Supreme Court dismisses appeal in labor dispute over academic title recognition and salary classification.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a charitable society against a first-instance judgment in a labor dispute. The plaintiff sought to have the defendant reclassify the employee as a university-level staff member (Category Gamma) and pay back pay based on a doctoral degree claimed to be relevant to their duties. The court found the appeal inadmissible because it challenged the uncontrollable factual assessment regarding the title's relevance and violated procedural rules by attacking a matter already decided by an administrative body.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(5) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging the court's assessment of the relevance of a doctoral degree to job duties is inadmissible if it attacks the uncontrollable evaluation of facts or if the same issue was already resolved through administrative proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1211 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1211/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Φιλανθρωπικού Σωματείου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη .... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Μαουσίδη, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Χ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγι Παπαστεργίου, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/1/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2015 του ίδιου δικαστηρίου και 468/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27/12/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 27.12.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 468/2017 απόφαση της Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 25.01.2015 εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 13/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας, με την οποία και απορρίφθηκε η αγωγή. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και ακολούθως, δικάζοντας επί της αγωγής δέχθηκε κατά ένα μέρος αυτή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 6 του Ν.4024/2011, που αφορά το Σύστημα Βαθμολογικής Κατάταξης, " 1. Οι θέσεις όλων των κατηγοριών εκπαίδευσης - Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) - κατατάσσονται σε έξι(6) συνολικά βαθμούς, κατά φθίνουσα σειρά, ως εξής:
Βαθμός Α Βαθμός Β Βαθμός Γ Βαθμός Δ Βαθμός Ε Βαθμός ΣΤ. 2. Οι θέσεις προσωπικού της κατηγορίας Ειδικών θέσεων (ΕΟ) κατατάσσονται στους βαθμούς 1ο και 2ο και αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις. 3. Εισαγωγικός βαθμός για όλες τις κατηγορίες εκπαίδευσης προσωπικού είναι ο Βαθμός ΣΤ με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου και καταληκτικός, ο Βαθμός Α για την ΠΕ και ΤΕ κατηγορία, ο Βαθμός Β για τη ΔΕ κατηγορία και ο Βαθμός Γ για την ΥΕ κατηγορία. 4.
Οι κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος συναφούς με τα αντικείμενα, στα οποία είναι δυνατόν, κατά τις οργανικές διατάξεις της υπηρεσίας τους, να απασχοληθούν, κατατάσσονται, ως δόκιμοι στο Βαθμό Δ. Οι κάτοχοι αναγνωρισμένου μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, ετήσιας τουλάχιστον διάρκειας, συναφούς με τα αντικείμενα, στα οποία είναι δυνατόν, κατά τις οργανικές διατάξεις της υπηρεσίας τους, να απασχοληθούν, κατατάσσονται, ως δόκιμοι στο Βαθμό Ε." Με την παρ.5 του άρθρου 1 του Ν.4038/2012,ΦΕΚ Α 14/2.2.2012 προστέθηκαν στην ως άνω παρ.4 τα εξής: "Για υπαλλήλους οι οποίοι αποκτούν αναγνωρισμένο και συναφές διδακτορικό δίπλωμα ή μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών μετά το διορισμό τους, ο χρόνος που απαιτείται για τη βαθμολογική τους εξέλιξη μειώνεται συνολικά κατά έξι (6) και δύο (2) έτη αντίστοιχα.
Ως μεταπτυχιακό και ως διδακτορικό δίπλωμα νοούνται εκείνα που χορηγούνται με αντίστοιχο ιδιαίτερο τίτλο μετά τη λήψη του πτυχίου ή διπλώματος Πανεπιστημίου ή Τ.Ε.Ι.. Για τα μεταπτυχιακά και τα διδακτορικά διπλώματα εκπαιδευτικών ιδρυμάτων του εξωτερικού απαιτείται βεβαίωση ισοτιμίας από την αρμόδια αρχή.
