Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding non-consideration of financial hardship claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a final judgment regarding bank debt repayment. The appellants argued the lower court failed to consider their increased living costs and educational expenses, but the court ruled these claims were not legally sufficient to overturn the decision. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the costs were returned to the state treasury.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560 no. 5 and 495 no. 3 of the Code of Civil Procedure; The failure of a court to consider a claim does not constitute grounds for appeal unless the omitted claim is substantive and capable of favorably affecting the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1200 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1200/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. συζ. Ι. Β. και 2) Ι. Β. του Α., κατοίκων ... Καρδίτσας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλεία Παπαδοπούλου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την ειδική εκκαθαρίστρια ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ") και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, το 5ο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1η, 2η και 4η δεν παραστάθηκαν.
Της προσθέτως υπέρ της "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" παρεμβαίνουσας: Εταιρίας παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία "INTRUM HELLAS Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "INTRUM HELLAS AEΔΑΔΠ" (πρώην "Alternative Financial Solutions Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως νόμιμης διαχειρίστριας και εκπροσώπου των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "PHOENIX NPL Finance Designated Activity Company", ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σταμαδιάνο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-2012 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 35/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-6-2021 αίτησή τους και τους από 13-12-2022 πρόσθετους λόγους αυτής, η δε προσθέτως παρεμβαίνουσα με το από 1-12-2022 δικόγραφό της ζητεί τα εις αυτό αναφερόμενα.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρί Δεργαζαριάν, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, η 3η και το 5ο των αναιρεσιβλήτων, καθώς και η προσθέτως παρεμβαίνουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης και ο πληρεξούσιος της 3ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση στην ίδια δικάσιμο ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού α) η από 9-6-2021 αίτηση αναίρεσης, β) οι εμπροθέσμως και παραδεκτά ασκηθέντες με το από 13-12-2022 (αρ. καταθ. 169/13-12-2022) αυτοτελές δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι αυτής κατά της εκδοθείσας κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας 35/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου που αφορά υπόθεση του Ν.3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων" και γ) η από 1-12-2022 αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της εταιρίας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ και το διακριτικό τίτλο INTRUM HELLAS Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π." υπέρ της αναιρεσίβλητης ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 και 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος ή ο ομόδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις εκθέσεις επιδόσεως: 6873Γ/10-9-2021, 687/6-10-2021 και 6875Γ/10-9-2021 της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Δ. Κ., τις οποίες προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσης της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την 4-11-2022 και κλήση για να παρασταθούν στη δικάσιμο αυτή επιδόθηκε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων που επισπεύδουν τη συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως στις πρώτη, δεύτερη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιριών, οι οποίες δεν εμφανίστηκαν, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά του πινακίου ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου.
Επομένως, κατ' εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, εφόσον η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση δεν εμφανίστηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικο της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, ενώ ως προς τις λοιπές πρώτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει να δικαστούν ερήμην, η συζήτηση, όμως, θα προχωρήσει σαν να ήταν παρούσες (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, Ολ.ΑΠ 14/2015) Μετά ταύτα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556 παρ.1, 558, 564, 566 παρ.1, 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ.), είναι παραδεκτή και πρέπει, εντεύθεν, να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα).
Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 1736/2017).
Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικο του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικο του.
Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικο του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεση του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005).
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στο Δήμο Αθηναίων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και το διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.", πρώην "ALTERNATIVE FINANCIAL SOLUTIONS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στη 1-12-2022 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, στους αναιρεσείοντες Α.
Β. και Ι. Β., καθόσον με πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησης του δικογράφου στους αναιρεσείοντες 30 ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο (βλ. τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την προσθέτως παρεμβαίνουσα υπ αριθ. 472Β και 473Β/9-12-2022 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Λάρισας με έδρα το Πρωτοδικείο Καρδίτσας Δ.
Γ.), καθώς επίσης στην υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε. και στις λοιπές αναιρεσίβλητες ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERG AS IAS A.E., ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε. και ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ (βλ. τις υπ' αριθ. 8451/8-12-2022, 1523Δ/8-12-2022, 5866Γ/8-12-2022, 5832Γ/8-12-2022 και 5872Γ/8-12-2022 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Εφετείο Αθηνών Ι.
Α., Λ. Γ. και Σ. Τ., αντίστοιχα) άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια και πληρεξούσια των απαιτήσεων, των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "PHOENIX NPL FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 ΚΠολΔ).
Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση. 326/2/17-9-2019 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που ο| οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την τράπεζα, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 12-9-2019 συμβάσεως πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν.2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό Πρωτοκόλλου .../13-7-2020 (στον τόμο 11 και με αριθμό 217), έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "PHOENIX SNF DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί με έδρα το Δουβλίνο της Ιρλανδίας, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε τη διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 21-7-2020 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων.
Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από τη σύμβαση που συνήψε με τους αναιρεσείοντες.
Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ' άρθρα και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 Και 573 ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 1/2023).
Όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθ. 6873Γ/10-9-2021, 687/6-10-2021 και 6875Γ/10-9-2021 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Κ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 4-11-2022 και κλήση για να παρασταθούν στη δικάσιμο αυτή, έχει επιδοθεί, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων που επισπεύδουν την συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως στην πρώτη, δεύτερη - προς ην η κοινοποίηση υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση και τέταρτη των - αναιρεσιβλήτων τραπεζικές εταιρείες (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ).
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας ορισθείσας δικάσιμο της υποθέσεως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκαν οι ως άνω αναιρεσίβλητες ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης.
Επομένως, κατ' εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, εφόσον η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικο της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, ενώ ως προς τις πρώτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες κλήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση θα χωρήσει ως εάν ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 14/2015).
Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ.α ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004).
Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 35/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Ως ημέρα συζήτησης της ως άνω αίτησης ορίστηκε αρχικά η δικάσιμος της 13-1-2023 , οι δε αιτούντες άσκησαν πρόσθετους λόγους αναίρεσης με το από 13-12-2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου αυθημερόν.
Από τις υπ' αριθ. 2460Γ, 2457Γ, 2455Γ, 2456Γ, 2454Γ και 2458Γ/13-12-2022 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Κ., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι αντίγραφο του δικογράφου των άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους και στην προσθέτως παρεμβαίνουσα στις 13-12-2022, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο.
Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει, συνεκδικαζόμενοι με την αίτηση αναίρεσης, να ερευνηθούν περαιτέρω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, , κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 4123/2021, ΑΠ 980/2021, ΑΠ 756/2021, ΑΠ, 501/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1009/2021, ΑΠ 123/2021, ΑΠ 1221/2020, ΑΠ 1210/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως (ΑΠ 20/2023).
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 560 αρ. 6 (αντίστοιχου του άρθρου 559 αρ. 19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/1999 ΑΠ 164/2021).
Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, πραγματικό μέρος της υπόθεσης, αλλά πρέπει, εκτός άλλων, να καθορίζεται η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που παραβιάστηκε εκ πλαγίου και το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου και να εκτίθενται οι παραδοχές αυτού, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε και ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής και να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια αυτών, δηλαδή, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αναίρεσης των παραδοχών του δικαστηρίου είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε, και ο έλεγχος της ορθότητας του διατακτικού της απόφασης, από την οποία τελικά εξαρτάται και η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΑΠ 228/2020).
Ως ζητήματα δε, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης. (ΑΠ 3/2022, ΑΠ 238/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 35/2020 απόφαση του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (αρθρ. 3 εδ. β' ν. 3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ), δέχθηκε, ανέλεγκτα, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη αιτούσα και ήδη εκκαλούσα (πρώτη αναιρεσείουσα) Α.
συζ. Ι. Β., το γένος Δ. Β., ηλικίας σαράντα πέντε ετών (ημερομηνία γέννησης 01-01-1972) κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ο δεύτερος αιτών και ήδη εκκαλών (δεύτερος αναιρεσείων) Ι. Β. τον Α. ηλικίας πενήντα πέντε ετών (ημερομηνία γέννησης 17-02-1962) κατά τον αυτόν ως άνω χρόνο, είναι σύζυγοι και γονείς τριών ήδη ενήλικων τέκνων: 1) του Α.
Β. ηλικίας 27 ετών, 2) του Δ. Β. ηλικίας 26 ετών και 3) της Ρ.-Ρ. Β. ηλικίας 24 ετών κατά τον ως άνω αναφερόμενο χρόνο. Κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης οι αιτούντες διέμεναν στη Ρόδο, ενώ κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχαν μετοικήσει στην Καρδίτσα, τόπο καταγωγής της πρώτης αιτούσας.
