Legislator Case Law & Legislation
1191/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's evidence assessment due to lack of specific grounds in appeal.

Case Number 1191/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate specific evidence, but the court found no such error. The court ruled that the lower court had considered all submitted evidence and that the appeal lacked the necessary specificity to challenge the final judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 568(4) and 576(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; The appeal must specifically identify the evidence not considered by the lower court and demonstrate how it was improperly excluded to succeed.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence assessment civil procedure code specific grounds required lower court review

Cited Legislation

AI generated
Articles 568(4) and 576(1)-(2) of the Code of Civil Procedure
Article 94(1) of the Code of Civil Procedure
Article 97(3) of the Code of Civil Procedure
Article 104(b) of the Code of Civil Procedure
Article 576(3)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1191 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1191/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 2 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Διεξαγωγής Ιπποδρομιών Ελλάδος Α.Ε, που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μ. Ρ., με δήλωση του άρθρου 242παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:1) Α. Τ. του Π., 2) Ι. Β. του Δ., 3) Τ. Π. του Ι., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Βασιλείου και δεν κατέθεσε προτάσεις. 4) Τ. Σ. του Ι., 5) Ε. Δ. του Σ., 6) Μ. Μ. του Β., 7) Σ. Α. του Σ., 8) Κ.-Χ. Κ. του Α., 9) Χ. Ρ. του Ν., 10) Κ. Φ. του Β., 11) Κ. Ν. του Γ., 12) Δ. Γ. του Α., 13) Σ. Χ. του Ν., 14) Γ. Κ.-Μ. του Γ. και 15) Ι. Β. του Β., όλοι οι ανωτέρω εκτός του με α/α 3 αναιρεσείοντος, δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1240/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 226/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-9-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας, ανέγνωσε την από 26-4-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ.4 και 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτηση της επέσπευσε ο απολειπόμενος διάδικος , η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, εφόσον όμως ο πληρεξούσιος που υπέγραψε την κλήση ήταν νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος κατά τα άρθρα 94 παρ. 1 και 97 παρ.3 ΚΠολΔ γεγονός που διαπιστώνεται με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (άρθρο 104 εδ.

β ΚΠολΔ). Κατά δε την παρ. 3 εδ. β του άρθρου 576 παρ.3 ΚΠολΔ, που προστέθηκε σ’ αυτό με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Ολ.

Α.Π. 14/2015). Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ και δ ΚΠολΔ που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 575 παρ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ.) αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση, η δε αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων η αναβολή της συζήτησης και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ’ αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράσταση του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσης του για την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά η αναβολή της συζήτησης και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου (ΑΠ 142/2016, ΑΠ 1968/2017). Στην προκειμένη περίπτωση φέρονται για συζήτηση η από 2-9-2015 αίτηση για αναίρεση της 226/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης επισπεύδει η αναιρεσείουσα με την πληρεξούσιο δικηγόρο της, Μ. Ρ., κατά παραγγελία της οποίας ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής του Πρωτοδικείου Αθηνών, Θ. Α., επέδωσε στους αναιρεσίβλητους αντίγραφο αυτής και κλήση του να παραστούν στη συζήτηση στη δικάσιμο της 10-5-2016 (βλ.

την .../7-3-2016 έκθεση επίδοσης του άνω δικ. Επιμελητή), κατά την οποία οι αναιρεσίβλητοι παραστάθηκαν δια του δικηγόρου τους, Δ. Β., ..., ως πληρεξούσιο αυτών κατά τη δήλωση του και αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την 20-12-2016, κατά την οποία οι αναιρεσίβλητοι παραστάθηκαν δια του ίδιου δικηγόρου τους (βλ.

τα πινάκια συζήτησης των εγγεγραμμένων υποθέσεων των δικασίμων αυτών) και αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Κατά τη δικάσιμο αυτή, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι αναιρεσίβλητοι (βλ.

ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά), πρέπει όμως η συζήτηση να χωρήσει σαν να ήταν παρόντες. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.

Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669 § 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Η σύμβαση εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, διακρίνεται από την αναφερομένη στο άρθ. 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κυρίως γιατί με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης (ΑΠ 1672/2010).

Ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας, και ειδικότερα ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ή έργου αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας και ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, υπό τις οποίες καταρτίσθηκε η σύμβαση, χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την σύμβαση, ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, και υπάγοντας αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που έδωσαν σ’ αυτήν τα μέρη και ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό της από το νόμο (ΟλΑΠ 8/2011, ΟλΑΠ 19, 20/2007, 18/2006).

