Legislator Case Law & Legislation
1193/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the appeal arguments were inadmissible and irrelevant to the case outcome.

Case Number 1193/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellant argued that the lower court erred in finding the defendant knew about legal defects in the property title, but the court ruled this issue was unnecessary for the judgment since the seller's liability was objective. Consequently, the court held that the appeal arguments were inadmissible under Article 559 of the Code of Civil Procedure and irrelevant to the case outcome.

Legislator headnote

AI generated

Articles 88, 559, 559(8), 559(11b) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the challenged decision is based on facts not raised in the original suit or evidence not submitted, and arguments are irrelevant to the case outcome.

Keywords

AI generated
appeal admissibility irrelevant arguments objective liability procedural defect Code of Civil Procedure property dispute legal defect

Cited Legislation

AI generated
Article 88 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 183, 176, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1193 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1193/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "….. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "….", που εδρεύει στην Αθήνα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της …..Α.Ε. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Ουτζή. Της αναιρεσιβλήτου: ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "….. Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "…….Ε.", που εδρεύει στη Ναύπακτο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δημητρολόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-9-2008 και 19-11-2009 αγωγές και την από 27-1-2011 προσεπίκληση της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 96/2012 μη οριστική και 104/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 45/2020 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-7-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 88 Κ.Πολ.Δ. "Ο ενάγων, ο εναγόμενος και όποιος άσκησε κύρια παρέμβαση έχουν δικαίωμα να προσεπικαλέσουν στην δίκη εκείνους από τους οποίους έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν αποζημίωση σε περίπτωση ήττας". Στην περίπτωση αυτή επιτρέπεται με την προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή να σωρευθεί και παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία να ζητείται η καταβολή στον προσεπικαλούντα από τον προσεπικαλούμενο (α) όλου ή μέρους εκείνου, το οποίο σε περίπτωση ευδοκίμησης της κατά του εναγόμενου κύριας αγωγής θα υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα, όταν η προσεπίκληση ασκείται από τον εναγόμενο ή (β) αποζημίωσης για την περίπτωση ήττας στην κύρια δίκη, όταν η προσεπίκληση ασκείται από τον ενάγοντα.

Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι κατά την έννοια του άρθρου 88 ΚΠολΔ για το παραδεκτό της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή πρέπει ο προσεπικαλών να ισχυρίζεται ότι μεταξύ αυτού και του προσεπικαλουμένου υπάρχει, σύμφωνα με το νόμο ή σύμβαση, έννομη σχέση, η οποία, σε περίπτωση ήττας του στην κύρια δίκη, του παρέχει το δικαίωμα αποζημίωσης κατά του προσεπικαλουμένου (ΑΠ 777/2016, ΑΠ 1372/2015).

Στην περίπτωση, δηλαδή, της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή υπάρχουν δύο έννομες σχέσεις, μία η επίδικη στην εκκρεμή δίκη και μία η ασκουμένη με την προσεπίκληση, επιπλέον δε η δεύτερη εξαρτάται από την πρώτη, με την έννοια ότι μόνον εάν ο προσεπικαλών ηττηθεί ως προς αυτήν (πρώτη, κύρια δίκη), αποκτά δικαίωμα αποζημίωσης, με βάση τη δεύτερη έννομη σχέση, κατά του προσεπικαλούμενου.

Οι δίκες είναι συναφείς αλλά διακριτές, αφού με τη συνεκδίκασή τους δεν απώλεσαν την αυτοτέλειά τους. Επομένως, βάση της κατά το άρθρο 88 ΚΠολΔ ασκούμενης από τον ενάγοντα προσεπίκλησης και της ενωμένης σ' αυτήν παρεμπίπτουσας αγωγής κατά του προσεπικαλούμενου τρίτου, δεν μπορεί να είναι παρά μόνο η τυχόν συνδέουσα τον προσεπικαλούντα και τον προσεπικαλούμενο ειδική έννομη σχέση, από την οποία απορρέει υποχρέωση του δευτέρου (προσεπικαλούμενου) να αποζημιώσει τον πρώτο (προσεπικαλούντα) σε περίπτωση που απορριφθεί η αγωγή αυτού κατά του κυρίως εναγόμενου (ΑΠ 693/2020, ΑΠ 777/2016, ΑΠ 1372/2015).

