Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding non-reviewable court cost allocation by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision, ruling that the allocation of court costs is a matter for the court of first instance. The appellants argued the costs were excessive and unreasonably distributed, but the court held this discretion is not subject to appellate review under Article 561 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 178, 561 of the Code of Civil Procedure; The allocation of court costs based on the extent of victory or defeat is a sovereign power of the court of first instance and is not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1195 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1195/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Μ. του Κ., 2) Χ. Μ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Κωνσταντίνο Παπαδάκη και Ζωή Μιζέλη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Σ. του Σ., 2) Σ. Σ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη που ανακάλεσε την από 29/9/2017 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις, 3) Χ. Τ. του Θ., 4) Μ. Τ., συζύγου Χ. Τ., το γένος Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Γκιουλέκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 8/2/2005 και 22/6/2005 κύριες αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων καθώς και την από 19/11/2005 προσεπίκληση-ανακοίνωση δίκης σε αναγκαστική παρέμβαση των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκε η 31515/2006 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και 1142/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν αναιρεσείοντες με την από 20/10/2009 αίτησή τους και με τους από 8/11/2010 πρόσθετους λόγους επί των οποίων εκδόθηκε η 554/2011 απόφαση του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 1142/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 314/2014 μη οριστική και 145/2015 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/3/2016 αίτησή της και τους από 26/7/2017 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος των παραστάντων στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του παρόντος δικαστηρίου, συζητήθηκαν: α) η από 25-01-2017 αίτηση αναιρέσεως και, β) οι με ιδιαίτερο δικόγραφο από 28-07-2017 πρόσθετοι λόγοι αυτής, κατά των υπ` αριθ. 145/2015, οριστικής, και 314/2014, μη οριστικής, αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η αίτηση πρέπει να συνεκδικασθεί με τους προσθέτους λόγους της, αφού είναι συναφείς και οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία αλλά συζητούνται υποχρεωτικά μαζί με αυτήν (βλ. ΑΠ 507/2017, ΑΠ 478/1981).
ΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ.18 ΚΠολΔ, όπως συνάγεται από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ.4 και 581 παρ.2 του ιδίου άρθρου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Το νομικό ζήτημα μπορεί ν' ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Δεν επιλύεται, όμως, νομικό ζήτημα αν η αναιρετική απόφαση αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρ. 559 αριθ.19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ' αυτήν δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς ν' αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά (ΑΠ 923/2017, ΑΠ 201/2009, ΑΠ 109/2006, ΑΠ 194/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση με την 554/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η 1142/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού απορρίφθηκε έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων εναντίον των ήδη αναιρεσειόντων, έγινε δεκτή η έφεση των τελευταίων, λόγω της ερημοδικίας τους στον πρώτο βαθμό, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη 315515/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, έγιναν, εν μέρει, δεκτές οι αγωγές των αναιρεσιβλήτων κατ' αυτών (αναιρεσειόντων) και επιδικάσθηκε σε καθένα των δύο πρώτων το ποσό των 5.500 ευρώ, ενώ σε καθένα από τους τρίτο και τέταρτο το ποσό των 16.173,51 ευρώ, ως αποζημίωση για πταίσμα από τις διαπραγματεύσεις και, επιπλέον, στους δύο τελευταίους, ποινική ρήτρα.
Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε, κατά παραδοχή του από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ πρώτου, δέκατου και ενδέκατου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και του πρόσθετου λόγου αναίρεσης, των και τώρα αναιρεσειόντων, δηλαδή για έλλειψη νόμιμης βάσης και δη λόγω αντιφατικών και ασαφών αιτιολογιών. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.
Εφόσον, όμως, η προηγουμένη εφετειακή απόφαση αναιρέθηκε για τον παραπάνω λόγο, δεν τίθεται θέμα συμμόρφωσης ή μη της ήδη αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προς την αναιρετική και, επομένως, οι δύο πρώτοι αναιρετικοί λόγοι, καθώς και ο πρώτος σχετικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αυτοί εκτιμώνται, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
ΙΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.
ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1632/2007, ΑΠ 669/2007, ΑΠ 1654/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης και με τον προς συμπλήρωση αυτού τρίτο πρόσθετο λόγο της, κατά την δέουσα εκτίμησή τους, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε καθόλου υπόψη του τους, ασκηθέντες μετά την ως άνω αναιρετική απόφαση, υπ' αριθμ. 2189/2013 πρόσθετους λόγους έφεσης, χωρίς όμως να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι αποτελούντες "πράγματα", υπό την ως άνω έννοια, ισχυρισμοί, όπως αυτοί διαλαμβανόταν στο επικαλούμενο δικόγραφό τους, ούτε εκτίθενται οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί από το αναιρετήριο αν οι εμπεριεχόμενοι στους άνω πρόσθετους λόγους έφεσης ισχυρισμοί ήταν νόμιμοι και παραδεκτοί, ώστε να κριθεί, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο τους έλαβε ή δεν τους έλαβε υπόψη και κατά συνέπεια του σχετικού αναιρετικού λόγου. Επομένως, οι προαναφερθέντες αναιρετικοί (κύριος και πρόσθετος) λόγοι, κατά το οικείο μέρος τους, από το άρθρο 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ., είναι αόριστοι και, εντεύθεν, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
IV. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της υπό κρίση αίτησης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δίκασε την υπόθεση κατά την ειδική, ενώ έπρεπε να την δικάσει κατά την τακτική διαδικασία. Ο λόγος αυτός, με τον οποίον, κατ' εκτίμησή του, επιχειρείται να θεμελιωθεί η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο δίκασε την ένδικη υπόθεση κατά την τακτική διαδικασία και όχι κατά τις ειδικές, όπως εσφαλμένα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες. Άλλωστε, τέτοιος αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται όταν η τήρηση της μη προσήκουσας διαδικασίας δεν συνοδεύεται από την παράβαση συγκεκριμένου δικονομικού κανόνα, που πρόδηλα περιέχει ή ευνοϊκότερες για τον εναγόμενο ή αυστηρότερες για τον ενάγοντα διατάξεις, οι οποίες συνεπάγονται δικονομική βλάβη, την οποία δεν επικαλούνται, στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες (Ολ. ΑΠ 402/1981, ΑΠ 1179/2014, ΑΠ 174/2014).
V. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στην περίπτωση δε της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία αυτή κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στην διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από την διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).
Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).
Με το τρίτο σκέλος του τρίτου αναιρετικού λόγου, ως αυτός (λόγω παντελούς έλλειψης της μνείας οποιασδήποτε θεμελιωτικής του διατάξεως) εκτιμάται, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι: "Το Δικαστήριο με το να μην απορρίπτει στο σύνολο τους και τις δύο Αγωγές ως Νόμω και ουσία αβάσιμες, κρισίμως αντιφατικές δέχεται πάλι κρισίμως αντιφάσεις και ασάφειες. Οι ενάγοντες όλοι και εδώ αναιρεσείοντες, αφενός, αναφέρουν στις δύο Αγωγές τους αρχικά ότι έχει γίνει "άτυπη διανομή των χώρων" στο επίδικο ακίνητο, αλλά ξανααναφέρουν παρακάτω, ότι όλοι παραμένουμε πάλι εξ αδιαιρέτου, ισομερώς, συγκύριοι, συνομείς και (συγ)κάτοχοι !!!, στο όλο ακίνητο, επικαλούμενοι και τους συμβολαιογραφικούς τίτλους ιδιοκτησίας μας γι' αυτό προηγουμένως, που είναι μεταγενέστεροι των προκατόχων μας και δεν συμπεριλαμβάνεται κάτι τέτοιο.
Σύμφωνα με την αρ. 554/2011 Αρείου Πάγου κρίθηκε δεσμευτικά το ζήτημα και της Διανομής σε ακίνητα εκ του Νόμου επί ποινή ακυρότητας μόνο με συμβολαιογραφικά έγγραφα. Το εδώ κρινόμενο Δικαστήριο με την αρ. 145/2015 εδώ αναιρεσιβαλομμένη απόφασή του , στη σελ. 14η και παρακάτω ομοίως, όλως κρισίμως αντιφατικά πάλι και ασαφώς, δέχεται ότι " με άτυπη μεταξύ τους συμφωνία διανομής, προηγούμενη της επίδικης έννομης σχέσης " !!!".
