πιστωθεί στην καρτέλα κίνησης της πρώτης ενάγουσας ως εξής: Το ποσό των 491.283 δραχμών πιστώθηκε ως 1.000.000 δραχμές την 23-5-1994.

Το ποσό των 3.648.184 δραχμών πιστώθηκε ως 5.000.000 δραχμές την 11-5-1995, το ποσό των 1.000.000 δραχμών πιστώθηκε ως έχει την 26-5-1995 και το ποσό των 1.500.000 δραχμών πιστώθηκε ως έχει, την 30-7-1997. Ο πραγματογνώμονας στη συνέχεια προς αποφυγή διεξαγωγής νέας συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης προέβη στη σύνταξη δύο πινάκων υπολογισμού με διαφορετικό τρόπο εξόφλησης κεφαλαίου, τόκων και εξόδων, καθώς και στη σύνταξη ενός τρίτου πίνακα για τη σύνταξη του οποίου δεν καταλογίσθηκαν ποσά στα έξοδα της εναγομένης.

Με βάση τους πίνακες αυτούς προέκυψαν τα εξής αποτελέσματα: Α) Σύμφωνα με τον πρώτο πίνακα προέκυψε υπόλοιπο υπέρ της εναγομένης ποσού 25.864.699 δραχμών, Β) Σύμφωνα με τον δεύτερο πίνακα προέκυψε και πάλι υπόλοιπο υπέρ της εναγομένης ποσού 18.309.796 δραχμών και Γ) Σύμφωνα με τον τρίτο πίνακα προέκυψε υπόλοιπο υπέρ της πρώτης ενάγουσας ποσού 16.183.707 δραχμών.

Οι διαφορές αυτές οφείλονται κατά τα προεκτεθέντα, στον διαφορετικό τρόπο καταλογισμού των γενομένων καταβολών στο κεφάλαιο, στους τόκους και στα έξοδα. Συγκεκριμένα, για τη σύνταξη του πρώτου πίνακα οι γενόμενες καταβολές καταλογίσθηκαν πρώτα στην εξόφληση των εξόδων, κατόπιν στην εξόφληση των τόκων και τέλος στην εξόφληση του κεφαλαίου.

Με τον ίδιο τρόπο καταλογίσθηκαν οι γενόμενες καταβολές και στον δεύτερο πίνακα, χωρίς όμως να ληφθούν υπόψη κατά τη σύνταξη αυτού κάποια κονδύλια εξόδων, με αποτέλεσμα οι γενόμενες καταβολές να καταλογισθούν κατά μεγαλύτερο μέρος στο κεφάλαιο και έτσι να προκύψει μικρότερο οφειλόμενο στην εναγομένη ποσό, ενώ για τη σύνταξη του τρίτου πίνακα οι γενόμενες καταβολές καταλογίσθηκαν σε εξόφληση μόνο του κεφαλαίου και των τόκων.

Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον μεταξύ των συμβαλλομένων διαδίκων δεν υπήρχε αντίθετη συμφωνία, ο νόμιμος τρόπος καταλογισμού των γενομένων καταβολών ήταν κατ’ άρθρο 423 ΑΚ πρώτα στα έξοδα, μετά στους τόκους και τέλος στο κεφάλαιο. Επομένως όπως και ο πραγματογνώμονας καταλήγει στην ως άνω 32/2005 έκθεση του για το χρονικό διάστημα από 16-6-1990 έως 6-3-1998 δεν προκύπτει χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της εναγομένης.

Για το προηγούμενο όμως χρονικό διάστημα μέχρι 15-6-1990 προέκυψε ότι η πρώτη ενάγουσα κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό των 44.318.707 δραχμών (για το οποίο εκδόθηκε κατά τα προεκτεθέντα η ως άνω διαταγή πληρωμής) αντί του οφειλομένου κατά τα άνω ποσού των 33.940.174 δραχμών, δηλαδή η πρώτη ενάγουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στην εναγομένη το ποσό των 10.378.533 δραχμών ή 30.457,91 ευρώ επιπλέον.

Η παρακράτηση του ποσού αυτού από την εναγομένη από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι οφείλεται σε υπαιτιότητα των οργάνων της, όπως θα έπρεπε για να στοιχειοθετηθεί κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας σε βάρος της εναγομένης αδικοπρακτική ευθύνη αυτής προς αποζημίωση και ότι (η παρακράτηση αυτή) δεν οφείλεται σε λογιστικά σφάλματα περί τις χρεώσεις και πιστώσεις στους ένδικους λογαριασμούς από τους υπαλλήλους της εναγομένης.

Οι ίδιοι οι ενάγοντες στην υπό κρίση αγωγή ισχυρίζονται ότι και οι ίδιοι "δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν με βεβαιότητα το που οφείλεται η διαφορά μεταξύ του πράγματι οφειλομένου από μας την 15-6-1990 ποσού των 33.940.174 δραχμών και του υπ’ αυτής αξιουμένου ποσού των 44.318.707 δραχμών, Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την κύρια βάση της που στηρίζεται στην αδικοπραξία.

Προέκυψε όμως, κατά τα προεκτεθέντα, ότι η εναγομένη εισέπραξε από την πρώτη ενάγουσα αχρεωστήτως το άνω ποσό, γενόμενη αντιστοίχως πλουσιότερη σε βάρος της χωρίς νόμιμη αιτία, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες με την επικουρικά σωρευόμενη (παραδεκτά κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη) βάση της αγωγής περί αδικαιολογήτου πλουτισμού...".

Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1 ΑΚ, όπως βάσιμα προβάλλεται με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, κατ’ εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου (και όχι 16). Ειδικότερα, από την εν λόγω διαταγή πληρωμής η οποία κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης 493/2013 αποφάσεως "έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου όπως συνομολογείται από τους διαδίκους" και με την οποία, επίσης κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, επιδικάστηκε στην αναιρεσείουσα απαίτηση 44.318.707 δραχμών, απορρέει δεδικασμένο, ως προς την ύπαρξη και το ύψος της (μερικότερης) αυτής απαίτησης, το οποίο δεν μπορεί να ανατραπεί έμμεσα με την αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς η μεταβίβαση της περιουσίας που γίνεται μέσω της δικαστικής οδού δεν θεωρείται αδικαιολόγητη.

Ως εκ τούτου το δικαστήριο της ουσίας έπρεπε να θέσει ως βάση το γεγονός αυτό (χωρίς υπολογισμό προηγούμενων της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, τυχόν, καταβολών, εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων) και να προβεί, κατά τα λοιπά, για τον εφεξής χρόνο, σε υπολογισμό των πιστοχρεώσεων για την εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος.

Ιδρύεται, επομένως, η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και ο σχετικός τρίτος λόγος της αναίρεσης, όπως εκτιμήθηκε, είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής.

Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθούν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις κατά το μέρος που δέχθηκαν την εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού επικουρική βάση της ένδικης αγωγής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (αρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό (άρθρο 495 παρ.4 εδάφ.ε του ΚΠολΔ). Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της, την 493/2013 οριστική απόφαση του Εφετείου Λάρισας, καθώς και τη συμπροσβαλλόμενη 305/2011, μη οριστική, απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Λάρισας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν τις παραπάνω αποφάσεις.

Διατάζει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Σεπτεμβρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