Legislator Case Law & Legislation
650/2014 AI generated

Insurance company appeal against lower court judgment upheld; insureds ordered to pay damages and costs.

Case Number 650/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the insurance company's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment. The insureds argued for the rejection of the appeal, while the insurer sought reinstatement of the case to its prior state. The court found a violation of substantive law regarding the application of legal rules, ordering the insureds to pay damages, interest, and legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1 and no. 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal is permitted if substantive law rules were violated, requiring the court to correct errors in the application of legal norms to the facts.

Keywords

AI generated
appeal procedure substantive law violation insurance liability court costs legal interpretation

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 7/2006
OL. AP 4/2005
OL. AP 27 and 29/1998

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 650 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 650/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας Γενικών Ασφαλίσεων που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, με την επωνυμία "INTERLIFE A.A.E.Γ.A."και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Κ. του Ν., 2 Μ. Κ. του Δ., συζ. Π. Σ., 3 Δ. Σ. του Π., 4 Π. Σ. του Π. και 5 Π. Σ. του Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζαχαρία Καμπούρη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-4-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2167/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1342/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-7-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 17-1-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου κατά το ένα μέρος του και του δεύτερου λόγου της ένδικης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 29/1998).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που, απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.

ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου

λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην

ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη, εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1342/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 11.11.2009 και περί ώρα 8.00' ο πρώτος εναγόμενος ήδη πρώτος εφεσίβλητος εκινείτο επί της οδού Λιοσίων στην Αθήνα στο ύψος του σταθμού του Μετρό Αττικής με κατεύθυνση από την οδό Αγίου Μελετίου προς την Πλατεία Αττικής οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...

δίκυκλο μοτοποδήλατο το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, ήδη δεύτερη εφεσίβλητη. Η οδός αυτή είναι διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, με πλάτος οδοστρώματος 10,20 μέτρα, ήτοι 5,10 μέτρα ανά ρεύμα κυκλοφορίας, είναι ευθεία και η ορατότητα δεν περιορίζεται από κανένα τεχνητό ή φυσικό αίτιο και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 40 χλμ/ώρα για το ως άνω όχημα, ενώ η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών κατά τον ως άνω χρόνο ήταν αυξημένη.

Η κυκλοφορία των οχημάτων ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες και υπάρχει σηματοδοτούμενη και διαγραμμιζόμενη διάβαση πεζών (βλ. έκθεση αυτοψίας). Δεξιά σε σχέση με την πορεία του ως άνω οδηγού υπήρχε στάση λεωφορείου έμπροσθεν της οποίας βρισκόταν σε στάση ένα λεωφορείο. Κατά τον παραπάνω χρόνο η Π.

σύζ. Δ. Κ. που βάδιζε στο πεζοδρόμιο που υπήρχε δεξιά του πρώτου εναγομένου είχε κατέλθει στο οδόστρωμα του ρεύματος κυκλοφορίας στο οποίο εκινείτο ο οδηγός αυτός και εβάδιζε εντός της διαγραμμιζόμενης διάβασης πεζών από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με τη πορεία του οχήματος. Όταν η τελευταία είχε φθάσει πλησίον της διαχωριστικής γραμμής των δύο ρευμάτων παρασύρθηκε από το εμπρόσθιο τμήμα του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και επέπεσε στην αριστερή πλευρά του σώματος της πεζής η οποία στη συνέχεια εκτοξεύτηκε δύο - τρία μέτρα προς τη κατεύθυνση που εκινείτο, ήτοι προς αριστερά σε σχέση με τη πορεία του μοτοποδηλάτου και κατέληξε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας σε απόσταση 3,70 μέτρων από την άκρη του οδοστρώματος του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας ενώ και η μοτοσυκλέττα επίσης κατέληξε στο ρεύμα αυτό, όπου ανατράπηκε (βλ.

σχεδιάγραμμα τροχαίας). Η παράσυρση της πεζής είχε σαν αποτέλεσμα τον βαρύτατο τραυματισμό της εξαιτίας του οποίου απεβίωσε στις 4.12.2009 νοσηλευόμενη στο νοσοκομείο "ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ - ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ Ε.Ε.Σ.". Με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά το ένδικο ατύχημα οφείλεται στη συγκλίνουσα αμέλεια του πρώτου εναγομένου και της πεζής.

