Legislator Case Law & Legislation
1187/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in land dispute, allowing court to consider unproposed evidence under Ottoman law.

Case Number 1187/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final judgment regarding land ownership under the Ottoman Kanunname-i arazi. The State argued the lower court erred in burdening the plaintiff with proof for facts not formally proposed and improperly considered witness certificates lacking prior procedural steps. The court ruled that in this specific voluntary jurisdiction process, the trial judge has the authority to examine any relevant evidence ex officio, rendering the cited procedural defects inadmissible grounds for appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8), 559(11), 559(13) of the Code of Civil Procedure; In proceedings under the Ottoman Land Law, the trial court may ex officio consider unproposed factual claims and evidence, meaning appeals based on failure to propose arguments or improper evidence admissibility are inadmissible.

Keywords

AI generated
Ottoman Land Law voluntary jurisdiction ex officio evidence inadmissible appeal grounds burden of proof witness certificates procedural defects

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553 § 1 item b', 556 § 1, 558 paragraph a', 564 § 3, 566 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 1-3 of the Ottoman 'Law on the Lands' of 7th Ramazan 1274 (1856) 'Kanunname-i arazi'
Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 § 1 στοιχ.
Articles 8 and 11 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 10, 12 and 13 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 744 and 759 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 22 §§ 1, 3 of Law 3693/1957
Article 5 § 12 of Law 1738/1987

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1187 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1187/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Σ. Α. του Μ., κατοίκου ... Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Ρουσουνέλου και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2015 αίτηση της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 13-1-2016 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 143/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 83/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-9-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 10.09.2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 83/2020, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, το οποίο απέρριψε την από 30.07.2019 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 143/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, το οποίο είχε απορρίψει την από 13.01.2016 κύρια παρέμβαση αυτού (αναιρεσείοντος). Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 § 1 στοιχ. β', 556 § 1, 558 εδάφ. α', 564 § 3, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 § 2 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi" (οθΝπΓαιών) οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες: α. Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (mulk, arazi-i memluke) (οικόπεδα, οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κτλ), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβιβάσεως, β.

τις δημόσιες γαίες (arazi-i empiriye) (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσιάσεως (tassaruf), γ. τις αφιερωμένες γαίες (arazi-i mevkufe), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ.

τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (arazi-i metruke) (δημόσιοι δρόμοι, πλατείες κτλ), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο και ε. τις νεκρές γαίες (arazi-i mevat) (βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε, δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο.

Με τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 22.02/03.02.1830 "Περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος", 04/16.06.1830 και 19.06/01.07.1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζεται, σε συνδυασμό με την από 27.06/09.07.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 03.02.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια αυτού, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους τους, οι οποίοι αποχώρησαν, και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του νόμου της 21.06/03.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ("Όλα τα παρ' ιδιωτών, ή κοινοτήτων, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, ή τα εγκαταλελειμμένα από των κληρονόμων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το δημόσιον.").

Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και τα κατέλαβε είτε διαρκούντος του πολέμου, είτε ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους.

Η διαδοχή εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου του Τουρκικού Δημοσίου "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αριθμ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22.03.1829 με τον παράτιτλο: "Όροθεσία της Στερεάς και των Νήσων", διαλαμβάνοντας ότι "Αι νήσοι αι εις την Πελοπόννησον παρακείμεναι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες, θέλουσιν ωσαύτως συμπεριληφθή εντός αυτού τούτου του Κράτους.".

Η διαδοχή, όμως, αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (mulk, arazi-i memluke) και τα δικαιώματα εξουσιάσεως (tassaruf), τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών, σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες.

Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίστηκαν, κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο, ως ιδιωτικές ανήκουσες στην, κατά τα άρθρα 1 και 2 του Οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi" (οθΝπΓαιών), κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των έως τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.

Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον Σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου "δικαιώματι πολέμου" και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 27.06/09.07.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως (Α.Π. 23/2021, Α.Π. 34/2019, Α.Π. 160/2014).

Τούτο, όμως, συνέβη εφόσον επρόκειτο περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν δάση, αιγιαλούς, κοινόχρηστα, βοσκές και εκτάσεις που, λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους "δικαιώματι πολέμου".

Και τούτο, διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες, κατά την ταυτότητά τους, ως τμήμα της εδαφικής εκτάσεως του Οθωμανικού Κράτους και ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους διά των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίστηκε η εδαφική έκταση του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το Ελληνικό Κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση.

Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 04.06/16.06.1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται τα κτήματα υπό τον χαρακτηρισμό "βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα, θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (Ολ.Α.Π. 1/2013). Περαιτέρω, τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε, το πρώτον το έτος 1837, να ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο με το άρθρο 16 του νόμου της 21.06/03.07.1837 "Περί διοικήσεως κτημάτων", με το οποίο ορίστηκε ότι: "Όλα τα παρ' ιδιωτών, ή κοινοτήτων, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, ή τα εγκαταλελειμμένα από των κληρονόμων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το δημόσιον.".

Στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του α.ν. 1539/1938 και μετά την ισχύ του Α.Κ. με το άρθρο 972 αυτού. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βζρδ των ν. 1, 23 Πανδ. (47.1), Εισ. 47 (2. 1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, δηλαδή, των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.06/03.07.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκαταλείψεώς του, δηλαδή, απόφαση του κυρίου περί παραιτήσεως αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβιβάσεως του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο.

Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτή αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν βζρδ, δεν απαιτούνταν ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή αυτού, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του Α.Κ..

Ο νόμος "Περί διακρίσεως κτημάτων" τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του βζρδ, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε την κυριότητά του (Πανδ. 41.1), έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας. Η τροποποίηση αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα, λόγω του απελευθερωτικού αγώνα.

Έτσι, τα κτήματα αυτά αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου", ανεξαρτήτως της καταλήψεώς τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Ελληνικό Δημόσιο ή τις Ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις (Α.Π. 590/2019, Α.Π. 1840/2017). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του β.δ. της 15.12.1833 "Περί διορισμού του φόρου βοσκής, και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 και 1834", που έχει ισχύ νόμου, "Όλα τα λιβάδια, διά την επικαρπίαν των οποίων δεν έχει τις παρουσιάση έγγραφον (ταπί) εκδοθέν επί Τουρκικής εξουσίας, θεωρούνται ως δημόσια και η νομή αυτών μένει ως και μέχρι τούδε εις το δημόσιον.".

Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και, επομένως, και σε αυτές, στις Κυκλάδες, που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχε, κατά τα προαναφερθέντα, καταστεί κύριό τους το Ελληνικό Δημόσιο (Α.Π. 783/2016). Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 του ν.

ΚΘ της 31.01/18.02.1864 "Περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.