Για τη συνδρομή ή όχι της προϋπόθεσης της συνάφειας αποφαίνεται το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο. Η ισχύς της παρούσας παραγράφου ανατρέχει στο χρόνο έναρξης ισχύος του ν. 4024/2011.". Περαιτέρω, με την υποπαράγραφο Γ.1. εδαφ.12 Ν.4093/2012,ΦΕΚ Α 222/12.11.2012,σύμφωνα με την οποία"12. Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ.
ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησης τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α` του ν. 3429/2005 (Α` 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α`212)...
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, οι οποίες μπορούν να ανατρέχουν στην έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, μπορούν να ρυθμίζονται λεπτομέρειες εφαρμογής των προηγούμενων εδαφίων. Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2".
Από τις άνω διατάξεις προκύπτει σαφώς ότι αναγκαία προϋπόθεση για την αναγνώριση του διδακτορικού τίτλου και τη χορήγηση του αντίστοιχου επιδόματος είναι η συνάφεια του περιεχομένου του διδακτορικού τίτλου με το αντικείμενο της απασχόλησης του υπαλλήλου. Η συνάφεια αυτή, όμως, δεν εξαντλείται στον τίτλο των μεταπτυχιακών - διδακτορικών σπουδών με την έννοια του θέματος της γενόμενης διατριβής, το οποίο είναι πάντοτε εξειδικευμένο, αλλά στο αντικείμενο των εν λόγω σπουδών και δη στον κλάδο που ο διδάκτωρ έχει ειδικευθεί.
Πρέπει, επομένως, ο κλάδος στον οποίο έχει ειδικευθεί να είναι συναφής προς ένα εκ των αντικειμένων αρμοδιότητας της υπηρεσίας στην οποία έχει τοποθετηθεί.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ (όμοιας με εκείνη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ), αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Εξάλλου, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγo αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 573/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων με την με αριθμ. εκθ. καταθ. 26/2014 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λάρισας ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως γυμναστής στον ξενώνα "..." στη ....αι ότι είναι κάτοχος συναφούς με τα καθήκοντά του διδακτορικού διπλώματος φυσικής αγωγής και αθλητισμού, αναγνωρισμένου από το ΔΟΑΤΑΠ, συνεπεία του οποίου του καταβαλλόταν επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, ζήτησε δε:
α) να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να τον κατατάξει σε κατηγορία ΠΕ στο βαθμό Γ, αντί του βαθμού Δ στον οποίο τον κατέταξε, με δικαιούμενο χρόνο υπηρεσίας 6 έτη με ένα έτος πλεονάζον και να του καταβάλει τις αποδοχές του κλιμακίου ΜΚ4 που ανέρχονται από 1-1-2013 σε 1.719 ευρώ μικτά μηνιαίως, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει λόγω διαφοράς αποδοχών του διαστήματος από 1-1-2013 έως 1-1-2014 το ποσό των 4.056 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που το κάθε ποσό κατέστη απαιτητό και γ) να υποχρεωθεί κατά το άρθρο 69 ΚΠολΔ το εναγόμενο να του καταβάλει τη διαφορά των 338 ευρώ μηνιαίως απ' την κατάθεση της αγωγής μέχρι τη συζήτησή της, συνολικού ποσού 3.051 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, κρίνοντας το διδακτορικό του ενάγοντος ως μη συναφές με την απασχόλησή του στο εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. Κατόπιν ασκήσεως της από 25.01.2015 εκ μέρους του ενάγοντος εφέσεως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και ακολούθως δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα: "Δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε στη Λάρισα στις 10-11-2003 μεταξύ του ενάγοντος και της Προέδρου και νομίμου εκπροσώπου του εναγομένου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, ο ενάγων προσλήφθηκε απ' το εναγόμενο, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον ξενώνα για τα άτομα με αυτισμό "...", που βρίσκεται στην οδό ..., ως γυμναστής.
Σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του ξενώνα, η φιλοσοφία και ο σκοπός του έγκειται στη δημιουργία ενός χώρου θεραπευτικής αντιμετώπισης εκπαιδευτικού χαρακτήρα και διαβίωση, ο οποίος θα προσφέρει υψηλού επιπέδου υπηρεσίες στα άτομα με αυτισμό, τα οποία έχουν το καθένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, πολύ προσωπικά και ιδιαίτερες αδυναμίες όπως και δυνατότητες και η οργάνωση του χώρου και του τρόπου ζωής τους στον ξενώνα γίνεται με γνώση αυτών των ιδιαιτεροτήτων και με ιδιαίτερη προσοχή, ώστε να εξασφαλίζεται η προσωπική τους εξέλιξη που αφορά στην αυτοεξυπηρέτηση και την αυτοσυντήρησή τους.
Τα σχετικά προγράμματα του ξενώνα αποβλέπουν στο να μάθουν στο άτομο με αυτισμό να νοιάζεται για τις προσωπικές του ανάγκες στο βαθμό των δυνατοτήτων του, ενώ η κοινωνική του εξέλιξη αφορά στην επικοινωνία, την ανάπτυξη σχέσεων με τους άλλους και την ικανοποιητική ένταξη του ατόμου με αυτισμό στο στενό και ευρύτερο περιβάλλον.
Η δε ψυχοσυναισθηματική εξέλιξη του ατόμου με αυτισμό αφορά στην ανάπτυξη του συναισθηματικού του κόσμου, στο βαθμό και με τον τρόπο, με τον οποίο θα μπορεί να συναισθάνεται, να εκδηλώνει συναισθήματα και να αντιμετωπίζει την ένταση, το άγχος και το φόβο. Οι εργαζόμενοι στις μονάδες ψυχικής υγείας, όπως χαρακτηρίζεται και το εναγόμενο, εντάσσονται στις ρυθμίσεις του δεύτερου κεφαλαίου του Ν. 4024/2011 (υπ' αριθμ. 2/2054/0022 έγγραφο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και υπ' αριθμ.
Υδβ/Γ Π.οικ. 29005/2013 Υπουργείου Υγείας) και αμείβονται σύμφωνα με την υπ' αριθμ 14765/2003 (ΦΕΚ β 716/5-6-2003) και την υπ' αριθμ. 49539/2369/2006 (ΦΕΚ Β 1414/17-7-2008) απόφαση Υπ. Οικονομίας και Οικονομικών - Εργασϊας Κοινωνικών Ασφαλίσεων "περί καθορισμού των όρων αμοιβής κι εργασίας των εργαζομένων στα ιδρύματα ειδικής αγωγής, που λειτουργούν ως ΝΠΙΔ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα".
Σύμφωνα με τις αποφάσεις αυτές (άρ. 2 παρ. βγ της δεύτερης απόφασης) προβλεπόταν η χορήγηση επιδόματος ι6 % για τους κατόχους διδακτορικού επιδόματος. Ο ενάγων ήταν κάτοχος διδακτορικού διπλώματος φυσικής αγωγής και αθλητισμού της ακαδημίας του ..., αναγνωρισμένου δυνάμει της υπ' αριθμ. ...51 πράξης του Διεπιστημονικού Οργανισμού Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης (ΔΟΑΤΑΠ) και στις μηνιαίες αποδοχές του συμπεριλαμβανόταν το ως άνω επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, το οποίο και του καταβαλλόταν μέχρι τις 31-12-2012.
Την 12.11.2012 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο ν. 4093/2012 (ΦΕΚ 222 Α) "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4056/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" και με βάση τις διατάξεις της περ. 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α 222), τις διατάξεις του άρ. 22 παρ. 2 και 4 Ν. 4024/2011, τις διατάξεις του άρθρου 90 του ΠΔ 63/2005 (ΦΕΚ 98 Α) και την υπ' αριθμ.
Υ48/09.07.2012 απόφαση του Πρωθυπουργού "Καθορισμός αρμοδιοτήτων του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών Χρήστου Σταικούρα" (ΦΕΚ 2105 Β) εκδόθηκε η υπ' αριθμ. οικ. 2/840/0022 (ΦΕΚ Β 37/14-1-2013) απόφαση Υπ. Οικονομικών- Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης περί καθορισμού αποδοχών του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που απασχολείται στα ΝΠΙΔ και στις ΔΕΚΟ της περ. 12 της υποπ.
