Legislator Case Law & Legislation
829/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against public health region regarding two-year limitation defense on pension arrears.

Case Number 829/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible for one plaintiff but allowed it for the others regarding a limitation defense. The public health region argued the plaintiffs' claims were time-barred because they worked for the region, not the social security fund, and thus the standard limitation period did not apply. The court agreed that the region was the correct employer for the limitation period calculation, ruling the defense valid for one plaintiff but remanding the case for further examination on the merits for the remaining plaintiffs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 40(6) of Law 1846/1951 and Article 48(3) of Law 496/1974; When a public health region is the employer, the limitation period for claims against it is calculated based on the region's status as a public law entity, not the social security fund.

Keywords

AI generated
public health region two-year limitation pension arrears public law entity remittal for trial legal limitation period social security fund

Cited Legislation

AI generated
Article 40(6) of Law 1846/1951
Article 48(3) of Law 496/1974
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 576(3)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 178(1) and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 829 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 829/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 72/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Απόστολο Φωτόπουλο και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ (3ης Υ.ΠΕ.) ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Χριστοδουλόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1) ….. και 32) ….. οι οποίοι, εκτός της με α/α 32ης, που δεν παραστάθηκε, παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Η. Σ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την ΕΑΚ 8190/2017 και ΓΑΚ41663/2017 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκε η 235/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-10-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 336/2024, 1308/2022, 110/2020).

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 336/2024, 636/2021). Ακόμη, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. α του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β του ιδίου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Συνακόλουθα, αν οι αναιρεσείοντες ή οι αναιρεσίβλητοι είναι περισσότεροι και απολείπεται ή δε μετέχει προσηκόντως της συζήτησης ένας εξ αυτών σε περίπτωση απλής ομοδικίας, όπως επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων (ΑΠ 336/2024, 1308/2022, 542/2020), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 336/2024, 1308/2022).

Περαιτέρω, με το άρθρο 260 παρ.4 του ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 16 του ν. 4842/2021 (που εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις κατ' άρθρο 116 παρ.1 περ. β του ως άνω νόμου, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 65 παρ.1 του ν 4871/2021) και εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, ορίζεται ότι "όταν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισάγονται προς συζήτηση συνεπεία λόγων ανώτερης βίας ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Με πρωτοβουλία του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".

Με την τελευταία αυτή διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης της υπόθεσης που δεν εισήχθη προς συζήτηση συνεπεία λόγων ανώτερης βίας, πλην, όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας, κατά την ορισθείσα αυτεπαγγέλτως νέα δικάσιμο, κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει έγκυρα τη συζήτηση ή να είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση δεν εισήχθη προς συζήτηση συνεπεία λόγου ανωτέρας βίας.

Σε αντίθετη περίπτωση, η αυτεπάγγελτη εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του (πρβλ. ΑΠ 80/2022, 1255/2020, 1121/2020). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017 προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 336/2024, 1308/2022, 536/2020, 306/2020). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β', 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου (αίτησης αναίρεσης) στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 537/2023, 1951/2022).

Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΟλΑΠ 5/2001, ΑΠ 537/2023). Η κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε έφεση, είτε διότι παρήλθε άκαρπη η τριακονθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της πρωτόδικης απόφασης (άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ) ή, σε περίπτωση μη επίδοσης αυτής, η διετής καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευσή της (άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015) , είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικαίωμα προς άσκηση έφεσης ή από το δικαίωμα επί της ήδη ασκηθείσας έφεσης κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε έκτοτε η οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β του ΚΠολΔ (ΑΠ 537/2023, 1951/2022).

Ακόμη, στην περίπτωση που δεν επιδόθηκε η απόφαση, η προθεσμία άσκησης της αναίρεσης, είναι δύο (2) έτη (άρθρο 564 παρ.3 ΚΠολΔ όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015) και αρχίζει αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης (ΑΠ 760/2022, 460/222), δηλαδή συνολικά τέσσερα (4) έτη από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, δύο (2) έτη για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει τελεσίδικη η απόφαση και άλλα δύο (2) έτη από την ημέρα που η απόφαση έγινε τελεσίδικη (ΑΠ 460/2022, 200/2022).

