Legislator Case Law & Legislation
1208/2022 AI generated

Bank appeal dismissed; court held seizure allowed but auction banned during debt relief moratorium period.

Case Number 1208/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against a lower court ruling that declared the seizure of a debtor's primary residence valid. The debtors argued the subsequent auction was illegal because it occurred during a statutory moratorium on selling primary homes for insolvent individuals. The court rejected this, ruling that while the sale was prohibited, the seizure itself remained lawful and the appeal must be filed within the standard 90-day period rather than a shorter deadline.

Legislator headnote

AI generated

Art. 19 para. 1 of Law 3869/2010; Art. 934 para. 1b and 1g of the Code of Civil Procedure: The prohibition on auctioning a primary residence during the debt relief moratorium does not invalidate the prior seizure, and appeals regarding such auctions must be filed within the standard 90-day period from the notice of sale.

Keywords

AI generated
debt relief moratorium primary residence seizure auction prohibition statutory appeal period insolvent individuals civil procedure code property enforcement

Cited Legislation

AI generated
Art. 19 para. 1 of Law 3869/2010
Art. 934 para. 1b of the Code of Civil Procedure
Art. 934 para. 1g of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 14 of the Code of Civil Procedure
Art. 934 para. 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1208 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1208/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "….Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "…." (πρώην με την επωνυμία "…..A.E."), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουτρούμπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Π. του Ε., κατοίκου ... Αττικής και 2) Χ. συζύγου Κ. Π., το γένος Ι. Π., κατοίκου ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Βλάχο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-06-2013 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5589/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3339/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-10-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν , όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 (ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις), όπως το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 85 παρ. 1 του ν. 3996/2011, ορίστηκε ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και την απαλλαγή...", ενώ σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της από το ν. 4162/2013, ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης, ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον αυτό δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά 50%".

Με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του ίδιου ως άνω ν. 3869/2010, υπό την αρχική της μορφή, ορίστηκε ότι: "Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και μέχρι την 30η Ιουνίου 2011 απαγορεύεται ο πλειστηριασμός του ακινήτου της παραγράφου 2 του άρθρου 9". Η αναστολή αυτή των πλειστηριασμών παρατάθηκε, διαδοχικά, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2011 με το άρθρο 46 παρ. 2 ν. 3986/2011 (ΦΕΚ Α 152), μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2012 με το άρθρο 1 παρ. 2 της από 16-12-2011 ΠΝΠ (ΦΕΚ Α'262/16.12.2011), που κυρώθηκε με το ν. 4047/2012, και, στη συνέχεια, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2013" με το άρθρο 5 παρ. 2 της από 18.12.2012 Π.Ν.Π. (ΦΕΚ Α 246/18.12.2012), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4128/2013 (ΦΕΚ Α 51/28.2.2013).

Με την παράγραφο 2 του άρθρου 46 του ν. 3986/2011 στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 3869/2010 προστέθηκε το ακόλουθο εδάφιο: "Η διάταξη εφαρμόζεται για κάθε Φυσικό Πρόσωπο ανεξαρτήτως αν στερείται πτωχευτικής ικανότητας". Από την τελευταία αυτή προσθήκη προκύπτει ότι η προβλεπόμενη με το ως άνω άρθρο αναστολή δεν συσχετίζεται με την κατάθεση ενδίκου βοηθήματος και δη με την υποβολή αίτησης υπαγωγής στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3968/2010 υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου ή με την υποβολή αίτησης πτώχευσης για όσους έχουν πτωχευτική ικανότητα, οι οποίοι δεν εμπίπτουν στις λοιπές διατάξεις του προαναφερόμενου νόμου, και ισχύει αυτή ανεξάρτητα από το ποσό οφειλής, την ιδιότητα του οφειλέτη (ακόμα και εμπόρου), την ιδιότητα του δανειστή (ακόμη και ιδιώτη φυσικού προσώπου), εφόσον πληρούνται οι διαγραφόμενες στο άρθρο 9 παρ. 2 προϋποθέσεις (ΑΠ 1312/2020).

