Legislator Case Law & Legislation
777/2016 AI generated

Supreme Court allows appeal against property boundary ruling, remands case to new judges for further trial.

Case Number 777/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding property boundaries. The appellants argued that the lower court failed to properly evaluate expert reports confirming the disputed land belonged entirely to the monastery. The court found these ambiguities significant and ordered the case remanded to a new panel of judges for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal when the lower court's decision leaves unresolved doubts regarding the evaluation of expert evidence, requiring remand to a new panel for further trial.

Keywords

AI generated
property boundary dispute expert report evaluation appeal admissibility remand to new judges civil procedure code monastery property rights court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 para. 1, 3 of Law 3693/1957
Article 276 of Law 3463/2006
Article 52 para. 18 of the Introductory Law to the Code of Civil Procedure
Article 5 para. 12 of Law 1738/1987
Article 281 para. 2 of Law 3463/2006
Article 182 para. 1 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 777 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 777/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του καλούντος-αναιρεσείοντος: Α. Π. του Ι., κατοίκου ... και

Της καλούσας: Α. Π. του Γ., ως κληρονόμος εκ διαθήκης του ήδη αποβιώσαντος, αρχικώς αναιρεσείοντος Γ. Π., όπως αναφέρεται στην από 29-9-2014 κλήση, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τράκη.

Των καθών η κλήση - αναιρεσιβλήτων: 1)Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., και 2)Δήμου ... Αττικής, νόμιμα εκπροσωπούμενου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από το πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νοτάρη.

Του καλούντος-προσθέτως υπέρ των αναιρεσειόντων παρεμβαίνοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ιερά Μονή ..." και έδρα την ..., νόμιμα εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπότη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των καθ’ ων η κλήση και η πρόσθετη παρέμβαση: 1)Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., και 2)Δήμου ... Αττικής, νόμιμα εκπροσωπούμενου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από το πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νοτάρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-7-1995 αγωγή των ήδη 1ου των αναιρεσειόντων και του δικαιοπαρόχου της καλούσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3537/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4705/2007 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 24-6-2009 αίτησή τους.

Το προσθέτως παρεμβαίνον με την από 31-10-2010 πρόσθετη παρέμβασή του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτή.

Μετά από ματαίωση της προκειμένης υπόθεσης την 21-5-2014 επανήλθε προς συζήτηση με τις από 5-6-2014 και από 29-9-2014 κλήσεις των καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 22-11-2010 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Δημάδη με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται για συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου: α) με την από 5/6/2014 κλήση των Α. και Α. Π. η από 26/6/2009 αίτηση για αναίρεση της 4705/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών που άσκησαν ο πρώτος των καλούντων και ο Γ. Π., στη θέση του οποίου υπεισήλθε μετά το θάνατό του, στις 2/1/2013, η δεύτερη των καλούντων, ως εκ διαθήκης κληρονόμος του που συνεχίζει τη δίκη, μετά τη ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης στη δικάσιμο της 21/5/2014, για την οποία είχε αναβληθεί η εκδίκασή της από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 1/12/2010 και β) με την από 29/9/2014 κλήση του ΝΠΔΔ "Ιερά Μονή ..." η από 31/10/2010 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσειόντων, η οποία στρέφεται κατά των αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου και Δήμου ..., μετά τη ματαίωση της συζήτησής της στη μετ’ αναβολή δικάσιμο της 21/5/2014 από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 1/12/2010. Η αίτηση αναίρεσης και η πρόσθετη παρέμβαση που φέρονται για συζήτηση με τις παραπάνω κλήσεις πρέπει να συνεκδικαστούν, γιατί έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης (άρθρα 246, 573 παρ.1 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 80 ΚΠολΔ, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να τον υποστηρίξει. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 1/1996).

Περαιτέρω, από την παραπάνω διάταξη και τον συνδυασμό αυτής με την διάταξη του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης, είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται στο δικόγραφο της παρέμβασης κατά την ρητή διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1 εδ.

β’ ΚΠολΔ. Έννομο δε συμφέρον για παρέμβαση υπάρχει, όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που, είτε απειλούνται από την δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της (ΟλΑΠ 8/1998).

Εξάλλου για να καταστεί κάποιος δικονομικός εγγυητής προσώπου που ενάγει ή ενάγεται σε δίκη, πρέπει να συνδέεται με αυτόν με έννομη σχέση δυνάμει νόμιμης σύμβασης ή αδικοπραξίας, η οποία σε περίπτωση ήττας του τελευταίου "ενάγοντος ή εναγομένου" του παρέχει δικαίωμα αποζημίωσης από το δικονομικό εγγυητή.

Επί μεταπώλησης ελαττωματικού πράγματος, δικονομικός εγγυητής του τελευταίου πωλητή, όταν αυτός ενάγεται από τον αγοραστή για το παραπάνω ελάττωμα καθίσταται ο αρχικός πωλητής ως άμεσος δικαιοπάροχος του τελευταίου πωλητή, όχι μόνο με βάση την έννομη σχέση που τους συνδέει από τη σύμβαση της πώλησης, αλλά και από το γεγονός ότι κατά το χρόνο κατάρτισης της αρχικής πώλησης και μεταθέσεως του κινδύνου υφίστατο το ελάττωμα.