Τέλος, λόγω της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού (Covid 19) δεν υπολογίζονται στις προθεσμίες άσκησης των ενδίκων μέσων τα χρονικά διαστήματα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 (άρθρο 74 πρ.1 εδ.α του ν. 4690/2020) και από 7.11.2020 έως 6.4.2021 (άρθρο 83 του ν. 4790/2021, σε συνδυασμό με την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 25 του ν. 4792/2021), στις οποίες (προθεσμίες) συμπεριλαμβάνεται και η διετής καταχρηστική προθεσμία άσκησης έφεσης και αναίρεσης σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 του ν.4963/2022, και οι οποίες (προθεσμίες), δεν συμπληρώνονται σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ.1 του ν. 4790/2021, αν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους (ΑΠ 1338/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Με την από 27.12.2017 αγωγή σαράντα οκτώ (48) εναγόντων, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι τριάντα δύο (32) αναιρεσίβλητοι κατά του πρώτου εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη και κατά του δεύτερου εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. (3η Δ.Υ.ΠΕ) και ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι είναι ιατροί, ότι είχαν προσληφθεί από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με ειδική σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, δυνάμει του άρθρου 10 του ν.δ 1204/1972 και ότι από 1.1.2012 μεταφέρθηκαν στον πρώτο εναγόμενο ΝΠΔΔ σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3918/2011 στο οποίο έκτοτε απασχολήθηκαν με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι ακολούθως μεταφέρθηκαν, δυνάμει των διατάξεων του ν. 4238/2014 στο δεύτερο εναγόμενο ΝΠΔΔ, όπου έκτοτε απασχολούνται σ' αυτό και ότι τα εναγόμενα νομικά πρόσωπα αρνούνται να τους καταβάλουν για το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως 31.12.2017 το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας του άρθρου 15 του ν. 4024/2011 το οποίο δικαιούνται για τους σ' αυτή εκτιθέμενους λόγους .

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να υποχρεωθούν τα εναγόμενα Ν.Π.Δ.Δ. να καταβάλουν, ευθυνόμενα εις ολόκληρον, στον καθένα από αυτούς το ποσό των 9.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, με την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμ. 235/17.9.2018 οριστική του απόφαση δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, απέρριψε την αγωγή ως προς το πρώτο εναγόμενο, απέρριψε την αγωγή ως προς τους 2ο, 3ο, 4η, 14η, 19η, 20η, 21η, 24η, 30ο, 31ο, 35η, 38η, 39η, 40η, 41η και 46ο ενάγοντες, μη διαδίκους στην παρούσα αναιρετική δίκη, δέχθηκε εν μέρει αυτή ως κατ' ουσία βάσιμη ως προς τους λοιπούς τριάντα δύο (32) ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους και υποχρέωσε το δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ να καταβάλει σε έκαστο από αυτούς για το χρονικό διάστημα από 19.3.2014 έως 31.12.2017 το ποσό των 6.900 ευρώ στον καθένα με το νόμιμο τόκο.

Κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 235/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης το δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ άσκησε την ένδικη από 15.10.2021 με αριθμ. καταθ. 30646/3/15.10.2021 αίτηση αναίρεσης, δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε η 7.2.2023. Κατά την ως άνω δικάσιμο (7.2.2023) δεν συζητήθηκε η υπόθεση λόγω της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της Περιφέρειας Αττικής για το χρονικό διάστημα από 6.2.2023 έως 7.2.2023, δυνάμει της υπ' αριθμ. 10411οικ./5.2.2023 Απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης (Β 529) και ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως από την Πρόεδρο του Β1 Πολιτικού Τμήματος δικάσιμος για την εκδίκασή της η 10.10.2023 κατά την οποία δεν συζητήθηκε και πάλι η υπόθεση λόγω της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, δυνάμει της υπ' αριθμ. 46339οικ./22.9.2023 Απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης και ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως από την Πρόεδρο του Β1 Πολιτικού Τμήματος δικάσιμος για την εκδίκασή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (16.4.2024).