Περαιτέρω, κατά τους ορισμούς και την έννοια του άρθρου 522 ΚΠολΔ, το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης προσδιορίζεται από την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους, κατά το οποίο και μεταβιβάζεται η υπόθεση στο επιλαμβανόμενο της έφεσης δικαστήριο. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 88, 89, 277 αρ. 4 και 517 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν ο ενάγων προσεπικαλέσει στη δίκη το δικονομικό εγγυητή του και συγχρόνως ενώσει μαζί με την προσεπίκληση και αγωγή αποζημίωσης, και ο προσεπικληθείς και με την παρεμπίπτουσα αγωγή εναγόμενος προσήλθε στη δίκη, αλλά δεν άσκησε παρέμβαση, περιορισθείς μόνο στην απόκρουση της προσεπίκλησης και την άρνηση της υποχρέωσής του για αποζημίωση, δεν καθίσταται διάδικος στην κύρια δίκη μεταξύ του ενάγοντος και του εναγόμενου, ούτε δημιουργείται ομοδικία μεταξύ αυτού (προσεπικληθέντος) και του προσεπικαλέσαντος αυτόν ενάγοντος.

Από αυτά παρέπεται ότι, αν γίνει δεκτή η αγωγή και, ως εκ τούτου, και η προσεπίκληση και η ενωμένη με αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, απορρίφθηκε ως αλυσιτελής λόγω έλλειψης αντικειμένου, ο εναγόμενος στην κύρια δίκη ασκώντας έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης που δέχθηκε την αγωγή, δεν δικαιούται να την απευθύνει και κατά του προσεπικληθέντος και παρεμπιπτόντως εναχθέντος, διότι ο τελευταίος, εφόσον δεν παρενέβη, δεν κατέστη διάδικος στην κύρια δίκη (ΑΠ 268/2021, ΑΠ 1430/2007).

Ο ενάγων, όμως, στην κύρια δίκη, του οποίου απορρίφθηκε η προσεπίκληση και η ενωμένη σ` αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, δικαιούται να ασκήσει έφεση εναντίον του προσεπικληθέντος και παρεμπιπτόντως εναγόμενου, προκειμένου να καταστούν και αυτές (προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή) αντικείμενο της κατ` έφεση δίκης.

Η έφεση αυτή, κατ` ανάγκη, είναι επικουρική, γιατί αλλιώς ο προσεπικαλέσας δεν έχει, κατ` αρχήν, έννομο συμφέρον να προσβάλει την πρωτόδικη απόφαση. Το έννομο αυτό συμφέρον δημιουργείται το πρώτον με την παραδοχή της έφεσης του εναγόμενου, ανατρέχει όμως κατά τη φύση και το σκοπό της αίρεσης, υπό την οποία τελεί η έφεση του ενάγοντος, στο χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου (ΑΠ 693/2020, ΑΠ 1357/2018, ΑΠ 1010/2017).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 518 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημερών από την επίδοση της απόφασης, η οποία περατώνει την δίκη, εάν ο εκκαλών διαμένει στην ημεδαπή, και εάν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι τριών ετών, αρχόμενη από τη δημοσίευση της απόφασης, η οποία περατώνει την δίκη, και ισχύει ως προς αποφάσεις έχουσες δημοσιευθεί μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2015, ενώ ως προς αποφάσεις δημοσιευθείσες από 1ης Ιανουαρίου 2016 η εν λόγω προθεσμία έχει με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 μειωθεί σε διετή (ΟλΑΠ 10/2018).

Με τον από τον αρ. 14 του 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ελέγχονται ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 696/2021, ΑΠ 368/2021), και, έτσι, ελέγχεται από τον αρ. 14 το παραδεκτό άσκησης των ένδικων μέσων (ΑΠ 765/2021, ΑΠ 96/2021, ΑΠ 106/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα (παρεμπιπτόντως εναγόμενη), με τον πρώτο λόγο αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την με αριθμ. έκθ. κατ. 51/27-7-2018 έφεση της αναιρεσίβλητης (παρεμπιπτόντως ενάγουσας) για το λόγο ότι: 1.