Ειδικότερα ο οδηγός του υπ' αριθ. ... δίκυκλου μοτ/του δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη τη προσοχή και δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και δεν ρύθμισε την ταχύτητά του ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο ούτε μείωσε την ταχύτητά του αν και πλησίαζε σε διαβάσεις πεζών οι οποίες ευρίσκονται ακριβώς μπροστά της εισόδου - εξόδου του σταθμού Μετρό και περνούσε δίπλα από σταθμευμένο λεωφορείο που αποβίβαζε επιβάτες και η κίνηση πεζών και οχημάτων ήταν αυξημένη.

Έτσι κινούμενος απρόσεχτα δεν μπόρεσε να αποφύγει τη πεζή την οποία είχε αντιληφθεί κινούμενη στη πορεία του και δεν μπόρεσε να διακόψει την πορεία του ώστε να της επιτρέψει να ολοκληρώσει τη διάσχιση του οδοστρώματος με αποτέλεσμα να την παρασύρει και να την εκτινάξει στο αντίθετο ρεύμα (παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 2,3, 39 παρ. 1 ΚΟΚ).

Συνυπεύθυνη όμως του θανάσιμου τραυματισμού της είναι και η πεζή η οποία αποδείχθηκε ότι κατήλθε στο οδόστρωμα κινούμενη εντός των διαβάσεων πεζών χωρίς όμως προηγουμένως να ελέγξει με ιδιαίτερη προσοχή τη κίνηση των οχημάτων στο ρεύμα που θα διέσχιζε, ενόψει των ιδιαίτερων συνθηκών κυκλοφορίας πεζών και οχημάτων στο εν λόγω σημείο, αλλά, διέσχισε το οδόστρωμα τρέχοντας με αποτέλεσμα να μη μπορέσει να αποφύγει τον πρώτο εναγόμενο τον οποίο προηγουμένως δεν είχε αντιληφθεί λόγω του πλημμελούς ελέγχου της κίνησης των οχημάτων εκ μέρους της σε συνδυασμό και με τα μειωμένα αντανακλαστικά λόγω της ηλικίας της (73 ετών).

Το γεγονός ότι δεν συμμορφώθηκε με το φωτεινό ερυθρό σηματοδότη για τους πεζούς, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, δεν αποδείχθηκε κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, ενόψει των αντιφάσεων στις οποίες

υπέπεσε ο αυτόπτης μάρτυς Γ. Γ. ο οποίος περιγράφει, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου, τα πραγματικά περιστατικά της κίνησης της πεζής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου διαφορετικά από αυτά που ανέφερε στη προανακριτική του κατάθεση μετά το συμβάν. Με βάση τα παραπάνω το Δικαστήριο καταλογίζει στο πρώτο εναγόμενο ποσοστό συνυπαιτιότητας 50% στη πρόκληση του ατυχήματος και στη πεζή ομοίως ποσοστό συνυπαιτιότητας 50%, η δε παραβατική συμπεριφορά τους τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, δεκτής γενομένης εν μέρει ως ουσίας βάσιμου της ενστάσεως συνυπαιτιότητος της πεζής στο θανάσιμο τραυματισμό της που προβάλλουν οι εναγόμενοι με τις προτάσεις τους και με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε τη κρινόμενη αγωγή ως ουσία αβάσιμη κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτια τη πεζή του θανάσιμου τραυματισμού της έσφαλε ως προς την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων, όπως εν μέρει βάσιμα παραπονούνται οι ενάγοντες με τη κρινόμενη έφεσή τους". Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα με τις οποίες το Εφετείο, δεχόμενο την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε κριθεί η θανατωθείσα συγγενής των αναιρεσιβλήτων αποκλειστικά υπαίτιος του θανάσιμου τραυματισμού της έκρινε τελικά τον οδηγό του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου και τη θανατωθείσα πεζή συνυπαίτιους κατά ποσοστό 50% στον καθένα προκύπτει ότι δεν έχει νόμιμη βάση ούτε των απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί δεν καλύπτεται με πληρότητα και σαφήνεια, αλλά με λογικά κενά και αντιφάσεις το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 33, 914, 932 του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η οποιασδήποτε συνυπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου που ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα στον ένδικο θανάσιμο τραυματισμό.

