Supreme Court partially allows appeal on unpaid wages, overturning lower court's dismissal of specific claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Labor Court's decision, overturning the dismissal of a specific wage claim. The lower court had incorrectly declared the plaintiff's request for 18,292.71 euros inadmissible due to insufficient evidence regarding the employment contract and salary terms. The court ruled that the lower court erred in finding the claim vague and remanded the case for re-examination of this specific portion.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 14 and 580 no. 3 of the Code of Civil Procedure; The lower court erred in declaring a wage claim inadmissible for lack of clarity when the necessary facts for establishing the claim are ascertainable from the evidence and statutory regulations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 119 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 119/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Τ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Αλεξάνδρας Μάνου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Χ4 NUTRITION", που εδρεύει στην Γλυφάδα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον νόμιμο εκπρόσωπό του Κ. Ξ. του Κ., που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένη Μαζαράκη και 2) Κ. Ξ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε και ατομικά μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένη Μαζαράκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 840/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4995/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-7-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ειρήνη Νικολάου. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 12/7/2022 (αρ. κατ. 6153/689/29.7.2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 4995/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία έγινε δεκτή η από 3/7/2020 (αρ. κατ. 42967/3169/6.7.2020) έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφανίσθηκε η εκδοθείσα κατά την ίδια διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμό 840/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έγινε εν μέρει δεκτή η από 15/5/2018 (αρ. κατ. 48862/1538/22.5.2018) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς τη διαδικαστική πορεία της ένδικης υπόθεσης:
Με την από 15/5/2018 (αρ. κατ. 48862/1538/22.5.2018) αγωγή ο αναιρεσείων ισχυριζόμενος ότι προσλήφθηκε στις 15/6/2016 στην πρώτη αναιρεσίβλητη ετερόρρυθμη εταιρεία, διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ως ομόρρυθμος εταίρος είναι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως ιατρικός επισκέπτης και περιοδεύων πωλητής και ότι στις 23/2/2018 καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας καταχρηστικά για λόγους εκδίκησης, ζητούσε να του καταβληθούν τα αιτούμενα ποσά, μεταξύ άλλων, ως μισθοί υπερημερίας, διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών από υπερωριακή εργασία, εργασία Σάββατο και Κυριακή και ποσοστά επί των πωλήσεων, αποζημίωση χρήσης αυτοκινήτου και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας τραυματισμού του από εργατικό ατύχημα από υπαιτιότητα των εναγομένων.
Με την με αριθμό 840/2020 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και επιδικάσθηκε στον αναιρεσείοντα για τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 26.963,77 ευρώ.
Κατόπιν ασκήσεως της από 3/7/2020 (αρ. κατ. 42967/3169/6.7.2020) εφέσεως εκ μέρους των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό 4995/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, απορρίφθηκαν ως αόριστα τα κονδύλια μισθών υπερημερίας και δεδουλευμένων αποδοχών και ως μη νόμιμο το κονδύλιο για αποζημίωση χρήσης ΙΧΕ αυτοκινήτου, στη συνέχεια δε, αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, απορρίφθηκε η βάση της αγωγής για ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας λόγω καταχρηστικότητας και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς το κονδύλιο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας τραυματισμού του ενάγοντος εξαιτίας εργατικού ατυχήματος από υπαιτιότητα των εναγομένων επιδικάζοντας στον αναιρεσείοντα για την παραπάνω αιτία το ποσό των 5.000 ευρώ.
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955, συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζομένου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται.
Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς τον σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί ως δικαίωμα.
Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία. Διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της, δεν είναι ο εργοδότης εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει, αλλά ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την ακυρότητα της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη.
Για το λόγο αυτό, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχειρήσεως του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική, καθώς, εάν ετίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, από αναιτιώδης δικαιοπραξία, θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 840/2023, 230/2021).
Για τον λόγο αυτό δεν συνιστά στοιχείο καταχρηστικότητας της καταγγελίας ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι απώλεσε την εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του εργαζομένου από περιστατικά που τη δικαιολογούν μεν, αλλά δεν μπορούν να αποδοθούν σε υπαιτιότητα του τελευταίου, καθώς η έννομη τάξη δεν αναγνωρίζει ένα δικαίωμα του εργαζομένου στη θέση εργασίας με την έννοια της απόλυτης προστασίας αυτού από την απόλυση και ανεξαρτήτως των συνθηκών, υπό τις οποίες δραστηριοποιείται η επιχείρηση στην οποία εργάζεται, η δε απουσία κακοβουλίας στο πρόσωπο του εργοδότη καθιστά την απόλυση καταχρηστική μόνο υπό τους όρους παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας και μόνον εφόσον συντρέχει η δυνατότητα λήψης ηπιότερου μέτρου, του οποίου γίνεται επίκληση στη σχετική αγωγή (ΑΠ 840/2023).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας"), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία"), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ("αντιφατική αιτιολογία", Ολ.ΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.ΑΠ2/2019, ΑΠ 258/2022). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 114/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Η πρώτη εναγομένη προέβη την 26-2-2018 εις έγγραφο καταγγελία της επιδίκου σχέσεως εργασίας, επιδοθείσα αυθημερόν στον ενάγοντα.