η εκκαλούμενη με αριθμ. 104/19-8-2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, η οποία εκδόθηκε επί των συνεκδικασθεισών από 11-9-2009 και 19-11-2009 αγωγών της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της Μ. Τ. και της Φ. Ρ., αντίστοιχα, της τελευταίας ως κληρονόμου και συνεχίζουσας τη δίκη στη θέση του Μ. Ρ., και της από 27-1-2011 παρεμπίπτουσας αγωγής της αναιρεσίβλητης, που είχε ενωθεί στην προσεπίκλησή της που άσκησε κατά της αναιρεσείουσας, και με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές οι κύριες αγωγές ως κατ' ουσίαν βάσιμες, αναγνωρίστηκε η κυρίως ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) κυρία του αναφερόμενου ακινήτου και υποχρεώθηκαν οι κυρίως εναγόμενοι να της αποδώσουν το αναφερόμενο ακίνητο, ενώ απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσίβλητης, κατέστη τελεσίδικη, με την έκδοση της υπ' αριθμ. 63/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτ.

Στερ. Ελλάδος, με την οποία εξαφανίστηκε η ως άνω πρωτόδικη απόφαση, κατά παραδοχή των εφέσεων που άσκησαν κατ' αυτής οι κυρίως εναγόμενοι και απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η κύρια αγωγή της αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν άσκησε, ως παρεμπιπτόντως ενάγουσα, επικουρική έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, ώστε να ερευνηθεί και η παρεμπίπτουσα αγωγή της στην περίπτωση που θα γίνονταν δεκτές οι εφέσεις των κυρίως εναγόμενων, 2.

παρήλθαν τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση της προσβαλλόμενης στην αναιρεσείουσα, ως παρεμπιπτόντως εναγόμενη, που αποτελεί τη νόμιμη προθεσμία για την άσκηση της έφεσης και 3. από τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης παρήλθε η καταχρηστική προθεσμία των τριών ετών για την άσκηση της έφεσης. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού είναι αβάσιμος, διότι μόνη η έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της έφεσης των εναγόμενων κατά της ενάγουσας των κύριων αγωγών δεν κατέστησε την εκκαλούμενη με αριθμ. 104/2015 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου τελεσίδικη και ως προς την παρεμπίπτουσα αγωγή, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, διότι η παρεμπίπτουσα αγωγή, δεν ήχθη, με επικουρική έφεση, προς εκδίκαση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ με τη συνεκδίκαση, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, των κύριων αγωγών και της παρεμπίπτουσας αγωγής, δεν απώλεσε η τελευταία την αυτοτέλειά της, αφού οι δίκες είναι διακριτές (πρβλ ΑΠ 594/2018), και, συνεπώς, υπόκειται σε αυτοτελή έφεση η εκκαλούμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο της παρεμπίπτουσας αγωγής, εφόσον υπάρχει προθεσμία άσκησης του ένδικου μέσου.

Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος, είναι απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ο χρόνος επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης στην αναιρεσείουσα από την αναιρεσίβλητη ή το αντίστροφο, και σε κάθε περίπτωση, είναι αβάσιμος, διότι από το φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει τέτοια επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης.

Ο αυτός παραπάνω λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της εκκαλούμενης με αριθμ. 104/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου προκύπτει ότι δημοσιεύτηκε στις 19-8-2015 και από την επισκόπηση της ένδικης έφεσης προκύπτει ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του ανωτέρω δικαστηρίου στις 27-7-2018, ήτοι πριν την πάροδο της επικαλούμενης τριετίας, που ισχύει για τις δημοσιευθείσες πριν την 1-1-2016 αποφάσεις.