Η πρώτη αιτούσα κατά το χρόνο κατάθεση της ένδικης αίτησης (12-9-2012) εργαζόταν ως χειρίστρια ακτινολογικών μηχανημάτων στο Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου λαμβάνοντας μηνιαίο μισθό ύψους 1.117,97 ευρώ περίπου (βλ. το εκκαθαριστικό σημείωμα για το οικονομικό έτος 2013, που αφορά εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1-1 έως 31-12-2012, με βάση το οποίο οι ετήσιες αποδοχές από την εργασία της ανέρχονται σε 13.415,73 €), ενώ κατά το χρόνο συζήτησης αυτής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (1-11-2017) εργαζόταν ως χειρίστρια ακτινολογικών μηχανημάτων στο Γενικό Νοσοκομείο Καρδίτσας αντί μηνιαίου μισθού ύψους 1.105,69 ευρώ περίπου (βλ.
την πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου για το φορολογικό έτος 2016, που αφορά εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1-1 έως 31-12-2016, με βάση την οποία οι ετήσιες αποδοχές από την εργασία της ανέρχονται σε 13.268,35 €). Ο δεύτερος αιτών κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης (12-9-2012) εργαζόταν επίσης ως χειριστής ακτινολογικών μηχανημάτων στο Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου λαμβάνοντας μηνιαίο μισθό ύψους 1.492,67 ευρώ περίπου (βλ.
το εκκαθαριστικό σημείωμα για το οικονομικό έτος 2013, που αφορά εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1-1 έως 31-12-2012, με βάση το οποίο οι ετήσιες αποδοχές από την εργασία του ανέρχονται σε 17.912,07 €), ενώ κατά το χρόνο συζήτησης αυτής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (1-11-2017) είχε πλέον συνταξιοδοτηθεί λαμβάνοντας μηνιαία σύνταξη ύψους 1.052,19 ευρώ περίπου (βλ.
την πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου για το φορολογικό έτος 2016, που αφορά εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1-1 έως 31-12-2016, με βάση την οποία οι ετήσιες αποδοχές από την παραπάνω αιτία ανέρχονται σε 12.626,32 €). Σημειώνεται ότι ο δεύτερος αιτών έλαβε στις 30-3-2017, λίγους μήνες πριν τη συζήτηση της αίτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εφάπαξ ασφαλιστική παροχή, ύψους 20.062,63 ευρώ.
Οι αιτούντες έχουν κατά πλήρη κυριότητα και σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας μία μονοκατοικία στην περιοχή Καλλίθηρου Καρδίτσας, εμβαδού 120 τ.μ., κτισμένη σε οικόπεδο επιφάνειας 722 τ.μ., εκτιμώμενης εμπορικής αξίας 80.000 ευρώ. Περαιτέρω η πρώτη αιτούσα διαθέτει κατά πλήρη κυριότητα ένα διαμέρισμα ισογείου επί της οδού Αντ.
Αγγελίδη στη Ρόδο, επιφάνειας 105,30 τ.μ., εκτιμώμενης εμπορικής αξίας 200.000 ευρώ, ένα αγροτεμάχιο, επιφάνειας 5.000 τ.μ., στην περιοχή Καλλίθηρου, εκτιμώμενης εμπορικής αξίας 3.000 ευρώ και ένα αγροτεμάχιο, επιφάνειας 212 τ.μ., επίσης στην περιοχή Καλλίθηρου, εκτιμώμενης εμπορικής αξίας 300 ευρώ και τέλος ένα αυτοκίνητο μάρκας PEUGEOT μοντέλο 206, 1.200 κυβικών εκατοστών, αξίας 3.000 ευρώ.