Δεν απεδείχθη όμως η επικαλούμενη υπό του ενάγοντος καταχρηστικότης κατ' άρθρο 281 Α.Κ. της καταγγελίας αυτής και δη, ότι η καταγγελία εγένετο εκ λόγων εκδικήσεως του ενάγοντος, επειδή ούτος, κατόπιν του επισυμβάντος την 14-2-2018 τραυματισμού του, εζήτει επανειλημμένως και επιμόνως παρά των εναγομένων να δηλωθή ο ως άνω τραυματισμός του στον οικείο ασφαλιστικό του φορέα (Ι.Κ.Α.) ως εργατικό ατύχημα και να γνωστοποιήσουν οι εναγόμενοι εις αυτόν τα ποσά των μηνιαίων τζίρων της πρώτης εναγομένης, βάσει των οποίων, κατά τα επικαλούμενα υπό του ενάγοντος, συνεφωνήθη μεταξύ των διαδίκων η χορήγησις επιδόματος παραγωγικότητος (bonus), προκειμένου να καταβληθή στον ενάγοντα το ανάλογο χρηματικό ποσό κατά τα επικαλούμενα υπ' αυτού συμφωνηθέτα μηνιαία ποσοστά του επί των μηνιαίων τζίρων της πρώτης εναγομένης.
Ειδικώτερον, ουδεμία όχλησις ή οιαδήποτε άλλη δυσαρέσκεια του ενάγοντος προς τους εναγομένους απεδείχθη, όχι μόνο κατόπιν του επισυμβάντος την 14-2-2018 τραυματισμού του ενάγοντος, αλλά και καθ' όλη την διάρκεια της επιδίκου εργασιακής σχέσεως, αφορώσα (όχλησις ή οιαδήποτε άλλη δυσαρέσκεια) τους ανωτέρω αγωγικούς ισχυρισμούς περί δηλώσεως στο Ι.Κ.Α.
του επιδίκου τραυματισμού και περί γνωστοποιήσεως των ποσών των μηνιαίων τζίρων της πρώτης εναγομένης, ο οποίος (ισχυρισμός περί εκδικητικότητος) απετέλει την αγωγική βάση. Η αναφερομένη δε, στο από 7-3-2018 ηλεκτρονικό μήνυμα της Α. Μ. (υπαλλήλου του, συνεργαζομένου μετά των εναγομένων, λογιστικού γραφείου) προς τον δεύτερο εναγόμενο, όχλησις του ενάγοντος (μέσω του ως άνω λογιστικού γραφείου) προς τους εναγομένους, δια την γνωστοποίηση στο Ι.Κ.Α.
του ως άνω επισυμβάντος την 14-2-2018 τραυματισμού του ενάγοντος, εγένετο την 26-2-2018 κατόπιν της επιδίκου καταγγελίας. Προσέτι, ως προς τας ληφθείσας, επιμέλεια του ενάγοντος, ενόρκους βεβαιώσεις: α) στας .../2019, .../2019 και .../2019 ενόρκους βεβαιώσεις του Δ. Τ., Α. Κ. και Π. Α. αντιστοίχως, ουδόλως κατετέθησαν εις αυτάς περιστατικά, αφορώσα την ανωτέρω αγωγική βάση περί καταχρηστικότητος της επιδίκου καταγγελίας β) στην .../2019 ένορκο βεβαίωση Λ.
Τ. (κουμπάρου του ενάγοντος κατά δήλωση του ενόρκως βεβαιούντος στην ως άνω ένορκο βεβαίωση) τα κατατεθέντα εις αυτή ότι, την 20-2-2018, και εξ αφορμής του επισυμβάντος την 14-2-2018 τραυματισμού του ενάγοντος, υπήρξε τηλεφωνική επικοινωνία του τελευταίου μετά του δευτέρου εναγομένου και ότι εις αυτή την τηλεφωνική συνομιλία ο ενάγων " ζήτησε από τον τελευταίο [δεύτερο εναγόμενο] να δηλωθεί το ατύχημα του αυτό ως εργατικό", δεν αποδεικνύουν τον προβληθέντα υπό του ενάγοντος, προς θεμελίωση της κατ' άρθρο 281 Α.Κ.
