Legislator Case Law & Legislation
1204/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal and orders refund of voluntary payments made under a voided debt waiver.

Case Number 1204/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a first-instance judgment regarding car damage and insurance claims. The appellant voluntarily paid 400 euros to the defendants to settle the debt, but the lower court's ruling was later overturned. The court ruled that the debt waiver was effectively voided by the appeal, necessitating the return of the voluntary payments made under that invalid agreement.

Legislator headnote

AI generated

Articles 454 of the Civil Code; Article 579 of the Code of Civil Procedure: When a debt waiver is revoked via appeal, voluntary payments made by the creditor to the debtor under the voided agreement must be returned to restore the pre-execution status.

Keywords

AI generated
debt waiver revocation voluntary payment refund restitution of things civil code article 454 code of civil procedure appeal revocation pre-execution status

Cited Legislation

AI generated
Article 454 of the Civil Code
Article 495 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 564 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 579 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1204 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1204/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΡ Ασφαλιστική - ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΑΕΑE", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Λαγού με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Φ. του Γ., κατοίκου ... και 2) Β. Χ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Λαμπρούτσου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2297/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10748/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-6-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρί Δεργαζαριάν, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 18-6-2020, αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 10748/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ) στις 25-6-2020 και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της οριζόμενης από το άρθρο 564 § 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον Ν. 4335/2015, που ισχύει από 1-1-2016, διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (στις 10-9-2019) εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.

Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 454 ΑΚ όταν ο δανειστής συμφωνήσει με τον οφειλέτη την άφεση του χρέους ή με σύμβαση μαζί του αναγνωρίσει ότι δεν υπάρχει το χρέος, επέρχεται απόσβεση της ενοχής. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι, η άφεση χρέους, η οποία είναι σύμβαση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, με την οποία ο πρώτος παραιτείται από την ενοχική αξίωση που έχει κατά του δευτέρου, έχει ως αποτέλεσμα την άμεση απόσβεση της ενοχής.

Έτσι, ο δανειστής δεν δικαιούται πλέον να ασκήσει το δικαίωμα που πηγάζει απ` αυτήν την ενοχή. Αν δε, παρόλα αυτά, το ασκήσει αποκρούεται επιτυχώς με την από το άρθρο αυτό (454 ΑΚ) παρακωλυτική της ασκήσεως του δικαιώματος σχετική ένσταση. Η σύμβαση δε αυτή περί αφέσεως χρέους καταρτίζεται με άτυπη δήλωση του δανειστή προς τον οφειλέτη, η οποία μπορεί να γίνει ακόμη και σιωπηρά, αρκεί να είναι σαφής και αναμφίβολη, όπως συμβαίνει με κάθε απαλλοτρίωση περιουσίας και μάλιστα με κάθε παραίτηση από δικαίωμα και δεν είναι δυνατόν να τεκμαίρεται (AΠ 1458/2022, ΑΠ 1694/2017, ΑΠ 934/2014, ΑΠ 412/2014, ΑΠ 1118/2010, ΑΠ 426/2004).

Στη σύμβαση ασφαλίσεως αστικής ευθύνης ατυχημάτων από αυτοκίνητα (ν.489/1976), η μεταξύ του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου σύμβαση αφέσεως χρέους δεν δύναται να αντιταχθεί από τον ασφαλιστή κατά του ζημιωθέντος (άρθρ. 11 παρ. 1 ν. 489/1976). Ο ασφαλιστής όμως, που καταβάλλει στον τρίτο ζημιωθέντα αποζημίωση, ενώ η απαίτηση αυτή είχε περιληφθεί σε μεταξύ αυτού και του ασφαλισμένου σύμβαση αφέσεως χρέους, καταβάλλει αχρεωστήτως όσον αφορά τον αντισυμβαλλόμενό του ασφαλισμένο του.