Ειδικότερα με τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης δεν αιτιολογείται επαρκώς η αναγκαία αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της διαπιστούμενης συμπεριφοράς αμέσως πριν από το ατύχημα του οδηγού του μοτοποδηλάτου και της προαναφερθείσας και θανατωθείσας πεζής για τους ακόλουθους λόγους: 1) ενώ κρίνει αντιφατική την κατάθεση μάρτυρα ως προς το εάν η παρασυρθείσα πεζή κατά την κάθετη κίνησή της στο οδόστρωμα παραβίασε ή όχι ερυθρό για τους πεζούς σηματοδότη δεν εκθέτει με σαφήνεια, εάν το δίκυκλο μοτοποδήλατο που την παρέσυρε κατά την πορεία της είχε πράσινο σηματοδότη, που της (μοτοσυκλέτα) επέτρεπε να διέλθει μέσα από τη διάβαση πεζών ακωλύτως, αφού παράλληλα δεν εκθέτει με σαφήνεια και χωρίς δισταγμό και το εάν η πεζή διέσχιζε τη διάβαση πεζών με πράσινο για τους πεζούς σηματοδότη, 2) ενώ δέχεται ότι ο οδηγός του μοτοποδηλάτου δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητά του, δεν προσδιορίζει ποιά ήταν η ταχύτητα αυτή, 3) ενώ δέχεται ότι το πλάτος του ρεύματος πορείας που εκινείτο το μοτ/το είναι 5,10 μ.

και ότι δεξιά σε σχέση με τη πορεία του μοτοποδηλάτου υπήρχε στάση λεωφορείου στην οποίαν βρισκόταν σταθμευμένο ένα λεωφορείο δεν διευκρινίζει σε πόση απόσταση από τη διάβαση πεζών ήταν η στάση του λεωφορείου, πόσο το πλάτος του σταθμευμένου λεωφορείου και σε ποιά απόσταση από το σημείο παράσυρσης βρισκόταν το μοτοποδήλατο, όταν για πρώτη φορά η παρασυρθείσα πεζή περνώντας μπροστά από το σταθμευμένο λεωφορείο εισήλθε στο πεδίο ορατότητας του οδηγού του μοτοποδηλάτου, για να κριθεί το εάν ο οδηγός του μοτοποδηλάτου είχε τον αναγκαίο χρόνο αντιδράσεως μετά την εμφάνιση της πεζής στο οδόστρωμα και αφού είχε παρακαμφθεί από αυτήν ο όγκος του σταθμευμένου λεωφορείου, 4) ενώ δέχεται ότι η παρασυρθείσα πεζή βάδιζε μέσα στη διαγραμμιζόμενη διάβαση πεζών στη συνέχεια δέχεται ότι διέσχισε το οδόστρωμα τρέχοντας χωρίς όμως να δικαιολογεί επαρκώς για ποιό λόγο η πεζή έτρεχε μέσα στη διάβαση πεζών όπου η κίνηση πεζών και οχημάτων ρυθμίζεται από φωτεινούς σηματοδότες, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης.

Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. και αλυσιτελώς από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. κρίνονται βάσιμα. Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού αναιρέσεως στο σύνολο της προσβαλλόμενης δι' αυτής αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των διατυπουμένων δι' αυτής λοιπών λόγων αναιρέσεως. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (αρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (αρθ. 183 Κ.Πολ.Δ.), η οποία κατέθεσε έγγραφες προτάσεις όπως στο διατακτικό. Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον καταθέσαντα του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (1591159, 1591160, 1591161 σειρά Α παράβολα του Δημοσίου και 042566, 042567 και 042568 σειρά Α παράβολα ΤΑΧΔΙΚ συνολικά 300 Ευρώ).

III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε ο Άρειος Πάγος αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθενται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με σωρευόμενη, (στις κατατεθείσες στο δικαστήριο τούτο έγγραφες προτάσεις της ήδη από τις 23-1-2014), αίτηση, ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης της αναιρούμενης απόφασης κατάσταση, ώστε να επιστραφούν σ' αυτήν τα ποσά που κατέβαλε σε εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης σε καθένα των αναιρεσιβλήτων, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 139/2013 απόφασης του Αρείου Πάγου με την οποία ανεστάλη η εκτέλεση της ισχύος της αναιρεσιβληθείσης υπ' αριθ. 1432/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Με το ιστορικό αυτό και το αντίστοιχο αίτημα της η κρινόμενη αίτηση επαναφοράς που συνεκδικάζεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν είναι νόμιμη (Α.Π. 127/2011): α) ως προς το αίτημα επιστροφής του ποσού των 1800 Ε που κατέβαλε η αναιρεσείουσα - αιτούσα για δικαστικά έξοδα δυνάμει της υπ. αριθ. 139/2013 απόφασης του δικαστηρίου τούτου με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση της αναστολής εκτέλεσης της αναιρεσιβαλλομένης και β) ως προς το αίτημα επιστροφής ποσοστού 20% επί των καταβληθέντων τόκων στους αναιρεσίβλητους, ο οποίος όμως φόρος εισοδήματος επί των δικονομικών τόκων (τοκόσημο) δεν καταβλήθηκε στους τελευταίους, αλλά παρακρατήθηκε από την αναιρεσείουσα για λογαριασμό του Δημοσίου..