Ενώ, με το δεύτερο σκέλος του τετάρτου προσθέτου λόγου, που, κατ' εκτίμηση, επιχειρείται η θεμελίωσή του στον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη για παρά το νόμο παραδοχή ως ορισμένων των, κατά την άποψή τους αορίστων, ενδίκων αγωγών, με τις ακόλουθες αιτιάσεις: "...έπρεπε να απορρίψουν εξ αρχής τις 2 Αγωγές των αντιδίκων μας ως νόμω αβάσιμω και αντιφατικά συγχρόνως (σαφώς και εξοφθάλμως πρόκειται και για κατάφωρη αοριστία τους σε κρίσιμα σημεία τους, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της Δίκης, αλλά και εδώ υπάρχει επίσης αντιφατικότητα συγχρόνως, γιαυτό και είχαμε το ανέφικτο του αναιρετικού ελέγχου στην αρ. 554/2011 απόφαση ΑΠ).
ΕΠΕΙΔΗ το 2ο Εφετείο κανονικά θα έπρεπε να απορρίψει αυτεπαγγέλτως την Αγωγή Σ. ως μη νόμιμη για το κονδύλι των μισθωμάτων εναντίον μας, ανεξαρτήτως κι αν το αιτούνται ως "ζημία προσυμβατική συμφωνίας διαπραγμάτευσης", εντελώς αδόκιμα νομικά, που δεν γίνεται αντιληπτό τι αιτούνται και πραγματικά. Το κονδύλι των μισθωμάτων αιτείται ως νόμω αβάσιμω, σαφώς και αβάσιμω.
ΕΠΕΙΔΗ , ακόμη κι αν υποτεθεί, ότι η Αγωγή Σ. δεν ήταν κατάφωρα αόριστη, αλλά και αντιφατική από μόνη της, σε σημεία που ασκούν κρίσιμη επιρροή στην έκβαση της Δίκης, λ.χ. για την ευθύνη μας, και ότι οι Σ. αν υποτεθεί ότι αιτούνται κατ' αρχήν παραδεκτά το κονδύλι της αμοιβής μηχανικού ως την "αδόκιμα και ακατανόμαστη με σαφήνεια" ευθύνη μας, όμως, πώς γίνεται ορθά να επιδικάζεται συγχρόνως κοινό κονδύλι σε εμάς, αμοιβής μηχανικού, εκ των 2 Αγωγών των αντιδίκων μας, αφού αυτό προϋποθέτει, ιστορούμενα πραγματικά περιστατικά εντελώς διάφορα, ιδίως, σε χρόνο, τόπο, στάδιο, όρους συμφωνίας σε κάθε Αγωγή, ενώ συμβαίνει εξοφθάλμως ακριβώς το αντίθετο ??? Οι αντίδικοι μας Ιστορούν ακριβώς τα ίδια πραγματικά περιστατικά (το έχουμε αναλύσει εκτενώς και στην αρχική μας αρ.
Αναίρεση και ως Λόγο Αναίρεσης). Αλλά, βεβαίως, η επιδίκαση αμοιβής μηχανικού για την πλευρά των Σ. προϋποθέτει πλήρη απόδειξη του είδους της ευθύνη μας (ορισμένο), μη αντιφατικότητα στα ιστορούμενά τους και φυσικά νομική βασιμότητα και σαφήνεια, στον ποιον κανόνα δικαίου εφαρμόζει το πρώτο και δεύτερο Εφετείο, για να μας επιδικάσει αμοιβή μηχανικού για την πλευρά Σ.
και την πλευρά Τ., προκειμένου να καθίσταται και εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για νομικά σφάλματα, αλλά και στην συνέχεια και επί της ουσίας κρίσης, αν δίκαζε επί της ουσίας το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, με δεδομένα , ότι με βάσει την αρ. 554/2011 απόφαση ΑΠ ακυρώθηκε όλο το ΙΣ 2001. ΕΠΕΙΔΗ οι 2 Αγωγές είναι κατάφωρα και αόριστες.