Συνεπώς, έχει κατά του ασφαλισμένου του την αγωγή αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ- βλ σχετ.ΑΠ 1073/2007, ΑΠ 151/2002).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017, ΟλΑΠ 7/2006).

Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Με τον λόγο αυτόν ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 408/2022, ΑΠ 538/2012). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφήρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 2/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την αγωγή της η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) εκθέτει ότι με την υπ' αρ. 2195754244 ασφαλιστική σύμβαση, ασφάλισε το υπ' αρ. κυκλ. ... ... αυτοκίνητο, νομής και κατοχής της 1ης εναγόμενης, με παρακράτηση της κυριότητας από τον 2° εναγόμενο, για το διάστημα από 10/11/2016 έως 10/5/2017, μεταξύ άλλων και για ζημίες τρίτων.

Ότι, την 15/12/2016 και περί ώρα 15.30, το ως άνω όχημα, οδηγούμενο από τον 2° εναγόμενο, εκινείτο στην οδό Πλαστήρα, στους Αγίους Αναργύρους Αττικής και είχε φτάσει στο ύψος του οικοδ. αρ. 169-171 της οδού, όπου προσέκρουσε με το πάνω τμήμα του σε παρακείμενο δέντρο, το οποίο απεκόπη και επέπεσε στην σταθμευμένη στο πεζοδρόμιο, υπ' αρ.

κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ανήκουσα κατά κυριότητα στον Ε. Ρ., προκαλώντας υλικές ζημιές, από αποκλειστική υπαιτιότητά του 2ου εναγομένου. Την 16/12/2016 ο 2ος εναγόμενος υπέβαλε στην ενάγουσα τη σχετική δήλωση ατυχήματος, που την ανακάλεσε την 4/1/2017, με έγγραφη δήλωσή του προς την ενάγουσα, αναλαμβάνοντας ο ίδιος και με δικά του χρήματα να αντιμετωπίσει κάθε αξίωση του παθόντος και ταυτόχρονα παραιτήθηκε από κάθε αξίωση εκ του ασφαλιστηρίου κατά της ενάγουσας, για την επίδικη σύγκρουση.

Ότι, στη συνέχεια η ενάγουσα, προκειμένου να αποφύγει δικαστικές εμπλοκές με τον παθόντα, καθώς η παραπάνω ανάκληση δήλωσης που ισοδυναμεί με άφεση χρέους δεν μπορεί να αντιταχθεί από τον ασφαλιστή κατά του ζημιωθέντος τρίτου, την 7/3/2017, κατέβαλε στον παθόντα € 1.080, ως αποζημίωση για την επίδικη σύγκρουση.

Ότι, οι εναγόμενοι ωστόσο αρνούνται να καταβάλλουν στην ενάγουσα το παραπάνω ποσό, παρότι με την ανακλητική δήλωση, ανέλαβαν οι ίδιοι την ικανοποίησή του ζημιωθέντος, καθιστάμενοι πλουσιότεροι χωρίς νόμιμη αιτία, εφόσον με την καταβολή από την ενάγουσα προς τον ζημιωθέντα τρίτο, οι εναγόμενοι ελευθερώθηκαν από την αντίστοιχη χρέωσή τους, η δε ενάγουσα που ήδη έχει καταβάλλει την ως άνω αποζημίωση στον παθόντα δεν δικαιούται, να τα αναζητήσει λόγω της ανάκλησης, αφού η μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου σύμβαση άφεσης χρέους, δεν μπορεί να αντιταχθεί από τον ασφαλιστή κατά του ζημιωθέντος τρίτου.

Ζητά δε, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να της καταβάλλουν το ως άνω ποσό, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής, μέχρι την πλήρη εξόφληση, και να επιβληθεί στους εναγόμενους η δικαστική δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, ως αβάσιμη στην ουσία της.

Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα, και ήδη εκκαλούσα, άσκησε την κρινόμενη έφεσή της, με την οποία παραπονείται, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου καθώς και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων. Ζητεί δε, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή της και να καταδικαστούν οι εφεσίβλητοι στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης.