Εξάλλου, η παράγραφος 2 του άρθρου 1 του νόμου 1078/1980 "Περί απαλλαγής εκ του φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων της αγοράς πρώτης κατοικίας κλπ", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 παρ. 1 του ν. 3842/2010 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, προβλέπει: "Η απαλλαγή που προβλέπεται από την προηγούμενη παράγραφο (ήτοι για αγορά πρώτης κατοικίας) παρέχεται:

α) Για αγορά κατοικίας από άγαμο μέχρι ποσού αξίας διακοσίων χιλιάδων (200.000,00) ευρώ, από έγγαμο μέχρι ποσού αξίας διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000,00) ευρώ ενώ, από έγγαμο ο οποίος παρουσιάζει αναπηρία τουλάχιστον 67% από διανοητική καθυστέρηση ή φυσική αναπηρία μέχρι ποσού αξίας διακοσίων εβδομήντα πέντε χιλιάδων (275.000) ευρώ.

Το ποσό αυτό προσαυξάνεται κατά είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) ευρώ για καθένα από τα δύο πρώτα τέκνα αυτού και κατά τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ για το τρίτο και καθένα από τα επόμενα τέκνα του". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις αναστολής των πλειστηριασμών, βάσει του άρθρου 19 του νόμου 3869/2010, που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς υπό τις παρακάτω διακρίσεις, είναι οι εξής: 1.

α. πλειστηριασμός ακινήτου κυριότητας του οφειλέτη ή επί του οποίου ο οφειλέτης έχει την επικαρπία ή την ψιλή κυριότητα ή ιδανικό μερίδιο επ' αυτού, εφόσον αυτό το ακίνητο χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, ή (διαζευκτικώς ως προς αυτή την προϋπόθεση σε σχέση με την περίπτωση υπό στ. α`) ή, β. Ι) πλειστηριασμός ακινήτου κυριότητας του οφειλέτη ή επί του οποίου ο οφειλέτης έχει την επικαρπία ή την ψιλή κυριότητα ή ιδανικό μερίδιο, εφόσον αυτό αποτελεί το μοναδικό ακίνητο του οφειλέτη, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία και (σωρευτικώς)

ΙΙ) αυτός κατοικεί ή διαμένει σε ξένο ακίνητο

ΙΙΙ) ο σύζυγός του δεν διαθέτει ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία. 2. Η αξία του εκτιθέμενου σε πλειστηριασμό ακινήτου του οφειλέτη του χρησιμεύοντος ή δυνάμενου να χρησιμοποιηθεί (υπό τις πρόσθετες αμέσως προαναφερόμενες προϋποθέσεις) ως κύρια κατοικία του υπό τις ανωτέρω διακρίσεις, να ανέρχεται μέχρι του ποσού των διακοσίων χιλιάδων (200.000,00) ευρώ, εάν είναι άγαμος, μέχρι ποσού διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000,00) ευρώ, εάν είναι έγγαμος, μέχρι ποσού διακοσίων εβδομήντα πέντε χιλιάδων (275.000,00) ευρώ, εάν αυτός είναι έγγαμος και παρουσιάζει αναπηρία τουλάχιστον 67% από διανοητική καθυστέρηση ή φυσική αναπηρία, τα ποσά αυτά προσαυξανόμενα κατά είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000,00) ευρώ για καθένα από τα δύο πρώτα τέκνα αυτού και κατά τριάντα χιλιάδες (30.000,00) ευρώ για το τρίτο και καθένα από τα επόμενα τέκνα του.