ΨΝΖ της 27.03/01.04.1880 "Περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδιών" κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο, ως προς τα εθνικά, και οι Κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λιβάδια, διατηρούν έναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων γίνονταν έως το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων (Α.Π. 117/2020, Α.Π. 987/2017).

Επομένως, η ανωτέρω διάταξη του β.δ. του έτους 1833 εισήγαγε για τα λιβάδια, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους και τα οποία δεν αναγνωρίστηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες, μαχητό τεκμήριο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Δηλαδή, προϋπόθεση εφαρμογής του ως άνω τεκμηρίου είναι το διεκδικούμενο να ήταν λιβάδι κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του παραπάνω διατάγματος (Α.Π. 34/2019, Α.Π. 987/2017).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βζρδ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, όταν τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως νομής επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στον χρόνο της δικής του νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.20, 12 Πανδ. (5.8) ν.27 Πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 Πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 Πανδ. (41.10), 109 Πανδ. (50.16) και 2 παρ.7 και 1 Πανδ. (51.4) καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι, με την κτήση της νομής του πράγματος, δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπληρώσεως της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του έως τις 11.09.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση).

Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (Α.Π. 894/2020, Α.Π. 1840/2017, Α.Π. 783/2016). Εξ ετέρου κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του β.δ. της 17.11/01.12.1836 "Περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίζεται η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί κάθε εκτάσεως που αποτελούσε, πριν την έναρξη της ισχύος του, δάσος, εξαιρέσει μόνον εκείνων των δασικών εκτάσεων για τις οποίες υφίσταται έγγραφη απόδειξη Τουρκικής Αρχής, ότι, πριν την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες, όπως και εκείνων οι οποίες ανήκαν σε ιδιωτικά χωριά και, υπό την προϋπόθεση, ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις, υποβλήθηκαν στην επί των Οικονομικών Γραμματεία προς αναγνώριση οι σχετικοί περί ιδιοκτησίας τίτλοι, εντός της από το άρθρο 3 οριζόμενης ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευσή του (01.12.1836).

Με τις διατάξεις αυτές, θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τεκμήριο κυριότητας, σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του ως άνω διατάγματος, στα όρια του Ελληνικού Κράτους και δεν αναγνωρίστηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο ενάρξεως ισχύος του παραπάνω διατάγματος.

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 κωδ. (7.32), ν.9 παρ. 1 Πανδ. (50.14) ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βζρδ, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα (δηλαδή πριν τις 23.02.1946), μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως νομής επ' αυτού, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει, να συνυπολογίσει στον δικό του χρόνο νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.06/10.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι τα δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί έως τις 11.09.1915, όπως τούτο προκύπτει, αφενός μεν από τις διατάξεις του ν.

ΔΞΗ (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" και των διαταγμάτων, που εκδόθηκαν με βάση τη διάταξη του άρθρου 1§1 αυτού αφετέρου δε από τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των Κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης κλπ".

Πλην όμως, προϋπόθεση της συμπληρώσεως της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του, έως τις 11.09.1915, για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα. Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 1045 του Α.Κ. για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία συνεχή εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά.

Ο διάδικος που προβάλλει χρησικτησία, πρέπει να επικαλεστεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχτούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θελήσεως του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση, η περιμάνδρωση, η περιτοίχιση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του κτλ χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας (Α.Π. 23/2020, Α.Π. 1079/2019).

Οι, στηριζόμενοι στις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γενέσεως του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), πρέπει να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και, για τον λόγο αυτό, τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απορρίψεώς τους τις φέρει εκείνο (Ελληνικό Δημόσιο) και όχι ο ενάγων (Α.Π. 1182/2018).

Για να είναι όμως ορισμένη η αγωγή που στηρίζεται σε απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με χρησικτησία, δεν απαιτείται να εκτίθεται σ' αυτή ότι το ακίνητο δεν είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ούτε να δικαιολογείται για ποιο λόγο αυτό δεν συμβαίνει. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045 και 1054 του Α.Κ., προκύπτει ότι ο ισχυρισμός ότι ορισμένο πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας συνιστά ένσταση του αντιδίκου του επικαλούμενου κτήση κυριότητας με χρησικτησία (Α.Π. 894/2020, Α.Π. 977/2007) που είναι διακωλυτική του επικαλούμενου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο και πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο, αφού ούτε από το δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και, όταν εναγόμενο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό επίσης πρέπει να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι περιήλθε στην κυριότητά του με κάποιο νόμιμο τρόπο, τον οποίο πρέπει συγκεκριμένα να προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η σχετική ένσταση του.

Η απλή άρνηση από τον ενάγοντα της ενστάσεως ανεπίδεκτου χρησικτησίας του επίδικου, λόγω αποκτήσεως κυριότητας από το ίδιο, τον οποίο προβάλλει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, αλλά υποχρεώνει αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δική του κυριότητα στο επίδικο.

Έτσι, εάν το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το επίδικο είναι δημόσιο δάσος περιελθόν σ' αυτό ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, οπότε τεκμαίρεται ότι έχει επ' αυτού κυριότητα, ο ενάγων μπορεί να αρκεστεί στην άρνηση της ιδιότητας του επίδικου ως δάσους και ως δημόσιου κτήματος, προς απόκρουση του ισχυρισμού της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου σ' αυτό, πλην όμως, λόγω του υφιστάμενου τεκμηρίου κυριότητας, βαρύνεται με την απόδειξη του αρνητικού του ισχυρισμού ότι το επίδικο δεν φέρει το χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως (Α.Π. 826/2018, Α.Π. 712/2015).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του α.ν. 2344/1940 "Περί αιγιαλού και παραλίας", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του Εισ.Ν.Α.Κ. και εξακολουθεί, κατά το άρθρο 34§2 του ν. 2971/2001, να ρυθμίζει τις εκκρεμείς υποθέσεις, δηλαδή αυτές, για τις οποίες η έκθεση επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού και της παραλίας με το διάγραμμα της χαράξεώς τους, συντάχθηκαν και εγκρίθηκαν πριν από τη δημοσίευση του νέου νόμου στο Φ.Ε.Κ. 285 Α /19.12.2001, ο αιγιαλός είναι κοινόχρηστο κτήμα, ανήκει στο Δημόσιο, προστατεύεται και διαχειρίζεται από αυτό (άρθρο 968 του Α.Κ.).

Είναι δε αιγιαλός η χερσαία ζώνη που περιστοιχίζει τη θάλασσα με ανώτατο όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φτάνουν κατά τις συνηθισμένες και όχι έκτακτες αναβάσεις τους τα κύματα της θάλασσας. Μόνος ο καθορισμός του ορίου αυτού από τη διοικητική επιτροπή που προβλέπεται στα άρθρα 2 και 3 του α.ν. 2344/1940, με απόφασή της, με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τμήμα γης το οποίο στερείται των παραπάνω χαρακτηριστικών, δηλαδή σε έδαφος μη βρεχόμενο όπως πιο πάνω από θαλάσσια ύδατα.