Περαιτέρω, από τα πρακτικά συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, στην τελευταία αυτή δικάσιμο (16.4.2024), δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η 32η αναιρεσίβλητη, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτή η κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), δήλωση, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι όλοι οι αναιρεσίβλητοι επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 5200/9.9.2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Α. Γ., από την οποία, επίσης, προκύπτει ότι κατόπιν παραγγελίας του Η. Σ., ως πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσίβλητων, ακριβές αντίγραφο αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο στις 7.2.2023, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ.

Όμως, η απολιπόμενη 32η αναιρεσίβλητη, δεν αποδεικνύεται ότι είχε χορηγήσει πληρεξουσιότητα στον ως άνω δικηγόρο, που υπέγραψε, για λογαριασμό όλων των αναιρεσίβλητων, την παραγγελία προς επίδοση της ένδικης αίτησης αναίρεσης προς το αναιρεσείον με κλήση προς συζήτηση για την προαναφερθείσα δικάσιμο, να επισπεύσει και για λογαριασμό της τη συζήτηση αυτής, αφού δεν προσκομίζεται έγγραφη περί τούτου εξουσιοδότηση αυτής προς τον ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικό προς αυτόν πληρεξούσιο, ούτε αποδεικνύεται ότι αυτή κλητεύθηκε από το αναιρεσείον, αλλά ούτε και από τους απλούς ομόδικούς της αναιρεσίβλητους, για να παραστεί στη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (7.2.2023).

Κατά συνέπεια ακύρως η ως άνω 32η αναιρεσίβλητη επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Εξάλλου ο αυτεπάγγελτος προσδιορισμός της συζήτησης της υπόθεσης, λόγω της αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων κατά τις δικασίμους στις 7.2.2023 και στις 10.10.2023, για τις δικασίμους στις 10.10.2023 και 16.4.2024, αντίστοιχα και η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο από το γραμματέα, ισχύει μεν ως κλήτευση όλων των διαδίκων, πλην, όμως, αναγκαία προϋπόθεση για να ισχύουν τα ανωτέρω, είναι να είχε κληθεί η απολειπόμενη διάδικος για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο.

Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει κλήτευση της 32ης αναιρεσίβλητης για την ως άνω δικάσιμο, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτή, καθότι συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτή. Περαιτέρω η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμ. 235/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης δημοσιεύθηκε στις 17.9.2018 και ως εκ τούτου κατέστη τελεσίδικη μετά την πάροδο της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας για την άσκηση της έφεσης (άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ) στην οποία, όπως προεκτέθηκε, δεν συνυπολογίζονται τα προαναφερθέντα χρονικά διαστήματα αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας (συνολικά 7 μήνες και 18 ημέρες) και επιπρόσθετα δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη της ως άνω προθεσμίας, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δηλαδή κατέστη τελεσίδικη στις 15.5.2021 (2 έτη η καταχρηστική προθεσμία έφεσης από τη δημοσίευση της στις 17.9.2018 + 7 μήνες και 18 ημέρες + 10 ημέρες), δεδομένου ότι δεν προκύπτει επίδοση αυτής (απόφασης).

Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα στις 15.10.2021, εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών από την ως άνω ημερομηνία (15.5.2021) που η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη τελεσίδικη (άρθρ.552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 4 παρ, 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος. Τη συνδρομή τέτοιου συμφέροντος ελέγχουν τα δικαστήρια, ενόψει της κατά το άρθρο 93 παρ. 4 εξουσίας τους να μη εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.

Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος (ΟλΑΠ 16/2015, ΑΠ 796/2022, 438/2022). Περαιτέρω, με το άρθρο 15 του ν. 4024/2011 (εφαρμογή ενιαίου μισθολογίου), όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του από 1.1.2016 με το άρθρο 34 του ν. 4354/2015 ορίστηκαν τα εξής: "Εκτός από το βασικό μισθό του υπαλλήλου, δύναται να χορηγηθεί επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, μέχρι του ποσού των εκατόν πενήντα (150) ευρώ μηνιαίως.

Οι δικαιούχοι του εν λόγω επιδόματος, καθώς και οι όροι και προϋποθέσεις χορήγησης του καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, η οποία εκδίδεται σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου".