Οι προαναφερόμενες συγκεκριμένες προϋποθέσεις απηχούν τη βούληση του νομοθέτη να θέσει εκ των προτέρων ορισμένες ασφαλιστικές δικλείδες, ώστε η προβλεπόμενη προστασία της κύριας κατοικίας να μην απολήξει σε αποφυγή ικανοποίησης απαιτήσεων δανειστών, ενώ δεν υφίσταται πραγματική αδυναμία των οφειλετών να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, είτε διότι συνεχίζουν να διαβιούν σε συνθήκες ευμάρειας, που τους προσφέρει η χρησιμοποίηση ή η δυνατότητα χρησιμοποίησης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατοικιών, είτε διότι αυτοί έχουν τη δυνατότητα να διαμένουν σε ξένο ακίνητο ενώ μάλιστα οι στεγαστικές τους ανάγκες μπορούν να καλυφθούν από ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία, το οποίο διαθέτει ο σύζυγός τους (ΑΠ 1312/2020, ΑΠ 917/2019).

Επομένως, για την αναστολή του πλειστηριασμού της μοναδικής κατοικίας του οφειλέτη, κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, οπότε ίσχυε η από 1-1-2013 μέχρι 31-12-2013 παράταση, δεν απαιτείται ως προϋπόθεση η προηγούμενη καθ' οιονδήποτε τρόπο διαπίστωση της αδυναμίας τους για πληρωμή των ληξιπρόσθεσμων χρηματικών οφειλών τους, καθόσον θεσπίστηκε γενική απαγόρευση πλειστηριασμού της πρώτης κατοικίας, αφού η παράταση αυτή της αναστολής των πλειστηριασμών του άρθρου 19 παρ. 2 του ν. 3869/2010, με το άρθρο 5 παρ. 2 της από 18.12.2012 Π.Ν.Π.

ΦΕΚ Α 246/18.12.2012, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 4128/2013 (ΦΕΚ Α 51/28.2.2013), κρίθηκε αναγκαία, λόγω της γνωστής βαθιάς οικονομικής κρίσης που έπληξε τη Χώρα, με σκοπό τη σταθεροποίηση και βελτίωση της οικονομικής θέσης αυτής, και για να δοθεί η ευκαιρία στους οφειλέτες να αναδιοργανωθούν και να διευθετήσουν τις οφειλές τους προς οποιονδήποτε πιστωτή (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) μέχρι την ολοκλήρωση των νομοθετικών πρωτοβουλιών για την εισαγωγή νέων προγραμμάτων διευκόλυνσης και εξορθολογισμού του νόμου για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά (αιτιολογική έκθεση του άρθρου πρώτου του κυρωτικού νόμου 4128/2103), ενώ, λόγω του ανωτέρω δημόσιου συμφέροντος που εξυπηρετεί και του περιορισμένου χρόνου ισχύος της ανωτέρω παράτασης, δεν αντιβαίνει αυτή στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 17 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Αυτονόητο είναι βεβαίως ότι υπό συγκεκριμένες πρόσθετες συνθήκες, έστω και παραλλάσσουσες από τις καθοριζόμενες ανωτέρω περιοριστικές του δικαιώματος αυτού προϋποθέσεις, η άσκηση και επίκληση του δικαιώματος προστασίας της κύριας κατοικίας υπό την ανωτέρω έννοια μπορεί να παρίσταται ως καταχρηστική υπό τους όρους του άρθρου 281 ΑΚ..

Για να ερευνηθεί όμως τέτοιο ζήτημα από τα δικαστήρια απαιτείται ο θιγόμενος δανειστής να προβάλει παραδεκτώς τη σχετική ένσταση. Σύμφωνα με όλα τα προεκτιθέμενα, εάν κατά την ένδικη περίοδο υποχρεωτικής απαγόρευσης πλειστηριασμών διενεργηθεί πλειστηριασμός προστατευόμενης υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις πρώτης κατοικίας και προσβληθεί εμπροθέσμως με ανακοπή, αυτός ακυρώνεται από τα δικαστήρια ανεξαρτήτως βλάβης του οφειλέτη.