Εξάλλου, από το άρθρο 8 §§ 1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικά ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), το οποίο ορίζει ότι είναι άκυρη οποιαδήποτε σύμβαση που αντίκειται στο νόμο αυτόν, εκτός από την "μάλλον ευνοϊκή" για τον υπάλληλο και ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από την φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων αορίστου χρόνου (άρθρ. 1, 2, 3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ.

της 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία της σύμβασης και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 19/2007). Περαιτέρω: (1) Με το άρθ. 21 §§ 1 και 2 του μεταγενέστερου ν. 2190/1994 ορίσθηκε, ότι οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14§1 του αυτού νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεων θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Ορίζεται, μάλιστα, στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζομένη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ’ άρθ. 259 ΠΚ.

Σύμφωνα με το άρθ. 14 § 1 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις των κεφ. Α’ , Β’ και Γ’ του νόμου αυτού, δηλ. στο σύστημα και την διαδικασία πρόσληψης προσωπικού που καθιερώνει, υπάγονται όλοι οι φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 § 6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, πριν την τροποποίησή του με το ν. 1892/1990, στους οποίους περιλαμβάνονται και ν.π.ι.δ. (περ.

ε’ της ως άνω διάταξης). Μεταξύ αυτών υπάγεται και ο αναιρεσείων οργανισμός καθολικός διάδοχος του νομικού προσώπου με την επωνυμία "Οργανισμός Διεξαγωγής Ιπποδρομιών Ελλάδος" που υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (α.ν. 598/1968, αρθρ. 6 ν. 665/1977, 22 ν. 1646/1986, 51 ν. 1892/1990). [ΑΠ 401/2015].

Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε την 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής, η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, από τα οποία εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004, αντίστοιχα.

Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.

Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης και δη της σύμβασης εργασίας, ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/3001, ολ.

ΑΠ 6/2001, 7 και 8/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ολ.

ΑΠ 18/2006). Συνάγεται, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν δε από 18.4.2001 (ΦΕΚ Α’ 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και 3) των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19.7.2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των, κατά την έναρξη της ισχύος του, ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη, κατά το χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο της, δηλ.

και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, το χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψης τους ως τέτοιων, τον οποίο διατηρούν και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011).

Περαιτέρω, ο Οργανισμός Διεξαγωγής Ιπποδρομιών Ελλάδος (ΟΔΙΕ) συνεστήθη με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 παρ. 1 του α.ν. 598/1968 (Α’ 256) ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που έχει σκοπό : α) την κατ’ αποκλειστικότητα οργάνωση και διεξαγωγή ιπποδρομιών στην Ελλάδα β).... Με το άρθρο μόνο του π.δ. 56/1999 (Α’ 59) ο ΟΔΙΕ μετετράπη σε ανώνυμη εταιρεία διεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 2190/1920 και εγκρίθηκε το καταστατικό του, στο άρθρο 4 του οποίου ορίσθηκε ότι το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας διαιρείται σε μετοχές που θα εκδοθούν στο όνομα του Ελληνικού Δημοσίου και συνεπώς ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Ο ανωτέρω Οργανισμός λειτουργεί σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό του ,που έχει ισχύ νόμου(εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ.1 του ιδρυτικού α.ν. 598/1968,εγκρίθηκε με την υπ’ αρ. 8901/1984 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ/Β/210/1984) και σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 21 αυτού το προσωπικό του ΟΔΙΕ και της διαδόχου του αναιρεσίβλητης ανωνύμου εταιρείας ήδη τελούσης υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης συνδέεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται :α) σε τακτικό προσωπικό που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις και υπάγεται στις διατάξεις του Κανονισμού, β) έκτακτο προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου για την κάλυψη πρόσκαιρων και έκτακτων αναγκών και υπάγεται στις ρυθμίσεις του άρθρου 8 του Κανονισμού, γ) σε προσωπικό ειδικών συμβάσεων συγκεκριμένου έργου, που προσλαμβάνεται για εκτέλεση εξειδικευμένου έργου και δ) σε προσωπικό ευκαιριακά - εποχιακά απασχολούμενων που προσλαμβάνεται με σύμβαση μιας ημέρας για την κάλυψη αναγκών των ιπποδρομιακών συγκεντρώσεων.