Ο δεύτερος αιτών διαθέτει το 33,33% εξ αδιαιρέτου επί ενός οικοπέδου, εκτάσεως 2.343,64 τ.μ. στην περιοχή Αυλαγάς εντός οικισμού Κηπουρείου Γρεβενών, εμπορικής αξίας 1.500 ευρώ και ένα αυτοκίνητο μάρκας HONDA, τύπου CIVIC, 1.600 κυβικών εκατοστών, έτους αγοράς το 2003, αξίας 3.000 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, οι αιτούντες, χωρίς να έχουν πτωχευτική ικανότητα, είχαν αναλάβει τα παρακάτω χρέη: 1) από την πρώτη καθ' ης ήδη υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ":
α) το με αριθμό ... από 10-11-2005 στεγαστικό δάνειο, ύψους 170.000 €, στο οποίο οι αιτούντες έχουν συμβληθεί ως συνοφειλέτες και είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένο με υποθήκη στο διαμέρισμα κυριότητας της πρώτης απούσας στη Ρόδο, από το οποίο οφείλουν το ποσό των 186.300,02 €, β) το με αριθμό ... από 27-8-2010 δάνειο ρύθμισης οφειλών, ύψους 4.472,94 €, στο οποίο οι αιτούντες έχουν συμβληθεί ως συνοφειλέτες, από το οποίο οφείλουν το ποσό των 4.574,57 €, 2) από τη δεύτερη καθ' ης ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." το με αριθμό ...
από 31-1- 2008 στεγαστικό δάνειο, ύψους 90.000 €, στο οποίο οι αιτούντες έχουν συμβληθεί ως συνοφειλέτες και είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένο με προσημείωση υποθήκης στη μονοκατοικία συγκυριότητας των αιτούντων κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας στην περιοχή Καλλίθηρου Καρδίτσας, από το οποίο οφείλουν το ποσό των 88.974,20 €, 3) από την τρίτη καθ' ης ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK EPRGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" το με αριθμό ...
από 31 -3-2011 τοκοχρεωλυτικό δάνειο κάλυψης προσωπικών αναγκών, ύψους 18.000 €, στο οποίο οι αιτούντες έχουν συμβληθεί ως συνοφειλέτες και είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένο με προσημείωση υποθήκης στο διαμέρισμα κυριότητας της πρώτης αιτούσας στη Ρόδο, από το οποίο οφείλουν το ποσό των 20.200,52 €, 4) από την τέταρτη καθ' ης ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.":
α) καταναλωτικό δάνειο για αγορά οικιακού εξοπλισμού από την εταιρία "ΚΩΤΣΟΒΟΛΟΣ DIXONS RETAIL", στο οποίο έχει συμβληθεί ως οφειλέτης ο δεύτερος αιτών, από το οποίο οφείλει το ποσό των 2.597,93 €, β) καταναλωτικό δάνειο για αγορά οικιακού εξοπλισμού από την εταιρία "ΚΩΤΣΟΒΟΛΟΣ DIXONS RETAIL", στο οποίο έχει συμβληθεί ως οφειλέτης ο δεύτερος - αιτών, από το οποίο οφείλει το ποσό των 1.496,64 €, γ) καταναλωτικό δάνειο για αγορά οικιακού εξοπλισμού από την εταιρία "ΚΩΤΣΟΒΟΛΟΣ DIXONS RETAIL", στο οποίο έχει συμβληθεί ως οφειλέτης ο δεύτερος αιτών, από το οποίο οφείλει το ποσό των 657,82 €, δ) καταναλωτικό δάνειο για αγορά οικιακού εξοπλισμού από την εταιρία "ΚΩΤΣΟΒΟΛΟΣ DIXONS RETAIL", στο οποίο έχει συμβληθεί ως οφειλέτης ο δεύτερος αιτών, από το οποίο οφείλει το ποσό των 694,45 €, ε) καταναλωτικό δάνειο για αγορά οικιακού εξοπλισμού από την εταιρία "ΚΩΤΣΟΒΟΛΟΣ DIXONS RETAIL", στο οποίο έχει συμβληθεί ως οφειλέτης ο δεύτερος αιτών, από το οποίο οφείλει το ποσό των 1.569,15 € και στ) καταναλωτικό δάνειο για αγορά οικιακού εξοπλισμού από την εταιρία "ΚΩΤΣΟΒΟΛΟΣ DIXONS RETAIL", στο οποίο έχει συμβληθεί ως οφειλέτης ο δεύτερος αιτών, από το οποίο οφείλει το ποσό των 1.623,55 € και 5) από το πέμπτο καθ' ου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ":
α) το με αριθμό λογαριασμού ... από 1-7-2009 τοκοχρεωλυτικό δάνειο μικροεπισκευών, ύψους 20.000 €, στο οποίο έχει συμβληθεί η πρώτη αιτούσα ως οφειλέτρια, από το οποίο οφείλει το ποσό των 16.531,22 € και β) το με αριθμό λογαριασμού ... από 1-7-2009 τοκοχρεωλυτικό δάνειο μικροεπισκευών, ύψους 20.000 €, στο οποίο έχει συμβληθεί ο δεύτερος αιτών ως οφειλέτης, από το οποίο οφείλει το ποσό των 16.531,22 €.