Όταν το Δικαστήριο περισώζει μία Αγωγή εξ αρχής κατάφωρα αόριστη, το αυτό και στο Εφετείο, τότε αναποδράστως μπορεί να γεννιούνται πολλοί περισσότεροι Αναιρετικοί Λόγοι για τους ηττηθέντες εναγομένους και εκκαλούντες- εναγόμενους, αφού, δε αρκούνται μόνο στο παράπονο του σφάλματος της αοριστίας της Αγωγής, διότι οι ενάγοντες σίγουρα θα έχουν αρνηθεί τις βάσεις της Αγωγής, θα έχουν τυχόν προβάλει ενστάσεις και αυτοτελείς ισχυρισμούς, διότι δεν γνωρίζουν εξ αρχής την κρίση του Δικαστηρίου, αφού η συζήτηση ολοκληρώνεται σε μία στάση της Δίκης, και από κίνδυνο να μην θεωρηθεί, ότι σιωπηρά τυχόν οι εναγόμενοι αποδέχονται σημεία της Αγωγής (που και αυτά συνεκτιμώμενα θα είναι ή αόριστα ή αντιφατικά ή αναιτιολόγητα/αναπόδεικτα).
Και έτσι είναι ένας στρεψόδικος τρόπος για να επιβαρύνονται οι εναγόμενοι και να αντιστρέφεται απαράδεκτα και άδικα στην πράξη ο δικονομικός και ουσιαστικός "ρόλος" τους, και να κινδυνεύουν αυτοί, οι εναγόμενοι, να χρεωθούν αοριστία ή νόμω αβασιμότητες, ενώ στην πράξη δεν ασκούν αυτοί αυτοτελές μέσο επίθεσης, αλλά άμυνας (Προτάσεις ή Εφεση μετά από αρνησιδικία στην πράξη ή παράβλεψη ), και τελικώς να κινδυνεύουν οι εναγόμενοι στην πορεία να κρίνονται πιο αυστηρότερα από τους ενάγοντες που καταθέτουν αόριστες και αντιφατικές Αγωγές....ΔΙΟΤΙ η αντιφατικότητα δεν αποκλείει σαφώς την αοριστία.
Μπορεί δύο, για παράδειγμα, πραγματικά περιστατικά, που είναι ξεχωριστά αόριστα, όμως, συγχρόνως, συγκρινόμενα να είναι και αντιφατικά μεταξύ τους. Αυτό μπορεί να αφορά και στην νομική (α)βασιμότητα. Να πρόκειται για νόμω αβάσιμω ή και για αντιφατικά) συγχρόνως, και συνήθως εδώ προκαλείται από κατάφωρη εξ αρχής αοριστία, που ασκεί και ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της Δίκης ή από εξόφθαλμη αναλήθεια (μη επίκληση , μη προσκόμιση σχετικών αποδεικτικών στοιχείων, μη διενέργεια κατάλληλης αποδεικτικής διαδικασίας από το Δικαστήριο).
Μπορεί αυτό να καταλαμβάνει μόνο το Ιστορικό Μέρος , οπότε είναι ανέφικτο και η ορθή επίκληση ή εφαρμογή του ορθού κανόνα δικαίου ή να αφορά και στο Αιτητικό Μέρος της Αγωγής ξεχωριστά ή να υπάρχει αντίφαση ή μη λογική αλληλουχία. Στην δική μας περίπτωση οι δύο Αγωγές των αντιδίκων μας τα "έχουν όλα" !!! Είναι και κατάφωρα αόριστες σε κρίσιμα σημεία η κάθε μία ξεχωριστά, και νόμω αβάσιμες, αλλά και συγκρινόμενες μαζί (συνεκδικαζόμενες), είναι και πάλι κατάφωρα αόριστες, και νόμω αβάσιμες (μισθώματα, ποινική ρήτρα κλπ), είναι και αντιφατικές από κάθε άποψη, και φυσικά αναπόδεικτες in concreto, δηλαδή ουσιαστικά αβάσιμες (αφού είναι και κατάφωρα αόριστες), αλλά και αναληθείς...και απορεί κανείς πώς δέχτηκε υπαιτιότητά μας, αφού στα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα μας , αναφέρονται ακριβώς τα αντίθετα για την αληθινή ευθύνη των συγκυρίων μας και των ίδιων των εμπλεκομένων δημοσίων Υπηρεσιών κι όχι δική μας !!!".
Αμφότεροι, όμως, οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι, με το παραπάνω περιεχόμενο, είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως αόριστοι, διότι δεν διαλαμβάνονται σ' αυτούς οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του Εφετείου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αυτό ως θεμελιωτικά της κρίσης του να δεχθεί, εν μέρει, κατ' ουσίαν, τις αγωγές των ήδη αναιρεσίβλητων, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τα οποία, επίσης, δεν αναφέρονται.
