Supreme Court allows appeal against debt collection judgment for over-indebted individuals based on fraud findings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal filed by a debt collection fund against a Corinthian court judgment. The fund argued the lower court erred in applying fraud provisions to the borrower, while the borrower contended the court misinterpreted the statutory requirements for establishing fraud under the Over-indebtedness Law. The court ruled that the first ground of appeal was valid because the lower court incorrectly demanded additional evidence regarding the borrower's knowledge of insolvency, which is not required by the specific law. Consequently, the judgment was quashed and the case remitted for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 para. 1 of Law 3869/2010 and 330 of the Civil Code; The court must apply the specific provisions of the Over-indebtedness Law to determine fraud, rejecting the lower court's erroneous requirement for additional evidence regarding the borrower's knowledge of insolvency.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1210 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1210/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Φ. του Κ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE" και ήδη "Τράπεζα Eurobank AE" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 1ος, 2η, 4η και 5η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2012 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου.
Εκδόθηκε η 221/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-3-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 3ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 του Κ.Πολ.Δ., "1. Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. 2. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. 3. Αν ο Άρειος Πάγος κρίνει νόμιμη και παραδεκτή την αναίρεση, εξετάζει το βάσιμο των λόγων της".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας αναιρέσεως αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή της οποίας ο Άρειος Πάγος εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά έγγραφα της δικογραφίας. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., "1.
Αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση...", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 321 του ιδίου Κώδικα, "Όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, απόφαση του πρωτοβαθμίου (πολιτικού) Δικαστηρίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει αυτή να είναι τελεσίδικη. Η πρωτόδικη απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη, είτε διότι έχει παρέλθει η προθεσμία για άσκηση εφέσεως, είτε διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί από την έφεση, πριν από την άσκησή της ή από το δικόγραφο της ήδη ασκηθείσας εφέσεως, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση, δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της.
Έτσι, ο διάδικος δεν υποχρεούται να διέλθει η υπόθεσή του και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αλλά μπορεί να προσβάλει απευθείας με αναίρεση την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μόλις αυτή καταστεί τελεσίδικη, κατά ένα από τους προαναφερθέντες τρόπους (Ολ.Α.Π. 1.113/1986, Α.Π. 460/2022, Α.Π. 878/2017). Περαιτέρω, με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4.335/2015, ο οποίος επέφερε ριζικές αλλαγές στον Κ.Πολ.Δ., τροποποιήθηκαν πολλές διατάξεις του τρίτου βιβλίου του Κ.Πολ.Δ. (άρθρα 495-590), που αφορούν στα ένδικα μέσα και τις ανακοπές, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 518 παρ. 2, στο οποίο ορίσθηκε πλέον ότι: "Αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη", ενώ η ίδια διάταξη, πριν την τροποποίησή της όριζε ότι: "Αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια, που αρχίζουν από την δημοσίευση της απόφασης που περατώνει την δίκη".
Στο άρθρο δε 1, άρθρο ένατο, παρ. 2 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "Μεταβατικές και άλλες διατάξεις", περιλήφθηκε μεταβατική διάταξη, σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591 - 645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές, ενώ στην παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1.1.2016".
Η αιτιολογική έκθεση του Ν. 4.335/2015 ορίζει, όσον αφορά τις μεταβατικές διατάξεις, τα εξής: "Με τις παραγράφους 1-4 των μεταβατικών διατάξεων ρυθμίζεται το χρονικό σημείο έναρξης ισχύος των διατάξεων του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, κατά τρόπον, ώστε να παρέχεται ο αναγκαίος χρόνος προσαρμογής στις νέες ρυθμίσεις όλων των παραγόντων της δικαιοσύνης".
Η ως άνω μεταβατική διάταξη, όμως, που περιορίζεται μόνο στην πρόβλεψη ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα εφαρμόζονται σε όσα εξ αυτών ασκούνται μετά την 1.1.2016, κάθε άλλο παρά σαφής είναι, καθώς ο νομοθέτης δεν διακρίνει μεταξύ των διατάξεων, που αφορούν στη διαδικασία ασκήσεως και συζητήσεως των ενδίκων αυτών μέσων, από εκείνες που αναφέρονται στο παραδεκτό και στην προθεσμία ασκήσεως αυτών, με συνέπεια, κατά γραμματική ερμηνεία, να μπορεί να υποστηριχθεί ότι η διάταξη καταλαμβάνει όλες τις εφέσεις και αναιρέσεις που κατατίθενται από 1.1.2016, ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Ως εκ τούτου, κρίθηκε αναγκαία η προσφυγή στις διαχρονικού δικαίου διατάξεις του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το παραδεκτό των προβαλλομένων λόγων και ο χρόνος της ασκήσεως, κρίνονται σύμφωνα με το νόμο, που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, ενώ, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, οι διατάξεις των άρθρων 518 παρ. 2, 545 παρ. 5 και 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., εφαρμόζονται και στις αποφάσεις, που εκδόθηκαν πριν από την εισαγωγή του.