Οι εκκαλούντες - αιτούντες ισχυρίζονται ότι έχουν περιέλθει σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των προαναφερόμενων οφειλών τους. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε από κανένα κρίσιμο αποδεικτικό μέσο, καθόσον ουδόλως αποδείχθηκε κάποια ουσιαστική δυσμενής μεταβολή των εισοδημάτων των αιτούντων κατά το χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, σε σχέση με το χρόνο ανάληψης των δανειακών υποχρεώσεων, η οποία να συντέλεσε στην αδυναμία καταβολής των άνω χρεών, ούτε κάποιο έκτακτο και ακραίο γεγονός εξαιτίας του οποίου να περιήλθαν οι αιτούντες χωρίς υπαιτιότητά τους σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των προαναφερόμενων οφειλών τους, ούτε άλλωστε αποδείχθηκε δυσανάλογη αύξηση των δαπανών διαβίωσης αυτών.
Ειδικότερα, με βάση τα προσκομισθέντα από τους αιτούντες εκκαθαριστικά σημειώματα και πράξεις διοικητικού προσδιορισμού φόρου, η πρώτη αιτούσα το οικονομικό έτος 2005 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 14.579,34 €, το οικονομικό έτος 2006 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 15.397,54 €, το οικονομικό έτος 2007 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 20.767,74 €, το οικονομικό έτος 2008 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 17.322,34 €, το οικονομικό έτος 2009 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 19.059,75 €, το οικονομικό έτος 2010 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 21.874,64 €, το οικονομικό έτος 2011 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 20.430,26 €, το οικονομικό έτος 2012 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 16.839,21 €, το οικονομικό έτος 2013 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 13.415,73 €, το οικονομικό έτος 2014 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 13.926,77 €, το φορολογικό έτος 2014 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 13.159,99 €, το φορολογικό έτος 2015 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 15.978,94 € και το φορολογικό έτος 2016 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 13.268,35€, ενώ ο δεύτερος αιτών το οικονομικό έτος 2005 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 20.234,22 €, το οικονομικό έτος 2006 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 22.510,54 €, το οικονομικό έτος 2007 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 26.487,27 €, το οικονομικό έτος 2008 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 22.074,65 €, το οικονομικό έτος 2009 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 23.625,75 €, το οικονομικό έτος 2010 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 27.473,51 €,το οικονομικό έτος 2011 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 24.907,79 €, το οικονομικό έτος 2012 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 21.453,94 €, το οικονομικό έτος 2013 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 17.912,07 €, το οικονομικό έτος 2014 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 20.761,64 €, το φορολογικό έτος 2014 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 13.951,85 €, το φορολογικό έτος 2015 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 12.288,46 € και το φορολογικό έτος 2016 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 12.626,32 €.
Δηλαδή με βάση τα προσκομισθέντα από τους αιτούντες εκκαθαριστικά σημειώματα δεν προκύπτουν ιδιαίτερες διαφοροποιήσεις των εισοδημάτων τους, πόσο μάλλον κατακόρυφη μείωση αυτών, αντίθετα μάλιστα υπήρχαν χρήσεις μέσα στην παραπάνω περίοδο όπου τα εισοδήματα τους ήταν υψηλότερα σε σχέση με το έτος 2005, οπότε και ανέλαβαν τη μεγαλύτερη από τις παραπάνω δανειακές υποχρεώσεις, ύψους 170.000 €, δυνάμει του με αριθμό ...
από 10-11- 2005 στεγαστικού δανείου που έλαβαν από την πρώτη καθ' ης ήδη υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" ή σε σχέση με το έτος 2008, οπότε και ανέλαβαν τη δεύτερη μεγαλύτερη από τις παραπάνω δανειακές υποχρεώσεις, ύψους 90.000 €, δυνάμει του με αριθμό ...