Γ1 της παρ. Γ του άρ. πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που απασχολείται στα ΝΠΙΔ και στις ΔΕΚΟ της περ. 12 της υποπ. Γι της παρ. Γ του άρ. πρώτου του ν. 4093/2012 επεκτείνεται κι έχει ανάλογη εφαρμογή από 01.01.2013 η αρ. 2/13917/0022/17-2-2012 (Β 414) κοινή υπουργική απόφαση.
Στην τελευταία ορίζεται ότι οι κάτοχοι διδακτορικού ή μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών μπορούν να προσμετρήσουν τους εν λόγω τίτλους για μισθολογική εξέλιξη από την ημερομηνία πρόσληψής τους, με την απαραίτητη προϋπόθεση και μόνο οι ανωτέρω τίτλοι να έχουν αποτελέσει τυπικό προσόν για την πρόσληψη αυτών (άρ.
μόνο της ΥΑ 2/24529/0022/24-3-2014 ΦΕΚ Β 927/14-4- 2014)• Έπρεπε, λοιπόν, να γίνει νέα κατάταξη των υπαλλήλων, με βάση δε τη νομοθεσία το περιεχόμενο του μεταπτυχιακού ή διδακτορικού τίτλου πρέπει να είναι συναφές με το αντικείμενο της απασχόλησης του υπαλλήλου στην οργανική θέση που αυτός κατέχει, όπως αυτό προσδιορίζεται στην οικεία προκήρυξη πλήρωσης της θέσης αυτής και τον οργανισμό της υπηρεσίας και τούτο διότι η χορήγηση του επιδόματος εξαρτάται απ' τη συνάφεια των εξειδικευμένων γνώσεων που ο μεταπτυχιακός τίτλος ή το διδακτορικό πιστοποιεί ότι αποκτήθηκαν με το εκάστοτε αντικείμενο απασχόλησης του υπαλλήλου, αφού ο δικαιολογητικός λόγος της χορήγησης σχετίζεται με τη δυνατότητα αξιοποίησης εκ μέρους της υπηρεσίας στην οποία απασχολείται ο υπάλληλος κάθε φορά, των γνώσεων που διαθέτει ως κάτοχος μεταπτυχιακού ή διδακτορικού τίτλου, με σκοπό την αρτιότερη εκτέλεση του υπηρεσιακού του καθήκοντος.
Ο ενάγων, όπως ειπώθηκε, απ' το 2θθ8 είναι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος φυσικής αγωγής και αθλητισμού βάσει υποστηρικτικής διδακτορικής διατριβής στο θέμα : "Η σχέση μεταξύ της εαυτού εικόνας των αθλητών και της αντίληψής τους για την ομάδα στην οποία ανήκουν. Η επίδραση αυτής της σχέσης στην απόδοση μιας ομάδας καλαθοσφαίρισης (μπάσκετ)".
Ο τίτλος αυτός απονεμηθείς απ' την Εθνική Ακαδημία Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού ... στις 12-3-2008, αναγνωρίστηκε στην Ελλάδα με την υπ' αριθμ. ...51/16-11-2009 πράξη του Προέδρου του ΔΣ του Διεπιστημονικού Οργανισμού Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης (ΔΟΑΤΑΠ). Ο τίτλος αυτός κρίνεται συναφής με το αντικείμενο απασχόλησης του ενάγοντος στο εναγόμενο, με βάση τα όσα παρακάτω αναλυτικά θα εκτεθούν, λαμβανομένου υπόψη ότι αφορά στο αυτό αντικείμενο με τον τίτλο των κύριων σπουδών του ενάγοντος στη φυσική αγωγή και τον αθλητισμό (γυμναστής), ειδικότητα με την οποία προσλήφθηκε απ' το εναγόμενο.
Ειδικότερα, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, προϋπόθεση για το συνυπολογισμό του διδακτορικού διπλώματος στην υπηρεσιακή κατάταξη και τη χορήγηση του αντίστοιχου επιδόματος, σύμφωνα με τον νόμο, είναι η συνάφεια της απασχόλησης όχι προς τον τίτλο του μεταπτυχιακού ή διδακτορικού, αλλά προς το περιεχόμενο των σπουδών.