Κατ' εξουσιοδότηση της παραπάνω διάταξης εκδόθηκε η υπ' αριθ. Οικ.2/16519/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 465/24.02.2012) "καθορισμός επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4024/2011 (ΦΕΚ 226/Α/27.10.2011)", που όρισε μεταξύ άλλων τα εξής: "1. Καθορίζουμε το μηνιαίο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για τους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς υπαλλήλους και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου (ΙΔΑΧ - ΙΔΟΧ) του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.

και Ο.Τ.Α. Α και Β βαθμού ανά κατηγορία ως εξής: α) Κατηγορία Α' σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ. β) Κατηγορία Β' σε εβδομήντα (70) ευρώ. γ) Κατηγορία Γ σε τριάντα πέντε (35) ευρώ. 2. Στην κατηγορία Α' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες: α) Το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και καθαριότητας, οι απασχολούμενοι αποκλειστικά σε ακτινολογικούς θαλάμους και εμφανίσεις, οι οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων - διασώστες και οι συντηρητές πειραματόζωων των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της Χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ.

του Τομέα Πρόνοιας και των Αγροτικών Ιατρείων, τα οποία υπάγονται στα Δημόσια Νοσοκομεία.... 3. Στην κατηγορία Β' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες.... 4. Στην κατηγορία Γ' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες ...5. Το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας που προβλέπεται από την παράγραφο 1 της παρούσας απόφασης δεν καταβάλλεται στο διοικητικό προσωπικό των φορέων που αναφέρονται σε αυτήν. 6.

Το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του.... Η απόφαση αυτή, που ισχύει από 1/5/2012, να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Ακολούθως, με το άρθρο 18 του ν. 4354/2015, όπως ίσχυε το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ορίζεται ότι "Το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4024/2011 εξακολουθεί να καταβάλλεται στο ίδιο ύψος στους δικαιούχους που έχουν οριστεί με τις υπουργικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση των ανωτέρω διατάξεων, καθώς και αυτών του άρθρου 67 του ν. 4235/2014 (Α` 32), με την επιφύλαξη της επικείμενης ευθυγράμμισης του σχετικού καθεστώτος με την αντίστοιχη ευρωπαϊκή νομοθεσία έως τις 31.12.2017".

Υπό το προγενέστερο καθεστώς των νόμων 2470/1997 και 3205/2003 το προσωπικό της νοσηλευτικής υπηρεσίας κλπ. δεν λάμβανε επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, αλλά το χαρακτηριζόμενο ως νοσοκομειακό επίδομα (ΑΠ 194/2023, 233/2021, 1124/2019), το οποίο δικαιούνταν και οι ιατροί των Τοπικών Μονάδων Υγείας και Κέντρων Ψυχικής Υγιεινής του ΙΚΑ, αφ' ενός μέχρι την 17.2.2004 με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας και αφ' ετέρου μετά την 18.2.2004, κατ' ευθεία εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 2 παρ.1 εδ.

β' του ν. 3235/2004 και 8 παρ.5 του ν. 3205/2003 (ΑΠ 194/2023, 233/2021, 18/2020, 1389/2019, 957/2018). Ακολούθως, στο μισθολόγιο του ν. 4024/2011 (που καταλαμβάνει και τους ιατρούς, που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου στο ΙΚΑ, ακολούθως στον ΕΟΠΠΥ, δυνάμει του άρθρου 17 παρ. 1 ν. 3918/2011, και στη συνέχεια στο ΠΕΔΥ, δυνάμει των διατάξεων του ν. 4238/2014), δεν περιλήφθηκε το ως άνω νοσοκομειακό επίδομα παρά μόνο τα ειδικά αναφερόμενα στο ν. 4024/2011 επιδόματα, μεταξύ των οποίων και αυτό του άρθρου 15 παρ. 1 του νόμου (επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας).