Τέλος, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ν.π.δ.δ., ορίζουν τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ.2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ.3). Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ ΑΛ 5/18.4.2001) προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής.

Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Ούτω, απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις και οι οποίες κατέστησαν ήδη, με την ως άνω συνταγματική αναθεώρηση, συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και προς το σκοπό αυτό προσέθεσε την παραπάνω διάταξη του εδ.

γ’ της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση κατά την οποία οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα.

Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, και δη μετά την έναρξη ισχύος (18.4.2001) του αναθεωρημένου άρθ. 103 του Συντάγματος με την προσθήκη των ως άνω παραγράφων 7 και 8 σ" αυτό, με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, αφού, έστω και αν αυτό συμβαίνει, ο εργοδότης δεν έχει την ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, συνακόλουθα δε σε κάθε περίπτωση στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 (ΑΠ 602/2014).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "...Η εκκαλούσα - εναγομένη τυγχάνει καθολική διάδοχος του νομικού προσώπου με την επωνυμία "Οργανισμός Διεξαγωγής Ιπποδρομιών Ελλάδος" που υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ιδρύθηκε με τον α.ν. 598/1968 (όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 6 ν. 665/1977, 22 ν. 1646/1986, 51 ν. 1892/1990 και τις αποφάσεις .../1990 του Υπουργού Προεδρίας) υπαγόμενο στην εποπτεία του Υπουργού Πολιτισμού και ειδικότερα της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού.

Η εποπτεία δε στον Υπουργό Πολιτισμού (υφυπουργό Πολιτισμού) μεταβιβάσθηκε σύμφωνα με τον ανωτέρω α.ν. σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων του ν.1338/1985 και της Υ-50/31-7-1984 κοινής απόφασης του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Πολιτισμού. Στον εν λόγω Οργανισμό ανατέθηκε κατ’ αποκλειστικότητα η οργάνωση και διεξαγωγή ιπποδρομιών σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια καθώς και η οργάνωση αμοιβαίων ιπποδρομιακών στοιχημάτων κλπ.

για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, στο χώρο του ... ή οπουδήποτε αλλού. Ήδη με το π.δ. 56/1999, ο Οργανισμός μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία, υπεισερχόμενη ως καθολική διάδοχος του Οργανισμού, αυτοδικαίως σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ.6. Η εν λόγω εταιρεία υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως οριοθετήθηκε:

α) με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 1256/1982, β) ν. 1892/1990 σχετικά με τα "νπιδ δημοσίου χαρακτήρα που επιδιώκουν κοινωφελείς ή δημόσιους σκοπούς" και γ) με το ν. 2414/1996"για τον εκσυγχρονισμό δημοσίων επιχειρήσεων - οργανισμών", όπου στο άρθρο 1 ο Οργανισμός χαρακτηρίζεται ως "δημόσια επιχείρηση". Ο εν λόγω Οργανισμός λειτουργεί σύμφωνα με τον Εσωτερικό Κανονισμό του, που έχει ισχύ νόμου (εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 1 του ιδρυτικού α.ν. 598/1968, εγκρίθηκε με την υπ’ αριθμ. 8901/ 1984 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ/τ.Β/210/1984), τα δε άρθρα 2 και 21 αυτού ορίζουν ότι το προσωπικό του ΟΔΙΕ και της διαδόχου του εκκαλούσας α.ε.

συνδέεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται: α) σε τακτικό προσωπικό που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις και υπάγεται στις διατάξεις του Κανονισμού, β) έκτακτο προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου για την κάλυψη πρόσκαιρων και έκτακτων αναγκών και υπάγεται στις ρυθμίσεις του άρθρου 8 του Κανονισμού, γ) σε προσωπικό ειδικών συμβάσεων συγκεκριμένου έργου, που προσλαμβάνεται για εκτέλεση εξειδικευμένου έργου και δ) σε προσωπικό ευκαιριακά - εποχιακά απασχολούμενων που προσλαμβάνεται με σύμβαση μιας ημέρας για την κάλυψη αναγκών των ιπποδρομιακών συγκεντρώσεων.