Επομένως, ειδικά για τους διδάκτορες δεν θα ληφθεί υπόψη το θέμα της διατριβής τους, το οποίο είναι πάντοτε εξειδικευμένο, όπως εν προκειμένω το θέμα της διατριβής του ενάγοντος στη σχέση μεταξύ της εαυτού εικόνας των αθλητών και της αντίληψής τους για την ομάδα στην οποία ανήκουν και της επίδρασης αυτής της σχέσης στην απόδοση μιας ομάδας καλαθοσφαίρισης (μπάσκετ)", αλλά το αντικείμενο των σπουδών τους, δηλαδή ο κλάδος στον οποίον ο διδάκτορας έχει ειδικευθεί.
Η έννοια της συνάφειας δεν σημαίνει ούτε πλήρη, ούτε καν μερική ταύτιση του περιεχομένου των σπουδών και της απασχόλησης του υπαλλήλου. Το περιεχόμενο των σπουδών του υπαλλήλου μπορεί να είναι ακόμη και ξένο προς το καθ' εαυτό αντικείμενο της απασχόλησης του, αρκεί να περιλαμβάνεται σε μια έστω, από τις αρμοδιότητες της υπηρεσίας του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ειπώθηκε, το διδακτορικό του ενάγοντος όχι μόνο δεν είναι ξένο, αλλά είναι ταυτόσημο με το βασικό αντικείμενο των σπουδών του και σαφώς περιλαμβάνεται στις αρμοδιότητες της υπηρεσίας του, αφού προσλήφθηκε το 2003 ως γυμναστής ατόμων με αυτισμό, δεδομένου ότι το περιεχόμενο των σπουδών του υπαλλήλου πρέπει απλά να μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνεται σε μια, έστω, από τις αρμοδιότητες του Οργανισμού στον οποίο απασχολείται.
Σε διαφορετική περίπτωση, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθούν πολλών ταχυτήτων υπάλληλοι και πολλές ανισότητες, δεδομένου ότι πέραν της διαφορετικής μισθολογικής αντιμετώπισης, η γρηγορότερη βαθμολογική εξέλιξη δίνει τη δυνατότητα ακόμα και της κρίσης σε θέσεις ευθύνης νωρίτερα για τους μεν από τους δε.
Εν προκειμένω, το εναγόμενο ν.π.ι.δ. εξέδωσε, κατόπιν αίτησης του ενάγοντος για την αναγνώριση του διδακτορικού του τίτλου κατά τη νέα κατάταξή του, στις 5-4_2013 διαπιστωτική πράξη, με βάση τις διατάξεις του άρ. 28 ν. 4024/2011, της περ. 12 της υποπ. Γ1 της παρ. Γ του άρ. πρώτου του ν. 4093/2012 με την οποία τον κατέταξε από 1-1-2013 στην κατηγορία ΠΕ ειδικότητα γυμναστή-εκπαιδευτή, στον βαθμό κατάταξης Δ με χρόνο υπηρεσίας 9 έτη, η μήνες και 4 ημέρες, κρίνοντας προφανώς ότι ο κατατεθείς διδακτορικός τίτλος σπουδών του ενάγοντος δεν είναι συναφής με την απασχόλησή του σ' αυτό.
Πλην, όμως, η κρίση του αυτή δεν είναι ορθή, καθώς, όπως ειπώθηκε, μπορεί το θέμα της διατριβής του ενάγοντος, όπως αυτό προεκτέθηκε, να είναι ιδιαίτερα εξειδικευμένο, πλην, όμως, έλαβε χώρα στα πλαίσια διδακτορικού διπλώματος φυσικής αγωγής και αθλητισμού, που είναι προφανώς συναφές με το αντικείμενο των σπουδών και της παρεχόμενης υπηρεσίας του ενάγοντος (γυμναστής) στο εναγόμενο.