καταχρηστικότητος της επιδίκου καταγγελίας, αγωγικό ισχυρισμό περί εκδικητικότητος ότι, ούτος (ενάγων) εζήτει επανειλημμένως και επιμόνως παρά του δευτέρου εναγομένου να δηλωθή στο Ι.Κ.Α. ο ως άνω από 14-2-2018 τραυματισμός του ως εργατικό ατύχημα και εξ αυτής της επανειλημμένης και μετ' επιμονής οχλήσεως προξενήθησαν αισθήματα εκδικητικότητος του δευτέρου εναγομένου προς το πρόσωπο του ενάγοντος, έχοντα ως αποτέλεσμα την καταγγελία της επιδίκου εργασιακής συμβάσεως και γ) στην .../2019 ένορκο βεβαίωση του Γ.
Μ., (στενού φίλου του ενάγοντος κατά δήλωση του ενόρκως βεβαιούντος στην ως άνω ένορκο βεβαίωση) τα κατατεθέντα εις αυτή ότι" κάθε φορά που ζητούσε [ο ενάγων] από τον Διευθυντή πωλήσεων να τον ενημερώσει για τα οικονομικά στοιχεία του τζίρου του εκείνος δεν το έκανε", δεν προέρχονται εξ ιδίας αντιλήψεως του ενόρκως βεβαιούντος, αλλά εξ όσων ανέφερε αυτός ούτος ο ενάγων στον ενόρκως βεβαιούντα.
Αντιθέτως, (καίτοι η καταγγελία συνιστά, ως προελέχθη στη μείζονα σκέψη, αναιτιώδη δικαιοπραξία) η εναγομένη εταιρεία προέβη εις την επίδικο καταγελλία δια οικονομικούς λόγους και συγκεκριμένως, ο εκ της μη επαρκούς αποδόσεως του ενάγοντος στην εργασία του περιορισμένος (χαμηλός) αριθμός των επιτευχθεισών υπ' αυτού πωλήσεων των προϊόντων της εναγομένης εταιρείας συνεπέφερε δικαιολογημένη δυσαρέσκεια και βαθμιαία απώλεια της εμπιστοσύνης του δευτέρου εναγομένου προς το πρόσωπο του ενάγοντος, όπως αυτή (δυσαρέσκεια) αναφέρεται στο από 11-12-2017 ηλεκτρονικό μήνυμα του δευτέρου εναγομένου προς τον ενάγοντα, στο οποίο αναγράφεται "Ο τρόπος που διαχειρίζεσαι το όλο θέμα και αδιαφορείς για το τι σου έχουμε ζητήσει, με αποτέλεσμα να φτάνουμε να παίρνουμε αναφορά την επόμενη εβδομάδα για τη προηγουμένη, είναι λάθος.
Για τους δυο (ή περισσότερους) γιατρούς δε που σε ρώτησα που είναι και τι ζητάνε δεν πήρα ποτέ απάντηση... θα παρακαλέσω και για τελευταία φορά, να έχουμε δυο φορές ανά εβδομάδα μια πλήρη εικόνα των επισκέψεων σου...". Η δε, αναγραφείσα στας καταστάσεις του βιβλίου εσόδων-εξόδων της εναγομένης εταιρείας, αύξησις των πωλήσεων των προϊόντων αυτής από 49.593,34 ευρώ δια το χρονικό διάστημα από μηνός Ιουλίου έτους 2016 μέχρι και μηνός Δεκεμβρίου έτους 2016, εις 220.091,89 ευρώ δια το χρονικό διάστημα από μηνός Ιανουαρίου έτους 2017 μέχρι και μηνός Δεκεμβρίου έτους 2017, αφορά το σύνολο των γενομένων πωλήσεων της εναγομένης εταιρείας καθ' άπασα την ημεδαπή επικράτεια στα ως άνω χρονικά διαστήματα, ενώ ο ενάγων, ως προεξετέθη, παρείχε τας υπηρεσίας του στην εναγομένη εταιρεία μόνο εντός του νομού Αττικής.
Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, ο ίδιος ο ενάγων είχε γνωστοποίηση τον δεύτερο εναγόμενο και από της ενάρξεως της επιδίκου εργασιακής σχέσεως ότι ούτος (ενάγων) αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας στον αριστερό του ώμο και ότι οι εναγόμενοι είχον ενημερωθή υπ' αυτού του ενάγοντος δια γενόμενο την 28-6-2016 τραυματισμό στον ανωτέρω ώμο του και δια τον προαναφερθέντα και επισυμβάντα την 28-3-2017 τραυματισμό του στον ανωτέρω ώμο του, καθώς και δια την προαναφερθείσα ιατρική επέμβαση την 29-12-2017 στο νοσοκομείο "Ασκληπιείο" Βούλας (βλ.
τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα υπό του ενάγοντος ηλεκτρονικά μηνύματα αυτού προς τον δεύτερο εναγόμενο, τον μάρτυρα ανταποδείξεως και τον ως άνω Σ. Π. από 28-6-2016, 28-3-2017 και 1-1-2018). Όθεν, έσφαλε η εκκαλουμένη απόφασις, δια της οποίας εκρίθη ότι η επίδικος καταγγελία υπήρξε άκυρος, ως καταχρηστικώς γενομένη κατά παράβαση του άρθρου 281 Α.Κ., γενομένου δεκτού και ως κατ' ουσίαν βάσιμου του, ως ενιαίως κρινόμενου, σχετικού λόγου εφέσεως".