Δεν αναφέρονται, ακόμη, οι παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, ούτε εκτίθεται σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή. Περαιτέρω, δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η αοριστία των ενδίκων αγωγών, δηλαδή ποιες ήταν οι συγκεκριμένες αοριστίες τους σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, που μολονότι δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω για να είναι ορισμένες, το δικαστήριο δέχθηκε τ' αντίθετα, ούτε εκτίθεται αν προτάθηκε παραδεκτώς και πότε ο σχετικός ισχυρισμός στο δικαστήριο της ουσίας, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Περαιτέρω, δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες) οι κατά τους αναιρεσείοντες υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του άρθρου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες περιορίζονται να διαλάβουν στο αναιρετήριο μόνο αποσπασματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, κατ' επιλογή τους, χωρίς ν' αναφέρουν το σύνολο των κρισίμων πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία αυτή κατέληξε στο προαναφερθέν δυσμενές γι' αυτούς συμπέρασμα.
Με το τέταρτο δε σκέλος του τρίτου αναιρετικού λόγου, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης αναιρετικού λόγου δήθεν σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (που καθόλου δεν αναφέρεται), συνισταμένη σε ασάφειες και αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλομένης, αποφάσεως και μάλιστα αναφερόμενοι, συλλήβδην, αλλά και σε κάποια επί μέρους αποδεικτικά μέσα πλήττουν την ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας.
Ειδικότερα, στο λόγο αυτό διαλαμβάνουν: "Στη σελ. 14, στοίχο 19, αναφέρεται "διαιρετό κατάστημα", αυτό είναι αδόκιμο νομικά, δημιουργεί επίσης προβλήματα ερμηνείας -όπως και το περί άτυπης διανομής και "ευνοεί" το Κατάστημα ΟΠΑΠ του γιου των Τ.. Το Δικαστήριο απέτυχε να διαγνώσει πλήρως εμπεριστατωμένα, με απόδειξη πλήρως, χωρίς αντιφάσεις για το τι υφίσταται μεταξύ μας για το υπάρχον κτίσμα.
Αλλού αναγράφεται 183,50 τμ το επίδικο οικόπεδο και αλλού 207 τμ , αλλού Λ. 15 (Αγωγή Σ.), αλλού Λ. 17 !!???.. Στη σελ 18η της αυτής εδώ αναιρεσιβαλλομένης, στοίχοι 11-12, αναγράφεται ότι "..η υπογραφείσα από όλους από 22-12-2002 Δήλωση-συμφωνία αναθέσεως, γεγονός που δεν αμφισβητείται...... Σαφώς και αμφισβητείται από ανέκαθεν, έχουμε αρνηθεί ολόκληρες τις Αγωγές των αντιδίκων μας, αλλά έχουμε επικαλεστεί και προσκομίσει την από 26/03/2006 Εκθεση Γραφολογικής Γνωμάτευσης της Δικαστικής Γραφολόγου, Ε.
Κ. Α. με ρητή εντολή μας, που εξέτασε ενδελεχώς διάφορα δημόσια και ιδιωτικά σχετικά έγγραφα, κατέληξε μετά βεβαιότητας ότι δεν φέρουν καθόλου δικές μας υπογραφές, ειδικά και του εμού Β. Μ. (ίδετε πρώτη σελίδα αυτής και επόμενες παρακαλούμε). Τα Δικαστήρια της ουσίας διαρκώς αρνησιδικούν και παραβλέπουν να κρίνουν τις αιτιάσεις μας αυτές και παραμορφώνουν τα προσκομιζόμενα έγγραφά μας, όπως αυτό εδώ. (θα προσκομιστεί και με τις Προτάσεις μας). (12) Στις σελ. 18η-19η -20η το Δικαστήριο στην πράξη αντιγράφει σχεδόν αυτολεξεί -είναι εξόφθαλμο- τις Αγωγές των αντιδίκων μας και συμπεριλαμβάνει αυτούσιες στο Σκεπτικό τους, μια συνοπτική διαδικασία-επιδερμικά -για τον τρόπο έκδοσης των αδειών μας και της υπαιτιότητάς μας -που μονίμως ειδικά αμφισβητούμε -έτσι, όπως αφοριστικά αναφέρει το Δικαστήριο -χωρίς να αναφέρεται σε ειδικότερα αποδεικτικά στοιχεία - που λένε ακριβώς το αντίθετο- Τεχνική Έκθεση πολιτικού μηχανικού Π.
