Legislator Case Law & Legislation
1198/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague complaint and insufficient legal basis.

Case Number 1198/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Allianz companies' appeal against a lower court judgment regarding an insurance dispute. The appellants argued for reversal based on procedural defects, but the court found their complaints lacked specific factual allegations and failed to meet statutory requirements for a valid appeal. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellants were ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 14 and Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument is inadmissible if it fails to clearly state the facts supporting the claim or if it attacks the court's discretionary assessment of evidence without specifying the exact legal error.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague complaint legal basis defect evidence assessment procedural requirements legal costs code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 14 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 216 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 2104/2007
Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding substantive law violations and insufficient reasoning.
AP 2100/2007
Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of legal interest regarding a co-litigant's procedural outcome.
AP 1611/2008
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague arguments regarding evidence evaluation.
AP 1192/2007
Supreme Court allows appeal against lower court dismissal of recognition action due to lack of legal interest.
AP 187/2006
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding evidence submission and burden of proof.
AP 1206/2008
Supreme Court dismisses appeal on alimony and costs due to insufficient reasoning and contradictory grounds.
AP 358/2008
Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations grounds, upholding lower court's rejection of bank's claim.
AP 361/2008
Supreme Court dismisses appeal due to invalid acceleration of proceedings without proving legal representation for all appellants.
AP 610/2007
Supreme Court dismisses appeal for insufficient reasoning and document distortion claims in property dispute.
AP 1490/2006
Supreme Court dismisses appeal against insurance company's liability for drunk driver accident due to procedural defects.
AP 1853/2007
Supreme Court dismisses appeal for failure to cite specific substantive law and facts in grounds of appeal.
AP 1850/2007
Appeal dismissed for lack of legal interest and failure to specify grounds for appeal under Greek Civil Procedure Code.
AP 1778/2007
Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to cite specific laws or factual errors.
AP 1742/2006
Supreme Court dismisses appeal for vagueness due to incomplete citation of substantive law facts.
AP 1875/2006
Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and failure to cite specific legal provisions.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1198 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1198/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών:1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ Ανώνυμη Εταιρία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων" (πρώην "ALLIANZ Ελληνική Ανώνυμος Εταιρία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2.Εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ Ανώνυμος Εταιρία Ασφαλειών Ζωής", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Σπήλιο Μούζουλα και Μελέτιο Φικιώρη.

Των αναιρεσιβλήτων:1.... και 2...., αμφοτέρων κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κυριακάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Ιουλίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 372/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 462/2006 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείουσες, με την από 26 Οκτωβρίου 2006 αίτησή τους ως και τους από 29 Οκτωβρίου 2007 πρόσθετους επ' αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 10 Μαρτίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και αυτού των προσθέτων λόγων.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως (ΑΠ 2104/2007, ΑΠ 2100/2007). Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 § 1 Κ.Πολ.Δ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει:

α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β)ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ)ορισμένο αίτημα. Όλα αυτά τα στοιχεία πρέπει να περιέχει η αγωγή για να είναι ορισμένη (ΑΠ 1611/2008). Διαφορετικά είναι αόριστη και απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1192/2007).

Η αοριστία της αγωγής ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 187/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι από την αναλυτικώς περιγραφομένη κοινή αδικοπρακτική συμπεριφορά του δευτέρου και της τρίτης από τους εναγομένους, προστηθέντων από την τέταρτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, η οποία ενεργούσε ως αντιπρόσωπος για τη διάθεση μεριδίων της πρώτης εναγομένης εταιρίας διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων, υπέστησαν ζημία ύψους 724.288 ευρώ, καθώς και ηθική βλάβη.