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 174, 180, 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 Ν. 2112/1920 και 1 και 5 Ν. 3198/1955, διέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, σχετικά με την εγκυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του αναιρεσείοντος από την αναιρεσίβλητη εταιρεία.
Ειδικότερα, με βάση τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας δεν έγινε από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπο του αναιρεσείοντος, επειδή αυτός μετά τον τραυματισμό του στις 14/2/2018 ζητούσε επανειλημμένως και επιμόνως να δηλωθεί από τους αναιρεσίβλητους στον οικείο ασφαλιστικό του φορέα (ΙΚΑ) ο τραυματισμός του ως εργατικό ατύχημα, διότι, όπως ανελέγκτως κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη, δεν υπήρξε οποιαδήποτε όχληση από τον αναιρεσείοντα να δηλωθεί ο τραυματισμός του, ως εργατικό ατύχημα στο ΙΚΑ, ούτε ότι υπήρξε όχληση εκ μέρους του να του γνωστοποιηθούν τα ποσά των μηνιαίων τζίρων της επιχείρησης της πρώτης αναιρεσίβλητης, βάσει των οποίων υπολογιζόταν κατά τη συμφωνία τους ως πρόσθετη παροχή επίδομα παραγωγικότητας, ώστε να του καταβληθεί το ανάλογο ποσό, γεγονός που προκάλεσε στον δεύτερο αναιρεσίβλητο αισθήματα εκδικητικότητας προς το πρόσωπό του και προκάλεσε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, όπως επικαλείτο ο αναιρεσείων με την αγωγή του.
Οι ανωτέρω επικαλούμενες με τον τέταρτο και έκτο λόγο της αναίρεσης αντιφάσεις και ανεπάρκειες της προσβαλλομένης απόφασης, κατά το περιεχόμενό τους, είτε αναφέρονται σε ελλείψεις ως προς την ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, είτε συνιστούν ως εκ περισσού σχόλια επί του αρνητικού ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων ότι η καταγγελία είναι νόμιμη και, επομένως, όχι άκυρη, που συνιστά άρνηση της αλήθειας του πραγματικού ισχυρισμού, που θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής.
Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός δεν είναι ουσιώδης, με συνέπεια να μην ιδρύεται σχετικός αναιρετικός λόγος και δη από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να απορριφθούν οι τέταρτος και έκτος αναιρετικοί λόγοι ως αβάσιμοι.
ΙΙ. Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 781/2022, ΑΠ 344/2020) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 386/2023, ΑΠ 779/2019), ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση και το πρακτικό αυτοψίας (άρθρο 359 ΚΠολΔ), η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων (άρθρο 383 ΚΠολΔ), τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων (άρθρο 410 ΚΠολΔ) και οι ένορκες βεβαιώσεις (άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ και ήδη μετά την κατάργηση του ως άνω άρθρου από 1.1.2016 από την παρ. 1 του άρθρου Δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, άρθρα 421 επ.
και 339 ΚΠολΔ). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος, αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπ` όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπ` όψιν και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 781/2022).
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα, από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 106/2024, ΑΠ 781/2022).
Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων προσκόμισε με επίκληση για την απόδειξη των ισχυρισμών του, τα οποία δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη α) την από 19/3/2018 εξώδικο απάντηση-διαμαρτυρία και πρόσκληση, που ο αναιρεσείων απηύθυνε στην πρώτη αναιρεσίβλητη, με την οποία αρνήθηκε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, β) το από 16/2/2018 ηλεκτρονικό μήνυμα, που ο ίδιος απηύθυνε στον δεύτερο αναιρεσίβλητο, με το οποίο ζητούσε να συναντηθούν για προβλήματα που τον απασχολούσαν, γ) το από .../2018 δελτίο εργατικής διαφοράς, δ) την με αριθμό ....2019 ένορκη βεβαίωση του Λ.
Τ. του Ν., ε) το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, που αφορούσε την απόδοσή του κατά την εργασία του και συγκεκριμενα εβδομαδιαίες αναφορές για το έτος 2016 και 2017, επαγγελματικές κάρτες ιατρών και φαρμακοποιών με αναγραφή του ωραρίου επισκέψεων σ'αυτούς, τηλεφωνικές και προσωπικές παραγγελίες για το χρονικό διάστημα από τον μήνα Φεβρουάριο 2017 έως Φεβρουάριο 2018, από τις οποίες προκύπτει ο κύκλος εργασιών (τζίρος) των παραγγελιών μέσω του αναιρεσείοντος και στικάκι (τύπος ψηφιακής μνήμης), που περιείχε το πελατολόγιο του αναιρεσείοντος.
