Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to non-existent plaintiff and vague legal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by four plaintiffs against a Court of First Instance judgment. The plaintiffs sought to challenge the lower court's ruling regarding corporate fraud involving a hotel company, but the court found the appeal inadmissible. The court determined that the plaintiffs were non-existent persons at the time of the appeal and that several grounds for appeal were either vague or concerned procedural rather than substantive law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 34, 35, 61, 72, 784 of the Civil Code; Article 62 of the Code of Civil Procedure: A lawsuit filed by a non-existent person is inadmissible, and an appeal must specify precise substantive legal errors to be admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 11 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 11/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Μ. του Σ., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Φώτιου Παπαγεωργίου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ι. Μ. του Σ., 3) Ε. Μ. του Σ., 4) Α. χήρα Σ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Παπαγεωργίου και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Α. του Π., 2) Χ. Α. του Π., κατοίκων Μ. Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Κυριαζή και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Π. Α. του Γ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/12/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 18/2016 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11/4/2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 62 εδ. α' ΚΠολΔ, που σκοπεί τον καθορισμό των προσώπων που μπορούν να είναι υποκείμενα της έννομης σχέσης της δίκης, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα διαδίκου ρυθμίζεται με άμεση συνάρτηση προς το ουσιαστικό δίκαιο και δη τις διατάξεις των άρθρων 34, 35, 61, 72 και 784 ΑΚ.
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 35 ΑΚ, το φυσικό πρόσωπο αρχίζει να υπάρχει μόλις γεννηθεί ζωντανό και παύει να υπάρχει με το θάνατό του. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, αγωγή μπορεί να ασκήσει μόνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που υπάρχει. Το δικόγραφο της αγωγής που φέρει ως ενάγοντα πρόσωπο ανύπαρκτο, όπως φυσικό πρόσωπο το οποίο πράγματι δεν υπήρξε ποτέ ή που έχει αποβιώσει πριν από το χρόνο άσκησής της, είναι απαράδεκτο (ΑΠ 641/2006).
Επίσης, άκυρο είναι το δικόγραφο της αγωγής και όταν απευθύνεται κατά ανύπαρκτου προσώπου. Σ' αυτές τις περιπτώσεις η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, διότι, η δυνατότητα του να είναι κανείς διάδικος, αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση για την έκδοση απόφασης επί της ουσίας, την παραπάνω, δε, διαδικαστική προϋπόθεση, εξετάζει το δικαστήριο, αυτεπάγγελτα, κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ, σε κάθε στάση της δίκης και το εξ αντικειμένου βάρος απόδειξης αυτής φέρει ο ενάγων (ΑΠ 147/2006).
Αν η έλλειψη της ικανότητας του ενάγοντος να είναι διάδικος, διαλάθει της προσοχής του δικαστηρίου και εκδοθεί απόφαση στο όνομα ήδη αποβιώσαντος προσώπου, αυτή, εφόσον καταστεί τελεσίδικη, δεν παράγει τις έννομες συνέπειες της δικαστικής απόφασης, όπως εκτελεστότητα και δεδικασμένο (ΑΠ 533/2018, ΑΠ 147/2006).
Εξάλλου, εάν εγερθεί αγωγή από υπαρκτό πρόσωπο ως ενάγοντος και μετά την άσκηση αυτής επακολουθήσει ο θάνατός του, εφόσον πρόκειται για υπόθεση απολύτως προσωποπαγή, και, συνεπώς, μη δεκτική καθολικής διαδοχής, με τη γνωστοποίηση του θανάτου αυτού, η δίκη δεν διακόπτεται, αφού στη θέση του αποβιώσαντος δεν υπεισέρχονται οι καθολικοί διάδοχοί του, αλλά το δικαστήριο θα απαγγείλει την κατάργηση της δίκης (ΑΠ 490/2001).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠολΔ, η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη (ΟλΑΠ 27/1988, ΑΠ 981/2018). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις, εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), διατάξεις των άρθρων 286 επ.
ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το ένδικο μέσο της αναίρεσης, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 558 εδ. α' ΚΠολΔ, απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, στην περίπτωση που, κατά το χρόνο άσκησής της, ήτοι της κατάθεσης του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), έχει αποβιώσει κάποιος αντίδικος του αναιρεσείοντος, πρέπει να απευθύνεται κατά των κληρονόμων του, εφόσον βέβαια πρόκειται για κληρονομητό δικαίωμα.