Κατά τα λοιπά η αίτηση επαναφοράς πρέπει να γίνει δεκτή ως παραδεκτή και νόμιμη, αλλά και βάσιμη στην ουσία της, όπως αυτό προκύπτει από την προαναφερθείσα αναιρετική κρίση, την αναιρεθείσα απόφαση και τα προσκομιζόμενα φωτοαντίγραφα των εξοφλητικών αποδείξεων για κάθε επί μέρους καταβολή. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα σε εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης (και σύμφωνα με τους όρους της απόφασης του Τμήματος Αναστολών του Αρείου Πάγου) με την οποία ανεστάλη εν μέρει η εκτέλεση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, η αναιρεσείουσα κατέβαλε στους αναιρεσίβλητους τα παρακάτω ποσά για κεφάλαιο, τόκους μείον του παρακρατηθέντος από την ίδια ποσού κάθε καταβολής τόκων για τοκόσημο και για δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβληθείσας υπ'αριθ.1441/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών:

α) στον πρώτο, Δ. Κ. του Ν., στις 10-10-2013 το ποσό των 25.547,78 € (19.058,87 € για κεφάλαιο και 4488,91€ για τόκους) και στις 30-10-2013 το ποσό των 1.853,77 € (για δικαστική δαπάνη) και συνολικά το ποσό των 25.401,55€ β) στη δεύτερη, Μ. Κ. του Δ., συζ. Π. Σ., στις 10-10-2013 το ποσό των 15.525,19 € (12.565,62 € για κεφάλαιο και 2959,57 € για τόκους) και στις 30-10-2013 το ποσό των 1.222,20 € (για δικαστική δαπάνη) και συνολικά το ποσό των 16.747,39 € γ) στον τρίτο, Δ. Σ. του Π., στις 10-10-2013 το ποσό των 4324,35 (3.500,00 € για κεφάλαιο και 824,35 € για τόκους) και στις 30-10-2013 το ποσό των 340,43 € (για δικαστική δαπάνη) και συνολικά το ποσό των 4.664,78 € δ) στην τέταρτη, Π. Σ. του Π., στις 10-10-2013 το ποσό των 4.324.35€ (3.500,00 € για κεφάλαιο και 824,35€ για τόκους) και στις 30-10-2013 το ποσό των 340,43 € (για δικαστική δαπάνη) και συνολικά το ποσό των 4.664,78€ ε) στον πέμπτο, Π. Σ. του Λ., στις 10-10-2013 το ποσό των 3088,82€ (2.500,00 € για κεφάλαιο και 588,82€ για τόκους) και στις 30-10-2013 το ποσό των 243,16 € (για δικαστική δαπάνη) και συνολικά το ποσό των 3.391,98.

Η καταβολή των άνω ποσών στους αναιρεσιβλήτους αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες αντίστοιχες και ισόποσες (δύο για κάθε αναίρεσίβλητο), εξοφλητικές αποδείξεις, υπογραφόμενες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζαχαρία Καμπούρη. Τα πιο πάνω ποσά θα καταβληθούν επιστραφούν στην αναιρεσείουσα από καθένα των αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1342/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλες δικαστές.

Υποχρεώνει καθένα των αναιρεσιβλήτων να καταβάλει στην αναιρεσείουσα τα πιο κάτω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση: α) ο πρώτος, Δ. Κ. το ποσό των είκοσιπέντε χιλιάδων τετρακοσίων ενός Ευρώ και πενήντα πέντε λεπτών (25.401,55) β) η δεύτερη, Μ. Κ. το ποσό των δέκαέξι χιλιάδων εφτακοσίων σαράντα εφτά Ευρώ και τριάντα εννέα λεπτών (16.747,39), γ) ο τρίτος Δ. Σ. το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων εξήντα τεσσάρων Ευρώ και εβδομήντα οχτώ λεπτών (4.664,78), δ) η τέταρτη, Π. Σ. το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων εξήντα τεσσάρων Ευρώ και εβδομήντα οχτώ λεπτών (4664,78) και ε) ο πέμπτος, Π. Σ. το ποσό των τριών χιλιάδων τρακοσίων ενενήντα ενός Ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτών (3.391,98).

Διατάσσει την απόδοση στον καταθέσαντα του εις το σκεπτικό παραβόλου, που κατατέθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