από 31-1-2008 στεγαστικού δανείου που έλαβαν από τη δεύτερη καθ' ης ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.". Πιο συγκεκριμένα, οι αιτούντες κατά το οικονομικό έτος 2005 είχαν και οι δύο μαζί συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 34.813,56 € (14.579,34 + 20.234,22) και κατά το οικονομικό έτος 2008 είχαν και οι δύο μαζί συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 39.396,99 € (17.322,34 + 22.074,65), ενώ κατά το οικονομικό έτος 2012 (χρήση 1-1 έως 31-12-2011, ήτοι κατά έτος που προηγείται της κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης) είχαν και οι δύο μαζί συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 38.293,15 € (16.839,21 + 21.453,94), δηλαδή είχαν οικογενειακό εισόδημα αντίστοιχο ή και υψηλότερο αυτού που είχαν κατά τα έτη ανάληψης των παραπάνω δανείων, κατά το επόμενο οικονομικό έτος 2013 (χρήση 1-1 έως 31-12-2012, ήτοι κατά το έτος κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης) είχαν και οι δύο μαζί συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 31.327,80 € (13.415,73 + 17.912,07), παρατηρείται δηλαδή μία μείωση της τάξης του 10-20% σε σχέση με το οικογενειακό τους εισόδημα κατά τα έτη ανάληψης των παραπάνω δανείων, μείωση η οποία ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν είναι τόσο μεγάλη ώστε να ανατρέψει τη σχέση ρευστότητας ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών των εκκαλούντων - αιτούντων, καθιστώντας την αρνητική και τέλος κατά το οικονομικό έτος 2014 (χρήση 1-1 έως 31-12-2013, ήτοι κατά έτος που έπεται της κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης) είχαν και οι δύο μαζί συνολικό δηλωθέν εισόδημα ύψους 34.688,41 € (13.926,77 + 20.761,64), δηλαδή είχαν και πάλι οικογενειακό εισόδημα αντίστοιχο αυτού που είχαν κατά τα έτη ανάληψης των παραπάνω δανείων.
Από την άλλη πλευρά οι βιοτικές ανάγκες των αιτούντων δεν αυξήθηκαν ραγδαία και σε μόνιμη βάση μετά το χρόνο ανάληψης των παραπάνω δανειακών υποχρεώσεων και μέχρι το χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης, καθώς ναι μεν τα τρία τέκνα τους, ανήλικα κατά το χρόνο ανάληψης των παραπάνω δανειακών υποχρεώσεων, ήταν μαθητές και συνοικούσαν με τους αιτούντες στη Ρόδο, ενώ κατά το χρόνο κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης ήταν και οι τρεις πλέον φοιτητές και διέμεναν στην Αθήνα επιβαρύνοντας αντίστοιχα τον οικογενειακό προϋπολογισμό με δαπάνες ενοικίου κλπ, πλην όμως, η εξαιτίας των σπουδών των παιδιών των αιτούντων αύξηση των δαπανών διαβίωσης τους δεν ήταν τόσο δραματική, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς και τις δαπάνες στις οποίες υποβάλλονταν οι αιτούντες τα προηγούμενα χρόνια για τη διατροφή, τη συντήρηση τους, τις εξωσχολικές τους δραστηριότητες και την ενισχυτική διδασκαλία, ενόψει της προετοιμασίας για τις πανελλήνιες εξετάσεις για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, αλλά κυρίως δεν είχε χαρακτηριστικά μονιμότητας, αλλά αντιθέτως είναι κατεξοχήν πρόσκαιρη, δηλονότι οι σπουδές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση διαρκούν 4-5 έτη και μετά την ολοκλήρωσή τους τα τέκνα παύουν, μόνιμα πλέον, να επιβαρύνουν τον οικογενειακό προϋπολογισμό, αφού στο εξής καλύπτουν τις βιοτικές τους ανάγκες με τις δικές τους δυνάμεις.
Συνακόλουθα, η κατάσταση της ρευστότητας των αιτούντων αναμένεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να βελτιωθεί στο άμεσο και ορατό μέλλον, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι τα τέκνα έχουν πλέον μεγαλώσει και στο άμεσο και ορατό μέλλον θα δύνανται να αντιμετωπίζουν μόνα τους τις βιοτικές τους ανάγκες, απαλλάσσοντας τους αιτούντες από τα σχετικά βάρη, αλλά και το γεγονός ότι οι αιτούντες έχουν ήδη μετοικήσει στην Καρδίτσα και έτσι μπορούν κάλλιστα να εκμισθώσουν το διαμέρισμα τους στη Ρόδο, αποκομίζοντας ένα σημαντικό μηνιαίο έσοδο, το οποίο δε φαίνεται να έχει ληφθεί υπόψη μέχρι σήμερα.