Εάν πρόκειται για προσωποπαγές δικαίωμα και ο αναιρεσείων είχε λάβει γνώση με οποιοδήποτε τρόπο, πριν την άσκηση της αναίρεσης, του θανάτου του αντιδίκου του, η αναίρεση απευθυνόμενη κατά του αποβιώσαντος αντιδίκου είναι απαράδεκτη, λόγω ακυρότητας του δικογράφου της, σύμφωνα με τα άρθρα 62 εδ. α', 73, 159, 160 παρ. 1 και 556 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Η ακυρότητα αυτή, ως αναγόμενη στην έλλειψη της κατά το άρθρο 62 εδ. α' ΚΠολΔ, διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας να είναι κάποιος διάδικος, λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, εφόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία προκύπτουν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλαδή ο προηγηθείς της άσκησης της αναίρεσης θάνατος του αντιδίκου του αναιρεσείοντος και η κατά την άσκηση αυτής γνώση του γεγονότος τούτου από τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 533/2017, ΑΠ 1282/2009, ΑΠ 65/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά των αναιρεσειόντων, την από 16-12-2008 αγωγή τους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία, υπό τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο πραγματικά περιστατικά, ζήτησαν την αναγνώριση της πλαστότητας 12.825 μετοχών της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία <<Ξενοδοχειακές - Τουριστικές Επιχειρήσεις ΑΣΜΠΟ Α.Ε.>>, τις οποίες φέρονται να κατέχουν οι αναιρεσείοντες.
Επί της αγωγής αυτής, συζητηθείσας κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η 152/2011 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε αυτή δεκτή. Κατά της ως άνω απόφασης, οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, άσκησαν την από 7-11-2011 έφεση. Το Εφετείο Κέρκυρας, αφού δίκασε ερήμην του τρίτου αναιρεσίβλητου, και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, εξέδωσε την προσβαλλόμενη 18/2016 απόφασή του, με την οποία απέρριψε την έφεση.
Οι δύο πρώτοι των αναιρεσίβλητων, με παραγγελία της πληρεξουσίας τους δικηγόρου, η οποία τους εκπροσώπησε στη δίκη ενώπιον του Εφετείου Κέρκυρας, επέδωσαν, στις 14-3-2017, την εκδοθείσα απόφαση στους αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από τα επιδοθέντα σ' αυτούς επικυρωμένα αντίγραφα της απόφασης, τα οποία φέρουν την, κατ' άρθρο 139 παρ. 3 ΚΠολΔ, σημείωση του ενεργήσαντος την επίδοση δικαστικού επιμελητή Γ.
Σ., τα οποία νόμιμα προσκομίζονται. Οι αναιρεσείοντες, την 11-4-2017, κατέθεσαν στη Γραμματεία του Εφετείου Κέρκυρας, την από την ημερομηνία αυτή αίτηση αναίρεσης κατά της προαναφερόμενης εφετειακής απόφασης. Την αναίρεση άσκησαν εναντίον όλων των αντιδίκων τους στη δίκη ενώπιον του Εφετείου. Από την προσκομιζόμενη νόμιμα από τους αναιρεσείοντες, με στοιχεία 2009/…/…, ληξιαρχική πράξη θανάτου, που συνέταξε ο ληξίαρχος του Δήμου Αχιλλείων Κέρκυρας, προκύπτει ότι, ο τρίτος αναιρεσίβλητος, Π.
Α. του Γ., είχε αποβιώσει στις 2-9-2009, ήτοι μετά μεν την άσκηση της ένδικης αγωγής, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Κέρκυρας στις 16-12-2008 και επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους στις 23-12-2008, αλλά πριν ακόμη τη συζήτησή της στον πρώτο βαθμό, που έγινε στις 17-5-2011. Ο θάνατος του άνω ενάγοντος, δεν δηλώθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, στη συζήτηση ενώπιον του οποίου αυτός φέρεται παριστάμενος, να εκπροσωπείται από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευφημία Τσαγκαλίδου.