Φ., παραπάνω Ε. Α., αλλοιωμένα δημόσια έγγραφα (είναι πάνω από 300 έγγραφα) και τα οποία ουδέποτε προσβλήθηκαν ως πλαστά από κανέναν. Οι οικοδομικές άδειες εκδόθηκαν χωρίς την δική μας σύμπραξη , εν τη πλήρη αγνοία μας, όπως και η Ενημέρωση φακέλου στην Πολεοδομία έγινε οίκοθεν, ενώ πρόκειται για Αναθεώρηση φακέλου και "βαφτίστηκε" οίκοθεν Ενημέρωση.
Και αφού αλλάχθηκαν τα ονόματα των αρχικών δικαιούχων μετά την Ενημέρωση φακέλου στην Πολεοδομία, αυτό τι σημαίνει ?? Ό,τι τελικά η έκδοση αδείας δεν έγινε από τους αρχικούς αναγραφόμενους δικαιούχους !!! Τότε πώς μας χρεώνει γνώση και υπαναχώρηση εκ των υστέρων τα Δικαστήρια της ουσίας μέχρι τώρα ?? Σχετικά με τις ποινικές Δικογραφίες, σαφώς και οι δικές μας αρχειοθετούνταν χωρίς καμία αιτιολόγηση εμπεριστατωμένα ή με Σκεπτικά εκ του πλαγίου κρινόμενα με εσφαλμένες υπαγωγές στον Νόμο...".
Επομένως, ο λόγος αυτός, επιχειρούμενος να θεμελιωθεί, κατ' εκτίμηση, στο άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, για τους προεκτεθέντες λόγους, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
VI. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Όμως, δεν συνιστούν έγγραφο κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα αρθρ. 339 και 432 - 449 του ΚΠολΔ ως αποδεικτικά έγγραφα και απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (ΑΠ 861/1994 674/1997) ή προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 792/1993), οι βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή τα πρακτικά των δικαστηρίων και οι εκθέσεις του εισηγητή δικαστή, που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης (ΑΠ 391/2001 1425/2002 1813/2005300/2006 355/2008 1289/2011), καθώς και οι εκθέσεις με τις καταθέσεις μαρτύρων στην ποινική διαδικασία.
Αντίθετα, συνιστούν έγγραφα κατά την παραπάνω έννοια οι αποφάσεις των ποινικών (ΑΠ 359/1993) ή πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 185/1993) κατά το μέρος που έχουν αποδεικτική δύναμη ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτές πραγματικά περιστατικά ή ως προς το περιεχόμενο των διατάξεων τους (ΑΠ 339/1996) και όχι βεβαία ως προς το περιεχόμενο των τυχόν διαλαμβανόμενων σ' αυτές μαρτυρικών καταθέσεων.
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1440/2002). Δηλαδή, για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 τoυ άρθρου 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενο του.
Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενο του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999? ΑΠ 627/2003 402/2004 832/2009 1627/2010).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου.
β) Έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο. Και, γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ 374/13, ΑΠ 1643/2005). Με τον τέταρτο πρόσθετο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, ως εκτιμώνται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτόν, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προσκομισθέντων, απ' αυτούς, στα δικαστήρια της ουσίας (συλλήβδην αναφερομένων) εγγράφων ήτοι αρχιτεκτονικές μελέτες και τοπογραφικά, την ….2/2003 οικοδομική άδεια, το ….3/3.6.2003 έγγραφο της Πολεοδομίας Λαγκαδά, γραφολογική μελέτη της δικαστικής γραφολόγου Ε.
Α., και τεχνικές εκθέσεις του πολιτικού μηχανικού Φ.. Εκτός, όμως, από τις ως άνω αναφερόμενες στο αναιρετήριο γραφολογική μελέτη και τεχνικές εκθέσεις πολιτικού μηχανικού, που κατά τα προεκτεθέντα δεν συνιστούν αποδεικτικά έγγραφα και συνεπώς έγγραφα κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, σε σχέση με τα λοιπά έγγραφα, (όσων μνημονεύεται η ταυτότητα), δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο:
α) το αληθινό, κατά τους αναιρεσείοντες, περιεχόμενο τους και το διαφορετικό (περιεχόμενο) που κατά τους ίδιους προσέδωσε σ' αυτά η προσβαλλόμενη απόφαση και, μάλιστα, αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου. β) Έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκαν τα έγγραφα.