Με βάση τα παραπάνω, λαμβανομένου υπόψη ότι το ως άνω νοσοκομειακό επίδομα είχε αντικαταστήσει, μεταξύ άλλων, και το προβλεπόμενο στο άρθρο 10 παρ. 1 α' αα' του ν. 2470/1997 για το προσωπικό των νοσοκομείων επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας (ΑΠ 233/2021, 1124/2019,) πρέπει να γίνει δεκτό ότι το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 15 ν 4024/2011 επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, όπως εξειδικεύτηκε ως προς τους δικαιούχους του με την οικ.2/16519/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 465/24/02/2012), στους οποίους (δικαιούχους) περιλαμβάνεται και το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας των νοσοκομείων, κέντρων υγείας κλπ., αποτελεί στην ουσία, ως προς το παραπάνω προσωπικό, μετεξέλιξη του καταργηθέντος νοσοκομειακού επιδόματος, το οποίο λάμβανε τόσο το ιατρικό όσο και το νοσηλευτικό προσωπικό, καθώς αμφότερα έχουν ως δικαιολογητική βάση την επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα της παρεχόμενης από το παραπάνω προσωπικό εργασίας (ΑΠ 194/2023, 233/2021, 1124/2019).

Ως εκ τούτου, ο αποκλεισμός με την προαναφερόμενη ΚΥΑ του ιατρικού προσωπικού των Τοπικών Μονάδων Υγείας του ΙΚΑ, μετέπειτα του ΕΟΠΠΥ και στη συνέχεια του ΠΕΔΥ από τη χορήγηση του παραπάνω επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, στις περιπτώσεις που αυτό προσφέρει υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους οικείους χώρους και με τα ίδια στοιχεία επικινδυνότητας και ανθυγιεινότητας με το οριζόμενο στην παραπάνω ΚΥΑ προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας των νοσοκομείων, κέντρων υγείας, αγροτικών ιατρείων κλπ., έρχεται σε αντίθεση με την καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας και συνακόλουθα επιβάλλεται, προς αποκατάσταση της αρχής αυτής, η χορήγηση και στο προσωπικό αυτό του εν λόγω επιδόματος (ΑΠ 194/2023, 233/2021, 1124/2019).

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α' 31), συνεστήθη νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", με έναρξη του χρόνου λειτουργίας του έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του νόμου (2.3.2011), στον οποίο κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό και μόνον ως προς τις παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος (και όχι σε χρήμα), μεταξύ άλλων, και ο κλάδος υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.) με τις μονάδες υγείας του κ.λπ. (ΑΠ 194/2023, ΑΠ 306/2020).

Με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 9 του ιδίου νόμου, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 21 του άρθρου 72 του ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150), ορίσθηκε ότι οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το υγειονομικό προσωπικό που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ... μεταφέρονται αυτοδίκαια κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τους όρους του παρόντος άρθρου, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ.

α του ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών (ΑΠ 410/2023, 194/2023, 306/2020). Επακολούθησε ο ν. 4238/2014, που δημοσιεύθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2014 (ΦΕΚ Α 21), με τον οποίο ορίσθηκαν στο άρθρο 2 αυτού οι δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας υγείας του Π.Ε.Δ.Υ., οι οποίες εντάχθηκαν στην οργανωτική δομή των κατά τόπους Διοικήσεων Υγειονομικών Υπηρεσιών Περιφερειών (Δ.Υ.Π.Ε.), ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες αυτών.

