Legislator Case Law & Legislation
641/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal on service of process but dismisses it for insufficient grounds regarding legal basis.

Case Number 641/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Thessaloniki Court of First Instance's decision. The appellant successfully argued that the Court of Appeal failed to serve the appeal documents on two defendants residing abroad, violating procedural rules. However, the court rejected the remaining grounds claiming the lower court lacked a legal basis due to insufficient reasoning. Consequently, the appeal was allowed only for the two defendants who were improperly served, while the rest were dismissed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 580 of the Code of Civil Procedure; The appeal must clearly state the material facts and the specific contradiction or insufficiency of the lower court's reasoning to establish a legal basis defect.

Keywords

AI generated
service of process abroad insufficient reasoning legal basis defect partial remittal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 641 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 641/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1 , κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπακώστα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., 3) Χ3 , κατοίκου ..., 4) Χ4 του Ζ, κατοίκου .., ως κληρονόμου του αρχικού ενάγοντος Ζ, 5) Χ5 θυγατέρας Ζ, , κατοίκου..., ως κληρονόμου του αρχικού ενάγοντος Ζ του Χ4, 6) Χ6, θυγατέρας Χ4, κατοίκου..., 7) Χ7 του Χ4, κατοίκου Η.Π.Α, 8) Χ8 , θυγατέρας Χ4 , κατοίκου ... και 9) Χ9, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιάκωβο Φετζιάν, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, πλην των 4ου και 7ου που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 90/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 550/2004 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-3-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 20-1-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης κατά της 550/2004 απόφασης του Εφετείου Θράκης ως προς τους υπό στοιχεία 4 και 4α αναιρεσιβλήτους Χ4 καιΧ6 θυγατέρα Ζκαι την απόρριψή της ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις ... και ..., αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών των Πρωτοδικείων Θεσσαλονίκης και Πειραιά Κωνσταντίνου Νικ.Βεϊνόγλου και Ιωάννη Π.Μανώλη, προκύπτει, ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση,..., ακριβή αντίγραφα της υπό κρίση από 7.3.2005 αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για τη στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο και κλήση προς συζήτηση κατά την εν λόγω δικάσιμο, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον τέταρτο αναιρεσίβλητο Χ4 του Ζ γνωστής στην ημεδαπή διαμονής, και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για τον έβδομο αναιρεσίβλητο, Χ7 του Χ4, γνωστής στην αλλοδαπή διαμονής (...).

Οι αναιρεσίβλητοι όμως αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο που ορίστηκε και αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωσή τους για μη παράστασή τους στο ακροατήριο κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 εδαφ. γ' Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η υπόθεση παρά την απουσία των πιο πάνω αναιρεσιβλήτων. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδάφ.α', 73, 159 αριθ.2 και 160 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., ενόψει και της διάταξης του άρθρου 35 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι το πρόσωπο αρχίζει να υπάρχει μόλις γεννηθεί ζωντανό και παύει να υπάρχει με το θάνατό του, προκύπτει ότι σε άσκηση αγωγής δικαιούται το φυσικό πρόσωπο που υπάρχει ακόμα.

Έτσι, το δικόγραφο της αγωγής που φέρει ως ενάγοντα πρόσωπο, το οποίο πέθανε πριν από το χρόνο άσκησής της, είναι απαράδεκτο ως τέτοιο, όπως απαράδεκτη είναι και η εισαγόμενη με την άσκηση εκείνου δίκη καθόλες τις επιμέρους πράξεις της, με περαιτέρω συνέπεια το απαράδεκτο της συμμετοχής στη δίκη των κληρονόμων του πιο πάνω θανόντος, που συνεχίζουν τη δίκη στη θέση αυτού.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προέκυψαν τα ακόλουθα: Η ένδικη από 20-7-1999 διεκδικητική αγωγή κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης στις 25-11-1999, επιδόθηκε δε στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα με την 4816/19-1-2000 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ξάνθης Βασιλείου Βερβερίδη.