Ζήτησαν δε, κατά μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να τους καταβάλουν το ως άνω ποσό ως αποζημίωση, καθώς και ποσό 300.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν. Ειδικότερα ως προς το δεύτερο και την τρίτη από τους εναγομένους, προστηθέντες από την τέταρτη από αυτούς, η αγωγή διαλαμβάνει ότι ο δεύτερος είχε τοποθετηθεί από τις εταιρείες του ομίλου ALLIANZ, στις οποίες περιλαμβάνεται και η πρώτη εναγομένη, με βάση σύμβαση που είχε συνάψει με αυτές, ως συντονιστής Α', διευθυντής υποκαταστημάτων ..., Προϊστάμενος-Διευθυντής του υποκαταστήματος ...

του ομίλου αυτού και υπεύθυνος για την ανάπτυξη των εργασιών του παραπάνω ομίλου εταιριών στη γεωγραφική περιοχή ευθύνης του, και η τρίτη συνδεόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με την τετάρτη και είχαν ανατεθεί σε αυτή καθήκοντα προώθησης των πωλήσεων-εργασιών της πρώτης εναγομένης, είχε μάλιστα, ορισθεί υπεύθυνη του γραφείου πωλήσεων μεριδίων α/κ στο υποκατάστημα ...

του Ομίλου (ALLIANZ), ότι σε αμφότερους τους εναγομένους αυτούς είχε ανατεθεί, από τις άλλες δύο, ως προστηθέντες από αυτούς, συγκεκριμένη υπηρεσία και καθήκοντα προώθησης των εργασιών τους στον τομέα των α/κ. Η ανάθεση στηριζόταν στη σχετική σύμβαση, η ανατεθείσα σε αυτούς υπηρεσία συνίστατο σε εξεύρεση πελατών και διεκπεραίωση των τυπικών διαδικασιών για τη συμμετοχή τους σε α/κ, στην εκπλήρωση από τους εναγομένους, αυτούς, στο όνομα και για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης, των νομίμων και συμβατικών υποχρεώσεών της έναντι των μεριδιούχων πελατών-αντισυμβαλλομένων της.

Ότι οι δύο αυτοί εναγόμενοι βρίσκονταν σε σχέση εξάρτησης από τις δύο άλλες (εταιρίες), ως προστηθέντες από αυτούς, δέχονταν και υποχρεούνταν να εφαρμόσουν δεσμευτικές οδηγίες των εταιριών αυτών, τις οποίες αυτές δικαιούνταν να δίδουν, υπέκειντο στον έλεγχο αυτών, όφειλαν και υποχρεούνταν να ενεργούν τα λεπτομερώς αναφερόμενα στις σελίδες, 3, 4 και 5 της αγωγής.

Κατ' ακολουθίαν τούτων η αγωγή περιέχει όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται από τα άρθρα 914, 297, 298, 922 επ., 926, 340, 345, 481, 932 εδ, α' ΑΚ, 17 Α', 19, 20, 28 και 30 Ν. 1969/1991, όπως ίσχυαν πριν καταργηθούν με το άρθρο 47 § 3 του Ν. 3283/2004, για να είναι ορισμένη και νόμιμη. Πράγματι δεν γίνεται εξαντλητικός προσδιορισμός της εννοίας της προστήσεως και των ειδικώτερων εντολών και οδηγιών προς τους προστηθέντες.

Μόνη όμως η αναφορά της αναμφίβολα γνωστής έννοιας της προστήσεως για την μεταξύ των εναγομένων σύμβαση ασφαλιστικών συμβούλων, σύμφωνα με το άρθρο 16 § 1 του Ν. 1569/1985, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 § 24 του Ν. 2496/1997, θεωρούνται ότι προβάλλονται με την αγωγή τα χαρακτηριστικά, για την εξειδίκευση και περιγραφή της έννοιας αυτής, γεγονότα, μεταξύ των οποίων και η από τη σύμβαση διαφύλαξη δικαιώματος του εργοδότη για παροχή οδηγιών και εντολών προς τον υπαίτιο της αδικοπραξίας εργαζόμενο (ΑΠ 1226/2007, ΑΠ 1876/1999).

Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αντίθετοι, πρώτος του κυρίου δικογράφου και δεύτερος του δικογράφου των προσθέτων, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε κάποια υπηρεσία, ευθύνεται για τη ζημία, την οποία ο υπηρέτης ή ο προστηθείς στην υπηρεσία αυτού προξένησε παράνομα σε τρίτον, συνάγεται ότι: α) Για να ιδρυθεί ευθύνη του προστήσαντος από αδικοπραξία του προστηθέντος, είναι ανάγκη ο τελευταίος να τελεί κάτω από τις εντολές και οδηγίες του προστήσαντος ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του, προς τις οποίες υποχρεούται να συμμορφώνεται.

β) Την ίδια ευθύνη υπέχει ο προστήσας και όταν η ζημία προκλήθηκε από τον προστηθέντα επ' ευκαιρία της εκτελέσεως της υπηρεσίας του ή κατά κατάχρηση αυτής και κατά παράβαση των οδηγιών που του δόθηκαν, καθώς και από κάθε άλλη πράξη που προήλθε από τη δυνατότητα, την οποία παρέσχε στον προστηθέντα η υπηρεσία του να χρησιμοποιήσει για άλλο σκοπό τα μέσα που του διατέθηκαν, δηλαδή όταν η υπηρεσία του προστηθέντος αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την επιχείρηση της ζημιογόνου πράξεως και γενικά σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία μεταξύ αυτής και της υπηρεσίας του προστηθέντος υφίσταται στενός αιτιώδης σύνδεσμος, με την έννοια ότι η πρώτη δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς τη δεύτερη.

Στην περίπτωση όμως, αυτή αίρεται η ευθύνη του προστήσαντος, εάν ο ζημιωθείς γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση (ΑΠ 686/2008, ΑΠ 995/2008, ΑΠ 191/2008, ΑΠ 941/2006, ΑΠ 924/2007). Τέτοια σχέση προστήσεως υφίσταται μεταξύ αφενός μεν της εταιρείας διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων και της αντιπροσώπου αυτής τραπεζικής (ή ασφαλιστικής) εταιρείας και αφετέρου του συνεργάτη της τελευταίας, εφόσον αυτές διατηρούν το δικαίωμα να δίδουν οδηγίες στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του και να προβαίνουν σε έλεγχο αυτών (ΑΠ 116/2007, ΑΠ 117/2007, ΑΠ 114/2007, ΑΠ 941/2006, ΑΠ 984/2007, ΑΠ 1507/2005).

Αυτό συμβαίνει παρά το ότι το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 1969/1991, όπως ισχύει μετά το Π.Δ 433/1993, επιτρέπει στην εταιρεία διαχείρισης, η οποία κατ' αρχήν διαθέτει τα μερίδια των αμοιβαίων κεφαλαίων που διαχειρίζεται στο κοινό, να προβαίνει στη διάθεση τούτων και μέσω αντιπροσώπων της και παράλληλα ορίζει ότι ως αντιπρόσωποι της εταιρείας διαχείρισης για τη διάθεση μεριδίων μπορούν να ενεργούν μόνο τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες ή επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.

Και τούτο διότι από τη διατύπωση της διάταξης αυτής, δεν προκύπτει ότι η διάθεση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου είναι δυνατή μόνο μέσω αυτών των προσώπων. Η έκφραση "δύνανται να ενεργούν ως αντιπρόσωποι της εταιρείας διαχείρισης μόνον ..." δεν απαγορεύει χωρίς άλλο τη διάθεση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου και από άλλα πρόσωπα.