Αυτή η ακυρότητα δεν αποτελεί συνέπεια της ακυρότητας προγενέστερων πράξεων εκτέλεσης και ιδίως της έκθεσης κατάσχεσης του ακινήτου, εφόσον αυτές δεν απαγορεύονται με τις προπαρατιθέμενες διατάξεις και μπορεί να είναι έγκυρες, εάν δεν υφίσταται βάσει άλλων κανόνων αναστολή των ατομικών διώξεων και της εκτέλεσης εν γένει (ΑΠ 1312/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της 19770/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ανακόπτοντες (εγγυητές), (ήδη αναιρεσίβλητοι και τρίτος μη διάδικος) καθώς και η πρωτοφειλέτρια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "…..Ε.Π.Ε.", υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην καθ' ης η ανακοπή (ήδη αναιρεσείουσα), ο καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των 334.940,58 ευρώ, νομιμοτόκως από 30-12-2011, για απαίτησή της που προερχόταν από την ...

σύμβαση δανείου, την οποία η καθ' ης, λόγω μη καταβολής εκ μέρους των καθ' ων ληξιπρόθεσμων και απαιτητών δόσεων, ασκώντας σχετικό συμβατικό δικαίωμα, κατήγγειλε στις 29-12- 2011 και έκλεισε τον σχετικό λογαριασμό που τηρήθηκε στο πλαίσιο της σύμβασης αυτής. Ακριβές αντίγραφο πρώτου απογράφου εκτελεστού της παραπάνω διαταγής πληρωμής επιδόθηκε στους συνοφειλέτες, στις 25-10-2012 ..., με την από 12-10-2012 επιταγή προς πληρωμή συνολικού ποσού 340.733,58 ευρώ.

Ακολούθως, λόγω του ότι οι συνοφειλέτες δεν κατέβαλαν στην καθ' ης οποιοδήποτε ποσό, η τελευταία επέσπευσε σε βάρος των ανακοπτόντων αναγκαστική εκτέλεση δυνάμει της 2188/28-11-2012 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Μ., δυνάμει της οποίας κατασχέθηκαν αναγκαστικά ..: (α) το με στοιχεία (Α-1) διαμέρισμα, επιφάνειας 85 τ.μ., του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου οικοδομής, κτισμένης επί οικοπέδου, που βρίσκεται στη Ν.

Κηφισιά, επί της οδού ........ Στο διαμέρισμα αυτό ανήκει κατά δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης η με στοιχεία "PARKING II" (θέση στάθμευσης αυτοκινήτου), επιφάνειας 12,50 τ.μ., που βρίσκεται στον ημιυπόγειο όροφο της οικοδομής. Το εν λόγω διαμέρισμα ανήκε κατά κυριότητα στον πρώτο και στη δεύτερη των ανακοπτόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων), στον καθένα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και η αξία του μεριδίου καθενός από αυτούς εκτιμήθηκε στο ποσό των 100.500 ευρώ και β) το με στοιχείο (ΙΣ-1) διαμέρισμα.........

ανήκε κατά κυριότητα στον τρίτο ανακόπτοντα (μη διάδικο). Στη συνέχεια, με την 2191/13-12-2012 περίληψη της παραπάνω κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή τα ακίνητα αυτά εκτέθηκαν σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, ορίστηκε ημέρα πλειστηριασμού τους η 23η Ιανουάριου 2013, τόπος πλειστηριασμού το Ειρηνοδικείο Αθηνών, υπάλληλος του πλειστηριασμού η συμβολαιογράφος Αθηνών Β.

Σ. και τιμή πρώτης προσφοράς η αντικειμενική αξία τους, ήτοι για το με στοιχεία (Α-1) διαμέρισμα, το συνολικό ποσό των 134.000 ευρώ (ήτοι, 67.000 ευρώ το μερίδιο κάθε συγκυρίου) και ...για το με στοιχεία (ΙΣ-1) διαμέρισμα, το συνολικό ποσό των 133.000 ευρώ (το οποίο ανήκει σε μη διάδικο). Στις 23-1-2013, όπως είχε οριστεί, τα παραπάνω ακίνητα εκπλειστηριάστηκαν και κατακυρώθηκαν στην επισπεύδουσα, η οποία αναδείχτηκε υπερθεματίστρια, αντί εκπλειστηριάσματος 235.000 ευρώ για το πρώτο ακίνητο (ήτοι, εκπλειστηρίασμα 117.000 ευρώ για το μερίδιο καθενός από τους πρώτο και δεύτερη των ανακοπτόντων - αναιρεσιβλήτων) ...