Στη δίκη ενώπιον του Εφετείου Κέρκυρας, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ως άνω θανών, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και δικάστηκε ερήμην. Οι αναιρεσείοντες, στη δίκη εκείνη, με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους, είχαν προβάλει το θάνατο του τρίτου των εναγόντων-εφεσίβλητων, και ισχυρίστηκαν σφάλμα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, επειδή δεν εφαρμόστηκε το άρθρο 286 ΚΠολΔ περί διακοπής της δίκης, λόγω θανάτου του διαδίκου αυτού.
Ήδη, δε, με το δικόγραφο της αναίρεσης, αναφέρονται στην προβολή του λόγου αυτού και την απόρριψή του από το Εφετείο.
Συνεπώς, οι αναιρεσείοντες, κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης, την 11-4-2017, στη Γραμματεία του Εφετείου Κέρκυρας, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, γνώριζαν τον επελθόντα θάνατο του τρίτου αναιρεσίβλητου και παρά ταύτα, απηύθυναν την αναίρεση και σε βάρος αυτού. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η αναίρεση, ως προς τον απολειπόμενο τρίτο αναιρεσίβλητο, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί.
Πρέπει να σημειωθεί, ότι, στην προκείμενη περίπτωση, το δικαίωμα που ασκείται με την αγωγή, είναι για τον τρίτο ενάγοντα-τρίτο αναιρεσίβλητο, προσωποπαγές, αφού αυτός έχει την ιδιότητα του ενάγοντος, όχι ως μέτοχος της ανώνυμης εταιρείας, αλλά μόνο ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής. Η ιδιότητα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας, παύει με το θάνατο του μέλους και δεν κληρονομείται, όπως σαφώς προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1-4, 7 και 8, 19 και 34 παρ. 1 περ.
β'και 2 περ. γ' και δ' του ΚΝ 2190/1920. Με βάση τα ανωτέρω, η ένδικη αγωγή, είχε ασκηθεί από υπαρκτό πρόσωπο, αφού ο τρίτος ενάγων απεβίωσε μετά την άσκησή της, και, συνεπώς, δεν έπασχε από ακυρότητα, λόγω, όμως, του προσωποπαγούς χαρακτήρα του επίδικου δικαιώματος που ασκούσε ο διάδικος αυτός, και αν γινόταν με οποιοδήποτε τρόπο η γνωστοποίηση του θανάτου του στο Δικαστήριο, δεν συνέτρεχε περίπτωση και δεν υπήρχε πεδίο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή της δίκης και επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του ή την άσκηση του ένδικου μέσου σε βάρος των κληρονόμων του ή την επίδοση ασκούμενου ένδικου μέσου στους τελευταίους.
Για τον ίδιο λόγο, μολονότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στον ερημοδικασθέντα, στη δίκη ενώπιον του Εφετείου, τρίτο αναιρεσίβλητο, δεν τίθεται ζήτημα για το ότι δεν κατέστη η απόφαση αυτή τελεσίδικη ως προς όλους τους διαδίκους, ήτοι και ως προς τον απολειπόμενο τρίτο αναιρεσίβλητο, δεδομένου ότι αυτός έχει αποβιώσει.
Τ ο ασκούμενο όμως με την αγωγή δικαίωμα δεν κληρονομείται, αφού είναι προσωποπαγές και κατ' ακολουθία δεν παρέχεται σε οποιονδήποτε δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία είναι τελεσίδικη ως προς τους λοιπούς διαδίκους και παραδεκτά προσβάλλεται με αναίρεση.
Περαιτέρω, με την ένδικη από 11-4-2017 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των δύο πρώτων αναιρεσίβλητων και των αναιρεσειόντων, εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, 18/2016 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας. Με την τελευταία απόφαση, απορρίφθηκε η έφεση που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες κατά της 152/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 16-12-2008 αγωγή των αναιρεσίβλητων για αναγνώριση της πλαστότητας των μετοχών της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία <<Ξενοδοχειακές - Τουριστικές Επιχειρήσεις ΑΣΜΠΟ Α.Ε.>>, που εμφανίζονταν να κατέχουν οι αναιρεσείοντες ως κληρονόμοι του Σ.