Έτσι, η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και σε κάθε τοπική περίπτωση ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ή παλαιού αιγιαλού, όταν δημιουργείται νέος αιγιαλός δια προσχώσεως, ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης.

Τέλος, ο αιγιαλός ανήκει, κατά νομική επιταγή, στο Ελληνικό Δημόσιο (άρθρα 968 του Α.Κ. και 1 του α.ν. 2344/1940 αλλά και κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος του Α.Κ. βζρδ ν. 93 βασ. Ββ', ν. 96, 112 πανδ. 50.16 και άρθρο 15 του ν. "Περί διακρίσεως κτημάτων" της 21.06/10.07.1837). Η κυριότητα, στην οποία ο Α.Κ. υπάγει τα δημόσια κτήματα, είναι η κυριότητα του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και όταν αυτά (δημόσια κτήματα) παύσουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 971 του Α.Κ., να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν δηλαδή τα κοινής χρήσεως πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής.

Ο αιγιαλός μόνο με πρόσχωση από φυσικά ή και τεχνητά αίτια (άρθρο 9 του α.ν. 2344/1940) μπορεί να απολέσει τον χαρακτήρα του ως τέτοιου, αφού η ιδιότητα λωρίδας γης ή αιγιαλού αποτελεί συνάρτηση καθαρά φυσικών φαινομένων. Επομένως, ο παλαιός αιγιαλός, έστω και αν απώλεσε τον χαρακτήρα του, εξακολουθεί ex lege να ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου και δεν συντρέχει ανάγκη, μετά από την αλλαγή αυτή, να αναζητηθεί άλλος τρόπος κτήσεως ή διατηρήσεως της κυριότητας του Δημοσίου, όπως με χρησικτησία (Ολ.Α.Π. 24/2000, Α.Π. 217/2019, Α.Π. 375/2017).

Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (Ολ.Α.Π. 2/2019, Ολ.Α.Π. 8/2018, Α.Π. 148/2020, Α.Π. 3/2019).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετ' ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα αγρός που βρίσκεται στη θέση "Χουλάκια" της νήσου Μυκόνου της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Μυκονίων, εκτάσεως 1.221 τ.μ.

με ΚΑΕΚ 29 0850102032/0/0, το οποίο αποτυπώνεται στο επισυναπτόμενο στην παρέμβασή του από 15.12.2015 τοπογραφικό του μηχανικού Κ. Θ. που συνοδεύει το υπ' αρ. πρωτ. 13782/21.12.20/5 έγγραφο του Αυτοτελούς Γραφείου Δημόσιας Περιουσίας Σύρου, στο οποίο το επίδικο φέρει στοιχεία 3-4-ΠΑ5-8-9-Π5-3 (822 τ.μ.), 1-2-45-10-11-12-1 (17 τ.μ.) και 2-3-Π5-9-10-Α5- 2 (382 τ.μ.).

Το επίδικο αυτό ακίνητο αποτελεί τμήμα ενός μεγαλύτερου ακινήτου, εκτάσεως, κατά τον τίτλο κτήσεως, τριών περίπου στρεμμάτων, εντός του οποίου υπάρχει φρέαρ, συνορευόμενο γύρωθεν με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. Α. και δυτικά με δημοσία οδό. Κατά δε νεώτερη μέτρηση και σύμφωνα με το από μηνός Φεβρουάριου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Αλεξίου Τζάκου, το ακίνητο αυτό έχει έκταση 2.139,92 τ.μ., εμφαίνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Υ-Φ-Χ-Ψ-Ω-Α1-Β1-Γ1-Δ1-Ε1-Α στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα και συνορεύει γύρωθεν:

ΒΟΡΕΙΑ επί τεθλασμένης πλευράς Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ μήκους μέτρων 4,37 συν 5,93 συν 8,77 συν 8,50 συν 7,99 συν 9,23 συν 5,11 συν 4,92 με ιδιοκτησία Α. Δ. του Σ., ΔΥΤΙΚΑ επί τεθλασμένης πλευράς προσώπου Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Υ-Φ μήκους μέτρων 8,88 συν 2,88 συν 7,29 συν 8,01 συν 3,35 συν 0,81 με αγροτική οδό, ΝΟΤΙΑ επί πλευράς Φ-Χ-Ψ-Ω-Α1-Β1-Γ1 μήκους μέτρων 7,66 συν 6,85 συν 9,18 συν 8,54 συν 7,98 συν 6,59, με ιδιοκτησία Α.

Ε. του Σ. και ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ επί τεθλασμένης πλευράς Γ1-Δ1- Ε1-Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ, μήκους μέτρων 9,00 συν 6,31 συν 6,31 συν 3,88 συν 6,25 συν 5,11 συν 1,18 συν 12,62 με ιδιοκτησία Α. Δ. του Σ. Εντός του ανωτέρω αγροτεμαχίου υφίστανται δύο πηγάδια και στέρνα εμβαδού 5,77 τ.μ. και έχει ανεγερθεί παλαιόθεν ισόγειο κτίσμα, εμβαδού 59,52 τ.μ. . Το ευρύτερο ακίνητο ήταν πάντοτε και από όλες τις πλευρές του περιφραγμένο μαντρωμένο με πανάρχαιες ξερολιθιές (οι οποίες έχουν πλέον επισκευαστεί στην αυτή θέση με τις παλαιές) και σαφώς διαχωριζόμενο των όμορων αυτού ιδιοκτησιών, αλλά και του αιγιαλού - παραλίας, έτσι ώστε να μην υπάρχει αμφισβήτηση από κανέναν (ιδιώτη ή το Ελληνικό Δημόσιο) για την ταυτότητα αυτού.

Το επίδικο ακίνητο, όπως και ολόκληρο το ως άνω ακίνητο σε μείζονα έκταση, η εφεσίβλητη έχει αποκτήσει με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα από κληρονομιά του Α. Σ., που απεβίωσε στις 19.10.2004 σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει της υπ' αριθμόν 3458/5.12.1989 δημοσίας διαθήκης του, η οποία συνετάγη ενώπιον της συμβολαιογράφου Μυκόνου Ε.

Κ. και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 151/13.7.2005 πρακτικό συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, την οποία (κληρονομιά) αποδέχθηκε με την υπ' αρ. 4598/24.8.2012 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Μυκόνου Κ. Χ., η οποία νόμιμα καταχωρήθηκε στο Κτηματολόγιο Μυκόνου, με αριθμούς καταχώρησης 364/3.7.2013 και 569/24.8.2012.