Με άνω περιεχόμενο, η αγωγή είναι μη νόμιμη, γιατί η επικαλούμενη ανάληψη της ευθύνης για την αποκατάσταση των ζημιών δεν αποτελεί πρόταση για σύναψη σύμβασης αφέσεως χρέους (ούτε σύμβαση άφεσης χρέους), αλλά δήλωση βουλήσεως του οφειλέτη εναγόμενου, απευθυντέα προς την συνοφειλέτιδα του, ασφαλιστική εταιρεία.

Η ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρείας σύμφωνα με τον ν.489/1976 και την Κ4/585/78 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, δεν μπορεί να αρθεί με την ιδιωτική βούληση. Δηλαδή με συμφωνία μεταξύ αυτής και του υπαιτίου ή του ασφαλισμένου, γιατί με τα παραπάνω νομοθετήματα, θεσπίζονται κανόνες δημοσίας τάξεως (αρθρ. 3 Α.Κ.), οι οποίοι τέθηκαν για την προστασία γενικότερων συμφερόντων, έχοντες γενική και υποχρεωτική ισχύ, έναντι παντός, και εξυπηρετούντες υψίστη κοινωνική ανάγκη, (...).

Πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι ο νομοθέτης, όπου θέλησε, προέβλεψε ρητώς την δυνατότητα απαλλαγών του ασφαλιστή, από την ευθύνη του έναντι του ασφαλισμένου, που προκύπτει από τη σύμβαση ασφαλίσεως (άρθρ 11 παρ. 1 ν.489/76 και 25,26 της Κ4/585/78 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου), ουδόλως δε προβλέπεται στα νομοθετήματα αυτά περίπτωση απαλλαγής από την ασφαλιστική ευθύνη, δυνάμει συμφωνίας των συμβαλλόμενων (...).Επίσης μη νόμιμη είναι η αγωγή και κατά την επικουρική της βάση (αδικαιολογήτου πλουτισμού), γιατί οι αγωγικοί ισχυρισμοί, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 904 επ., ΑΚ, αφού, πέραν των προαναφερθέντων, η δήλωση βουλήσεως του εναγομένου, με την οποία ανακάλεσε την παραπάνω προηγουμένη δήλωση αυτού, ούτε παράνομη, είναι ούτε επέφερε, στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία ζημία, αφού η υποχρέωσή της προς αποζημίωση του τρίτου ζημιωθέντος απορρέει από την μεταξύ τους ασφαλιστική σύμβαση, στον δε εναγόμενο, δεν επέφερε μη νόμιμη ωφέλεια, για τον ίδιο λόγο.

Συνεπώς, ως εκ του μεταβιβαστικού, κατά το άρθρον 522 ΚΠολΔ αποτελέσματος της εφέσεως, το παρόν Δικαστήριο, δικάζον ως εφετείο, εντός των καθοριζομένων με την έφεση ορίων, εξετάζει όλους τους εκατέρωθεν παραδεκτώς κατά τα άρθρα 525-527 του ίδιου κώδικα υποβαλλομένους ισχυρισμούς και δύναται, της εκκαλούσας παραπονούμενης για την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής της, να θεωρήσει αυτή μη νόμιμη, κατόπιν αυτεπάγγελτης έρευνας, οπότε, μη επιτρεπόμενης της κατ' άρθρον 534 του αυτού κώδικα αντικαταστάσεως της αιτιολογίας, αφού η απόρριψη της αγωγής για τυπικό λόγο οδηγεί σε διαφορετικό κατά το αποτέλεσμα διατακτικό".