Επομένως, το Εφετείο, που δεν κήρυξε απαράδεκτη την έφεση της αναιρεσίβλητης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 του Κ.Πολ.Δ., όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα. Από τις διατάξεις των άρθρων 513, 514, 515 εδ. α', 516 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 337, 362, 382 ΑΚ, συνάγεται ότι με τη σύμβαση πώλησης ακινήτου ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει στον αγοραστή την κυριότητα του πράγματος (ακινήτου) χωρίς νομικά ελαττώματα.

Ως νομικό ελάττωμα του πράγματος νοείται κάθε επ' αυτού δικαίωμα τρίτου. Αν το πράγμα έχει νομικό ελάττωμα κατά την προαναφερόμενη έννοια ο αγοραστής δικαιούται, εκτός των άλλων, κατ' επιλογή, να ζητήσει αποζημίωση από τον πωλητή για ολική ή μερική μη εκπλήρωση της σύμβασης, και πριν ακόμη χωρήσει εκνίκηση.

Η αποζημίωση αυτή αποτελεί υποκατάστατο του αρχικού αντικειμένου της παροχής και περιλαμβάνει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, κάθε ζημία (θετική ή αποθετική) που υπέστη ο αγοραστής εξαιτίας της αθέτησης της προαναφερόμενης υποχρέωσης του πωλητή, και συνίσταται η θετική ζημία του αγοραστή στη διαφορά της περιουσιακής κατάστασής του, όπως αυτή θα είχε διαμορφωθεί αν ο πωλητής είχε εκπληρώσει την υποχρέωσή του να μεταβιβάσει σ' αυτόν το πράγμα χωρίς το νομικό ελάττωμα και εκείνης που υπάρχει εξ αιτίας της μη εκπλήρωσης, εν όλω ή εν μέρει της, της υποχρέωσης του πωλητή, κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής, και, επομένως, περιλαμβάνει την αξία της μη εκπληρωθείσας παροχής (οφειλή αξίας), που μπορεί να είναι ανώτερη του καταβληθέντος τιμήματος, καθώς και τις τυχόν δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο αγοραστής.

Η ευθύνη του πωλητή για το νομικό ελάττωμα είναι αντικειμενική, δηλαδή ανεξάρτητη από τη γνώση ή την - έστω ανυπαίτια - άγνοια αυτού για την ύπαρξή του (ΑΠ 825/2019, ΑΠ 721/2017, ΑΠ 349/2010). Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία, συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωση της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 689/2021, ΑΠ 492/2017). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, και ελέγχεται αναιρετικά, είτε με το λόγο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικείμενου της δίκης, στοιχεία που, όμως, δεν εκτίθενται σ' αυτή ή απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα, για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικείμενου της δίκης, γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής, είτε με το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 607/2021).

Για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός για την αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 248/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 218/2020). Επομένως, ο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός για την αοριστία της αγωγής ισχυρισμός της, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας.

Σε κάθε περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της παρεμπίπτουσας αγωγής προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη, ως παρεμπιμπτόντως ενάγουσα, αφού εξέθετε ότι δυνάμει των με αριθμ. ..., ... συμβολαίων αγοραπωλησίας της συμβ/φου Αθηνών Βαρβάρας Σγούρα, που μεταγράφηκαν νόμιμα, σε συνδυασμό με τη με αριθμ. ...

πράξη εξόφλησης και κατάργησης διαλυτικής αίρεσης της ιδίας ως άνω συμβ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα, κατέστη κυρία, με παράγωγο τρόπο, του αναφερόμενου ακινήτου, στη θέση "…." του Δήμου Ναυπάκτου, λόγω αγοράς από την ……Τράπεζα της Ελλάδος, της οποίας οιονεί καθολικός διάδοχος είναι η αναιρεσείουσα, αλλά και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, ως νεμόμενη αυτό διανοία κυρίου, με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη, προσμετρώντας την αδιάλειπτη νομή διανοία κυρίου της άμεσης και απώτερου δικαιοπάροχου, από το έτος 1979, και ότι οι κυρίως εναγόμενοι στις αναφερόμενες κύριες αγωγές, Μ.