Από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα περί της ουσιαστικής αβασιμότητας του αγωγικού ισχυρισμού περί καταχρηστικότητας της καταγγελίας, ύστερα από εκτίμηση των εκεί αναφερόμενων αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και "των μετ' επικλήσεως προσκομιζομένων υπό των διαδίκων εγγράφων, δια των νομίμως κατατεθειμένων υπ' αυτών ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεων, εκ της καταθέσεως του εξετασθέντος, επιμέλεια των εναγομένων, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μάρτυρος Φ.
Φ., περιεχόμενης στα ταυτάριθμα προς την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, εκ των ...-2019, ...-2019, ...-2019, ...-2019 και ...-2019 ενόρκων βεβαιώσεων του Δ. Τ., Λ. Τ., Γ. Μ., Α. Κ. και Π. Α. αντιστοίχως, ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών, ληφθεισών νομοτύπως επιμέλεια του ενάγοντος, εκ των ...-2019, ...-2019 και ...-2019 ενόρκων βεβαιώσεων του Κ.
Π., Γ. Μ. και Γ. Δ. αντιστοίχως, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Ο., ληφθεισών νομοτύπως επιμέλεια των εναγομένων...". Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην πιο πάνω νομική σκέψη, από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα έγγραφα που προσκομίζουν μετ'επικλήσεως οι διάδικοι δια των νομίμως κατατεθειμένων προτάσεών τους, καθώς και τις ληφθείσες νομοτύπως επιμελεία του ενάγοντος και των εναγομένων ένορκες βεβαιώσεις, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο ότι το Εφετείο, παρόλο που δεν τα μνημονεύει ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά, πλην των ενόρκων βεβαιώσεων, το περιεχόμενο των οποίων αναφέρεται αποσπασματικά κατά τα κύρια σημεία τους, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε και φέρονται να αγνοήθηκαν.
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγο της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση περί του αντιθέτου κατά της αναιρεσιβαλλομένης για παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα, από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.
Περαιτέρω, κατόπιν της απόρριψης με την παρούσα απόφαση των τέταρτου, πέμπτου και έκτου αναιρετικών λόγων, που προσβάλλουν την κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την απόρριψη της αγωγικής βάσης για ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας λόγω καταχρηστικότητας, πρέπει να απορριφθεί και ο σχετικός πρώτος αναιρετικός λόγος, που αφορά το συνεχόμενο με την παραπάνω κρίση αγωγικό κονδύλιο για μισθούς υπερημερίας, ο οποίος κατόπιν των ανωτέρω αλυσιτελώς προβάλλεται.
IΙΙ. Η από τις διατάξεις των άρθρων 297 - 298 ΑΚ προβλεπομένη αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, εκείνο δηλαδή που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα, που έχουν ληφθεί.
Ως θετική ζημία νοείται η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, η οποία μπορεί να συνίσταται σε μείωση του ενεργητικού ή σε αύξηση του παθητικού του. Αποθετική ζημία ή διαφυγόν κέρδος είναι η μη επαύξηση της περιουσίας του ζημιωθέντος λόγω του ζημιογόνου γεγονότος, η οποία (επαύξηση) θα επερχόταν με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων.
Δηλαδή, το διαφυγόν κέρδος αποτελεί μέγεθος που προσδιορίζεται μόνο υποθετικά και είναι το κέρδος που θα αποκομιζόταν, αν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός. Για να διευκολύνει, λοιπόν, ο νόμος την απόδειξη, αφού η βεβαιότητα στην περίπτωση του διαφυγόντος κέρδους είναι αδύνατη, ορίζει στην ΑΚ 298 εδ.
β ότι, ως διαφυγόν κέρδος "λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Χρειάζεται δηλαδή η δυνατότητα να προβλεφθεί το κέρδος από κάποιον μέσο, λογικό άνθρωπο με βάση αντικειμενικά κριτήρια ("σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων") και μάλιστα να προβλεφθεί εκ των προτέρων, δηλαδή κατά το χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος (ΑΠ 1258/2023).