Το έννομο συμφέρον λειτουργεί ως αυτοτελής διαδικαστική προϋπόθεση για την έρευνα του παραδεκτού της παρέμβασης και εξετάζεται αυτεπάγγελτα (βλ. σχετ. την ΑΠ 1372/2015). Περαιτέρω, ως τρίτος, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος, ο οποίος δεν έχει προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου στην αρχική δίκη, μη ταυτιζόμενος νομικώς με κάποιον από αυτούς, όπως συμβαίνει επί καθολικής ή οιονεί καθολικής διαδοχής, ενώ θεωρούνται ως τρίτοι, δικαιούμενοι να ασκήσουν πρόσθετη παρέμβαση, οι ειδικοί διάδοχοι των αρχικών διαδίκων, ανεξαρτήτως του χρόνου που απέκτησαν την ιδιότητα αυτή, πριν ή κατά την διάρκεια της δίκης.

Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 215 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση (και) στον Άρειο Πάγο, ασκείται με κατάθεση δικογράφου, που κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους και περιέχει τα στην παρ. 1 του άρθρου 81 Κ.Πολ.Δ. οριζόμενα στοιχεία. Στην προκείμενη περίπτωση το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ιερά Μονή ..." άσκησε το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 10/11/2010 και επιδόθηκε στους διαδίκους πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσειόντων-εναγόντων, στην οποία εκτίθεται ειδικότερα ότι οι τελευταίοι άσκησαν κατά του πρώτου των καθών Ελληνικού Δημοσίου την από 19/7/1995 αναγνωριστική αγωγή κυριότητας του λεπτομερώς περιγραφόμενου σε αυτή ακινήτου που απόκτησαν με παράγωγο τρόπο, ως τμήματος μεγαλύτερου οικοπέδου, έκτασης 7565 τ.μ.

Ότι το προσθέτως παρεμβαίνον είναι κύριο μεγαλύτερης έκτασης 88.542 τ.μ., στην οποία περιλαμβανόταν το επίδικο ακίνητο 1300 τ.μ., το οποίο αποτελούσε τμήμα του ευρύτερου κτήματος με την ονομασία "..." που έχει περιέλθει στην κυριότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος με τον αναλυτικά εκτιθέμενο παράγωγο, άλλως πρωτότυπο τρόπο.

Ότι το τελευταίο πούλησε την έκταση των 88.542 τ.μ. στον οικοδομικό συνεταιρισμό "...", τμήμα δε της έκτασης αυτής, επιφάνειας 1300 τ.μ., πούλησε ο πιο πάνω συνεταιρισμός σε τρίτο πρόσωπο, από το οποίο, στη συνέχεια, αγόρασαν ο πρώτος αναιρεσείων και ο δικαιοπάροχος της δεύτερης καλούσας (αρχικώς συνενάγων- δεύτερος αναιρεσείων).

Ότι η εν λόγω αγωγή των υπέρ ων η πρόσθετη παρέμβαση απορρίφθηκε κατ’ ουσία με την 3537/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε με την 4705/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ότι ο δεύτερος των καθών η πρόσθετη παρέμβαση Δήμος ..., κατά τη μετ’ απόδειξη συζήτηση της έφεσης των εναγόντων κατά της προαναφερόμενης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου (πρώτου των εδώ καθών), η οποία έγινε δεκτή με την ίδια πιο πάνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Ότι κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες-υπέρ ων η ένδικη πρόσθετη παρέμβαση άσκησαν την επίσης κρινόμενη από 24/6/2009 αίτηση αναίρεσης που στρέφεται εναντίον των καθών η πρόσθετη παρέμβαση. Ότι το ίδιο, μόλις έλαβε γνώση της προσβαλλόμενης 4705/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, άσκησε την από 30/4/2010 τριτανακοπή ενώπιον του πιο πάνω δικαστηρίου (στο περιεχόμενο της οποίας γίνεται αναλυτική αναφορά), δεδομένου ότι δεν είχε κληθεί για να συμμετάσχει στα προηγούμενα στάδια της δίκης.

Ότι, τέλος, το προσθέτως παρεμβαίνον έχει άμεσο έννομο συμφέρον, ως δικονομικός εγγυητής, να παρέμβει προσθέτως στην παρούσα δίκη ενώπιον του Αρείου Πάγου υπέρ των αναιρεσειόντων, αφού το ίδιο είναι κύριο, νομέας και κάτοχος του ευρύτερου κτήματος "...", τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο ακίνητο. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητείται η παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης και της αίτησης αναίρεσης των υπέρ ων η παρέμβαση.

Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη πρόσθετη παρέμβαση πρέπει ν’ απορριφθεί λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, αφού κατά τα εκτιθέμενα σε αυτή το προσθέτως παρεμβαίνον δεν συνδέεται με τους υπέρ ων η παρέμβαση με έννομη σχέση που να προέρχεται από σύμβαση ή αδικοπραξία, η οποία, σε περίπτωση ήττας των τελευταίων, να τους παρέχει δικαίωμα αποζημίωσης κατ’ αυτού ως δικονομικού εγγυητή.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και την πραγματογνωμοσύνη, η οποία, κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ, αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, σαφώς διακρινόμενο από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, η δε έκθεση του πραγματογνώμονα, στην οποία ενσωματώνεται η πραγματογνωμοσύνη και περιέχει τη γνωμοδότηση προσώπου για ζητήματα που απαιτούν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (άρθ. 368 ΚΠολΔ) εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας.

Το δικαστήριο, επομένως, της ουσίας οφείλει να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει με τις λοιπές αποδείξεις την πραγματογνωμοσύνη, που έχει ήδη διεξαχθεί κατ’ επιταγή του, μνημονεύοντας μάλιστα ειδικά την τελευταία στην απόφασή του. Περαιτέρω δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 παρ.11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ. με την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης.

Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση από τον αριθμό 11 περ.γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο που αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 7.565 τ.μ., η οποία αποτελεί τμήμα ακόμη μεγαλύτερης έκτασης 88.542 τ.μ. και βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ... δεν περιλαμβάνεται στο κτήμα με το τοπωνύμιο "...", εκτάσεως πολλών χιλιάδων στρεμμάτων, αλλά ότι αυτό (επίδικο) βρίσκεται δυτικά του δυτικότερου ορίου του πιο πάνω κτήματος και απέχει 20 χιλιόμετρα από το τελευταίο, το οποίο δεν ανήκει στην κυριότητα της προσθέτως παρεμβάσας Ιεράς Μονής ... (απώτατης δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων), δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τις από 15/9/2004, με αριθμό έκθ.

κατάθ....28.9.2004 και από Ιουνίου 2005, με αριθμό έκθ. κατάθ. ...27.6.2005 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των τοπογράφων μηχανικών Α. Γ. και Κ. Α., αντίστοιχα, η οποία (πραγματογνωμοσύνη) διατάχθηκε με την 1101/2002 παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθώς και την από 2/6/1995 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τεχνικού συμβούλου των αναιρεσειόντων τοπογράφου - αγρονόμου Α.

Σ., με το συνοδεύον αυτή τοπογραφικό διάγραμμα που επικαλέστηκαν και νόμιμα προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις που κατέθεσαν κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού τους ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα του μεγαλύτερου κτήματος "..." που ανήκει στην κυριότητα της Ιεράς Μονής ....

Περαιτέρω, παρά τη βεβαίωση του Εφετείου που περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό - πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων, και τις δύο εκθέσεις των πραγματογνωμόνων Α. Γ. και Κ. Α., από το όλο περιεχόμενο της απόφασης και τις λοιπές αιτιολογίες της δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, αλλά καταλείπονται αμφιβολίες, αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν οι εν λόγω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και η γνωμοδότηση του του Α.

Σ., οι οποίες κατέληξαν στο κοινό συμπέρασμα ότι "το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται εν όλω στη μεγαλύτερη έκταση του ανήκοντος στην Ιερά Μονή ... κτήματος, γνωστού με την ονομασία ...". Και μπορούσε βέβαια το Εφετείο, ως μη δεσμευόμενο από τις παραπάνω εκθέσεις, να καταλήξει σε αντίθετο πόρισμα, όμως ενόψει της σοβαρότητας των αποδεικτικών αυτών μέσων έπρεπε να τα αντικρούσει ειδικά.

Συνεπώς ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1,3 του Ν.3693/1957 (που κατά το άρθρο 276 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" εφαρμόζεται και στους Δήμους), όπως διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της Υ.Α. Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 και το άρθρο 281 παρ.2 του Ν.3463/2006, καθώς και το προσθέτως παρεμβαίνον στα δικαστικά έξοδα του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων-καθών Δήμου ..., ο οποίος υπέβαλε ιδιαίτερο δικόγραφο προτάσεων επί της πρόσθετης παρέμβασης (άρθρο 182 παρ.1 ΚΠολΔ, 281 Ν.3463/2006). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ του πρώτου των αναιρεσιβλήτων-καθών Ελληνικού Δημοσίου ως προς την πρόσθετη παρέμβαση, διότι δεν υπέβαλε ιδιαίτερο δικόγραφο προτάσεων επ’ αυτής ούτε αίτημα επιδίκασης δικαστικών εξόδων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 26/6/2009 αίτηση των Α. και Γ. Π. για αναίρεση της 4705/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών με την από 31/10/2010 πρόσθετη παρέμβαση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ιερά Μονή ..." υπέρ των αναιρεσειόντων.

Απορρίπτει την από 31/10/2010 πρόσθετη παρέμβαση.

Καταδικάζει το προσθέτως παρεμβαίνον στα δικαστικά έξοδα του δεύτερου των καθ’ ων - αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσόν εξακοσίων (600) ευρώ.

Αναιρεί την 4705/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο που θα συντίθεται από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για το πρώτο των αναιρεσιβλήτων και στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