Του λοιπού ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του εν λόγω ακινήτου, ο θανών κατέλιπε, με την ίδια ως άνω μυστική του διαθήκη, στον εξάδελφο της εφεσίβλητης Σ. Α., ο οποίος αποδέχθηκε αυτό, με την υπ' αρ. 4374/28.9.2011 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Μυκόνου Μενέλαου Παπακωνσταντίνου, η οποία νόμιμα καταχωρήθηκε στο Κτηματολόγιο Μυκόνου, με αριθμό καταχώρησης 828/29.9.2011.

Στον δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης είχε περιέλθει ο εν λόγω αγρός με το υπ' αριθμ. ... πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Μυκόνου Ανδρέα Αλεξόπουλου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μυκόνου, στον τόμο … και αριθμό 418, λόγω αγοράς από τον Μ. Α. του Κ.. Στον τελευταίο απώτερο δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης το όλο ακίνητο είχε περιέλθει εκ προικός του πατρός του Κ.

Μ. Α. με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του τότε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Μυκόνου Ιωάννου Ζάννου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μυκόνου στον τόμο .. και αριθμό 728. Ο δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης παρέλειψε, εκ παραδρομής, να υποβάλλει την αναγκαία δήλωση ιδιοκτησίας στο ποσοστό 100% του αγρού αυτού με αποτέλεσμα το ως άνω ακίνητο ταυτιζόμενο απόλυτα και φέρον ...

στο οικείο κτηματολογικό φύλλο και στην ένδειξη I κυριότητα καταχωρήθηκε σε "άγνωστο ιδιοκτήτη". Το μείζον ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, ανήκε, κατά το χρόνο της μεταβίβασης στην εφεσίβλητη, κατά κυριότητα στους άμεσους και απώτερους δικαιοπαρόχους της, όπως προκύπτει από τους προαναφερθέντες τίτλους κτήσης.

Μάλιστα, στους ανωτέρω τίτλους κτήσης, δεν υπάρχουν αποκλίσεις ως προς τη θέση και την έκταση του ακινήτου σε μείζονα έκταση. Με βάση, λοιπόν, την παραπάνω ακολουθία τίτλων αποδεικνύεται ότι το επίδικο τμήμα, αποτελεί ιδιωτική ιδιοκτησία και η εφεσίβλητη έχει νόμιμα καταστεί συγκυρία του επίδικου αυτού ακινήτου κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου με παράγωγο τρόπο, χωρίς ποτέ το ως άνω δικαίωμά της (αλλά και των δικαιοπαρόχων της) να αμφισβητηθεί από το εκκαλούν - κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο.

Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι όλοι οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι της εφεσίβλητης νεμήθηκαν διαδοχικά το επίδικο, με τη θέληση να το εξουσιάζουν ως κύριοι και με την εδραία πεποίθηση ότι με την άσκηση της νομής τους δεν προσβάλλεται κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητος τρίτων και ιδίως του εκκαλούντος - κυρίως παρεμβαίνοντος, με βάση τους τίτλους που προαναφέρθηκαν, ασκώντας σ' αυτό όλες τις διακατοχικές πράξεις, που προσιδίαζαν στη φύση και τη μορφολογία του, συνεχώς και αδιαλείπτως τουλάχιστον από το έτος 1884 μέχρι το έτος 2004, οπότε το επίδικο κληρονομήθηκε κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου από την εφεσίβλητη, η οποία συνέχισε και αυτή μέχρι την άσκηση της ένδικης κυρίας παρέμβασης να ασκεί σ' αυτό όλες τις διακατοχικές πράξεις, που προσιδίαζαν στη φύση και τη μορφολογία του.

Ειδικότερα οι απώτεροι δικαιοπάροχοί του, ήταν γαιοκτήμονες και ασκούσαν στον επίδικο αγρό, που αποτελούσε, όπως προαναφέρθηκε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, τουλάχιστον από το έτος 1884, πράξεις νομής και συγκεκριμένα το εκμεταλλεύονταν για τις αγροτικές τους ανάγκες καλλιεργώντας αυτό ως αμπέλι, το φρόντιζαν γενικότερα, επισκεύαζαν τους μαντρότοιχους και προέβησαν σε καταμετρήσεις αυτού, σε σύνταξη διαγραμμάτων και το αποτύπωσαν σε διάφορα τοπογραφικά διαγράμματα.

Επίσης οι δικαιοπάροχοι της εφεσίβλητης προέβαιναν διαμέσου αυτού σε καθημερινές διελεύσεις και στον καθαρισμό του από τα φυτικά ζιζάνια και τα ξηρά χόρτα και το διατηρούσαν σε καλή κατάσταση, ώστε να είναι βατό και να μπορεί να ανταποκριθεί στον προορισμό του, οι ίδιοι δε το καλλιεργούσαν ως αμπέλι, το επέβλεπαν, και γενικώς απέτρεπαν την προσβολή της νομής τους από οποιονδήποτε τρίτο.

Μετά τον θάνατο του αμέσου δικαιοπαρόχου της η εφεσίβλητη συνέχισε με την ίδια γεωργική εκμετάλλευση μαζί με το συγκύριο παραπάνω αναφερόμενο εξάδελφό της. Όλες οι άνω πράξεις νομής εκ μέρους της εφεσίβλητης και των δικαιοπαρόχων της είτε αυτοπροσώπως είτε δι' άλλων γίνονταν με διάνοια κυρίου και ήταν δηλωτικές της θέλησης εξουσιάσεώς του, τη νομή του οποίου αυτοί δεν απώλεσαν, αφού δεν είναι απαραίτητη για την άσκηση αυτής η συνεχής φυσική εξουσίαση του πράγματος.

Αυτή (εφεσίβλητη) ασκώντας συνεχώς αδιατάρακτα και αδιάλειπτα όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό των δικαιωμάτων των συγκυρίων, συννομέων και συγκατόχων διακατοχικές πράξεις από το έτος 1884 τουλάχιστον, προσμετρώντας δε συνεχώς στην άσκηση της δικής της συννομής, τα χρόνια άσκησης νομής των αμέσων και απώτερων δικαιοπάροχων, είχε καταστεί ήδη συγκύριος κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου.

Επίσης από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι καμία απολύτως πράξη νομής και κατοχής δεν είχε εκτελέσει το εκκαλούν επί του όλου ανωτέρω ακινήτου. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα κανένας δεν ενόχλησε την εφεσίβλητη ή τους δικαιοπαρόχους της αμφισβητώντας τα εμπράγματα δικαιώματα τους επί του επιδίκου.