Συνακόλουθα, εσφαλμένα το εναγόμενο κατέταξε τον ενάγοντα στο βαθμό Δ με έτη υπηρεσίας 9, μήνες 7 και ημέρες 4, ενώ η ορθή κατάταξη αυτού θα έπρεπε να είναι στην κατηγορία ΠΕ, στον κλάδο ΠΕ με ειδικότητα γυμναστή-εκπαιδευτή, στο βαθμό κατάταξης Γ, με μισθολογικό κλιμάκιο 4 και χρόνο υπηρεσίας 15 έτη, 7 μήνες και 4 ημέρες με βάση το τρίτο εδάφιο της παρ. 4 του άρ. 6 του ν. 4024/2011, όπως αυτό προστέθηκε με την παρ. 5 του άρ. 1 του ν. 4038/2012 και ίσχυε κατά το χρόνο εκείνο "Για υπαλλήλους οι οποίοι αποκτούν αναγνωρισμένο και συναφές διδακτορικό δίπλωμα ή μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών μετά το διορισμό τους".
Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι πρέπει να προστεθεί στο συνολικό χρόνο υπηρεσίας του και μεταπτυχιακός τίτλος και να καταταχτεί με ιό έτη στο βαθμό Γ με ένα έτος πλεονάζοντα χρόνο στο βαθμό αυτό, δεν αποδείχθηκε, αφού ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου. Επομένως, το πρωτόδικο δικαστήριο που δέχθηκε ότι δεν υπάρχει συνάφεια ανάμεσα στο διδακτορικό δίπλωμα του ενάγοντος και στο αντικείμενο εργασίας του και τον κατέταξε κατά τα ανωτέρω, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου.
Γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο σχετικός λόγος έφεσης που είναι και ο μοναδικός. Επομένως πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και αφού εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, πρέπει το παρόν Δικαστήριο να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση στο σύνολό της. Σε συνέχεια δε των ανωτέρω και με βάση την ορθή κατάταξη του ενάγοντος, όπως αυτή προεκτέθηκε, οι μηνιαίες μικτές αποδοχές του ανέρχονται από 1-1-2013 °ε (78ο βασικός μισθός X 1,40 (συντελεστής για ΠΕ) + 10 % + 15% + 15 % = 1.588 ευρώ + 2% + 2% + 2%+ 2% για το 4° μισθολογικό κλιμάκιο στο οποίο ανήκει = 1.719 ευρώ + 50 ευρώ επίδομα τέκνου ) 1.769 ευρώ (άρ. 12,13,14 ν. 4024/2011).
Επομένως, ο ενάγων δικαιούτο να λάβει από 1-1-2013 έως το Σεπτέμβριο του 2014, κατά το αγωγικό αίτημα, για μικτές αποδοχές το ποσό των 1.769 ευρώ μηνιαίως. Έλαβε, όμως, μηνιαίως 1.431 ευρώ και ως εκ τούτου δικαιούται τη διαφορά ποσού (1.769 - 1.431=) 338 ευρώ μηνιαίως X 21 μήνες, ήτοι 7.098 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα εντός του οποίου το κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή και α) να αναγνωριστεί ότι ο ενάγων με συνολική υπηρεσία 15 ετών, 7 μηνών και 4 ημερών κατατάσσεται στην κατηγορία ΠΕ, στον κλάδο ΠΕ, με ειδικότητα γυμναστής-εκπαιδευτής, στο βαθμό κατάταξης Γ με μισθολογικό κλιμάκιο, με μικτές μηνιαίες αποδοχές ποσού 1.769 ευρώ από 1-1-2013, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο ν.π.ι.δ.
να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 7.098 ευρώ, ως διαφορά αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 30- 9-2014, με το νόμιμο τόκο το κάθε επιμέρους μηνιαίο ποσό απ' το τέλος κάθε μήνα εντός του οποίου το κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση....." Με τις άνω παραδοχές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας (που δίκασε ως Εφετείο) ορθά, ως προς την συνάφεια του ως άνω διδακτορικού τίτλου και συνακόλουθα την κατά τα άνω κατάταξή του, υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 του Ν.4024/2011, της υποπαραγράφου Γ.1.