Στα πλαίσια άσκησης των ως άνω δραστηριοτήτων του, ο ως άνω Οργανισμός προσέλαβε τους ενάγοντες μετά από αίτησή τους, και συμπλήρωση σχετικών εντύπων υπεύθυνων δηλώσεων, προκειμένου να απασχοληθούν για κάθε ιπποδρομιακή ημέρα και συγκεκριμένα προσελήφθησαν στις παρακάτω ημεροχρονολογίες που δεν αμφισβητούνται από την εκκαλούσα, η πρώτη την 1-6-1996, η δεύτερη την 1- 5-1988, η τρίτη την 1-10-1990, η τέταρτη την 1-1-1994, η πέμπτη την 23-10- 1990, η έκτη την 1-2-1990, ο έβδομος την 1-8-1989, ο όγδοος την 1-9-1983, ο ένατος την 1-1- 1995, ο δέκατος την 1-7-1999, ο ενδέκατος 1-11-2004, ο δωδέκατος την 11-6-2001, ο δέκατος τρίτος την 1-3-1979, η δέκατη τέταρτη την 15-10-2000, η δέκατη πέμπτη την 1-10-1980 και ο δέκατος έκτος την 16-5-2002, προκειμένου να τους απασχολήσει και πράγματι απασχολήθηκαν οι δυο πρώτες ως βοηθοί μικροβιολόγου, με αντικείμενο τον μικροβιολογικό έλεγχο των ούρων, σιέλων, σπλάχνων κλπ.

των ίππων, που ζητείται από τους κτηνιάτρους καθώς και την παράδοση των αποτελεσμάτων στους αρμόδιους και την τήρηση σχετικού αρχείου, οι τρίτος, τέταρτη, πέμπτη και έκτη των εναγόντων ως επιμελητές προπονήσεων, με αντικείμενο την καταγραφή κατά τις πρωινές προπονήσεις των αναβατών και αλόγων και του αριθμού των προπονήσεων που επιμελείται κάθε προπονητής, ώστε να καθίσταται εφικτός ο υπολογισμός της αμοιβής τους, οι έβδομος, όγδοος και ένατος ως ελαιοχρωματιστές, στο τμήμα δομικών των εκτεταμένων εγκαταστάσεων του Οργανισμού με αντικείμενο τη συντήρηση τους, ο δέκατος ως φροντιστής στίβου, με αντικείμενο την συντήρησή του προκειμένου να επιτευχθεί η ομαλή διεξαγωγή των ιπποδρομιών, οι ενδέκατος και δωδέκατος ως κηπουροί πρασίνου, με αντικείμενο την κατασκευή, ανακατασκευή, συντήρηση και επέκταση του πρασίνου, των καλλωπιστικών και λοιπών φυτών και του εν γένει ελεύθερου χώρου των εγκαταστάσεων, οι δέκατος τρίτος, δέκατος τέταρτος και δέκατος πέμπτος ως ηλεκτρονικοί (τηλεοπτικών) και ο δέκατος έκτος ως ηλεκτρονικός - τεχνίτης τηλεφώνων, με αντικείμενο την επιμέλεια της ομαλής λειτουργίας και συντήρησης των τηλεοπτικών εγκαταστάσεων, μετάδοσης των ιπποδρομιών και του συνόλου των τηλεφωνικών εγκαταστάσεων της εκκαλούσας.

Από τη πρόσληψή τους οι ενάγοντες απασχολήθηκαν συνεχώς από τον ΟΔΙΕ υπό την παραπάνω ιδιότητα έκαστος κατά τις ημέρες διεξαγωγής των ιπποδρομιακών συναντήσεων. Η απασχόληση τους διαρκούσε κατά μέσο όρο 13 ημέρες μηνιαίως και πέντε ώρες ημερησίως, όπως μετά λόγου γνώσεως αναφέρει η ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εξετασθείσα μάρτυρας των εφεσιβλήτων.

Για το λόγο αυτό εξάλλου οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι συμμορφώνονταν με συγκεκριμένο εργασιακό πρόγραμμα, τελώντας υπό τις οδηγίες και εντολές των αρμοδίων υπαλλήλων της εκκαλούσας. Εξάλλου οι συνεχώς ανανεούμενες συμβάσεις δεν δικαιολογούνταν από λόγους αντικειμενικούς, καθόσον οι ενάγοντες ακολουθώντας ως προς τους όρους και τις συνθήκες εργασίας τους, τα ισχύοντα και για τους λοιπούς υπαλλήλους της εκκαλούσας, απασχολούνταν για τη κάλυψη τρεχουσών, απολύτως τακτικών, προβλέψιμων και υφιστάμενων αναγκών του, μόνιμης, διαρκούς και πάγιας προοπτικής, οι οποίες ανάγκες ήταν σχετικές και αλληλοσυναρτώμενες με αυτές που εξυπηρετεί και το μόνιμο προσωπικό των αντιστοίχων τμημάτων.