Αποδεικνύεται ακόμη ότι το επίδικο, που αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερου αγρού, φέρει αγροτικό χαρακτήρα, γεγονός που καταθέτουν η μάρτυρας της απόδειξης και οι παρακάτω αναφερόμενοι μάρτυρες, με τις ένορκες βεβαιώσεις τους, άπαντες κάτοικοι Μυκόνου, οι οποίοι αναφέρουν, έχοντας έκαστος ιδία γνώση, ότι ο όλος αγρός ανήκε στους δικαιοπαρόχους του αιτούντος για εκατό και πλέον έτη, ήταν περιμανδρωμένος με ξερολιθιά σε όλες τις πλευρές του πλην της πλευράς του προς τη θάλασσα και γινόταν χρήση αυτού ως καλλιεργήσιμης έκτασης (αμπέλου που κάλυπτε ολόκληρο την έκταση του μείζονος αγροκτήματος), που ανανεωνόταν οι ρίζες της και διατηρούσε διαχρονικά τον χαρακτήρα αυτόν) και ότι πριν από εξήντα (60) περίπου έτη στην άκρη του αγρού προς την θάλασσα πέρασε αγροτικός δρόμος, ο οποίος αρχικά ήταν χωμάτινος στη συνέχεια πριν τριάντα (30) έτη στρώθηκε με τσιμέντο και τα τελευταία έτη ασφαλτοστρώθηκε και ποτέ το χειμέριο κύμα έφθανε μέχρι το αγρόκτημα ξεπερνώντας το δρόμο.

Αποδείχθηκε κατά συνέπεια πλήρως ότι ο εφεσίβλητος έγινε πράγματι κύριος του μείζονος ακινήτου (επίδικο του οποίου αποτελεί το παρακάτω περιγραφόμενο τμήμα αυτού) κατά παράγωγο τρόπο, καθόσον οι δικαιοπάροχοί του ήταν κύριοι αυτού αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (χρησικτησία), διότι αποδείχτηκε ότι αυτός και οι δικαιοπάροχοί του το νεμήθηκαν συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1957 μέχρι την άσκηση της αγωγής, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 100ετίας.

Αντίθετα το εκκαλούν δεν το απέκτησε με κάποιο νόμιμο τρόπο παράγωγο τρόπο, ούτε με πρωτότυπο τρόπο (χρησικτησία) έγινε κύριος αυτού, καθόσον δεν απέδειξε ότι άσκησε στο επίδικο τις επικαλούμενες ή άλλες διακατοχικές πράξεις. Επίσης από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε δια της υπ' αρ. 1113570/11072/Β0010/20-12-2000 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών δημοσιευθείσης στο ΦΕΚ 10/Δ/17.1.2001, επικυρώθηκε η από 1.10.1997 έκθεση της κατά το άρθρο 100 Π.Δ. 284/88 Επιτροπής περί χαράξεως των ορίων αιγιαλού και δημιουργίας ζώνης παραλίας στην θέση "….." της νήσου Μυκόνου καθώς επίσης και το από Ιανουάριου 1997 τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο συνετάγη υπό του τοπογράφου μηχανικού Ν.

Λ. τον Ιανουάριο 1997 και το οποίο ελέγχθηκε ως προς την ακρίβεια της αποτυπώσεως από την αρχιτέκτονα μηχανικό Ε. Π. και θεωρήθηκε υπό του πολιτικού μηχανικού Ι. Α., Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών Ν. …., το επίδικο που αποτελεί τμήμα του ανωτέρω μείζονος ακινήτου βρίσκεται στο δυτικό μέρος της πιο πάνω ενιαίας αγροτικής εκτάσεως, όπου, από 15.12.2015 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Κ.

Θ. που συνοδεύει το υπ' αρ. πρωτ. 13782/21.12.2015 έγγραφο του Αυτοτελούς Γραφείου Δημόσιας Περιουσίας Σύρου, όπου εμφαίνεται ότι το τμήμα με τα στοιχεία 1-2-Α5-10-11-12-1 φέρεται να αποτελεί αιγιαλό, εμβαδού 17 τ.μ., το τμήμα με 3-4-ΠΑ5-8-9-Π5-3 φέρεται να αποτελεί παλαιό αιγιαλό, εμβαδού 822 τ.μ., το δε τμήμα με στοιχεία 2-3-Π5-9-10-Α5-2 φέρεται να αποτελεί παραλία, εμβαδού 382 τ.μ..

Όμως η όλη ενιαία έκταση και το επίδικο ακίνητο ως τμήμα αυτής βρίσκονται εκτός των ορίων του αιγιαλού και της παραλίας αποτελούσε δε αυτή αντικείμενο ιδιωτικής εξουσίασης και δεσποτείας συνεχώς και αδιαλείπτως τουλάχιστον από το έτος 1884 και μετέπειτα, καλλιεργούμενη από τους απώτατους δικαιοπαρόχους του εφεσίβλητου.

Ειδικότερα από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε το επίδικο που είναι τμήμα του μείζονος ακινήτου που βρίσκεται στο δυτικό μέρος του νησιού, που είναι τελείως απάνεμο προστατευόμενο από ανέμους, που ουδόλως επηρεάζεται από τους συνήθεις βόρειους ανέμους που πνέουν στο νησί (μελτέμια). Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι το μέγιστο χειμέριο, δεν φθάνει μέχρι την ιδιοκτησία της εφεσίβλητης ακόμη και όταν πνέουν νότιοι άνεμοι, στους οποίους είναι εκτεθειμένη η περιοχή.

Τούτο εξάλλου, συνάγεται και από την ύπαρξη βλάστησης αμπελιού κλπ. Απόδειξη ότι το χειμέριο κύμα ουδέποτε έφθανε μέχρι της ιδιοκτησίας μου, αποτελούν και τα κάτωθι στοιχεία: α) Η ύπαρξη του δημόσιου δρόμου (που ευρίσκεται εντός του αιγιαλού), ο οποίος διέρχεται έμπροσθεν της ιδιοκτησίας του και ενώνει την χώρα της νήσου Μυκόνου με τις περιοχές Τούρλος, Άγιος Στέφανος, Φανάρι, Παραδείσια και φθάνει μέχρι το τελευταίο άκρο της Μυκόνου όπου υπάρχει ο φάρος Αρμενιστής, ο οποίος σημειωτέον κατασκευάστηκε τουλάχιστον το 1891, στην αρχή χωμάτινος και δρόμος αρχικά χωμάτινος, και ο οποίος ξεκινά από τη Χώρα της Μυκόνου, διέρχεται έμπροσθεν του επιδίκου των περιοχών Τούρλου, Αγ.

Στεφάνου, Παραδείσια, Φανάρι και φθάνει μέχρι του σημείου όπου έχει ανεγερθεί ο φάρος Αρμενιστής. Ο δρόμος αυτός ήταν αρχικά χωμάτινος, στη συνέχεια στρώθηκε με τσιμέντο, ενώ σήμερα ο δρόμος αυτός, που είναι πλέον ασφαλτοστρωμένος, συνεχίζει να χρησιμοποιείται για την διευκόλυνση και επικοινωνία όλων των ανωτέρω περιοχών με την Χώρα και τις υπόλοιπες περιοχές της Μυκόνου (βλ.