εδαφ.12 Ν.4093/2012, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα δε διέλαβε στην προσβαλλόμενη ότι "το διδακτορικό του όχι μόνο δεν είναι ξένο, αλλά είναι ταυτόσημο με το βασικό αντικείμενο των σπουδών του και σαφώς περιλαμβάνεται στις αρμοδιότητες της υπηρεσίας του, αφού προσλήφθηκε το 2003 ως γυμναστής ατόμων με αυτισμό, δεδομένου ότι το περιεχόμενο των σπουδών του υπαλλήλου πρέπει απλά να μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνεται σε μια, έστω, από τις αρμοδιότητες του Οργανισμού στον οποίο απασχολείται........
το θέμα της διατριβής του εναγοντος... έλαβε χώρα στα πλαίσια διδακτορικού διπλώματος φυσικής αγωγής και αθλητισμού, που είναι προφανώς συναφές με το αντικείμενο των σπουδών και της παρεχόμενης υπηρεσίας του ενάγοντος (γυμναστής) στο εναγόμενο". Επομένως, οι από το άρθρο 560 αρ. 1 και 6 ΚΠολΔ πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 2176/2009, 232/2009).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο της αναιρεσης (κατά το πρώτο αυτού σκέλος) προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ.5 ΚΠολΔ, επικαλούμενο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δέχθηκε ότι υπήρχε συνάφεια του τίτλου με το αντικείμενο των παρεχομένων υπηρεσιών χωρίς να έχουν προβληθεί τα απαραίτητα στοιχεία για την αναγνώριση του παραπάνω αναφερόμενου διδακτορικού τίτλου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος είναι αβάσιμος γιατί από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (όπως παραδεκτά διευκρινίστηκε με τις προτάσεις) προκύπτει ότι ο ενάγων με την αγωγή του, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να τον κατατάξει σε κατηγορία ΠΕ στο βαθμό Γ, αντί του βαθμού Δ στον οποίο τον κατέταξε και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει λόγω διαφοράς αποδοχών του διαστήματος από 1-1-2013 έως 1-1-2014, πρότεινε δε την συνάφεια του τίτλου με τα καθήκοντά του, καθορίζοντας σαφώς τον τίτλο και το αντικείμενο του ως άνω διδακτορικού τίτλου στοιχεία απαραίτητα για την αναγνώριση της συνάφειας του τίτλου.
Ανεξαρτήτως όμως αυτού, το αναιρεσείον υπό την επίκληση δε της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττει απαραδέκτως στην πραγματικότητα την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης και δη για την συνάφεια του διδακτορικού τίτλου, που αναγνωρίστηκε στην Ελλάδα με την υπ' αριθμ. ...51/16-11-2009 πράξη του Προέδρου του ΔΣ του Διεπιστημονικού Οργανισμού Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης (ΔΟΑΤΑΠ).
Περαιτέρω, το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης (κατά το δεύτερο αυτού σκέλος) προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ.5 ΚΠολΔ, επικαλούμενο ότι δεν δέχθηκε πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα αποφάνθηκε για την συνάφεια του διδακτορικού τίτλου, πριν η Διεύθυνση Ψυχικής Υγιεινής του Υπουργείου Υγείας αποφανθεί επί αιτήματος για την συνάφεια του επίδικου τίτλου δια της διοικητικής οδού.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι η απόφαση του αρμοδίου υπηρεσιακού συμβουλίου, σχετικά με την κατάφαση της συνάφειας των μεταπτυχιακών σπουδών προς το αντικείμενο εργασίας του υπαλλήλου που ζητεί το επίδομα, αφορά στην εκούσια, δια της διοικητικής οδού, χορήγησή του και όχι στην αναγκαστική, με την άσκηση αγωγής εκ μέρους του εμφανιζόμενου ως δικαιούχου, στην περίπτωση που ο εργοδότης αρνείται την καταβολή (ΑΠ 840/2018).
Ανεξαρτήτως αυτού, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής του ως άνω λόγου του άρθρου 560 αρ.5 ΚΠολΔ πλήττει την ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων ως προς την συναφεια του διδακτορικού τίτλου. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-12-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 468/ 2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 11 Ιουλίου 2019. Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 26 Σεπτεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