Συνεπώς ο χρονικός περιορισμός των διαδοχικών αυτών συμβάσεων δεν δικαιολογείται ούτε από τη φύση των υπηρεσιών που παρείχαν ούτε από τη φύση των καλυπτόμενων με τον προαναφερόμενο τρόπο αναγκών. Με βάση τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι οι επίμαχες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας μιας ημέρα των εναγόντων κάλυπταν από τη φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες του ΟΔΙΕ και συγκεκριμένα τις κατά τον ιδρυτικό του νόμο ανάγκες διεξαγωγής των ιπποδρομιακών στοιχημάτων, οι οποίες ήταν σταθερά και σε προκαθορισμένα διαστήματα επαναλαμβανόμενες καθ’ όλες τις ημέρες των ιπποδρομιακών συγκεντρώσεων με συνέπεια να μην δικαιολογείται ο καθορισμός της ημερήσια διάρκειάς τους εξακολουθητικά ο οποίος τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση τους διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη τους να ρυθμίζει την διάρκεια εργασίας τους σύμβαση τις σχετικές προβλέψεις και ρυθμίσεις του εσωτερικού κανονισμού.

Επομένως πρέπει να αναγνωριστεί ότι συνιστούσαν κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης οι αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας κάθε ενάγοντα και δη της πρώτης, δεύτερης, τρίτου, τέταρτης, πέμπτης, έκτης, έβδομου, όγδοου, ένατου, δέκατου, δέκατου τρίτου, δέκατης τέταρτης και δέκατης πέμπτης, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αφού απασχολούντο από την εκκαλούσα πριν την ισχύ των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, όπως προστέθηκαν με την αναθεώρηση του 2001 (ισχύς από 18- 4-2001), ενώ του δωδέκατου και δέκατου έκτου των ενάγοντων - εφεσίβλητων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, αφού οι συμβάσεις τους είχαν συναφθεί πριν την ισχύ του πδ 164/2004 και συγκεκριμένα την 11-6-2001 και 16-5-2002 εξακολουθούσαν να είναι ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος αυτού, ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας τους είχε διανυθεί στον ίδιο φορέα, εξυπηρετούσαν πάγιες ανάγκες της εκκαλούσας, απασχολήθηκαν δε σε καθήκοντα όμοια με της αρχικής τους σύμβασης.

Συνεπώς οι ενάγοντες παρείχαν τις υπηρεσίες τους ουσιαστικά δυνάμει ενιαίας σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης και η εκκαλούσα οφείλει να τους απασχολεί υπό αυτό το εργασιακό καθεστώς....". Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίον η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη, πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, για κακή ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, 38 παρ. 2 και του ν. 1892/1990 και 21 παρ. 19 ν. 2190/1994, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον οι επίμαχες συμβάσεις είχαν συναφθεί χρονικά πριν την θέση σε ισχύ των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του 2001 και πριν την ισχύ του ΠΔ 164/2004 (για τον 12ο και 16ο αναιρεσίβλητο) και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις η προσβαλλόμενη.

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996? 70/2008? 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002? ΑΠ 911/2002? 1021/2002? 105/2005? 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008).

Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή δεν αρκεί ο ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις ) και στο δεύτερο βαθμό, εφόσον αναιρεσιβαλλόμενη είναι απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 48/1986? 1011/1994).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι’ αυτά (ΑΠ 1/2008), δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 1205/1990).

Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύονται οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με τους λόγους αυτούς η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά.

Για την ίδρυση πάντως των παραπάνω λόγων αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005? 1072/2005? 798/2010).

Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1535/1995? 567/1996).

Έτσι και σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές τις προσβαλλόμενης και τις παρατιθέμενες νομικές σκέψεις, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι σε σχέση με τις αποδιδόμενες μ’ αυτούς στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 11γ και 10 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού ρητά στην απόφαση διαβεβαιώνεται ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, επαληθεύεται δε η διαβεβαίωση αυτή από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αντίθετα μάλιστα με όσα ο αναιρεσείον οργανισμός υποστηρίζει, ο οποίος εν τέλει, με πρόσχημα τις ως άνω πλημμέλειες, επιχειρεί στην πραγματικότητα να αμφισβητήσει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ).

Κατ’ ακολουθία πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-9-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 226/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