και 146.000 ευρώ για το δεύτερο ακίνητο (το οποίο ανήκει σε μη διάδικο), προς τούτο δε συντάχθηκε από την υπάλληλο του πλειστηριασμού η προσβαλλόμενη 60.703/23-1-2013 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτων. Ακολούθως, στις 26-4-2013, η υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε την 61.283/26-4-2013 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτων, η οποία, όπως προεκτέθηκε, μεταγράφηκε στο βιβλία μεταγραφών του Δήμου Κηφισιάς, που βρίσκονται τα ακίνητα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το διαμέρισμα με στοιχεία (Α-1) που εκπλειστηριάστηκε αποτελούσε την κύρια κατοικία του πρώτου και της δεύτερης των ανακοπτόντων, η δε αξία της, τόσο η αντικειμενική, ανερχόμενη στο ποσό των 134.000 ευρώ, όσο και η εμπορική, ανερχόμενη στο ποσό των 201.000 ευρώ (όπως εκτιμήθηκε με την κατασχετήρια έκθεση), δεν υπερέβαινε, κατά τα προεκτεθέντα, το όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, που ανερχόταν για τους έγγαμους σε 250.000 ευρώ (άρθρο 21 παρ. 2 του Ν. 3842/2010), προσαυξημένο κατά 50%, ήτοι στο ποσό των 375.000 ευρώ και ως εκ τούτου απαγορευόταν πλειστηριασμός αυτού μέχρι τις 31-12-2013, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 19 του Ν. 3869/2010.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ο πλειστηριασμός του προαναφερόμενου ακινήτου ακύρως διενεργήθηκε από την υπάλληλο του πλειστηριασμού στις 23-1-2013, αφού εμπίπτει μέσα στο χρονικό διάστημα της απαγόρευσης και, συνεπώς πρέπει να ακυρωθεί, όπως και η προσβαλλόμενη 60.703/23-1-2013 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου και, συνακόλουθα η 61.283/26-4-2013 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης αυτής, μόνο ως προς το παραπάνω ακίνητο, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι πρώτος και δεύτερη των εκκαλούντων με τον πρώτο λόγο έφεσης, με τον οποίο επαναφέρουν τον πρώτο λόγο ανακοπής τους, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός κατ' ουσίαν,...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης των αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς το κεφάλαιο με το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν τον πρώτο λόγο ανακοπής των αναιρεσίβλητων, και, ακολούθως, δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχθηκε την ανακοπή κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο και ακύρωσε τον πλειστηριασμό του ένδικου ακινήτου.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 9 παρ. 2 και 19 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως το άρθρο 19 ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, και δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 17 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθόσον, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το ένδικο διαμέρισμα αποτελούσε την πρώτη κατοικία των αναιρεσιβλήτων, οφειλετών ληξιπρόθεσμης οφειλής προς την αναιρεσείουσα, η αξία αυτού δεν υπερέβαινε το όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, ανερχόμενο σε 375.000 ευρώ, και εκπλειστηριάστηκε στις 23-1-2013, ήτοι σε χρόνο που απαγορευόταν, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, ο πλειστηριασμός του και συνεπώς αυτός να είναι άκυρος, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη διαπίστωση της αδυναμίας των αναιρεσίβλητων - ανακοπτόντων οφειλετών της αναιρεσείουσας για πληρωμή των ληξιπρόσθεσμων χρηματικών οφειλών τους.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 934 παρ. 1 περ. γ` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, η ανακοπή του άρθρου 933 είναι παραδεκτή, αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης και πρόκειται για πλειστηριασμό ή αναπλειστηριασμό ακινήτων προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, εφόσον ασκηθεί μέσα σε ενενήντα (90) ημέρες από τη μεταγραφή περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, και κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ, τελευταία στην περίπτωση αυτή πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού (ή αναπλειστηριασμού) και κατακύρωσης.