σχετικές φωτογραφίες της περιοχής καθώς και το υπ' αρ. 193/1891 έγγραφο του Οικονομικού Εφόρου Σύρου, απευθυνόμενο προς το Νομάρχη Κυκλάδων, το οποίο αναφέρεται στην ύπαρξη το έτος 1891 τόσο του δημόσιου δρόμου, που υφίσταται έμπροσθεν του επιδίκου και το χωρίζει από τον αιγιαλό, όσο και του φάρου Αρμενιστή, που ευρίσκεται στο άκρο της Μυκόνου, προς εξυπηρέτηση του οποίου κατασκευάστηκε ο δημόσιος δρόμος).

Από το 1891 λοιπόν μεταξύ του ακινήτου της εφεσίβλητης και του αιγιαλού και της παραλίας υφίσταται δρόμος , ο οποίος, όπως άλλωστε και η περιμάνδρωσή τους, εμφανίζονται αναλλοίωτοι μέχρι σήμερα στις πρώτες αεροφωτογραφίες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού των ετών 1945 και μετέπειτα στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε και συνεχίζει να χρησιμοποιείται για την διευκόλυνση και επικοινωνία όλων των ανωτέρω περιοχών με την Χώρα και τις υπόλοιπες περιοχές της Μυκόνου (βλ.

σχετικές φωτογραφίες της περιοχής). β) Κατά μήκος του δημόσιου δρόμου αυτού και στα όρια του δυτικού ορίου του επιδίκου και εντός του αιγιαλού έχουν τοποθετηθεί κολώνες της ΔΕΗ για την ηλεκτροδότηση ολόκληρης της περιοχής "…..", καθώς επίσης νότια του επιδίκου και σε μικρή απόσταση από το δημόσιο δρόμο, υφίσταται ο σταθμός του ΟΤΕ που έχει εγκατασταθεί για την εξυπηρέτηση ολοκλήρου της νήσου Μυκόνου.

Τόσο ο δημόσιος δρόμος, όσο και οι κολώνες της ΔΕΗ και ο σταθμός του ΟΤΕ, δεν θα τοποθετούνταν επί του αιγιαλού, εάν το χειμέριο κύμα έφθανε μέχρις αυτών. Η κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται στην κατάθεση του μάρτυρα της απόδειξης και στις υπ' αριθμ. 22348/9.3.2009 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ν. Π. του Γ., που υπογράφτηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Μυκόνου Πέτρου Τόλη, την υπ' αρ. 4377/30.9.2011 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Δ.

Α. του Σ., που υπογράφτηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Μυκόνου Μενέλαου Παπακωνσταντίνου, στην υπ' αρ. 4378/30.9.2011 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ι. Α. του Α., που υπογράφτηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Μυκόνου Μενέλαου Παπακωνσταντίνου και στην υπ' αρ. 4379/30.9.2011 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ι. Ζ. του Γ., που υπογράφτηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Μυκόνου Μενέλαου Παπακωνσταντίνου και την υπ' αρ. 4380/30.9.2011 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Μ.

Α. του Σ., που υπογράφτηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Μυκόνου Μενέλαου Παπακωνσταντίνου, που δόθηκαν σε άλλη συναφή δίκη μεταξύ του ιδίου εκκαλούντος και τρίτου (του ως άνω ιδιοκτήτη του υπολοίπου 1/2 εξ αδιαιρέτου του ιδίου ακινήτου), οι οποίες λαμβάνονται υπόψη, παρότι δεν προσκομίζονται οι σχετικές εκθέσεις επίδοσης, αλλά το κυρίως παρεμβαίνον και ήδη εκκαλούν δεν αμφισβητεί το σύννομο της λήψεως αυτών ..., λαμβανομένου υπόψη ότι στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας το δικαστήριο προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση λαμβάνει υπόψη του κάθε πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο, ακόμη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου, άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα.

Η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται ακόμη περισσότερο από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την εφεσίβλητη έγγραφα μεταξύ των οποίων είναι η από 3.3.2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Α. Π., η οποία διεξάχθηκε κατόπιν της υπ' αριθμ. 375ΕΜ/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, (ο οποίος διορίστηκε, δυνάμει της υπ' αριθμ. 221ΑΜ/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου και σε αντικατάσταση της αρχικά διορισθείσας πραγματογνώμονα Ε.

Σ., που παραιτήθηκε), η οποία εκδόθηκε σε άλλη συναφή δίκη μεταξύ του ιδίου εκκαλούντος και τρίτου (του ως άνω ιδιοκτήτη του υπολοίπου 1/2 εξ αδιαιρέτου του ιδίου ακινήτου). Στην πραγματογνωμοσύνη αυτή μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι διαπιστώθηκε ότι από την θάλασσα μέχρι του ασφαλτοστρωμένου δρόμου υπάρχει βραχώδης ακτή με υψομετρική διαφορά 2,50-2,70 μ.

και ότι στην συνέχεια ακολουθεί ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος, που βρίσκεται έμπροσθεν του επιδίκου και υπάρχει υψομετρική διαφορά 2,95-3 μέτρων από την θάλασσα. Μετά δε το δρόμο ακολουθεί η περίφραξη του επιδίκου αγροτεμαχίου εντός του οποίου υπάρχει παλαιό κτίσμα το οποίο εμφανίζεται στην από έτους 1988 αεροφωτογραφία.

Στο όριο δε του επιδίκου με τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο υπάρχει περίφραξη η οποία έχει συντηρηθεί και επισκευασθεί. Με μεταγενέστερη περίφραξη το αγροτεμάχιο χωρίστηκε σε δύο τμήματα βόρειο και νότιο. Νότια του επιδίκου αγροτεμαχίου και σε συνέχεια της επισκευασμένης περίφραξης στο όριο του δρόμου, υπάρχει παλαιά περίφραξη του ΚΑΕΚ ..., η οποία έχει καταπέσει και δείχνει ότι τα όρια υπήρχαν στην περιοχή από τα παλαιά χρόνια.

Από την εξέταση της αεροφωτογραφίας του έτους 1988, αρκετά χρόνια πριν τον καθορισμό αιγιαλού και παραλίας και ένα χρόνο περίπου πριν την σύνταξη της υπ' αρ. 3458/5.12.1989 δημόσιας διαθήκης, προκύπτει ότι στον επίδικο αγρό υπάρχει το παλαιό κτίσμα, η περίφραξη του επίδικου αγρού και ο δρόμος δυτικά του επιδίκου.

Μοναδική διαφοροποίηση με την σημερινή κατάσταση είναι η περίφραξη στο μέσο του αγρού, η οποία τον χωρίζει σε δύο τμήματα, το βόρειο και το νότιο τμήμα. Από την μεγέθυνση της αεροφωτογραφίας του έτους 1945, προκύπτει ότι το επίδικο αγροτεμάχιο ήταν περίφρακτο με ξερολιθιές από το έτος 1945 και σε όλες του τις πλευρές.