Τ. και Μ. Ρ., κατέλαβαν, τον Νοέμβριο του 2017, το παραπάνω ακίνητο, επικαλούμενοι κυριότητα επ' αυτού, ζήτησε να παρέμβει στη δίκη ως προσεπικαλούμενη η αναιρεσείουσα, για την υποστήριξη αυτής ως ενάγουσας των κύριων αγωγών, και, σε περίπτωση ήττας της, διότι δεν μεταβιβάστηκε σ' αυτήν (παρεμπιπτόντως ενάγουσα) η κυριότητα του ακινήτου, λόγω έλλειψης αυτής στη δικαιοπάροχό της, και, μετά τον παραδεκτό περιορισμό από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό αίτημα, να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα της οφείλει ως αποζημίωση το τίμημα που κατέβαλε για την αγορά του επίδικου ακινήτου, ποσού 73.000,00 ευρώ, και τα αναφερόμενα κατ' είδος και ποσό έξοδα σύναψης της σύμβασης αγοραπωλησίας, συνολικού ποσού 2.140,00 ευρώ, νομιμοτόκως.

Μ' αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, διαλαμβάνοντας σ' αυτήν ως αιτία αποζημίωσης της παρεμπιπτόντως ενάγουσας - αγοράστριας του παραπάνω ακινήτου το νομικό ελάττωμα της έλλειψης κυριότητας στην αναιρεσείουσα, δικαιοπάροχο - πωλήτρια, την αδυναμία της πωλήτριας να της μεταβιβάσει το ακίνητο, και τη θετική ζημία της, και δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα: 1.

γνώση της πωλήτριας για την έλλειψη κυριότητας αυτής επί του ακινήτου, ενόψει της, κατά τα προαναφερθέντα, αντικειμενικής ευθύνης του πωλητή, και 2. ότι η αγοράστρια δεν γνώριζε κατά την κατάρτιση της πώλησης ότι έλειπε στην πωλήτρια η κυριότητα του ακινήτου, ενόψει ότι στον πωλητή εναπόκειται η επίκληση και απόδειξη της ένστασης για γνώση του ως άνω ελαττώματος από τον αγοραστή, κατά την κατάρτιση της πώλησης, προκειμένου να απαλλαγεί ο πωλητής, και στην αγοράστρια να επικαλεστεί κατ' αντένσταση ότι ο πωλητής υποσχέθηκε το πράγμα ελεύθερο του ως άνω νομικού ελαττώματος (ΑΠ 825/2019, ΑΠ 514/2016, ΑΠ 2036/1986).

Το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 513, 514, 516, 362, 382, 297 ΑΚ και απέρριψε σιγή την ένσταση αοριστίας της αναιρεσείουσας, την οποία αυτή είχε προτείνει ως εφεσίβλητη, με την επίκληση ότι δεν αναφέρεται στην παρεμπίπτουσα αγωγή ότι αποζημιωτική αιτία αποτελεί η έλλειψη κυριότητας στην πωλήτρια, δεν παράλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή, λόγω αοριστίας, και, επομένως, ο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021).

Απορριπτέος ως αλυσιτελής είναι ο λόγος αναίρεσης που πλήττει αιτιολογία της απόφασης που δεν στηρίζει το διατακτικό της ή προσάπτεται πλημμέλεια για παραδοχή της απόφασης, η οποία δεν επιδρά στο διατακτικό στηριζόμενο αυτοτελώς (και) σε άλλες παραδοχές, αφού υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της προσβαλλόμενης απόφασης.

Αλυσιτελείς, επίσης, είναι οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 703/2021, ΑΠ 656/2021, ΑΠ 1079/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την ... 63/2018 τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου κρίθηκε, με δύναμη δεδικασμένου μεταξύ των διαδίκων των...