Η αγωγή, με το προεκτειθέν ιστορικό και αίτημα είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 454 ΑΚ και 11 του Ν 489/1976, όπως ισχύει. Τούτο καθόσον διαλαμβάνεται σ` αυτήν ότι 1) στις 16/12/2016 ο 2ος εναγόμενος (αναιρεσίβλητος) υπέβαλε στην ενάγουσα (αναιρεσείουσα) τη σχετική δήλωση ατυχήματος, που την ανακάλεσε στις 4/1/2017, με έγγραφη δήλωσή του προς την ενάγουσα, αναλαμβάνοντας ο ίδιος και με δικά του χρήματα να αντιμετωπίσει κάθε αξίωση του παθόντος και ταυτόχρονα παραιτήθηκε από κάθε αξίωση εκ του ασφαλιστηρίου κατά της ενάγουσας, για την επίδικη σύγκρουση. 2) Ότι η ως άνω δήλωση ισοδυναμεί με άφεση χρέους που συνήφθη μεταξύ του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων και της αναιρεσείουσας 3) Ότι, στη συνέχεια η ενάγουσα, προκειμένου να αποφύγει δικαστικές εμπλοκές με τον παθόντα, στις 7/3/2017 κατέβαλε στον παθόντα- τρίτο, € 1.080, ως αποζημίωση για τις ζημίες που προκλήθηκαν στο όχημά του, λόγω της επιδειχθείσας αμελούς κατά την οδήγηση του οχήματός του συμπεριφοράς του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων. 4) Ότι, οι εναγόμενοι αρνούνται να καταβάλλουν στην ενάγουσα το παραπάνω ποσό, παρότι με την ανακλητική δήλωση, ανέλαβαν οι ίδιοι την ικανοποίησή του ζημιωθέντος, καθιστάμενοι πλουσιότεροι χωρίς νόμιμη αιτία.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 454 ΑΚ και 11 του Ν. 489/1916 ως ισχύει, τις οποίες δεν εφήρμοσε Επομένως, οι λόγοι της αιτήσεως πρώτος και δεύτερος από τον αρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.

Κατ` ακολουθίαν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Πρέπει επίσης, να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Κατά το άρθρο 579 παρ.2 ΚΠολΔ, "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση". Η επαναφορά ζητείται και όταν η εκτέλεση έγινε με βάση την πρωτόδικη απόφαση, που επικυρώθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση του Εφετείου (ΑΠ 1138/2007). Με την αίτηση επαναφοράς μπορεί να ζητηθεί η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων, καθώς και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νομίμων τόκων οφειλομένων, όμως, μόνο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, γιατί από του χρόνου της επίδοσης αυτής ο αναιρεσίβλητος καθίσταται, κατ' άρθρο 340 ΑΚ, υπερήμερος (ΑΠ 146/2018, ΑΠ 980/2015, ΑΠ 650/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με την αίτηση αναίρεσης, ζητεί την επιστροφή του ποσού των 400 ευρώ, το οποίο, εκουσίως, κατέβαλε στους αναιρεσίβλητους, σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 10748/2019 αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και συγκεκριμένα ποσό 200 ευρώ από έκαστο εξ αυτών για επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα, με το νόμιμο τόκο από της εκδόσεως της παρούσας απόφασης μέχρι την εξόφληση. Το εν λόγω αίτημα της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση, το οποίο παραδεκτώς, κατά τα ανωτέρω, υποβάλλεται, πρέπει να γίνει δεκτό, το οποίο πράγματι η αναιρεσείουσα κατέβαλε στους αναιρεσίβλητους, σε εκτέλεση της ως άνω απόφασης, αφού η εκούσια καταβολή αυτού προαποδεικνύεται από τις με επίκληση προσκομιζόμενες με αριθμ. ... και ... δίγραμμες επιταγές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και τις από 9-12-2019 αποδείξεις καταβολής των αναιρεσίβλητων.

Συνεπώς, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να αποδώσουν τα εν λόγω ποσά στην αναιρεσείουσα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής παρούσας απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 10748/2019 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ έκαστο των αναιρεσίβλητων να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των διακοσίων (200,00) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