Το σχήμα του αγρού κατά το έτος 1945, ομοιάζει με το σημερινό σχήμα. Το συμπέρασμα που προκύπτει από την σύγκριση των τοπογραφικών μετρήσεων με το απόσπασμα αεροφωτογραφίας έτους 1945, είναι ότι οι περιφράξεις του επιδίκου αγροτεμαχίου παραμένουν στην ίδια θέση τουλάχιστον από το έτος 1945 και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι από την εξέταση των αεροφωτογραφιών, την αυτοψία, τις τοπογραφικές μετρήσεις, την παλαιότητα των ξερολιθιών των όμορων αγροτεμαχίων που δεν έχουν επισκευασθεί και τα συμβόλαια του προκύπτει ότι τα όρια του μείζονος ακινήτου τμήμα του οποίου αποτελούσε το επίδικο στη δίκη εκείνη παραμένουν αμετάβλητα τουλάχιστον από το έτος 1945.

Επομένως ο αγρός αυτός με την σημερινή του μορφή ήταν τουλάχιστον για περίοδο εβδομήντα δύο (72) ετών, με εμβαδόν 2.133,80 τ.μ., όπως αποτυπώνεται υπό τα στοιχεία Α,Β,ΓΛ,Ε,Ζ,Η,Ι,Κ,Α στο τοπογραφικό διάγραμμα, που συνοδεύει την πραγματογνωμοσύνη, και είναι αυτός, ο οποίος περιγράφεται στους τίτλους κτήσεως του αιτούντα (συγκύριου του υπολοίπου του μείζονος ακινήτου).

Τέλος, η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται ακόμη περισσότερο με την από Σεπτεμβρίου 2011 μελέτη φωτοερμηνείας της αεροφωτογραφίας της περιοχής του έτους 1945, που συνετάγη από τον αγρονόμο τοπογράφο μηχανικό Α. Τ., στην οποία ο τελευταίος, κατόπιν των αναλύσεων των Α/Φ και των συσχετισμών αυτών με τα υπόλοιπα στοιχεία και κυρίως με την αντιστοίχιση με την κτηματογράφηση του 2008, η οποία απεικονίζει χωρίς μεταβολές και τη σημερινή πραγματική κατάσταση, διαπίστωσε ότι τα όρια καθώς και το σχήμα του εν λόγω αγροτεμαχίου με ΚΑΕΚ ...

είναι απόλυτα σαφή και διακριτά το έτος 1945 έως και σήμερα, χωρίς καμία μεταβολή ως προς το σχήμα και τις πλευρικές διαστάσεις και σε πλήρη ταύτιση με τα σημερινά όρια και ότι το εύρος του χώρου μπροστά από την ιδιοκτησία έως και την ακτογραμμή δεν έχει μεταβληθεί καθόλου από το έτος 1945 έως και σήμερα, όπως και η τοπογραφία της περιοχής περιμετρικά της ιδιοκτησίας έως και την ακτογραμμή από τυχόν προσχώσεις ή μετατοπίσεις λόγω φυσικών αίτιων, γεγονός το οποίο δεν δικαιολογεί την χάραξη παλαιού αιγιαλού.

Οι παραπάνω κρίσεις δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα αποτελεί τμήμα της ευρύτερης περιοχής που καταχωρήθηκε στο Κτηματολόγιο ως αιγιαλός και παραλία, καθόσον η διαδικασία καθορισμού ορίων του αιγιαλού και της παραλίας δεν είναι ικανή να μεταγάγει κυριότητα στο επίδικο και να προσδώσει σ' αυτό κοινόχρηστο χαρακτήρα, και ναι μεν η οριογραμμή του αιγιαλού καθορίστηκε, νόμιμα με την υπ' αριθμ. 7472/14.11.1978 απόφαση του, η ιδιότητα όμως του αιγιαλού δεν δημιουργείται με πράξη της πολιτείας αλλά προκύπτει από φυσικό και μόνον φαινόμενα και σε κάθε περίπτωση ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ή παλαιού αιγιαλού, όταν δημιουργείται νέος αιγιαλός δια προσχώσεως, ανήκει στην εκτίμηση του Δικαστηρίου ουσίας που επιλαμβάνεται της υπόθεσης και όχι της Δημόσιας Διοίκησης.

Αντίθετα, το εκκαλούν δεν απέκτησε ποτέ την κυριότητα του επιδίκου, καθόσον από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι αυτό (επίδικο) ετύγχανε κτήμα Οθωμανών, το οποίο εγκαταλείφθηκε από αυτούς ή ότι καταλήφθηκε και δημεύθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο - Κράτος κατά την Ελληνική επανάσταση εναντίον των Οθωμανών (1821-1830), όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν - κυρίως παρεμβαίνον.

Σημειώνεται σύμφωνα με τα άρθρα 62 παρ. 1 εδ. α' και β' και 74 του Ν. 998/1979, ότι στις νήσους των Κυκλάδων, που είναι και η Μύκονος, δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασικών ή των χορτολιβαδικών εκτάσεων. Εξάλλου, μόνη η κυριαρχία του οθωμανικού κράτους στα νησιά των Κυκλάδων κατά τους πριν τον απελευθερωτικό αγώνα χρόνους, δεν αρκεί για την κτήση κυριότητας εκ μέρους του κράτους αυτού στην κατακτημένη γη, διότι οι γαίες των νησιών των Κυκλάδων χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των "καθαράς ιδιοκτησίας" ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου και επομένως τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.

Τούτο, όμως, συμβαίνει καθόσον πρόκειται στην εν λόγω περίπτωση, περί γης καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, μεταξύ των οποίων και η Μύκονος, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις, που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους "δικαιώματι πολέμου" ..., το οποίο όμως δεν συμβαίνει κατά τα παραπάνω στην προκειμένη περίπτωση.

Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ήταν δημόσιος βοσκότοπος ή λιβάδι πριν την έναρξη ισχύος του β.δ. 3/15.12.1833 με συνέπεια να μην απαιτείται για την απόκτηση κυριότητας έγγραφο "εκδοθέν επί τουρκικής εξουσίας", σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι το εκκαλούν - κυρίως παρεμβαίνον, ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε πράξη νομής στο επίδικο, Κατά συνέπεια, τα ως άνω ακίνητα των Κυκλάδων μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον Σουλτάνο ούτε κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, "δικαιώματι πολέμου" και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.