Με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του νόμου αυτού (όπως τα δύο πρώτα εδάφια του άρθρου 17 παρ. 1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαρ. Ι. 5 του Ν. 4254/2014 - ΦΕΚ Α 85 ως προς το χρόνο έναρξης της ισχύος τους από 4 Μαρτίου 2014) προβλέφθηκε διαδικασία μετάταξης/μεταφοράς του τεθέντος (μεταξύ άλλων) από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού σε κατάσταση διαθεσιμότητας χρονικής διάρκειας ενός μηνός μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρικού και οδοντιατρικού προσωπικού του Ε.Ο.Π.Π.Υ, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης με την ίδια εργασιακή σχέση που συνιστώνται για τον σκοπό αυτό στις αντίστοιχες χωροταξικά Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.) και κατόπιν αίτησης αυτών υποβαλλομένης εντός της εκεί προβλεπομένης προθεσμίας από την ημερομηνία έκδοσης της διαπιστωτικής πράξης για τη θέση αυτών υπό καθεστώς διαθεσιμότητας.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΠ 4/2021, 1/2021). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, 2/2019, 6/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής ".....Περαιτέρω οι λοιποί των εναγόντων δηλ. οι 1ος , 5η , 6η, 7η, 8η, 9ος, 10ος, 11ος, 12η, 13η, 15η, 16η, 17ος, 18ος, 22ος,23ος, 25η, 26ος, 27ος, 28η, 29η, 32ος, 33ος, 34η, 36ος, 37ος, 42ος, 43ος, 44η,45ος, 47η και 48η (ήδη αναιρεσίβλητοι) επίσης μεταφέρθηκαν στο πρώτο εναγόμενο με την ίδια επίσης εργασιακή σχέση (αρθρ. 10 ν. 1204/1972) μετά δε την έκδοση της σχετικής διαπιστωτικής πράξης του διοικητή του δεύτερου εναγόμενου (ήδη αναιρεσείον) από την 4-3-2014 ο πρώτος και από την 19-3-2014 οι λοιποί εντάχθηκαν σε κενές οργανικές θέσεις των κλάδων ΕΣΥ ανάλογα με την ειδικότητά τους.

Περαιτέρω όπως αποδείχτηκε οι παραπάνω ενάγοντες από το χρόνο μετάταξης τους σε κενές οργανικές θέσεις του δεύτερου εναγομένου παρέχουν σε μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας ιατρικές υπηρεσίες βάση των ειδικοτήτων τους με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες ανθυγιεινότητας και επικινδυνότητας όπως και το υγειονομικό προσωπικό των υπηρεσιών εκείνων που λαμβάνουν το ίδιο επίδομα μέχρι και σήμερα, χωρίς η διαφορετική μεταχείρισή τους αυτή να δικαιολογείται από λόγους γενικότερους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος και να αντίκειται επομένως στη συνταγματική αρχή της ισότητας (.....).

Σύμφωνα με τα παραπάνω η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει στην ουσία της και να υποχρεωθεί το δεύτερο εναγόμενο να καταβάλλει στον κάθε ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 04.03.2014 για τον πρώτο και 19.03.2014 για τους λοιπούς έως 31.12.2017 το ποσό των έξι χιλιάδων, εννιακοσίων (6.900€) ευρώ (46 μήνες χ 150€ ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής".

Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο της ουσίας δεχόμενο, με βάση τις ανέλεγκτες, ως προς τα διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά, παραδοχές του ότι οι αναιρεσίβλητοι ιατροί το αναφερόμενο σ' αυτή επίδικο χρονικό διάστημα παρείχαν τις υπηρεσίες τους σε μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με καθεστώς πλήρους απασχόλησης με όμοιες συνθήκες ανθυγιεινότητας και επικινδυνότητας όπως και το υγειονομικό προσωπικό των υπηρεσιών εκείνων που λαμβάνουν το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, χωρίς η διαφορετική μεταχείρισή τους αυτή να δικαιολογείται από λόγους γενικότερους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος και ότι ως εκ τούτου αυτοί (αναιρεσίβλητοι) δικαιούται, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, το επίδομα αυτό για το επίδικο χρονικό διάστημα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 του Συντάγματος, του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 4024/2011 και της υπ' αριθμ.

Οικ. 2/165/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β 465/24.2.2012) και τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται το αναιρεσείον στον πρώτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ότι το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Με το άρθρο 48 παρ.3 του Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ" ορίζεται, ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών", με το άρθρο 49 του ιδίου Ν.Δ/τος ορίζεται ότι "η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής".

Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή ειδικά για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ, κατ' αυτών, που αφορούν καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες οφείλονται απευθείας από το νόμο.

Η προβλεπόμενη από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 496/1974, για τις ως άνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθ. 16 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ΝΠΔΔ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων και ως εκ τούτου η διάταξη αυτή δεν αντίκειται στη κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συν/τος αρχή της ισότητας, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ ούτε στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης (ΟλΑΠ 2/2011) .