Αν ο πλειστηριασμός (ή ο αναπλειστηριασμός) δεν προσβληθεί μέσα στην προθεσμία αυτή με την άσκηση της εκ του άρθρου 933 του ΚΠολΔ ανακοπής, στρεφόμενης κατά των ως άνω δύο αναγκαίων ομοδίκων, και ως άσκηση νοείται, όχι μόνον η κατάθεση αλλά και η επίδοση της ανακοπής (άρθρα 585 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ), τότε αυτός καθίσταται απρόσβλητος (ΑΠ 37/2009).

Η ακυρότητα της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης είναι ανεξάρτητη από την ανυπαρξία ή οποιαδήποτε ελάττωμα της απαίτησης. Επομένως, η ακυρότητα αυτή, η οποία οφείλεται σε μόνο το γεγονός ότι ο πλειστηριασμός έγινε μέσα στο χρονικό διάστημα της υποχρεωτικής, κατά τις προεκτιθέμενες διατάξεις, αναστολής και είναι ανεξάρτητη από την ακυρότητα που δημιουργεί η ανυπαρξία, το ανεκκαθάριστο ή η μη βεβαιότητα της απαίτησης, μπορεί να προβληθεί με ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, μέσα στην προβλεπόμενη από το άρθρο 934 παραγρ 1γ του ΚΠολΔ προθεσμία των ενενήντα ημερών από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, εάν πρόκειται για πλειστηριασμό ακινήτου, και όχι μέσα στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1β του ΚΠολΔ προθεσμία, μέσα στην οποία ασκείται η ανακοπή που αφορά την απαίτηση, έως δηλαδή την έναρξη της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης, η οποία σε πλειστηριασμό ακινήτου, είναι η σύνταξή της έκθεσης, πλειστηριασμού και κατακύρωσης (άρθρο 934 παρ. 2 ΚΠολΔ, ΑΠ 1381/2008, ΑΠ 235/2006 αντίθετα ΑΠ 1873/2014).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1518/2008, ΑΠ 558/2008).

Με τον παραπάνω, από το άρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγο ελέγχονται πλην άλλων, οι δικονομικές προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, η πάροδος των οποίων συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της σχετικής πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας (ΑΠ 992/2021, ΑΠ 959/2019, ΑΠ 1937/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠοΔ, διότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη ανακοπή, με την οποία οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν την ακύρωση της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης της πρώτης κατοικίας τους, λόγω διενέργειας του πλειστηριασμού στο χρονικό διάστημα αναστολής του, αφού τυγχάνει εφαρμογής η προθεσμία του άρθρου 934 παρ.1β και όχι η προθεσμία των ενενήντα ημερών από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης του άρθρου 934 παρ. 1γ.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η ακυρότητα του ένδικου πλειστηριασμού οφείλεται σε μόνο το γεγονός ότι αυτός διενεργήθηκε μέσα στο χρονικό διάστημα της υποχρεωτικής αναστολής των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας, το δε άρθρο 19 παρ. 1 Ν. 3869/2010 δεν απαγορεύει την κατάσχεση του ακινήτου που αναφέρεται στο άρθρο 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, ούτε αφορά στην απαίτηση του επισπεύδοντος την εκτέλεση δανειστή, αλλά απαγορεύει μόνο τον πλειστηριασμό του ακινήτου αυτού και συνεπώς η ανακοπή κατά του διενεργηθέντος, παρά την απαγόρευση αυτή, πλειστηριασμού ασκείται, κατά τη μείζονα σκέψη, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ.

ιγ' Κ. Πολ. Δ., δηλαδή μέσα σε 90 ημέρες από την μεταγραφή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, όπως και ασκήθηκε η ένδικη ανακοπή, και όχι μέσα στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1β του ΚΠολΔ.

Κατόπιν τούτων, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει, να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματός τους, στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-10-2018 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "….A.E." για αναίρεση της 3339/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