Και, γ) το επιζήμιο για τους αναιρεσείοντες συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως των εγγράφων, ώστε να μπορεί, κατά τα προεκτεθέντα, να θεωρηθεί ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος, οποίος, επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (ΑΠ 1056/2014).
VII. Κατά το άρθρο 914 εδ. α' του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο δεχθεί την ανακοπή ή την έφεση οριστικά και κατ' ουσίαν και απορρίψει ολικά ή εν μέρει την αγωγή, την ανταγωγή ή την κύρια παρέμβαση, εφόσον αποδειχθεί ότι η απόφαση που προσβάλλεται εκτελέσθηκε, διατάσσει, με αίτηση (για την οποία, σημειωτέον, δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου, ΑΠ 291/2005, 188/2003, ΑΠ 678/1999, ΑΠ 1451/1991) εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Για να διαταχθεί δηλαδή η επαναφορά πρέπει, εκτός άλλων, όχι μόνο να γίνει δεκτή η έφεση ολικά ή εν μέρει αλλά το δικαστήριο να απορρίψει, ολικά ή εν μέρει, την αίτηση για παροχή έννομης προστασίας, όπως είναι η αγωγή. Αν η απόρριψη είναι μερική, μερική πρέπει να είναι και η επαναφορά (AΠ 563/2011), διότι, στην περίπτωση αυτή, η σχετική αξίωση στηρίζεται στο νόμο αναφορικά μόνο με τα ποσά που καταβλήθηκαν, σε εκτέλεση του μέρους της απόφασης, με το οποίο είχε γίνει δεκτή η αγωγή και μετά την εξαφάνισή της (απόφασης) απορρίφθηκε η αγωγή κατά τούτο (πρβλ.
ΑΠ 1207/2017). Περαιτέρω, με την παραδοχή της αίτησης επαναφοράς αποδίδονται στον αιτούντα τα χρηματικά ποσά του κεφαλαίου των τόκων, των δικαστικών εξόδων και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νόμιμων τόκων, οι οποίοι οφείλονται μόνο από την επίδοση της απόφασης, που την δέχεται, γιατί, κατ' άρθρο 340 ΑΚ, από τον χρόνο της επίδοσης αυτής καθίσταται υπερήμερος ο εφεσίβλητος, ενάγων, καθ' ου ή ανακοπή ή η κύρια παρέμβαση και επί αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσίβλητος (Ολ.ΑΠ 5/2001, ΑΠ 766/2012).
Στα έξοδα που αποδίδονται στον αιτούντα δεν συμπεριλαμβάνονται και αυτά της αναγκαστικής ή της εκούσιας εκτέλεσης, τα οποία οφείλονται με βάση το νόμο (ΑΠ 8/2008).
Επομένως, το Εφετείο, που, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των ήδη τρίτου και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων και δη για μικρότερο χρηματικό ποσό από το επιδικασθέν με την εκκληθείσα και εκτελεσθείσα απόφαση, τους υποχρέωσε, με την προσβαλλομένη απόφαση, κατά παραδοχή αίτησης των ήδη αναιρεσειόντων, εναγομένων για επαναφορά των πραγμάτων στην πριν την εκτέλεση της εκκαλουμένης κατάσταση, να αποδώσουν σε καθένα από αυτούς (ήδη αναιρεσείοντες, εναγομένους) το ποσό των 1.833,66 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο υπόλοιπο, μη γενόμενο δεκτό μέρος της ως άνω αγωγής, νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αποφάσεώς του αυτής, χωρίς να συνυπολογίσει και τα έξοδα, στα οποία αυτοί (ήδη αναιρεσείοντες) υποβλήθηκαν από την γενομένη εις βάρος τους εκτέλεση, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και, συνεπώς, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Συνακόλουθα, οι συναφείς τέταρτος και δεύτερος πρόσθετος αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες, υποστηρίζουν ότι, το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων δέχθηκε τα παραπάνω, αντί να υποχρεώσει τους ήδη αναιρεσίβλητους, εναγομένους να τους αποδώσουν ολόκληρο το ποσό, που κατέβαλαν σε εκτέλεση της εξαφανισθείσας αποφάσεως και δη νομιμοτόκως από την υποβολή, με τις κατατεθείσες σ' αυτό προτάσεις τους, της ανωτέρω αιτήσεως, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της εναντίον τους εκτελέσεως, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
VIII. Τέλος, η διάταξη του άρθρου 176 Κ.Πολ.Δ., η οποία αναφέρεται στα δικαστικά έξοδα, είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 218/2003) και η παραβίασή της ελέγχεται από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Η καταψήφιση στην δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε, δεν έχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού είναι απόρροια της αρχής της ήττας, της πιο πάνω διάταξης (ΑΠ 77/2014, ΑΠ 685/2005, ΑΠ 859/2002). Δεν ιδρύεται όμως ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος εκ του ότι στην επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, η δικηγορική αμοιβή υπολογίστηκε σε ύψος μεγαλύτερο του κατωτέρω ορίου του Κώδικα Δικηγόρων. Ούτε έχει ανάγκη αιτιολόγησης η σχετική δικανική κρίση (ΑΠ 77/2014, ΑΠ 613/2010, ΑΠ 614/2010).