Εξάλλου, με το άρθρο μόνο του Π.Δ/τος 437/1977, εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του Ν.Δ/τος 496/1974, οι υπαγόμενοι στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ασφαλιστικοί οργανισμοί, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ΙΚΑ. Κατόπιν αυτού, δεν έχουν εφαρμογή επί των κατά του ΙΚΑ απαιτήσεων οι περί παραγραφής διατάξεις του ως άνω Ν.Δ/τος 496/1974 και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 αυτού, που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων κατά ΝΠΔΔ.

Και τούτο διότι η παραγραφή ρυθμίζεται από την ειδική διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 40 του Α.Ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων", όπως η παράγραφος 6 αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15 του Ν. 4476/1965 και στη συνέχεια με το άρθρο 7 του Ν. 825/1978, η οποία στο τελευταίο εδάφιο της ορίζει ότι "πάσα άλλη οιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν".

Στις εν λόγω απαιτήσεις περιλαμβάνονται επομένως και οι απαιτήσεις εκ καθυστερουμένων αποδοχών των υπαλλήλων του ΙΚΑ κατ' αυτού (ΑΠ 794/2022, 1317/2021, 233/2021). Περαιτέρω, με τον Ν. 3329/2005 "Εθνικό Σύστημα Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και λοιπές διατάξεις" (Α' 81) έγινε συνολική αναμόρφωση του οργανωτικού σχήματος του Εθνικού Συστήματος Υγείας.

Ειδικότερα, με το νόμο αυτό, όπως ίσχυε κατά το κρίσιμο χρόνο, ορίστηκε στο άρθρο 1 ότι "1. Η Επικράτεια διαιρείται στις ακόλουθες επτά (7) Υγειονομικές Περιφέρειες, τα γεωγραφικά όρια των οποίων ταυτίζονται με τα όρια των επτά (7) Αποκεντρωμένων Διοικήσεων της χώρας ... 2. Στην έδρα κάθε Υγειονομικής Περιφέρειας συστήνεται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Δ.Υ.Πε.", που συμπληρώνεται από το όνομα της οικείας Περιφέρειας.

Η κάθε Δ.Υ.Πε. έχει δικό της προϋπολογισμό, πρωτόκολλο, αρχείο, σφραγίδα και Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.). Έδρα έχει την πόλη όπου εδρεύει η Περιφέρεια και εποπτεύεται και ελέγχεται από τον Υπουργό Υγείας" και στο άρθρο 2 ότι "Σκοπός της Δ.Υ.ΠΕ. είναι: α) Ο προγραμματισμός, συντονισμός, εποπτεία και έλεγχος στα όρια της οικείας Υγειονομικής Περιφέρειας, της λειτουργίας όλων των Φορέων Παροχής Υπηρεσιών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (εφεξής ΦΠΥΥΚΑ).

Ως Φορείς Παροχής Υπηρεσιών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ορίζονται οι ακόλουθοι: (1) Νοσοκομεία, Κέντρα Υγείας, (2) Κέντρα Ψυχικής Υγείας και Απεξάρτησης, (3) Λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του δημόσιου τομέα, που ασκούν δραστηριότητες στους τομείς υγείας και κοινωνικής αλληλεγγύης και εποπτεύονται από τον Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

β)... γ) Η παρακολούθηση της εφαρμογής, από τις Διοικήσεις των εποπτευόμενων ΦΠΥΥΚΑ, της πολιτικής που χαράσσεται από το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ...". Από το συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων προκύπτει ότι οι μισθολογικές απαιτήσεις του προσωπικού των Δημοσίων Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.ΠΕ) , που είναι Ν.Π.Δ.Δ.

και έχουν ως σκοπό το συντονισμό την εποπτεία και των έλεγχο των Φ.Π.Υ.Υ.Κ.Α. της Περιφερείας τους και υπάγονται στην εποπτεία του Υπουργείου Υγείας, υπόκεινται στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 του ν.δ 496/1974, εφόσον αυτές (Δ.Υ.ΠΕ.) δεν είναι ασφαλιστικοί οργανισμοί και ως εκ τούτου δεν τυγχάνει εφαρμογής η προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου μόνου του Π.Δ/τος 437/1977, με την οποία εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του Ν.Δ/τος 496/1974, οι υπαγόμενοι στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ασφαλιστικοί οργανισμοί.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1545/2022, 1393/2021).