Μ.. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 852/2015, ΑΠ 360/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, μέμφονται το Εφετείο, διότι, εσφαλμένα έκρινε ότι οι επίδικες μετοχές της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία <<Ξενοδοχειακές - Τουριστικές Επιχειρήσεις ΑΣΜΠΟ Α.Ε.>>, τις οποίες αυτοί κατέχουν, ήταν πλαστές. Το σφάλμα θεμελιώνουν στα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία ισχυρίζονται ότι έπρεπε το Εφετείο να καταλήξει σε διαφορετική κρίση και να απορρίψει την αγωγή.
Ειδικότερα, διατείνονται ότι το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, είναι εσφαλμένο, διότι: α) από το επίσημο και θεωρημένο βιβλίο των μετόχων και μετοχών της ανώνυμης εταιρείας, το οποίο οι αναιρεσίβλητοι δεν προσέβαλαν για πλαστότητα, αποδεικνύεται ότι αποκλειστικοί μέτοχοι τούτων ήταν οι δύο πρώτοι εξ αυτών και ο αποβιώσας πατέρας τους Σ.
Μ., β) οι πράξεις, που αναφέρονται στα επικαλούμενα από τους αναιρεσίβλητους ιδιωτικά συμφωνητικά, περί μεταβίβασης μετοχών από τους πρώτη και δεύτερο των αναιρεσειόντων στους πρώτο και δεύτερο αναιρεσίβλητους, αντίστοιχα, δεν εκτελέστηκαν, καθόσον το χρέος του Σ. Μ. προς τον Π. Α., είχε αποσβεστεί με εξόφληση και δεν έγινε προς αυτούς καμία μεταβίβαση μετοχών, γ) οι αναιρεσίβλητοι, για το δικαίωμά τους δεν έχουν προβεί σε καμία επίσημη ανακοίνωση προς το αρμόδιο Τμήμα Εμπορίου της Νομαρχίας Κέρκυρας, ούτε δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ το Δ.Σ.
ή η μεταβίβαση των μετοχών προς αυτούς, με βάση τα επικαλούμενα ιδιωτικά συμφωνητικά, οι επίδικες, δε, μετοχές, βρίσκονται κατατεθιμένες στην τράπεζα ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε. και δ) η εγγραφή στα βιβλία μετόχων και μετοχών της εταιρείας, με βάση την οποία αποδεικνύεται ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) είναι μέτοχοι της ανώνυμης εταιρείας, είναι προγενέστερη από την κατάρτιση των επικαλούμενων από τους αναιρεσίβλητους δύο συμφωνητικών.
Επίσης, παραπονούνται διότι, εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο ότι οι μετοχές είναι πλαστές και πλαστογράφος είναι ο Σ. Μ., ενώ είχε παύσει η εναντίον εκείνου ασκηθείσα ποινική δίωξη λόγω του θανάτου του και σε βάρος αυτών δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη, και συνεπώς, κατέληξε στην κρίση του, χωρίς να υπάρχει καταδικαστική απόφαση για την πλαστογραφία αυτών και χωρίς αποδείξεις, αφού, παρά το αίτημά τους, δεν διέταξε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη.
Ο λόγος αυτός, με τον οποίο πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Εφετείου με την αποδιδόμενη εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, είναι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, απαράδεκτος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 368, 387 και 388 ΚΠολΔ. συνάγεται ότι, η διάταξη πραγματογνωμοσύνης επί συγκεκριμένου ζητήματος ή η διάταξη νέας ή επανάληψης ή συμπλήρωσης της αρχικής από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, και δεν ελέγχεται αναιρετικά, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία, κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο, κατά το άρθρο 368 παρ. 2 ΚΠολΔ.
κρίνει ότι χρειάζονται "ειδικές" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες (ΑΠ 1025/2014, ΑΠ 1088/2014). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται, όταν, το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), είτε έλαβε υπόψη του "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Νοούνται δε ως "πράγματα", οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 97/2016), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, των ενδίκων μέσων της έφεσης, της ανακοπής και τριτανακοπής.