Από την αντιπαραβολή μεταξύ των δύο παραγράφων τίθεται το ερμηνευτικό ζήτημα, αν η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων της εφέσεως και της αναιρέσεως, θα πρέπει να κριθεί με βάση την αρχή του άρθρου 24 παρ. 1 του Εισ.Ν.ΚΠολ.Δ., η οποία αναφέρεται στο παραδεκτό (στοιχείο του οποίου αποτελεί και το εμπρόθεσμο του ενδίκου μέσου) ή στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, η οποία αναφέρεται ειδικώς στις καταχρηστικές προθεσμίες.
Για λόγους ασφάλειας δικαίου, η ρύθμιση του ως άνω νόμου 4335/2015 πρέπει να υποχωρήσει υπέρ της θεμελιώδους διαχρονικού δικαίου αρχής, που διατυπώνεται στο άρθρο 24 παρ. 1 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., δηλαδή να εφαρμόζεται, επί της προθεσμίας των ενδίκων μέσων και εναντίον των αποφάσεων που δεν έχουν επιδοθεί, ο κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ισχύων νόμος.
Έτσι, ως προς τις δημοσιευόμενες πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με έφεση ή αναίρεση (Ολ.Α.Π. 10/2018, Α.Π. 817/2020, Α.Π. 596/2020, Α.Π. 111/2019).
Συνεπώς, εφόσον πρόκειται για απόφαση, που δημοσιεύθηκε πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4.335/2015, αν αυτή δεν έχει επιδοθεί, η προθεσμία της εφέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι τρία έτη, αρχίζει δε από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη και τελειώνει με την παρέλευση των τριών ετών, οπότε η απόφαση, εφόσον δεν υπόκειται πλέον σε έφεση, καθίσταται τελεσίδικη και παραδεκτώς πλέον προσβάλλεται με αναίρεση.
Η προθεσμία, εξάλλου, της αναιρέσεως, που ηρεμεί, όσο διαρκεί η προθεσμία της εφέσεως, αρχίζει δηλαδή, αφού περάσει η προθεσμία της εφέσεως, στην ίδια περίπτωση (που δεν επιδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση), είναι, κατά το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., τρία έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη.
Είναι, δηλαδή, συνολικώς έξι (6) έτη, τρία έτη για να παρέλθει η προθεσμία της εφέσεως και να καταστεί τελεσίδικη η απόφαση και άλλα τρία έτη από την ημέρα που η απόφαση κατέστη τελεσίδικη, για να ασκηθεί η αναίρεση (Α.Π. 460/2022, Α.Π. 810/2018, Α.Π. 793/2014). Η τριετής αυτή προθεσμία είναι καταχρηστική και η έναρξή της, σε αντίθεση με την προθεσμία της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου, δεν συνδέεται με οποιαδήποτε πρωτοβουλία ή ενέργεια του διαδίκου, συμπληρώνεται δε με την πάροδο τριών ετών από τη δημοσίευση της αποφάσεως, εκτός αν προηγηθεί της τριετίας επίδοση της αποφάσεως, οπότε η τελεσιδικία θα επέλθει με την εκπνοή της προθεσμίας της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου (Α.Π. 460/2022, Α.Π. 363/2021, Α.Π. 1.181/2019).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 74 παρ. 1 του Ν. 4.690/2020, το οποίο επιγράφεται "Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων και τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης" ορίζονται τα εξής: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από το νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Κ.Πολ.Δ.), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 Κ.Πολ.Δ., ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτώς, κατά την έρευνα του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη, από 12-3-2020, αίτηση αναιρέσεως, το αναιρεσείον προσβάλλει την εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ.
του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), υπ' αριθμ. 221/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 28-2-2012 αίτηση του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, ρυθμίστηκαν τα χρέη αυτού, εξαιρέθηκε από την εκποίηση η κύρια κατοικία του και ορίστηκε η καταβολή μηνιαίων δόσεων για τη διάσωσή της.
Κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 13.3.2014 και ουδέποτε επιδόθηκε, δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της εφέσεως, μέχρι τις 14.3.2017, οπότε παρήλθε η τριετής, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, προθεσμία για την άσκησή της και, συνεπώς, η ανωτέρω απόφαση κατέστη, έκτοτε, τελεσίδικη. Τελικώς, προσβλήθηκε με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου, στις 1-6-2020 (αρ.
