Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment rejecting appeal due to default judgment and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance fund's appeal against the Athens Court of First Instance's default judgment. The lower court had rejected the appeal because the insurance fund failed to contest the default judgment within the statutory period, rendering the second-instance decision final. The court held that the appellant's arguments regarding the application of the law were inadmissible as they challenged substantive facts already established by the appellate court and relied on a false premise about the nature of the benefit procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1) and 554 of the Code of Civil Procedure; A final second-instance judgment becomes subject to cassation only after the period for filing a motion for annulment of default judgment expires or the party waives that right, and appeals challenging substantive facts or misapprehended premises of the appellate court are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 840 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 840/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 23η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών" (ΕΤΕΑΕΠ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του "Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών" (ΕΤΕΑΜ) που είχε μετονομασθεί σε "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης" (ΕΤΕΑ), το οποίο εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ειρήνης-Ελευθερίας Γαληνού, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Θ. Α. του Δ., κατοίκου ..., δικηγόρου, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν η 847/2006 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2163/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-12-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η αναιρεσίβλητη την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ.1 και 554 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται σε αναίρεση, μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε από το δικαίωμα της άσκησής της. Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 2163/2014 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως εφετείου, που απέρριψε κατ’ ουσίαν, λόγω της ερημοδικίας του, την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ασφαλιστικού ταμείου, κατά της 847/2006 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ερήμην, επίσης, αυτού εκδοθείσας, με την οποία, κατ’ αποδοχή της αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, δικηγόρου, υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει σ’ αυτήν το ποσό των 6.236,88 ευρώ ως επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών για τα έτη 1997 έως 2005. Από τα προσκομιζόμενα α) ... /14-11-2016 έκθεση επίδοσης της κατ’ έφεση ερήμην απόφασης και β) ...2018 πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη 2163/2014 απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσείον την 14-11-2016 και ότι κατ’ αυτής δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας.
Συνεπώς, κατά το χρόνο ασκήσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, την 5-12-2016, η προσβαλλόμενη ερήμην του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος απόφαση, είχε τελεσιδικήσει λόγω παρόδου της σχετικής προθεσμίας (ΚΠολΔ 530 παρ.1) και, επομένως, παραδεκτά προσβάλλεται με λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι αναφέρονται σε σφάλματα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
2. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την ένδικη, από 30-12-2005 αγωγή (με αριθμό κατάθεσης .../2005) ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, εκθέτει ότι προσλήφθηκε από το τότε εναγόμενο Ταμείο Σύνταξης Γεωργικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων (και νυν "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών -ΕΤΕΑΕΠ), ως δικηγόρος με σχέση έμμισθης εντολής σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στην αγωγή, καθώς και ότι κατέχει διδακτορικό δίπλωμα από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Wuerzburg της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, αναγνωρισμένο από το ΔΙΚΑΤΣΑ, συναφές με το αντικείμενο απασχόλησής της στο εναγόμενο, ως δικηγόρου.
Ότι το εναγόμενο, από 1-1-1997, έπαυσε να της καταβάλλει το επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, το οποίο της χορηγείτο βάσει του άρθρου 8 παρ.3 εδ. α’ του ν. 2140/1997, που επαναλαμβάνεται και με τη διάταξη του άρθρου 8 στοιχείο Α.1 του ν. 3205/2003 και ότι της οφείλει για τα έτη 1997 έως 2005 το συνολικό ποσό των 6.236,88 ευρώ. Ζητεί δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το άνω ποσό, νομιμοτόκως.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 847/2006 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών ερήμην του εναγομένου, με την οποία αφού η αγωγή κρίθηκε ως νομικά βάσιμη, στηριζομένη στις ως άνω διατάξεις, στη συνέχεια έγινε δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, αφού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι ο μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών της ενάγουσας είναι συναφής με το αντικείμενο ενασχόλησής της στο εναγόμενο.
Κατά της ως άνω οριστικής απόφασης του ειρηνοδικείου, το εναγόμενο άσκησε έφεση. Επ’ αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη 2163/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη λόγω ερημοδικίας του εναγομένου. Έτσι επικυρώθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση. Κατά της εν λόγω τελεσιδίκου αποφάσεως το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
3. Το άρθρο 8 του ν. 3205/2003 "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ κλπ", που προβλέπει τα καταβαλλόμενα επιδόματα, ορίζει ότι "Εκτός από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής επιδόματα κατά μήνα:
Α.1. Μεταπτυχιακών σπουδών, οριζόμενο ως εξής: α. Για κατόχους διδακτορικού διπλώματος σε εβδομήντα πέντε (75) ευρώ. β. Για κατόχους μεταπτυχιακού διπλώματος ετήσιας, τουλάχιστον, φοίτησης σε σαράντα πέντε (45) ευρώ. Το επίδομα αυτό παρέχεται για τίτλους που έχουν χορηγηθεί με ξεχωριστές σπουδές, μετά τη λήψη του πτυχίου ανώτατης εκπαίδευσης.