Οι διαδικαστικές αιτήσεις, μπορούν να ιδρύσουν το λόγο αυτό, μόνο όταν είναι υποχρεωτικές για το δικαστήριο της ουσίας και όχι όταν αυτές εναπόκεινται στην κυριαρχική του εξουσία (ΑΠ 1602/2017, ΑΠ 1623/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους, δεύτερο και τρίτο, λόγους της αναίρεσης, και με την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες, ότι, το Εφετείο δεν διέταξε τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, για τη διαπίστωση της πλαστότητας των ένδικων μετοχών τους, η οποία αποδίδονταν με την αγωγή, για τη διεξαγωγή της οποίας είχαν υποβάλει σχετικό αίτημα και συνεπώς, δεν έλαβε υπόψη του "πράγμα" που οι αναιρεσείοντες είχαν προτείνει και είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και επιπλέον άφησε τη σχετική αίτησή τους αδίκαστη.
Οι ανωτέρω αιτιάσεις, δεν ιδρύουν κάποιον από τους αποδιδόμενους αναιρετικούς λόγους, δεδομένου ότι, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, η σχετική κρίση για τη διενέργεια ή μη πραγματογνωμοσύνης, ανήκει στη διακριτική και, συνακόλουθα, ανέλεγκτη αναιρετικά, ευχέρεια του Εφετείου και, συνεπώς, το σχετικό αίτημα, έστω και αν αποτέλεσε περιεχόμενο λόγου έφεσης, δεν συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ούτε "αίτηση", κατά την έννοια του αρ. 9 (και όχι 8, όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο) του ίδιου ως άνω άρθρου, για να στοιχειοθετήσουν τις εκ των διατάξεων αυτών προβαλλόμενες αναιρετικές πλημμέλειες, ενόψει και του ότι οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται, ούτε, όμως, και από την παραδεκτά επισκοπούμενη, αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι, για το ζήτημα της διαπίστωσης της αλήθειας του ισχυρισμού περί πλαστότητας των επίδικων μετοχών, χρειάζονταν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.
Επομένως, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι. Ο, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα "πράγματα", που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη.
Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντίστοιχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ? αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια. Ισχυρίζονται, δε, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, ότι το Εφετείο δέχθηκε την πλαστότητα των επίδικων μετοχών της ως άνω ανώνυμης εταιρείας, χωρίς απόδειξη.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, από την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του ως προς την ουσία της υπόθεσης, και ειδικότερα για το θεμελιωτικό της αγωγής ισχυρισμό της πλαστότητας των επίδικων μετοχών, το Δικαστήριο της ουσίας στηρίχθηκε στα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, ήτοι την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε με επιμέλεια των εναγόντων (αναιρεσίβλητων) στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που περιέχεται στα πρακτικά συνεδριάσεως εκείνου, καθώς και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι και συνεπώς στις παραδοχές του δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη.
Με τις αυξημένης ισχύος διατάξεις των άρθρων 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 και ορίζει ότι "1..... 2. Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του" και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, που αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα αυτού, όχι μόνο να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά και να διασφαλίζεται, σε περίπτωση αθώωσής του, για πάντα στο μέλλον, το δικαίωμά του να εμφανίζεται στην έννομη τάξη, αλλά και στην κοινωνία ότι δεν είναι ένοχος του συγκεκριμένου αδικήματος που του αποδόθηκε και ότι η αθωότητά του θα είναι σεβαστή.
Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού της εφαρμογής του τεκμηρίου αθωώτητας, το τελευταίο εκτείνεται και στην εφαρμογή του, όχι μόνο όταν ο αθωωθείς έχει την ιδιότητα του κατηγορούμενου στα πλαίσια άλλης ποινικής δίκης, αλλά και ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα υποθέσεως είτε επί αστικών αξιώσεων του παθόντος, είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης και πρέπει να κρίνει συμπεριφορά η οποία αποτέλεσε συγχρόνως ποινικό αδίκημα, για το οποίο προηγήθηκε σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου (ΑΠ 344/2016, ΑΠ 215/2013, ΑΠ 1364/2011).
Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες, αποτελεί η ταύτιση του ποινικού αδικήματος της ποινικής απόφασης, κατά τα πραγματικά περιστατικά, με το αστικό αδίκημα επί του οποίου θεμελιώνεται η αστική αξίωση. Και ναι μεν, το πολιτικό δικαστήριο, στην κρίση του για την τέλεση ή μη αστικού αδικήματος, δεν δεσμεύεται, υπό την έννοια του δεδικασμένου, από την τυχόν προηγηθείσα σχετική ποινική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική (ΑΠ 640/2019, ΑΠ 1422/2017), όμως, δεν μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τις παραδοχές και την εν γένει συλλογιστική της απόφασής του, να θέτει, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της ποινικής αθωωτικής απόφασης, και να δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου (ΑΠ 322/2018, ΑΠ 715/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, προβάλλουν ότι το Εφετείο, υπέπεσε στην, εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια. Ειδικότερα ισχυρίζονται, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχόμενου του αναιρετήριου, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι οι επίδικες μετοχές, της ως άνω ανώνυμης εταιρείας, ήταν πλαστές και ότι πλαστογράφος ήταν ο αποβιώσας πατέρας των τριών πρώτων και σύζυγος της τέταρτης εξ αυτών, Σ.
Μ., παραβιάζοντας το, κατά το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, τεκμήριο αθωώτητας, το οποίο προέκυπτε από το 154/2008 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, δυνάμει, του οποίου έπαυσε η εναντίον του ποινική δίωξη λόγω θανάτου. Ο λόγος αυτός, με τον οποίο η παράβαση του τεκμηρίου αθωώτητας στηρίζεται στο επικαλούμενο αμετάκλητο 154/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, ως ποινική απόφαση από την οποία απορρέει απαλλακτική ποινική κρίση για τον Σ.
Μ., είναι αβάσιμος. Από την παραδεκτή, επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) του ανωτέρω βουλεύματος, προκύπτει ότι τούτο, ως προς τον κατηγορούμενο Σ. Μ., έπαυσε την ποινική δίωξη λόγω του επελθόντος θανάτου του, για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση α) του από 10-11-2004 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία <<ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΣΜΠΟ ΑΝΩΝΥΗΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ>>, με το οποίο εμφανιζόταν ψευδώς ότι είχε συνέλθει το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας και είχε αποφασίσει τη σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων για τις 29-11-2004 και β) του από 29-11-2004 πρακτικού έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας αυτής, με το οποίο εμφανιζόταν ψευδώς ότι, την αναφερόμενη ως άνω ημέρα, είχε συγκληθεί έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων αυτής και μετείχαν οι αναφερόμενοι, με αυτοπρόσωπη πλήρη εκπροσώπηση του μετοχικού κεφαλαίου, η οποία εξέλεξε νέο Διοικητικό Συμβούλιο με την προσδιοριζόμενη σύνθεση.
Συνεπώς, η πράξη, για την οποία εκδόθηκε το προαναφερόμενο βούλευμα, δεν ταυτίζεται με την εξετασθείσα από το Εφετείο, στην παρούσα πολιτική δίκη, υπόθεση και την εκφρασθείσα σχετική κρίση για πλαστότητα των μετοχών της προαναφερόμενης εταιρείας, που αποτελούσε το αντικείμενο της παρούσας αστικής δίκης, ώστε να ιδρύσει τον προτεινόμενο, εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης.
Τέλος, ο πέμπτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, κατά μεν το μέρος που μέμφεται το Εφετείο, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 174, 180, 361, 847 επ., 873, 914, άλλως, 904 ΑΚ και εκείνες του άρθρου 7α παρ. 1Ζ, 7β, 7γ, 7δ, 7ε και 8β, παρ. 6 του ν. 2190/1920, είναι εντελώς αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, καθόσον δεν διευκρινίζεται ποιο είναι το σφάλμα του Εφετείου στην ερμηνεία και εφαρμογή αυτών των ουσιαστικού δικαίου κανόνων, κατά δε το μέρος, που αιτιάται την πληττόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 94. παρ. 1, 286 εδ. α', 116, 339, 395 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, επειδή αφορά παράβαση δικονομικών κανόνων και όχι κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ώστε να ιδρύεται ο προτεινόμενος από τη διάταξη αυτή αναιρετικός λόγος.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί, και ως προς τους δύο πρώτους αναιρεσίβλητους, η από 11-4-2017 αίτηση για αναίρεση της 18/2016 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων αναιρεσίβλητων, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-4-2017 αίτηση των Μ. Μ. του Σ., Ι. Μ. του Σ., Ε. Μ. του Σ. και Α. χήρας Σ. Μ., για αναίρεση της 18/2016 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των δύο πρώτων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)