κατ. 1/1-6-2020). Αναφορικώς με την συμπλήρωση της, κατ' άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας ασκήσεως αναιρέσεως, αυτή άρχισε στις 15.3.2017 (επομένη της τελεσιδικίας, κατ' άρθρο 144 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και θα συμπληρώνονταν στις 15.3.2020, κατά τα άρθρα 564 παρ. 3, 518 παρ. 2 και 144 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής, κατ' άρθρο 74 παρ. 1 του Ν. 4.690/2020 και του εξ αυτής μη υπολογισμού του χρονικού διαστήματος από 13.3.2020 έως 31.5.2020, η τριετής προθεσμία δεν είχε συμπληρωθεί κατά την άσκησή της, αφού αυτή κατατέθηκε την αμέσως επόμενη ημέρα της λήξεως της αναστολής (1-6-2020).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός (απολειπόμενος διάδικος) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, από την παράγραφο 3 του ιδίου ως άνω άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ., όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, προκύπτει ότι, αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, κάποιος από αυτούς, στη μεν περίπτωση της απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση χωρεί νομίμως ως προς τους νομοτύπως και εμπροθέσμως κλητευθέντες και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς, στη δε περίπτωση της αναγκαστικής ομοδικίας, κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους (Ολ.Α.Π. 3/2018, Α.Π. 613/2020, Α.Π. 415/2020).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. του 1 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι, όταν η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους, οι δε ομόδικοι, οι οποίοι μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται.
Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο, παρά την απουσία του (Α.Π. 1437/2019, Α.Π. 1946/2017, Α.Π. 756/2017).
Τέλος, στη δίκη περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, κατά το Ν. 3869/2010, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β' του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 173/2022, Α.Π. 516/2020, Α.Π. 757/2019, Α.Π. 1049/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως προσδιορίστηκε, κατ' άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ., να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (20-10-2023). Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οι πρώτος, δεύτερη, τετάρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, Γ.
Φ., "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", αντιστοίχως, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτούς έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης.
Από τις υπ' αριθμ. όμως 6944/24-6-2022, 8985Β/14-6-2022, 8970Β/14-6-2022 και 8966Β/14-6-2022 εκθέσεις επιδόσεως, της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου Γεωργίας Σούκουλη η πρώτη και του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δ. Π. οι λοιπές, που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στους προαναφερόμενους, πρώτο, δεύτερη, τετάρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία των απολειπομένων, νομίμως κλητευθέντων, αναιρεσίβλητων, εκ των οποίων οι δεύτερη, τετάρτη και πέμπτη τραπεζικές εταιρείες, αντιπροσωπεύονται από την παραστάσα τρίτη αναιρεσίβλητη, ως αναγκαίοι ομόδικοι αυτής (άρθρα 76 παρ. 1, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε (και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως, στις 25-4-2012, της ένδικης, από 28-2-2012, αιτήσεως), πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), το οποίο καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του, είναι να έχει περιέλθει ο οφειλέτης χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.
Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει, όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.Α.Π. 4/2010, Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1325/2023, Α.Π. 1061/2023, Α.Π. 987/2023, Α.Π. 1171/2022). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (Α.Π. 1315/2023, Α.Π. 1105/2023, Α.Π. 987/2023, Α.Π. 1199/2022).
Δόλο, κατά συνέπειαν, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία αυτός επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή, γενικότερα, αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή, του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω απαιτείται και αρκεί η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλομένου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν, με τις πράξεις ή παραλείψεις του, επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (Α.Π. 1105/2023, Α.Π. 1058/2023, Α.Π. 808/2023, Α.Π. 473/2023).
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση, υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από το δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν, έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων, με ιδία πρωτοβουλία, αναλαμβάνει και, σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (Α.Π. 1325/2023, Α.Π. 1315/2023, Α.Π. 1058/2023, Α.Π. 475/2023).
Επισημαίνεται ότι ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και άρα, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς, για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (Α.Π.1329/2023, Α.Π. 1061/2023, Α.Π. 983/2023, Α.Π. 604/2023), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.
και, αντίστοιχα, του άρθρου 560 αρ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα. Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών.
Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει το σχετικό ισχυρισμό κατ' ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής (Α.Π. 1054/2023, Α.Π. 997/2023, Α.Π. 987/2023, Α.Π. 606/2023). Επιπλέον, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, ελλείψεως δηλαδή όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του, κρίνεται συνολικά, με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Η αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (Α.Π. 1061/2023, Α.Π. 1057/2023, Α.Π. 995/2023, Α.Π. 548/2023).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν, ισχύει δε και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του Ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 31/2009, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 604/2021, Α.Π. 981/2020).
Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Α.Π. 75/2022, Α.Π. 75/2022, Α.Π. 42/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Α.Π. 1559/2022, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 1106/2021, Α.Π. 123/2021).
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ή 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε, αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής ή της ενστάσεως στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας, αντιστοίχως, νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο, την αγωγή ή την ένσταση (Α.Π. 1199/2022).
Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 56/2022, Α.Π. 1127/2021, Α.Π. 123/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 560 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ..
πλημμέλεια, της ευθείας παραβίασης διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, αιτιώμενο ότι το Ειρηνοδικείο Κορίνθου, με τις παρατιθέμενες στην αίτηση αναιρέσεως παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 1 § 1 Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), κατά την οποία απαραίτητη προϋπόθεση (μεταξύ άλλων), για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ως άνω Ν. 3869/2010, είναι να έχει περιέλθει ο οφειλέτης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, χωρίς δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, το στοιχείο του οποίου δύναται να συντρέχει, τόσο μετά την ανάληψη της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο της ανάληψής της, χωρίς να αξιώνεται, από την ίδια διάταξη, η ύπαρξη πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη.
Ότι, ειδικότερα, η προσβαλλομένη απόφαση ευθέως παραβίασε την προαναφερόμενη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, απορρίπτοντας ως αόριστη την πρωτοδίκως προταθείσα ένσταση, ότι ο αιτών περιήλθε με δόλο σε αδυναμία πληρωμής, αφενός αξιώνοντας στοιχεία που δεν απαιτούνται για τη στοιχειοθέτησή της, όπως η από το δανειολήπτη πρόκληση της άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές, αφετέρου αποδεχόμενη εσφαλμένα ότι "δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης ".
Το Ειρηνοδικείο Κορίνθου, με την πληττόμενη υπ' αριθμ. 221/2014 απόφασή του, που παραδεκτά επισκοπείται, δέχθηκε, σε σχέση με τον ερευνώμενο πρώτο λόγο αναιρέσεως, τα ακόλουθα: "... ο ισχυρισμός της πρώτης, δεύτερης και τρίτης των καθ' ων (ήδη δεύτερης, τρίτης και τετάρτης των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών) ότι ο αιτών (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) ασκεί καταχρηστικά το εν λόγω δικαίωμά του, καθόσον εκ δόλου περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής, διότι απέκρυπτε από τους δανειστές του την κακή οικονομική του κατάσταση και την αδυναμία του να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις και εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο εκείνου, που του επέτρεπε το εισόδημα του, είναι αόριστος.
Τούτο διότι, δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρέωσης, της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, αλλά απαιτείται και η από το δανειολήπτη πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας αυτής στους πιστωτές. Δεν εξειδικεύονται λοιπόν στην αίτηση οι συγκεκριμένες ενέργειες, με τις οποίες ο αιτών απέκρυψε από τους πιστωτές την οικονομική του κατάσταση και το σύνολο των δανειακών του υποχρεώσεων, προκειμένου να τύχει περαιτέρω δανεισμού, δεδομένου ότι οι πιστωτές (τράπεζες εν προκειμένω) έχουν τη δυνατότητα να εξακριβώσουν την οικονομική συμπεριφορά και τις λοιπές δανειακές υποχρεώσεις των υποψήφιων πελατών τους...".
Κρίνοντας, όμως, έτσι το ως άνω δικαστήριο και απορρίπτοντας ως αόριστη την ένσταση, περί περιελεύσεως του αιτούντος, ήδη πρώτου των αναιρεσίβλητων, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, από ενδεχόμενο δόλο, η οποία είχε προταθεί νομίμως από την πρώτη και δεύτερη των καθ' ων η αίτηση, ήδη δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων που κατατέθηκαν από αυτές ενώπιόν του, παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 "περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων" και 330 του Α.Κ., καθόσον, αφενός μεν εσφαλμένα δέχθηκε ότι για την κατάγνωση του δόλου του αιτούντος - δανειολήπτη (ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων), δεν αρκεί ο αρχικός, κατά την κατάρτιση της δανειακής συμβάσεως, δόλος, αφετέρου αξίωσε πρόσθετα στοιχεία, από εκείνα που απαιτεί το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο αυτού κατά την ανάληψη του χρέους, και συγκεκριμένα απαίτησε να έχει προκαλέσει ο ίδιος στις πιστώτριες τράπεζες, την άγνοια της επισφάλειας της εξυπηρέτησης των δανειακών του υποχρεώσεων, το οποίο (πρόσθετο στοιχείο) δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Συνεπώς, ο συναφής πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα του δευτέρου λόγου αυτής, από το άρθρο 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., αφού, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου που έγινε δεκτός, στο σύνολο της πληττόμενης αποφάσεως, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή του.
Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου της, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ).
Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν κατέβαλε κατά την άσκηση της αναιρέσεως παράβολο, ως μη βαρυνόμενο με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 (Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 1047/2021, Α.Π. 486/2021, Α.Π. 897/2020). Τέλος, δεν πρέπει να ορισθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ.
β' του Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 930/2021, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 507/2020).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 221/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου.
Παραπέμπει την υπόθεση στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