Αρκεί αυτά να μην ενεργούν ως αντιπρόσωποι της εταιρείας διαχείρισης. Επομένως, ο αντιπρόσωπος της εταιρείας διαχείρισης λ.χ. μια ασφαλιστική εταιρία έγκυρα συνάπτει στην πράξη νέα σύμβαση για τη διάθεση μεριδίων από άλλο πρόσωπο. Αυτή η αντιπροσώπευση είναι, κατά κάποιο τρόπο, σε δεύτερο βαθμό, πλην όμως δημιουργείται σχέση προστήσεως μεταξύ της εταιρείας διαχείρισης και του προστηθέντος από την αντιπρόσωπό της εταιρεία, εφόσον μάλιστα η πρώτη ελέγχει με οποιοδήποτε τρόπο την αντιπρόσωπό της και δια μέσου αυτής τον προστηθέντα.

Και τούτο διότι ως νομικό πρόσωπο η αντιπρόσωπος εταιρεία είναι αναγκασμένη να αναθέσει την υπηρεσία διαθέσεως αμοιβαίων κεφαλαίων σε φυσικά, που στην προκειμένη περίπτωση θεωρούνται, κατ' άρθρο 922 Α.Κ. προστηθέντες της εταιρείας διαθέσεως, εφόσον είναι προστηθέντες της αντιπροσώπου της. Στην πράξη ακολουθείται αυτό το πλέγμα των συμβάσεων αντιπροσώπευσης σε δύο βαθμούς, διότι διευρύνεται έτσι το δίκτυο διάθεσης των μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, χωρίς να υφίσταται πεδίο αμφισβήτησης της εγκυρότητας των σχετικών συμβάσεων.

Η εταιρεία διαχείρισης που αποτελεί τον τελικό αποδέκτη των αιτήσεων συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο οφείλει να ασκεί εποπτεία του συνολικού δικτύου διάθεσης, επιβάλλοντας και στον αντιπρόσωπό της την ενάσκηση αυστηρού ελέγχου στη δραστηριότητα των αντιπροσώπων σε δεύτερο βαθμό. Η εταιρεία διαχείρισης, όμως, δεν δικαιούται να επέμβει άμεσα στη σφαίρα της δραστηριότητας των τελευταίων αυτών προσώπων.

Στην πράξη, εξάλλου, οι εταιρείες διαχείρισης απαγορεύουν στους αντιπροσώπους σε δεύτερο βαθμό να αναλαμβάνουν χρήματα ή άλλες αξίες από τους επενδυτές σε μερίδια αμοιβαίου κεφαλαίου, υπαγορεύοντας στην αίτηση συμμετοχής συγκεκριμένους τρόπους καταβολής του αντιτίμου για την απόκτηση μεριδίων. Επιπρόσθετα, απαιτούν στην προσυπογραφή της αίτησης συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο από εκπρόσωπο του αντιπροσώπου τους σε πρώτο βαθμό, ως διασφάλιση ενός ελάχιστου ελέγχου της δραστηριότητας των αντιπροσώπων σε δεύτερο βαθμό από τον ίδιο τον αντιπρόσωπο της εταιρείας διαχείρισης.

Η αντιπροσώπευση για τη διάθεση μεριδίων, κατά την έννοια που προεκτέθηκε, είναι ευρέως διαδεδομένη στην περίπτωση διάθεσης μεριδίων δια μέσου ασφαλιστικών δικτύων. Σε αυτή την περίπτωση, η ασφαλιστική εταιρεία (αντιπρόσωπος της εταιρείας διαχείρισης) συνάπτει χωριστές συμβάσεις με ορισμένα πρόσωπα που χρησιμοποιεί ως πράκτορες ή παραγωγούς της για τη διάθεση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου.

Οι πράκτορες ή οι παραγωγοί διαθέτουν τα μερίδια ως αντιπρόσωποι της ασφαλιστικής εταιρείας. Με την εταιρεία, όμως, διαχείρισης δεν συνδέονται με άμεση συμβατική σχέση, πλην όμως, όπως προαναφέρθηκε, συνδέονται με αυτήν δια μέσου της εργοδότιδάς τους ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία με τη σειρά της συνδέεται με σχέση προστήσεως με αυτήν.