Προκειμένου για κατόχους τίτλων αλλοδαπών ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, το επίδομα παρέχεται μετά την αναγνώριση της ισοτιμίας τους προς τους μεταπτυχιακούς τίτλους που απονέμονται από τα πανεπιστήμια της ημεδαπής, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία. Το επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών χορηγείται μόνο στην περίπτωση που το περιεχόμενο των μεταπτυχιακών σπουδών είναι συναφές με το αντικείμενο απασχόλησης του υπαλλήλου, όπως προκύπτει από την προκήρυξη της θέσεως κατά την πλήρωση και την περιγραφή της εργασίας, από τον οργανισμό της Υπηρεσίας.
Για τη συνδρομή ή όχι της προϋπόθεσης αυτής αποφαίνεται το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο. Η καταβολή του επιδόματος ανατρέχει στο χρόνο κατάθεσης των σχετικών τίτλων στο αρμόδιο όργανο για την αναγνώριση ή συνάφειά τους. Σε περίπτωση κατοχής πλέον του ενός των ανωτέρω τίτλων, καταβάλλεται το επίδομα που προβλέπεται για τον ανώτερο τίτλο σπουδών".
Εξάλλου, στο άρθρο 21 του ίδιου νόμου (επέκταση διατάξεων) ορίζεται ότι "Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, οι διατάξεις του μέρους Α’ του παρόντος νόμου μπορεί να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και σε προσωπικό του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ που δεν υπάγεται στις διατάξεις του μέρους αυτού, πλην όμως έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με μόνιμους υπαλλήλους Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, καθώς και σε διαβαθμισμένους κληρικούς και δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής".
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη 2/8250/ 0022/10-2-2004 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Δικαιοσύνης έγινε ο καθορισμός των αποδοχών των δικηγόρων, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας έμμισθης εντολής στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, καθώς και με αυτήν, κατ’ εξουσιοδότηση του ως άνω άρθρου 21 του ν. 3205/2003, επεκτάθηκαν οι διατάξεις του νόμου αυτού και στους προαναφερόμενους δικηγόρους, ενώ παράλληλα εξακολουθούν να ισχύουν οι σχετικές διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων.
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον, με το μοναδικό λόγο της αίτησης και κατ’ εκτίμησή του, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, ήτοι ότι εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και δη την ως άνω διάταξη του άρθρου 8 στοιχείο Α.1 του ν. 3205/2003 και δυνάμει αυτού έκρινε νόμιμη και βάσιμη την αγωγή της ενάγουσας ως προς το ότι δικαιούται το επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών ως κάτοχος διδακτορικού διπλώματος, για τα έτη 1997 έως 2005, ενώ δεν έπρεπε να τον εφαρμόσει, επειδή στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρχε για τη χορήγηση του επιδόματος αφ’ ενός η συνάφεια του διδακτορικού τίτλου της ενάγουσας προς το αντικείμενο της απασχόλησής της και αφ’ ετέρου η προαπαιτούμενη απόφαση του αρμοδίου υπηρεσιακού συμβουλίου σχετικά με την κατάφαση της συνάφειας αυτής.
4. Παρατηρείται, όμως, ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ότι το αντικείμενο των μεταπτυχιακών σπουδών της ενάγουσας ήταν συναφές προς την απασχόλησή της στην υπηρεσία του εναγομένου, ήτοι την παροχή προς αυτό νομικών και δικηγορικών υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, ο λόγος αναιρέσεως ως προς το πρώτο μέρος αυτού είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου που δίκασε κατ’ έφεση, στου οποίου την απόφαση, λόγω της ερημοδικίας του τότε εκκαλούντος και εναγομένου ασφαλιστικού ταμείου, είχε ενσωματωθεί η απόφαση του ειρηνοδικείου (ΚΠολΔ 561 παρ.1). Περαιτέρω, ως προς το δεύτερο μέρος του, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν η απόφαση του αρμοδίου υπηρεσιακού συμβουλίου, σχετικά με την κατάφαση της συνάφειας των μεταπτυχιακών σπουδών προς το αντικείμενο εργασίας του υπαλλήλου που ζητεί το επίδομα, αφορά στην εκούσια, δια της διοικητικής οδού, χορήγησή του και όχι στην αναγκαστική, με την άσκηση αγωγής εκ μέρους του εμφανιζόμενου ως δικαιούχου, στην περίπτωση που ο εργοδότης αρνείται την καταβολή.
5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-12-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 2163/ 2014 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Απριλίου 2018.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 4η Μαΐου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