Εκδόθηκε δε η 90/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, που την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 1-4-2003 έφεση από τους αρχικούς, υπό στοιχεία 1,3,4 και 5 αντίστοιχα, της αγωγής ενάγοντες και από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του θανόντος, υπό στοιχείο 2, της αγωγής ενάγοντος Ζ, Χ4 και Χ6 , υπό στοιχεία 4 και 4α της έφεσης, μοναδικά τέκνα εκείνου.

Με το δικόγραφο της έφεσης ισχυρίστηκαν οι εκκαλούντες, ότι ο αρχικός ενάγων Ζ πέθανε χωρίς διαθήκη στις 19-2-1999 και κληρονομήθηκε κατ' ισομοιρίαν από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου συγγενείς του, δηλαδή, τα τέκνα του Ζ, που αποδέχθηκαν νόμιμα την κληρονομία του με την ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παρασκευής Σαλπιστή-Ταρνατώρου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, οι οποίοι συνεχίζουν τη δίκη στη θέση του θανόντος.

Επικαλέστηκαν μάλιστα ως προσκομιζόμενη οι εκκαλούντες, με τις από 22-4-2004 προτάσεις τους στο Εφετείο, τη σχετική και με αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου Θεσσαλονίκης Καλλιόπης Αραμπατζή-Σιμήνου. Ο εφεσίβλητος (εναγόμενος) και ήδη αναιρεσείων, με τις προτάσεις του της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πρόβαλε τον ισχυρισμό περί ακυρότητας της αγωγής ως προς το πρόσωπο του ενάγοντος Ζ, ο οποίος είχε πεθάνει πριν από την άσκηση της αγωγής και της συνακόλουθης μη δυνατότητας των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του να συνεχίσουν παραδεκτώς τη δίκη στο Εφετείο.

Το τελευταίο, όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ως προς αυτόν τον ισχυρισμό του εφεσιβλήτου τα ακόλουθα: "...Τέλος το έτος 1999 απεβίωσε ο εκ των αρχικών εναγόντων Ζ, ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα του Χ4 και Χ6, τα οποία αποδέχθηκαν την κληρονομία και μετέγραψαν την αποδοχή, κατά ποσοστό 4/80 εξ αδιαιρέτου ο καθένας επί του παραπάνω ακινήτου" και έμμεσα πλην σαφώς δέχθηκαν το παραδεκτό της έφεσης και της συνέχισης της δευτεροβάθμιας δίκης από τους κληρονόμους του ως άνω θανόντος.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης του απαραδέκτου της έφεσης ως προς τους συνεχίζοντες τη δίκη εξ αδιαθέτου κληρονόμους του προαναφερόμενου θανόντος Χ4 και Χ6 θυγ. ...και ήδη τέταρτο και Πέμπτη από τους αναιρεσιβλήτους. Ο πρώτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 14 περ.

γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να γίνει δεκτός ως παραδεκτός και βάσιμος. Η περιλαμβανόμενη, όμως, στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, εφόσον το Εφετείο, με το να δεχθεί τη συνέχιση της δίκης στη θέση του αρχικού ενάγοντος Ζ από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του δεν παραβίασε την καθ' ύλην αρμοδιότητά του πάνω στην εκδίκαση της έφεσης.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 περίπτ.α' Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος ένσταση ή αντένσταση, χωρίς τη διεξαγωγή οποιασδήποτε απόδειξης για τα πράγματα αυτά.

Ο δεύτερος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 10 περίπτ.α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο, με την πιο πάνω απόφαση, δέχθηκε, παρά το νόμο, χωρίς απόδειξη τους αγωγικούς ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων περί των αλλεπάλληλων κληρονομικών διαδοχών των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων τους, των ημεροχρονολογιών θανάτων αυτών, τους κληρονόμους του καθενός από αυτούς και τη δήθεν νομή τους στο επίδικο οικόπεδο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στήριξε την κρίση του για την παραδοχή της αγωγής όχι χωρίς απόδειξη, αλλά από την απόδειξη που εκείνο διεξήγαγε και από τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων και έγγραφα) που, με επίκληση, προσκόμισαν οι διάδικοι κατά την αντίστοιχη διεξαγωγή.

Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 στοιχ.α' και β' Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της αγωγής ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου.

Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Στην περίπτωση που η διεκδικητική ακινήτου αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση, ο ενάγων αρκεί να προβάλει όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος, δηλαδή την αναφορά του μεταβιβαστικού τίτλου και της μεταγραφής του, καθώς και τη μνεία ότι ο δικαιοπάροχός του ήταν κύριος και, αν αμφισβητείται ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχός του είχε το δικαίωμα, οφείλει, επίσης, να επικαλεστεί και να αποδείξει τα γεγονότα που στηρίζουν την κτήση κάποτε του δικαιώματος στο πρόσωπό του, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση, ιδίως σε χρησικτησία.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1710 παρ.1, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου, είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των κινητών και ακινήτων κληρονομιαίων πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομία, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτών, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, μόνο εφόσον αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί αυτό.

Περαιτέρω στην περαιτέρω περίπτωση που η ίδια αγωγή θεμελιώνεται σε πρωτότυπη κτήση και μάλιστα τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται, υπό την ισχύ μεν του ΑΚ, εκτός από τα άλλα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 1041 και 1045 ΑΚ, άσκηση νομής επί 10ετία ή 20ετία, αντίστοιχα, προς συμπλήρωση της οποίας δικαιούται ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος, σύμφωνα με το άρθρο 1041 ΑΚ, να προσμετρήσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της με τα ίδια προσόντα νομής που άσκησε ο δικαιοπάροχός του.

Κατά τις έχουσες, όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, εφαρμογή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 64 ΕισΝΑΚ, αφού η επικαλούμενη κτήση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου έλαβε χώραν πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946), διατάξεις των ν.8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ.20 πανδ. (41.4), 6 πανδ. (44.3), 76 παρ.1 πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Β.Ρ.Δ, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας σε ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας.

Άσκηση δε νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητάς του με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς επάνω σ' αυτό πράξεις του ενάγοντος, καθώς και των δικαιοπαρόχων του, όπου απαιτείται, προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσίασής του με διάνοια κυρίου, δηλαδή, με τη θέληση να το έχουν δικό τους.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) επισκόπηση του δικογράφου της κρινόμενης διεκδικητικής ακινήτου αγωγής, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι επικαλέστηκαν προς θεμελίωση της τελευταίας στον παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο, για το ορισμένο αυτής (άρθρο 216 παρ. 1 α' Κ.Πολ.Δ), στοιχεία, δηλαδή τους τίτλους κτήσης της συγκυριότητάς τους στο σ' αυτή ειδικότερα περιγραφόμενο κατά θέση, έκταση και όρια ακίνητο (οικόπεδο), με επίκληση της νόμιμης μεταγραφής τους, καθώς και τη με διάνοια κυρίου και καλή πίστη άσκηση νομής στο ίδιο τόσο από μέρους των άμεσων, απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων τους, όσο και αυτών (εναγόντων), με την προσμέτρηση στον ίδιο χρόνο συννομής αυτών και του χρόνου συννομής με τα ίδια προσόντα των πιο πάνω δικαιοπαρόχων τους για χρονικό διάστημα ογδόντα (80) και πλέον ετών.

Ειδικότερα, οι ενάγοντες επικαλέστηκαν τους διαδοχικούς θανάτους των δικαιοπαρόχων τους, τους κληρονόμους του καθενός απ' αυτούς, των υπεισέλευση των κληρονόμων στις κληρονομίες των θανόντων, των οποίων ο θάνατος έλαβε χώραν υπό την ισχύ του βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου, τις αποδοχές των κληρονομιών των θανόντων, των οποίων ο θάνατος έλαβε χώραν υπό την ισχύ του ΑΚ ή την έκδοση των οικείων κληρονομητηρίων, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, τις προσιδιάζουσες στη φύση και στον προορισμό του επίδικου ακινήτου διακατοχικές σ'αυτό πράξεις (όσο των δικαιοπαρόχων τους, όσο και των ίδιων με καλή πίστη και, τέλος, την παράνομη και αυθαίρετη κατάληψη του εν λόγω ακινήτου από τον εναγόμενο, ο οποίος το κατέχει κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής.

Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη. Το Εφετείο, επομένως, που με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε σιωπηρά ορισμένη (και νόμιμη την αγωγή, στηριζόμενη στον παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) και στον πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) για την κτήση της συγκυριότητας των εναγόντων στο διεκδικούμενο ακίνητο, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, με το να μη απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένδικη αγωγή, γι' αυτό και ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο (κατ' ορθή εκτίμησή του) υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το τρίτο μέρος του, με το οποίο προσάπτει ο αναιρεσείων στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 περίπτ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι αντίδικοι του δεν επικαλέστηκαν, ούτε προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν εκτίθενται στο λόγο τα αποδεικτικά αυτά μέσα.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. γ' Κ.Πολ.Δ, που ισχύει και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 524 παρ. 1 εδάφ. α' Κ.Πολ.Δ), κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, μόνο αν έχουν συνταχθεί πριν από τη δικάσιμο και μετά προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση (δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τις βεβαιώσεις) του αντιδίκου του διαδίκου εκείνου που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, γιατί η παράλειψη της διατύπωσης αυτής καθιστά όχι απλώς άκυρες τις ένορκες βεβαιώσεις, αλλά ανύπαρκτες ως αποδεικτικό μέσο.

Μαρτυρίες όμως τρίτων που έχουν ληφθεί υπό τον τύπο των ένορκων βεβαιώσεων πριν από την έναρξη της δίκης, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν σε προγενέστερη δίκη, μπορούν να ληφθούν υπόψη για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων από το δικαστήριο, εφόσον επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες, εκτός αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, λήφθηκαν επίτηδες για να χρησιμεύσουν στη δίκη στην οποία προσκομίζονται, οπότε θεωρούνται ανυπόστατες.

Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, κατά το τέταρτο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ανεπίτρεπτο κατά νόμο αποδεικτικό μέσο, δηλαδή, την 432/12-1-1998 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα ..., θυγ. ..., που είχε ληφθεί για να χρησιμοποιηθεί σε προγενέστερη δίκη, μετά την άσκηση της ταυτόσημου περιεχομένου με την ήδη κρινόμενη από 20-6-1997 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος, στην οποία εκδόθηκε η 46/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, που την απέρριψε ως αόριστη, την οποία, με επίκληση, προσκόμισα, οι αναιρεσίβλητοι στο πιο πάνω Δικαστήριο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν περιέχει το στοιχείο ότι το Εφετείο έκρινε ότι αυτή η βεβαίωση λήφθηκε επίτηδες για να χρησιμεύσει στην ενώπιόν του δίκη.

Από τη διάταξη του άρθρου 270 εδάφ. γ' Κ.Πολ.Δ, που προπαρατέθηκε, προκύπτει, ότι μοναδική προϋπόθεση για τη λήψη υπόψη ένορκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δικάζει κατά την τακτική διαδικασία, είναι ότι οι εν λόγω βεβαιώσεις λήφθηκαν μετά από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν απ' αυτές.

Έτσι, αν τηρηθεί η πιο πάνω προϋπόθεση, είναι έγκυρες οι ένορκες βεβαιώσεις. Ο δεύτερος, ακολούθως, λόγος της αναίρεσης, κατά το τελευταίο μέρος του, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθμό 11 περίπτ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο έναντι των λοιπών, πλην των διαδόχων του Ζ, ήδη αναιρεσιβλήτου, έλαβε υπόψη μη επιτρεπτά κατά νόμο αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, τις 3824/18-2-2000 και 13733/30-6-2000, αντίστοιχα, ένορκες βεβαιώσεις, στις οποίες φέρεται ως προσκαλών ενάγων μαζί με άλλους ενάγοντες και ο προαναφερόμενος θανών, στις 19-2-1999, αρχικός ενάγων Ζ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος αν από την προσβαλλόμενη απόφαση καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Εξάλλου, στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου που λαμβάνονται ύστερα από προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου με επιμέλεια του οποίου λαμβάνονται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ.