Ο παραγωγός δεν συνδέεται με την ασφαλιστική εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά με σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, η οποία προσδίδει στον παραγωγό και την εμπορική ιδιότητα. Ήδη οι παραγωγοί ασφαλίσεων μετονομάσθηκαν σε ασφαλιστικούς συμβούλους και ρητά ορίσθηκε ότι η σχέση που τους συνδέει με τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι σύμβαση έργου, χωρίς να έχουν δικαίωμα υπογραφής και εκπροσώπησης (άρθρο 16 παρ. 1 ν. 1569/1985, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 παρ. 24 ν. 2496/1997).

Το άρθρο 922 ΑΚ είναι δυνατό να εφαρμοσθεί στην περίπτωση διάθεσης μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου από τον ασφαλιστικό σύμβουλο. Το Εφετείο, το οποίο έκρινε σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και ειδικότερα δέχθηκε ότι υφίσταται σχέση προστήσεως μεταξύ αφενός μεν της εταιρίας διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων και της αντιπροσώπου αυτής τραπεζικής (ή ασφαλιστικής) εταιρίας και αφετέρου του συνεργάτη της τελευταίας, εφόσον αυτές διατηρούν δικαίωμα να δίδουν οδηγίες στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του και να προβαίνουν σε έλεγχο αυτών, ότι είναι δυνατή η διάθεση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και από άλλα πρόσωπα που δεν ενεργούν ως αντιπρόσωποι της εταιρίας διαχείρισης, ώστε αυτή εγκύρως συνάπτει νέα σύμβαση για τη διάθεση μεριδίων από άλλο πρόσωπο, αφού η ίδια, ως νομικό πρόσωπο, κατ' ανάγκην θα χρησιμοποιήσει για το σκοπό αυτό φυσικά πρόσωπα, τα οποία αποτελούν το δίκτυο διαθέσεως των μεριδίων και τα οποία συνδέονται με την εταιρία διαχείρισης μέσω της αντιπροσώπου της εταιρίας, και ότι εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ στην περίπτωση διαθέσεως μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων από τον ασφαλιστικό πράκτορα, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από αυτή για την εφαρμογή της, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914-922 ΑΚ και 20 § 4 του Ν. 1969/1991.

Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αντίθετοι, δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και υπό στοιχείο ΙΙ του δικογράφου των προσθέτων, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη (ΑΠ 701/2008). Η πρακτική όμως σημασία του λόγου αυτού μειώθηκε, μετά τον περιορισμό της προδικαστικής αποφάσεως, με τους Ν. 2207/1994, 2479/1997, 2915/2001, 2943/2001 και 3043/2002, αφού για την ίδρυσή του πρέπει το δικαστήριο να ήταν υποχρεωμένο να εκδώσει προδικαστική απόφαση (Ολομ.

ΑΠ 12/1991). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 270 § 7 Κ.Πολ.Δ, όπως αντικ. με άρ. 12 Ν. 2915/2001, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως ο σχετικός, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, του δικογράφου των προσθέτων, είναι απαράδεκτος.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/2008,, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).

Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α)οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, β)ο ισχυρισμός (αγωγής, ενστάσεως κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια η αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό αν δεν είναι αυτονόητη, γ)εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΑΠ 1853/2007, ΑΠ 1850/2007, ΑΠ 1778/2007, ΑΠ 1742/2006, ΑΠ 1875/2006).

Επομένως ο σχετικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, μη περιέχων όλα τα ως άνω στοιχεία, είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος, καθ' ό μέρος πλήττεται με αυτόν, η κατ' ουσίαν εκτίμηση του δικαστηρίου, υπό την επίφαση της πλημμέλειας ελλείψεως νόμιμης βάσεως, είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως. Οι αναιρεσείουσες πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 26-10-2006 αίτηση και το από 29-10-2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων των εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ Ανώνυμη Εταιρία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων" κλπ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 462/2006 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Μαϊου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