δύο κυρίων αγωγών,...και ότι η εναγόμενη Μ. Τ. (κυρίως εναγόμενη της πρώτης αγωγής) παρέμεινε συνεχώς στη νομή του επιδίκου ακινήτου από το έτος 1979, στο οποίο είχε την φυσική εξουσία της με διάνοια κυρίου, ενεργώντας επ' αυτού πράξεις που αρμόζουν στον τύπο και προορισμό του και ειδικότερα το υψηλό κτίριο του εργοστασίου στο νότιο μέρος του ακινήτου χρησιμοποιούσε για αποθήκη ζωοτροφών, λιπασμάτων και διαφόρων εργαλείων, ενώ το ανατολικό μέρος του ιδίου κτιρίου, προς την αποθήκη του Μ.

Ρ., διατηρούσε μεγάλο ορνιθώνα. Επίσης, στον περίβολο του εργοστασίου, που διατηρούσε περιφραγμένο ο γιος της, Ν. Κ., κτηνοτρόφος και αυτός στο επάγγελμα, στάθμευε τα αυτοκίνητά του και το τρακτέρ του και στάβλιζε τα ζώα του, ενώ το βόρειο τμήμα των αποθηκών του κτιριακού συγκροτήματος χρησιμοποιούσε για ποιμνιοστάσιο, στο οποίο φύλασσε το ποίμνιό του, αποτελούμενο από 100 έως 200 αιγοπρόβατα που διατηρούσε αυτή.

Τελικά το ακίνητο αυτό, λόγω χρεών του Κ. Ρ. προς την "……Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", κατασχέθηκε με την ... κατασχετήρια έκθεση του δικαστικού επιμελητή Μεσολογγίου ... και στις 20-6-1990 εκπλειστηριάστηκε και κατακυρώθηκε υπέρ της επισπεύδουσας Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.

Εκδόθηκε δε η σχετική περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου υπέρ της πλειοδότριας ως άνω Τράπεζας του συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Α. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Η Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε, που επέχει θέση αγοράστριας, λόγω εκποιήσεως του ακινήτου με αναγκαστικό πλειστηριασμό, ουδέποτε επιλήφθηκε της νομής του ακινήτου ούτε επιδίωξε με αναγκαστική εκτέλεση της ως άνω περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, που αποτελεί τίτλο εκτελεστό, να αποβάλει την εναγόμενη νομέα από το ακίνητο, ούτε αναζήτησε το ακίνητο.

Ότι η εναγόμενη, Μ. Τ., με το να νέμεται συνεχώς από το έτος 1979 το ακίνητο και να ενεργεί τις ως άνω πράξεις και μάλιστα επανειλημμένα επισκεύαζε τις σκεπές των κτιρίων, ενώ εγκατέστησε στο ακίνητο και το γιο της, ο οποίος διατηρεί κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις του, συσκευάζει και εμπορεύεται κοπριά από τα ζώα του και συντηρεί την περίφραξη, πράξεις που ενεργούν συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής (2008), χωρίς να ενοχληθούν από τρίτο, αλλά και στη συνέχεια, αφού ο ως άνω πραγματογνώμονας που επισκέφθηκε το επίδικο διαπίστωσε την κτηνοτροφική μορφή και εκμετάλλευσή του, κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου της πρώτης έφεσης.

Ότι το επίδικο στη δεύτερη αγωγή, εδαφική λωρίδα των 560 τ.μ., που καταλαμβάνει στο έδαφος η αγροτική αποθήκη στην ανατολική πλευρά του επιδίκου, δεν περιλαμβάνονταν στους τίτλους κτήσεως των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας εταιρείας, ώστε αυτοί δεν απέκτησαν κυριότητα επ' αυτής για να μπορούν να μεταβιβάσουν αυτή, λόγω πωλήσεως, στην ενάγουσα με το προαναφερόμενο συμβόλαιο.