Εν προκειμένω, το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, κατά παραδοχή της εφέσεως των ήδη αναιρεσειόντων, εναγομένων, και την εν μέρει παραδοχή των εναντίον τους αγωγών των ήδη αναιρεσιβλήτων, επέβαλε εις βάρος τους τα δικαστικά έξοδα των τελευταίων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ανάλογα με την έκταση της νίκης τους (άρθρ. 178 παρ. 1, 183 Κ.Πολ.Δ). Συγκεκριμένα, επέβαλε εις βάρος των ήδη αναιρεσειόντων: "... μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, ποσού οκτακοσίων (800) ευρώ για την πρώτη αγωγή και εξακοσίων (600) ευρώ για την δεύτερη.". Η επιβολή όμως, κατ' άρθρο 178 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., των δικαστικών εξόδων, λόγω μερικής ήττας απόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 77/2014, ΑΠ 689/2005, ΑΠ 859/2002). Δηλαδή, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας, βεβαιώνει στην απόφασή του ότι συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 178 Κ.Πολ.Δ., κατανέμει τα έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας του κάθε διαδίκου, η περί αυτού κρίση του είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1515/2007). Άρα, ο λόγος που βασίζεται στην αιτίαση, ότι το επιδικασθέν ποσό είναι υπερβολικό, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 77/2014, ΑΠ 218/2003).
Εδώ, οι αναιρεσείοντες, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης και τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της, κατά το δεύτερο σκέλος του, παραπονούνται, πως το Εφετείο, με την πιο πάνω διάταξη της απόφασής του περί δικαστικών εξόδων, επιδίκασε, αναιτιολόγητα, υπέρμετρα δικαστικά έξοδα και δυσανάλογα με το αντικείμενο της δίκης ούτε τα κατένειμε ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας καθενός διαδίκου και δεν έλαβε υπόψη του τα δικά τους πραγματικά δικαστικά έξοδα. Αυτά, όμως, απαράδεκτα προβάλλονται, σύμφωνα με όσα νομικά δεδομένα προπαρατέθηκαν. Επομένως, οι ως εκτιμώνται, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., υπόψη αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι και, εντεύθεν, απορριπτέοι.
ΙΧ. Επομένως, αφού δεν υπάρχει για να εξετασθεί άλλος αναιρετικός λόγος, η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι της, για αναίρεση της υπ' αριθμό 145/2015 οριστικής και της συμπροσβαλλομένης 314/2014, μη οριστικής, αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει ν' απορριφθούν στο σύνολό τους και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, καθώς και των τρίτου και τετάρτου αυτών, που ανά ζεύγη είχαν κοινή υπεράσπιση και κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 106, 176, 183 ΚΠολΔ), όπως αναφέρεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25/01/2017 αίτηση και τους από 28-07-2017 προσθέτους λόγους της, για αναίρεση των υπ' αριθμούς 145/2015, οριστικής και, της (συμπροσβαλλομένης) 314/2014, μη οριστικής, αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα: α) των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο, συνολικό, ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ και, β) των δευτέρου και τρίτου αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο, συνολικό, ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