Από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι με αυτήν ο αναιρεσείων ισχυριζόμενος ότι κατά τη σύναψη της επίδικης σύμβασης εργασίας είχε συμφωνηθεί με τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, ως νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης αυτών, επιπλέον του μισθού και του επιδόματος παραγωγικότητας (bonus), ως πρόσθετη παροχή σε είδος η χρήση ΙΧΕ αυτοκινήτου τόσο για την εξυπηρέτηση των αναγκών της επιχείρησης, όσο και για προσωπική του χρήση καθόλο το 24ωρο, ότι παραβιάσθηκε η υποχρέωση αυτή για τα σύμβασης εργασίας είχε συμφωνηθεί με τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, ως νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης αυτών, επιπλέον του μισθού και του επιδόματος παραγωγικότητας (bonus), ως πρόσθετη παροχή σε είδος η χρήση ΙΧΕ αυτοκινήτου τόσο για την εξυπηρέτηση των αναγκών της επιχείρησης, όσο και για προσωπική του χρήση καθόλο το 24ωρο, ότι παραβιάσθηκε η υποχρέωση αυτή για τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα και ότι υποχρεώθηκε να χρησιμοποιήσει το περιγραφόμενο αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, ζήτησε να του επιδικασθεί το ποσό των 900 ευρώ, που αντιστοιχεί στη δαπάνη, στην οποία θα υποβαλόταν η εναγόμενη επιχείρηση για μίσθωση αυτοκινήτου με τα χαρακτηριστικά εκείνου της ιδιοκτησίας του, ήτοι 60 ευρώ προς 15 ευρώ ημερησίως, πλέον ΦΠΑ 24%, συνολικά ποσού 1.160 ευρώ, ως διαφυγόν κέρδος από τη χρήση αυτή, άλλως επικουρικώς με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς οι εναγόμενοι κατέστησαν πλουσιότεροι κατά το ανωτέρω ποσό χωρίς νόμιμο λόγο.
Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτή έγινα δεκτά τα ακόλουθα:
"Περαιτέρω, ομοίως απορριπτέα, ως μη νόμιμη, μετ'αυτεπάγγελτο έρευνα του Δικαστηρίου, τυγχάνει η αγωγή και κατά το αίτημά της περί επιδικάσεως στον ενάγοντα του ποσού των 1.116 ευρώ, μετά Φ.Π.Α., δι'αποζημίωση χρήσεως του ως άνω επιβατικού οχήματος της ιδιοκτησίας του, κατά τα εκτεθέντα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία δεν είχε παρασχεθή εις αυτόν επιβατικό όχημα υπό των εναγομένων, και, ως εκ τούτου, ο ενάγων προέβη κατά τα αυτά χρονικά διαστήματα στην χρήση του αναφερομένου στην αγωγή επιβατικού οχήματος της ιδιοκτησίας του, διότι δεν εκτίθεται στο αγωγικό δικόγραφο και δεν ζητείται η ζημία, την οποία υπέστη ο ενάγων εκ της χρήσεως υπ'αυτού του ως άνω επιβατικού οχήματος της ιδιοκτησίας του, καθ'ο χρονικό διάστημα εστερήθη υπό του δευτέρου εναγομένου της χρήσεως του παραχωρηθέντος υπό των εναγομένων Ι.Χ.Ε.
οχήματος κατά τα εκτεθέντα στην αγωγή... αλλ', αντιθέτως, εκτίθεται στο αγωγικό δικόγραφο και ζητείται η ζημία, ήτοι το ανωτέρω ποσό των 1.116 ευρώ, την οποία οι εναγόμενοι ήθελον υποστή ως δαπάνη ενοικιάσεως καθ'ην περίπτωση ήθελον μισθώση Ι.Χ.Ε. όχημα προς εξυπηρέτηση των αναγκών της εναγομένης εταιρείας δια το αναφερόμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα".
Στη συνέχεια η αναιρεσιβαλλόμενη, αφού έκρινε ότι δεχόμενη ως νόμιμο το σχετικό αγωγικό κονδύλιο έσφαλε η εκκαλούμενη απόφαση ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, απέρριψε αυτό ως μη νόμιμο, απορρίπτοντας σιγή και την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, διότι υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά ο αναιρεσείων δεν αξίωσε τη θετική ζημία, που υπέστη από την μη εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσης της δεύτερης αναιρεσίβλητης επιχείρησης για την πρόσθετη παροχή σε είδος της χρήσης αυτοκινήτου, την αντίστοιχη χρήση του όχήματος ιδιοκτησίας του για το ίδιο χρονικό διάστημα, (έξοδα καυσίμων, συντήρησης κλπ) αλλά το ποσό που θα δαπανούσαν οι αναιρεσίβλητοι αν μίσθωναν αυτοκίνητο για το διάστημα αυτό, που δεν συνιστά, όμως, ζημία του αναιρεσείοντος που μπορεί να αξιώσει.
Υπό τα προεκτεθέντα δε στην ένδικη αγωγή δεν ζητείται ούτε αποζημίωση λόγω μη επαύξησης της περιουσίας του αναιρεσείοντος εξαιτίας της επικαλούμενης παραβίασης της σχετικής συμφωνίας για πρόσθετη παροχή σε είδος με την δεύτερη αναιρεσίβλητη επιχείρηση, η οποία (επαύξηση) θα επερχόταν με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και, επομένως, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 298 εδ.
β ΑΚ. Επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη για την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1α ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για την νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή η ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλόμενης προδικασίας, η οποία εξετάζεται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 131/2020).
Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από εκείνα που απαιτούνται.
Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφό της δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημά της (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία) και ελέγχεται, ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, δηλαδή, εάν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση, κυριαρχικώς, του δικογράφου της αγωγής, όπως ανταποκρίνεται στο πραγματικό της περιεχόμενο, έκρινε το δικόγραφο ορισμένο και την αγωγή παραδεκτή, παρά τη μη επαρκή έκθεση στο δικόγραφο των στοιχείων, τα οποία απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, θεωρώντας ότι αυτά τα στοιχεία εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη για αοριστία του δικογράφου της (ΑΠ 989/2022, 1214/2020, ΑΠ 1115/2020, ΑΠ 18/2020).
Περαιτέρω, στοιχεία της αγωγής του απασχολούμενου µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου µισθωτού, η οποία έχει ως αίτημα την καταβολή μισθών υπερημερίας, σύμφωνα με το άρθρο 656 ΑΚ, είναι η ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και η μη αποδοχή από μέρους του εργοδότη της εργασίας, την οποία πραγματικά και με τον προσήκοντα τρόπο του προσέφερε ο μισθωτός (ΑΠ 679/2023), ενώ για να είναι ορισμένη, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648, 651, 653 και 655 του ΑΚ η αγωγή, με την οποία ζητείται η επιδίκαση διαφορών από τη μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του μισθωτού, περιλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών για την παροχή υπερεργασίας, αρκεί να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής η κατάρτιση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, η ειδικότητα του ενάγοντος, η εκ μέρους αυτού παροχή της εργασίας του, ο συμβατικός ή ο κατά τις οικείες συλλογικές συμβάσεις νόμιμος μισθός του ενάγοντος, το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν οι επίδικες διαφορές, η χρονική διάρκεια της εβδομαδιαίας απασχόλησης του ενάγοντος με αναφορά στις ημέρες απασχόλησης αυτού, από όπου προκύπτει ο αριθμός των ωρών υπερεργασίας, καθώς και τα αξιούμενα για κάθε αιτία ποσά (ΑΠ 1790/2023).
Όταν ζητούνται διαφορές αποδοχών με βάση Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΣΣΕ), για το ορισμένο της αγωγής δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται σ' αυτήν οι εφαρμοστέες ΣΣΕ, ούτε ο χρόνος από τον οποίο αυτές κηρύχθηκαν εκτελεστές, διότι οι ΣΣΕ, ως προς το κανονιστικό τους μέρος, έχουν ισχύ νόμου και το δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τις ΣΣΕ που αρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση με βάση τα πραγματικά γεγονότα, που επισύρουν την εφαρμογή τους.
Στην περίπτωση αυτή αρκεί να αναφέρονται στην αγωγή το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχείρησης, το επάγγελμα ή η ειδικότητα του εργαζομένου και η παρεχόμενη από αυτόν εργασία, ώστε να μπορεί να συναχθεί ότι η ισχύς των πιο πάνω ΣΣΕ μπορεί να επεκταθεί στον εργοδότη και στους εργαζόμενους στην επιχείρησή του.
Οπότε δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται ο νόμιμος μισθός ή οι όροι παροχής της εργασίας (ωράριο, ημέρες εργασίας ανά εβδομάδα κλπ), αφού αυτά προβλέπονται από τις οικείες ΣΣΕ, προκειμένου το Δικαστήριο να τα επιδικάσει, κατόπιν απλού αριθμητικού υπολογισμού, εφόσον τα σχετικά πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τις αποδείξεις (ΑΠ 104/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τον έλεγχο της βασιμότητας του δεύτερου αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), του δικογράφου της ένδικης από 15/5/2018 αγωγής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την αγωγή αυτή επικαλέστηκε α) ότι συνήψε με την πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 15/6/2016, με βάση την οποία προσέφερε έκτοτε και μέχρι την καταγγελία της επικαλούμενης ως καταχρηστικής σύμβασης εργασίας στις 23/2/2018 στην επιχείρηση της τελευταίας τις υπηρεσίες του ως ιατρικός επισκέπτης-περιοδεύων πωλητής αντί νομίμου μηνιαίου μισθού, καθοριζόμενου βάσει της οικείας ΣΣΕ, πλέον ποσοστών από τις πωλήσεις (bonus) 5% μηνιαίως, για την περίπτωση που ο κύκλος εργασιών (τζίρος) της πρώτης εναγομένης ανερχόταν σε ποσό τουλάχιστον 5.000 ευρώ και 8% μηνιαίως, για την περίπτωση που ανερχόταν σε ποσό τουλάχιστον 10.000 ευρώ, β) ότι καθόλο το διάστημα της απασχόλησής του απασχολούνταν πέντε ημέρες την εβδομάδα επί δώδεκα ώρες ημερησίως, δηλ.