Αντίθετα η επίδικη λωρίδα περιλαμβάνονταν στην υπόλοιπη αδιανέμητη ιδιοκτησία των αδελφών Ρ., οι οποίοι, με διαχειριστή τον από αυτούς Μ. Ρ., κατασκεύασαν αγροτική αποθήκη και χρησιμοποιούσαν συνεχώς αυτή για τις ανάγκες του κτήματός τους, κατά τον βάσιμο σχετικό λόγο της δεύτερης έφεσης, που πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και τελεσιδίκως μεταξύ των διαδίκων των δύο κυρίων αγωγών κριθέντα, τα οποία άλλωστε προκύπτουν από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και δεν αμφισβητούνται ειδικά από την παρεμπιπτόντως εναγομένη και να θεωρούνται έτσι ομολογημένα (άρθρα 261, 352,353 ΚΠολΔ, το επίδικο ακίνητο, εκτάσεως 2000 τ.μ., κατά το χρόνο πώλησης και μεταβίβασής του από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η εφεσίβλητη "….ΤΡΑΠΕΖΑ", στην ενάγουσα είχε νομικό ελάττωμα, καθόσον σε αυτό τη νομή είχε η Μ.

Τ.. Τούτο δε, η παρεμπιπτόντως εναγόμενη, αν και εξ αρχής γνώριζε, το απέκρυψε από την παρεμπιπτόντως ενάγουσα, προκειμένου να αποκομίσει παράνομο όφελος σε βάρος της περιουσίας της, ενώ, περαιτέρω, τη διαβεβαίωσε ψευδώς, με δήλωσή της, που περιλαμβάνεται στο πωλητήριο συμβόλαιο, ότι της παραχωρεί, μεταβιβάζει και παραδίδει το επίδικο ακίνητο κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ήτοι ελεύθερο κάθε νομικού ελαττώματος.

Η ως άνω γνώση της παρεμπιπτόντως εναγόμενης συνάγεται με σαφήνεια από το γεγονός, ότι στο επίδικο ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής. Περαιτέρω η ύπαρξη του ως άνω νομικού ελαττώματος στο επίδικο ακίνητο κατά το χρόνο της πώλησής του στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα, δεν καθιστά άκυρη τη σύμβαση πώλησης, συνιστά αρχική υποκειμενική αδυναμία παροχής οφειλόμενη σε υπαιτιότητα της παρεμπιπτόντως εναγόμενης-πωλήτριας και η παρεμπιπτόντως ενάγουσα, που δεν δύναται να αξιοποιήσει το επίδικο για το λόγο, για τον οποίο το αγόρασε, δύναται να απαιτήσει πλήρη αποζημίωση ...

Όπως δε, αποδείχθηκε αυτή εκ του ανωτέρω λόγου ζημιώθηκε κατά τα εξής ποσά α) 73.000 ευρώ, που κατέβαλε ως τίμημα για την αγορά του επιδίκου ακινήτου και το οποίο, περαιτέρω, αντιστοιχεί στην αξία αυτού κατά το χρόνο συζήτησης της παρεμπίπτουσας αγωγής και β) 2.412 ευρώ που κατέβαλε για έξοδα κατά τη σύναψη της αγοραπωλησίας, την καταβολή δε των ως άνω ποσών δεν αμφισβητεί η παρεμπιπτόντως εναγόμενη....

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η εκκαλουμένη, που έκρινε αντιθέτως και απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε.

Συνεπώς, οι συναφείς με την κακή εκτίμηση των αποδείξεων λόγοι της υπό κρίση έφεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και κατ' ουσίαν, όπως και η τελευταία στο σύνολό της....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς το κεφάλαιό της παρεμπίπτουσας αγωγής και, ακολούθως, δικάζοντας κατά το μέρος αυτό την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την παρεμπίπτουσα αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και αναγνώρισε ότι η παρεμπιπτόντως εναγόμενη - αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα - αναιρεσίβλητη το ποσό των 75.412,00 ευρώ (73.000 + 2.412), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την εφαρμογή ή μη των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 513, 514, 516, 362, 382, 297 ΑΚ, που εφάρμοσε, και δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της απόφασης η παράθεση άλλων αιτιολογιών.

Ειδικότερα, την κρίση του αυτή δικαιολογούσαν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: 1) ότι με δύναμη δεδικασμένου από τη με αριθμ. 63/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτ. Στερ. Ελλάδος, στο ακίνητο, είχε αποκτήσει κυριότητα η (τρίτη) Μ. Τ., η οποία από το έτος 1979 ασκούσε πράξεις νομής διανοία κυρίου και απέκτησε κυριότητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και ότι η αναφερόμενη εδαφική λωρίδα των 560 τ.μ.