γ' Κ.Πολ.Δ., αποτελούν, όταν προσκομίζονται στη δίκη για την οποία έχουν δοθεί, ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες και τα έγγραφα, η μη λήψη υπόψη του οποίου δημιουργεί λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Όταν όμως οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης προηγούμενης δίκης δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα, εκτιμώμενα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη όλα τα μνημονευόμενα στον αναιρετικό αυτό λόγο με αριθμούς α' , β', δα', δβ', δγ', εα', εβ', και στ', αντιστοίχως, έγγραφα, καθώς και την 169/6.5.1993 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων του ...

και ..., που είχαν ληφθεί σε ανύποπτο χρόνο πριν από την άσκηση της αγωγής, τα οποία αποδεικτικά μέσα είχε επικαλεστεί ο αναιρεσείων νόμιμα στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη της ένστασης της ίδιας κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων "και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν" και από όλο το περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων και συνεκτίμησε και τα ως ανωτέρω έγγραφα, στα οποία συγκαταλέγεται και η ως άνω ένορκη βεβαίωση, από τα οποία μάλιστα την από 15-6-1994 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων των τότε αιτούντων - ήδη αρχικών εναγόντων - ..., Ζ και ...

κατά του εναγομένου - αναιρεσείοντος, καθώς και την 73/1994 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ξάνθης, που εκδόθηκε σ' αυτή την αίτηση μνημόνευσε ρητά. Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.12 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που του προσδίδει ο νόμος, όπως τέτοιας πλήρους απόδειξης με ή χωρίς δυνατότητα ανταπόδειξης, ενώ δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 του ίδιου Κώδικα, τα αποδεικτικά μέσα, αποδίδει σε ορισμένα από αυτά, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα.

Επομένως, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στην 432/1998 ένορκη βεβαίωση, που, με επίκληση, προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι στο Δικαστήριο αυτό, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετέιο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους τελευταίους έγγραφα, καθώς και έξι (6) ένορκες βεβαιώσεις, αντίστοιχα, χωρίς να αποδώσει σε κανένα από τα προμνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που του προσέδωσε ο νόμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιό λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να εκτίθενται οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου και να αναφέρεται παράλληλα σε τί συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή αντιστοίχως ποιό στοιχείο λείπει ή ποιές είναι οι αιτιολογίες που μεταξύ τους δεν συμβιβάζονται.

Οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν από το δικαστήριο, καθώς και η μείζων πρόταση του τελευταίου, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται για την πληρότητα της αιτιολογίας. Ο τέταρτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση με το να μην αναφέρει σ' αυτή τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε ή όφειλε να εφαρμόσει και, γενικότερα, τη μείζονα πρόταση και με το να περιλάβει σε εκείνη αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, χωρίς όμως να καθορίζεται στον ίδιο λόγο σε τί συνίσταται η αντίφαση, από ποιά δηλαδή αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, και σε τί συνίσταται η ανεπάρκεια, ποιό, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Μετά την παραδοχή ως παραδεκτού και βάσιμου του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους υπό αριθμούς 4 και 5 αναιρεσίβλητους Χ4 του Ζ και Χ6 θυγ. Ζ, να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς αυτούς τους αναιρεσιβλήτους προς περαιτέρω εκδίκαση σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές και να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7.3.2005 αίτηση για αναίρεση της 550/2004 απόφασης του Εφετείου Θράκης ως προς τους πρώτο, δεύτερο, τρίτη, έκτη, έβδομο, όγδοη και ένατη, αντίστοιχα, από τους αναιρεσίβλητους.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των πρώτου, δεύτερου, τρίτης, έκτης έβδομου, όγδοης και ένατης από τους αναιρεσιβλήτους, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Αναιρεί την πιο πάνω απόφαση του Εφετείου Θράκης ως προς τους τέταρτο και Πέμπτη από τους αναιρεσιβλήτους Χ4 του Ζ και της Χ6 θυγ. Ζ

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους εν λόγω αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Απριλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