προσέφερε τις υπηρεσίες του πέραν του συμβατικού ωραρίου, γ) ότι απασχολήθηκε επίσης Σάββατα και Κυριακές στις 18 και 19/2/2017, 27 και 28/5/2017 και την Κυριακή 30/9/2017 επί οκτώ ώρες καθημερινά και, δ) ότι για όλο το χρονικό διάστημα, που παρείχε κατά τα ανωτέρω τις υπηρεσίες του, έλαβε από την πρώτη εναγόμενη αποδοχές συνολικού ποσού 15.950,73 ευρώ, ενώ αυτή όφειλε να καταβάλει το συνολικό ποσό των 34.243,44 ευρώ.
Με βάση τα παραπάνω ο αναιρεσείων ζήτησε με την ένδικη αγωγή να του επιδικασθεί το συνολικό ποσό των 18.292,71 ευρώ για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών από τις παραπάνω αιτίες, εκ των οποίων ποσό 5.280,02 ευρώ αντιστοιχεί στο συμφωνηθέν ποσοστό επί των πωλήσεων (bonus) από τον Ιανουάριο 2017 έως Δεκέμβριο 2017, παραθέτοντας και σχετικούς πίνακες με τις μικτές και καθαρές αποδοχές για κάθε κονδύλιο χωριστά, καθώς και τις επί μέρους καταβολές ποσών έναντι της συνολικής απαίτησής του.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη κρίθηκε κατ'αυτεπάγγελτη έρευνα, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της από 3/7/2020 εφέσεως των εναγομένων, ότι η από 15/5/2018 αγωγή ήταν απαράδεκτη λόγω αοριστίας ως προς το ως άνω αγωγικό της αίτημα, το οποίο έκρινε ως αντιφατικό και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης, διότι έκρινε ότι αντιφατικά αναφέρονται για την ίδια αιτία και το ίδιο χρονικό διάστημα (δεδουλευμένες αποδοχές, υπερωρίες, εργασία κατά τα Σάββατα και Κυριακές και επίδομα παραγωγικότητας χρονικού διαστήματος 15/6/2016 έως 23/2/2018), το ποσό των 23.301 ευρώ, ενώ το αίτημα της αγωγής για την ίδια αιτία ανερχόταν σε 18.292,71 ευρώ, εκλαμβάνοντας όμως εσφαλμένα ότι το αναφερόμενο στον συνημμένο πίνακα ποσό των 23.301 ευρώ αντιστοιχούσε σε καθαρές αποδοχές, ενώ στη σχετική στήλη ρητά αναφέρεται ότι το ανωτέρω ποσό αντιστοιχεί σε μικτές αποδοχές.
Σύμφωνα με τα εκτεθέντα στο οικείο μέρος της προηγηθείσας νομικής σκέψης, η αναιρεσιβαλλόμενη παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα κατά νόμο ήσαν αναγκαία για το ορισμένο των ως άνω αγωγικών αιτημάτων (άρθρα 111 παρ.2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1α ΚΠολΔ), διότι υπό το ανωτέρω περιεχόμενο η αγωγή διαλαμβάνει τα κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ αναγκαία για την πληρότητα του δικογράφου της στοιχεία, δηλαδή τα γεγονότα που απαιτούνται για τη θεμελίωση της διωκόμενης ως άνω αξίωσης καταβολής διαφοράς δεδουλευμένων μισθών και άλλων παροχών, τα οποία φέρεται να οφείλουν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, καθότι αναφέρεται σ' αυτή ο χρόνος κατάρτισης έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ο προβλεπόμενος βάσει των οικείων ΣΣΕ μισθός, το είδος της παρασχεθείσας εργασίας, οι όροι της συγκεκριμένης παροχής και ο χρόνος για τον οποίο αυτή οφείλεται, ώστε το Δικαστήριο να διαπιστώσει, κατόπιν απλού αριθμητικού υπολογισμού και με επισκόπηση των ποσών που διαλαμβάνονται στους πίνακες των σχετικών κανονιστικών διατάξεων των ΣΣΕ, τη βασιμότητα των σχετικών αξιώσεων και ακολούθως να του τις επιδικάσει, εφόσον τα σχετικά πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τις αποδείξεις.
Επομένως, εσφαλμένα το Εφετείο έκρινε ότι το ως άνω αγωγικό κονδύλιο ήταν αόριστο και συνακόλουθα ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αληθώς η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Πρέπει, επομένως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα κεφάλαιο αυτής, με το οποίο απορρίφθηκε το κονδύλιο της αγωγής εκ 18.292,71 ευρώ, που αφορά διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρεθέν μέρος της στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσιβλήτων μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό αίτημά του, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων, σύμφωνα με τα άρθρα 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 18/2008, ΑΠ 829/2024, ΑΠ 959/2022), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4995/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση κατά το κεφάλαιο για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Και
Επιβάλλει στους αναιρεσίβλητους μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