δεν περιλαμβανόταν στους τίτλους κυριότητας της άμεσης και του απώτερου δικαιοπάροχου της αναιρεσείουσας, ήτοι της Εμπορικής Τράπεζας και του Κ. Ρ., αντίστοιχα, και, συνεπώς, η πωλήτρια, κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης πώλησης, δεν ήταν κυρία του ακινήτου, και 2) ότι η ύπαρξη του ως άνω νομικού ελαττώματος στο επίδικο ακίνητο συνιστά αρχική αδυναμία της πωλήτριας να μεταβιβάσει την κυριότητα του ακινήτου στην αναιρεσίβλητη, με αποτέλεσμα η τελευταία να δικαιούται αποζημίωση, ως υποκατάστατο του αρχικού αντικειμένου της παροχής, συνιστάμενη στην αναγνωρισθείσα παραπάνω έντοκη οφειλή της αναιρεσείουσας ως θετικής ζημίας της αναιρεσίβλητης, αποτελούμενης από το τίμημα που κατέβαλε η τελευταία στην αναιρεσείουσα, που αντιστοιχεί στην αξία αυτού κατά το χρόνο συζήτησης της παρεμπίπτουσας αγωγής και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η αναιρεσίβλητη για την κατάρτιση της πώλησης.

Επομένως, ο από τον αρ. 19 τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αβάσιμος. Οι περαιτέρω κρίσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι ότι "... η παρεμπιπτόντως εναγόμενη,.... το (νομικό ελάττωμα) απέκρυψε από την παρεμπιπτόντως ενάγουσα, προκειμένου να αποκομίσει παράνομο όφελος σε βάρος της περιουσίας της, ενώ, περαιτέρω, τη διαβεβαίωσε ψευδώς,.." και ότι "..

Τούτο δε, η παρεμπιπτόντως εναγόμενη, αν και εξ αρχής γνώριζε, ... τη διαβεβαίωσε ... με δήλωσή της, που περιλαμβάνεται στο πωλητήριο συμβόλαιο, ότι της παραχωρεί, μεταβιβάζει και παραδίδει το επίδικο ακίνητο κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ήτοι ελεύθερο κάθε νομικού ελαττώματος. Η ως άνω γνώση της παρεμπιπτόντως εναγόμενης συνάγεται με σαφήνεια από το γεγονός, ότι στο επίδικο ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής...", έχουν διατυπωθεί πλεοναστικώς, καθόσον δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, αφού το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται στην, κατά τον ως άνω χρόνο, έλλειψη κυριότητας της δικαιοπάροχου της αναιρεσείουσας στο ακίνητο, ενόψει ότι η ευθύνη του πωλητή είναι αντικειμενική και, ως εκ τούτου, δεν ήταν αναγκαίο το Εφετείο να εξετάσει το ζήτημα της γνώσης ή μη του ανωτέρω νομικού ελαττώματος ούτε την από πρόθεση ή μη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας.

Κατά συνέπεια, οι προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα σχετικές αιτιάσεις είναι αλυσιτελείς και δεν θεμελιώνουν τον από αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο. Ενόψει αυτού, τα παραπάνω γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αποτελούν "πράγματα" ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, συνεπώς, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1040/2015, ΑΠ 155/2010), επειδή ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο, καίτοι δεν προτάθηκαν με την αγωγή, ούτε και λόγος από τον αρ. 11β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή προς απόδειξη αυτών ελήφθησαν υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν.

Κατ' ακολουθίαν, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, καθώς και το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση, που υπέβαλε η αναιρεσείουσα με το αναιρετήριο, κυρίως, όμως, με τις προτάσεις, διότι η επαναφορά προϋποθέτει την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, (άρθρ. 183, 176, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-7-2020 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "……ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" για αναίρεση της αριθμ. 45/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Απορρίπτει το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