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν υφίστατο, κατά. την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης, μόνιμη αδυναμία πληρωμής, των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών των εκκαλούντων - αιτούντων, ενόψει του ότι, αφενός μεν, από την άνω αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών των εκκαλούντων - αιτούντων, δε συνάγεται αδυναμία καταβολής των ληξιπρόθεσμων δόσεων των ως άνω δανείων, καθόσον η μείωση των εισοδημάτων τους δεν ήταν τέτοια ώστε να ανατραπεί η σχέση ρευστότητας προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους, λαμβανομένων υπόψιν και των βιοτικών τους αναγκών, αφετέρου, δε, εκ των ανωτέρω, διαφαίνεται η δυνατότητα να αναστραφεί η πρόσκαιρη οικονομική στενότητα των εισοδημάτων των εκκαλούντων - αιτούντων, με αποτέλεσμα να ελλείπει και το στοιχείο της μονιμότητας της αδυναμίας πληρωμών.
Συνεπώς, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή των εκκαλούντων - αιτούντων στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με βάση τις ως άνω παραδοχές το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελες Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού προέβη στην αντικατάσταση των αιτιολογιών της απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.που με την εκκαλουμένη απόφασή του είχε ομοίως απορρίψει την αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, αφού έλαβε υπόψη όλα τα έσοδα των αιτούντων και δη τα εισοδήματα από τη σύνταξη του δευτέρου των αιτούντων, τα εισοδήματά του από τη ληφθείσα εφάπαξ ασφαλιστική παροχή από την υπηρεσία του, τα εισοδήματα της πρώτης αιτούσας από την εργασία της, την οικογενειακή τους κατάσταση και τις βιοτικές τους ανάγκες, τα ληφθέντα δάνεια και τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους από αυτά, όπως όλα τα ανωτέρω οικονομικά δεδομένα των αιτούντων είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο κατάθεσης της από 7-9-2012 αίτησης (ενώπιον του Ειρηνοδικείου), αλλά και μετά από αυτή (την κατάθεση) μέχρι τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, συνήγαγε, ότι οι αιτούντες δεν περιήλθαν σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών προς τις πιστώτριες τράπεζες και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 19-9-2018 έφεση των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 114/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ρόδου.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν 3869/2010, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή σ' αυτήν των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, και οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής τους εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 αξιολόγησε εσφαλμένα τη σχέση ρευστότητας, ληξιπροθέσμων οφειλών και των βιοτικών αναγκών αυτών (αναιρεσειόντων), δεδομένου ότι τα εισοδήματά τους από το έτος 2012 και εντεύθεν μειώθηκαν κατά τρόπο τέτοιο που δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν πλέον κατά τρόπο μόνιμο στις δανειακές τους υποχρεώσεις, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες.
Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης και τον πρόσθετο λόγο αυτής οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου χωρίς επαρκή αιτιολογία δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ουσιαστική δυσμενής μεταβολή των συνθηκών των εισοδημάτων των αναιρεσειόντων κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης, παρά το γεγονός ότι ενώ μειώθηκαν τα εισοδήματά τους και αντίστοιχα αυξήθηκαν οι φόροι, δεν ασχολήθηκε με το ύψος των βιοτικών τους αναγκών, ενώ αναιτιολογήτως εδέχθη ότι τα τρία τέκνα τους είχαν εξωσχολικές δραστηριότητες και ενισχυτική διδασκαλία για την εισαγωγή τους στο Πανεπιστήμιο και περαιτέρω θεωρεί βέβαιο (χωρίς να παρατίθεται επαρκής αιτιολογία) ότι τα τέκνα τους μετά την ολοκλήρωση των σπουδών θα εργασθούν και ότι λόγω ολοκλήρωσης των σπουδών των τέκνων τους θα αυξηθούν τα εισοδήματά τους, αφού δεν θα επιβαρύνονται πλέον και με τις σχετικές δαπάνες ανατροφής και εκπαίδευσης των τέκνων τους. Επίσης δεν έλαβε υπόψη ότι ο δεύτερος αναιρεσείων είναι συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος και ελάμβανε μειωμένη σύνταξη κατά 50% κατά το χρονικό διάστημα από 6-8-2014 έως 15-5-2015.