Συνεπώς ως άνω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη, ή μη νόμιμη ή για άλλον τυπικό λόγο, αφού η στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 552/2022, 351/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με το δεύτερο εκ των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης την πλημμέλεια ότι με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την ένσταση διετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων των αναιρεσίβλητων που υπέβαλε παραδεκτά ενώπιόν του, ως εναγόμενο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974, που καθορίζουν διετή παραγραφή των αξιώσεων των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που προσάπτεται με αυτόν η εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος, γιατί το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπεισήλθε στην ουσία της υπόθεσης αλλά απέρριψε την ένσταση ως μη νόμιμη, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.

Περαιτέρω και από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου του ως άνω εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγου, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης απέρριψε την ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ περί διετούς παραγραφής αγωγικών αξιώσεων των εναγόντων ως μη νόμιμη, δεχόμενο ότι οι αξιώσεις κατά του ΙΚΑ υπόκεινται στην παραγραφή του άρθρου 40 παρ. 6 του ν. 1846/1951 και ότι ως προς το ΙΚΑ τυγχάνει εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου μόνου του π.δ. 437/1977 που ορίζει ότι το νομοθετικό διάταγμα "Περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ" (496/1974) δεν εφαρμόζεται στους ασφαλιστικούς οργανισμούς που τελούσαν υπό την εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών.

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ περί διετούς παραγραφής των αξιώσεων των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων και ακολούθως να επιδικάσει για το χρονικό διάστημα από 4.3.2014 έως 31.12.2017 για τον πρώτο αναιρεσίβλητο και από 19.3.2014 έως 31.12.2017 για τους λοιπούς αναιρεσίβλητους το επίδικο επίδομα, δηλαδή για χρονικό διάστημα που παρείχαν αυτοί τις υπηρεσίες τους στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ έχοντας ενταχθεί σε οργανικές θέσεις κλάδων του ΕΣΥ, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 40 παρ. 6 του ν. 1846/1951 και του άρθρου μόνου του π.δ. 437/1977, που δεν ήταν εφαρμοστέες καθότι το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα, όπως προεκτέθηκε, οι αναιρεσίβλητοι δεν παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο ΙΚΑ αλλά στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ (3η ΔΥΠΕ), και ως εκ τούτου δεν εφαρμόζονται ως προς την παραγραφή των ενδίκων αξιώσεών τους οι ως άνω διατάξεις και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ 496/1974 που ήταν εφαρμοστέα, καθότι το αναιρεσείον ως ΝΠΔΔ υπόκειται στις διατάξεις του ν.δ 496/1974 "Περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ" σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.

Συνακόλουθα όφειλε να κρίνει νόμιμη την ένσταση του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, όπως βάσιμα ισχυρίζεται αυτό με τον ως άνω λόγο αναίρεσης και να ερευνήσει την ουσιαστική της βασιμότητα στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 48 παρ.3 και 49 του νομοθετικού αυτού διατάγματος. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσία ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που προσάπτεται με αυτόν η εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, κατά μερική παραδοχή του προαναφερθέντος δεύτερου αναιρετικού λόγου ως βάσιμου, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση διετούς παραγραφής του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ ως προς τις ένδικες αξιώσεις των αναιρεσίβλητων και στη συνέχεια, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή από αυτόν που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των λοιπών, πλην της 32ης, αναιρεσίβλητων, μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, κατά το σχετικό του αίτημα, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων, σύμφωνα με τα άρθρα 178 παρ. 1 και 183 του ΚΠολΔ (ΑΠ 959/2022, 1870/2022, 1196/2022, 1618/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 15.10.2021 (αριθμ. καταθ. 30646/3/2021) αίτηση αναίρεσης ως προς την τριακοστή δεύτερη (32η) αναιρεσίβλητη.

Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος την με αριθ. 235/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης ως προς τους λοιπούς, πλην της τριακοστής δεύτερης (32ης) αναιρεσίβλητους.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Ειρηνοδικείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει τους λοιπούς, πλην της τριακοστής δεύτερης (32ης), αναιρεσίβλητους, στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