Ενόψει του συνόλου των ως άνω παραδοχών του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας, άλλως αντιφατικών αιτιολογιών, αφού από το αιτιολογικό της σαφώς προκύπτουν όλα τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα και είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη υπόθεση περί συνδρομής των νόμιμων όρων που δικαιολογούν την απόρριψη της ένδικης αίτησης, διέλαβε δε το Εφετείο στην απόφασή του αυτή, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα της σχέσης ρευστότητας, ληξιπροθέσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών των αναιρεσειόντων που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των άνω διατάξεων, χωρίς να απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, πλήττουν απαραδέκτως την ακυρωτικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Ειδικότερα στην προσβαλλομένη εκτίθενται αναλυτικά 1) τα εισοδήματα των αναιρεσειόντων από το έτος 2012, κατά τον οποίο κατατέθηκε η αίτηση, έως και τη συζήτηση αυτής ενώπιον του Ειρηνοδικείου, 2) τα περιουσιακά στοιχεία αυτών 3) τη δυνατότητά τους να αξιοποιήσουν (με την εκμίσθωσή της) την κατοικία τους στη Ρόδο, 4) τις δανειακές τους υποχρεώσεις και 5) τις εν γένει βιοτικές τους ανάγκες, τόσο κατά τη διάρκεια των σπουδών των τέκνων τους, όσο και μετά την περαίωση αυτών.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας τα αντίθετα, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε, που, υπό την επίκληση της ίδιας αιτίασης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος (άρθ.561 παρ.1 ΚΠολΔ), ενώ οι επικαλούμενες ελλείψεις των αιτιολογιών, που αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, ή στη σχετική με αυτή (εκτίμηση των αποδείξεων) επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου δεν θεμελιώνουν την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 α ρ. 6 ΚΠολΔ.
Επί πλέον τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων (ότι τα τέκνα τους είχαν εξωσχολικές δραστηριότητες και ενισχυτική διδασκαλία για την εισαγωγή τους στο Πανεπιστήμιο, ότι αυτά μετά την ολοκλήρωση των σπουδών τους θα εργασθούν και
θα αυξηθούν τα εισοδήματά τους, αφού δεν θα επιβαρύνονται πλέον και με τις σχετικές δαπάνες ανατροφής και εκπαίδευσης των τέκνων τους), σύμφωνα με την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 560 αρ. 6 (αντίστοιχου του άρθρου 559 αρ. 19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 εδ. β' του ΚΠολΔ και, κατ' ανάλογη εφαρμογή, του άρθρου 560 αρ, 5 εδ. β" του ίδιου Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και έχει ισχύ από 1-1-2016, μεταξύ άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (10-6-2021), ο αναιρετικός λόγος από τη διάταξη αυτή ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός, για μη λήψη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι παραδεκτά προβαλλόμενοι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά τον νόμο διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 523/2018, ΑΠ 793/2015), όχι όμως και οι ισχυρισμοί, που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν αυτοτέλεια (ΑΠ 150/2015, ΑΠ 726/2014, ΑΠ 1042/2013).
Σε περίπτωση, δηλαδή, παραλείψεως του δικαστηρίου να λάβει υπόψη κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, για την ίδρυση του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει ο αγνοηθείς ισχυρισμός να είναι ουσιώδης και πρόσφορος να επηρεάσει ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Συνεπώς, εάν ο προβληθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή αόριστος, δηλαδή επουσιώδης, δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 246/2020, ΑΠ 447/2020, ΑΠ 558/2018, ΑΠ 1447/2017).? Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την εκ του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους ότι είχαν υποβληθεί σε αυξημένες δαπάνες κατά το χρονικό διάστημα που τα τρία τέκνα τους παρακολουθούσαν τις πανεπιστημιακές σπουδές και διέμεναν σε μισθωμένη κατοικία σε άλλη πόλη, γεγονός που επηρέασε την οικονομική δυνατότητά τους να ανταποκριθούν στις δανειακές τους υποχρεώσεις, όπως επίσης δεν έλαβε υπόψη την αύξηση του κόστους διαβίωσης, της φορολογίας σε συνδυασμό με τη μείωση των ετήσιων εισοδημάτων τους. Σύμφωνα με την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, οι ως άνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο.
Συνεπώς, ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β1 του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 9-6-2021 αίτηση αναίρεσης, τους πρόσθετους λόγους και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" υπέρ της δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.".
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9-6-2021 αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους κατά της υπ' αριθμ. 35/2020 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