Συνεπώς ο ισχυρισμός του κυρίως παρεμβαίνοντος - εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, που επαναλαμβάνεται και ως λόγος εφέσεως, περί ιδίας αυτού κυριότητος επί του επιδίκου που βρίσκεται στη νήσο Μύκονο των Κυκλάδων, κτηθείσης (εκτός των επικαλουμένων άλλων τρόπων) και πρωτοτύπως, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, "δικαιώματι πολέμου" και δυνάμει των προαναφερθέντων πρωτοκόλλων και συνθήκης είναι μη νόμιμος και απορριπτέος.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός του κυρίως παρεμβαίνοντος ότι το επίδικο συνιστά χορτολιβαδική έκταση, χωρίς να διαπιστώνονται ποτέ ίχνη καλλιέργειας, δεν αποδεικνύεται, αφού, όπως προαναφέρθηκε, άπαντες οι μάρτυρες της εφεσίβλητης κατέθεσαν στις ένορκες βεβαιώσεις το ακριβώς αντίθετο. Αλλά και με την εκδοχή ακόμη ότι το επίδικο είναι χορτολιβαδική έκταση, βοσκότοπος πρέπει να γίνει δεκτό ότι αυτά δεν θεωρούνται, ως εκ τούτου, δημόσια κτήματα, αφού το άρθρο 1 του ΒΔ 12.12.1833 δεν καθιστά τα δημόσια λιβάδια και τους βοσκότοπους ανεπίδεκτους νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη, καθόσον είναι δυνατή σ' αυτούς η κτήση κυριότητος με έκτακτη χρησικτησία κατά το Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, εφόσον ο χρόνος νομής τους (30ετία) έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11.9.1915, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που το επίδικο νεμόταν η εφεσίβλητη με τον προαναφερόμενο εξάδελφό της από του θανάτου του δικαιοπαρόχου τους και πριν από αυτούς οι Κ.

Ζ. (διαδεχόμενος στη νομή του τον Δ. Ζ.) τουλάχιστον από το έτος 1885, με συνέπεια να συμπληρώνεται στο πρόσωπό του τριακονταετής καλόπιστη νομή μέχρι τις 11.9.1915.

Συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το Ελληνικό Δημόσιο είναι μη νόμιμα και απορριπτέα. Επίσης το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητά του ως αδέσποτο ακίνητο, δηλαδή ως κτήμα επί του οποίου δεν υπήρχε κάποιο εμπράγματο δικαίωμα ιδιώτη ή Κοινότητος πριν, κατά και μετά τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους και την ισχύ του Ν. 21-6/10.7.1837.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν διευκρινίζεται πότε και με ποιο τρόπο (και με πράξη ποιου ιδιοκτήτη) το επίδικο κατέστη αδέσποτο και μάλιστα αν η ιδιότητα του αδέσποτου προέκυψε πριν από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους ή μετά καθώς και πριν ή μετά την θέση σε ισχύ του Αστικού Κώδικα, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη, πριν από την απελευθέρωση της Ελλάδος από τους Τούρκους ίσχυε επί των εδαφών της το Οθωμανικό δίκαιο..., σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου (άρθρο 68 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 περί γαιών), αν χωρίς να συντρέχει κάποιος από τους λόγους, που αναφέρονται στο προαναφερόμενο άρθρο, ο κύριος αγρού δεν καλλιεργήσει τούτον απ' ευθείας ή διά εκμισθώσεως επί τρία συνεχή έτη, ο αγρός καθίσταται ως διαθέσιμος ...

και ότι μετά την απελευθέρωση και μέχρι την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα ίσχυαν οι αντίστοιχες διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες για να καταστεί κάποιο ακίνητο αδέσποτο έπρεπε να υπάρχει εγκατάλειψη της νομής από τον κύριο προς το σκοπό παραιτήσεως της κυριότητος και χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβιβάσεώς του προς τρίτο πρόσωπο , ενώ μετά την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα (23.2.1946) απαιτείται προς το σκοπό αυτό, συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή , σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη, πέραν του ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι το επίδικο υπήρξε ποτέ αδέσποτο, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ανέκαθεν εδεσπόζετο από τους δικαιοπαρόχους (απώτερο και απώτατο) της εφεσίβλητης.

Συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το Ελληνικό Δημόσιο με το σχετικό λόγο εφέσεως είναι μη νόμιμα και απορριπτέα. Αποδεικνύεται επίσης ότι κατά την κτηματογράφηση της περιοχής ο επίδικος αγρός καταχωρήθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Μυκόνου, στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, με αριθμό ΚΑΕΚ ... και εσφαλμένως φέρεται ως αγνώστου ιδιοκτήτη σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, ενώ, κατά τα προαναφερόμενα, αυτό ανήκει κατά το εν λόγω ιδανικό μερίδιο, στην κυριότητα της εφεσίβλητης.

Κατά συνέπεια, βάσει των παραδοχών αυτών, ο ισχυρισμός κατά τις διατάξεις των όρθρων 1 Α.Ν. 2344/1940, 966 ΑΚ και 1 Ν. 116/1975 που προβάλλει το εκκαλούν, κατά τους ισχυρισμούς του οποίου, μέρος του επιδίκου αποτελεί τμήμα του καθορισθέντος στην ανωτέρω παράκτια περιοχή παλαιού αιγιαλού, άλλο τμήμα αιγιαλού και τέλος τμήμα αυτού παραλία και συνεπώς είναι κατά τα άρθρα 966 επ.

ΑΚ πράγμα κοινόχρηστο και εκτός συναλλαγής, το οποίο ανήκει στο Δημόσιο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δοθέντος ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα εκτείνεται πέραν του αιγιαλού, της παραλίας και εκτός των ορίων παλαιού αιγιαλού. Απορριπτέοι επίσης ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν ελέγχονται οι ισχυρισμοί του εναγομένου ότι το επίδικο έχει περιέλθει στην κυριότητα αυτού κυριαρχικώ δικαιώματι, "δικαιώματι πολέμου" και ως διάδοχο του τουρκικού δημοσίου, άλλως ως αδέσποτο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 του από 21.6.1837 β.

δ/τος, άλλως με την έκτακτη χρησικτησία του προϊσχύσαντος και του ισχύοντος δικαίου, ενόψει του ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποδείχθηκαν με οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο. ... .". Ακολούθως, το Μονομελές Εφετείο Αιγαίου, το οποίο είχε τύποις δεχθεί την από 30.07.2019 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 143/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, απέρριψε αυτή (έφεση) ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Το πρωτοδίκως δε επιληφθέν της από 30.09.2015 αιτήσεως, από το άρθρο 6§3 στοιχ. α' του ν. 2664/1998, της αναιρεσίβλητης και της από 13.01.2016 κυρίας παρεμβάσεως του αναιρεσείοντος, Δικαστήριο, αφού τις συνεκδίκασε, είχε, με την ανωτέρω οριστική απόφασή του, απορρίψει αυτές και είχε προβεί σε συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Εφετείο Αιγαίου ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 967, 968, 970 του Α.Κ., 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., 1, 2 του ν. 2971/2001, 2, 3, 4 του α.ν. 2344/1940, 215 του ν. 4173/1929, 16 του α.ν. 192/1946, 58 του ν.δ. 86/1969, 2, 4 του α.ν. 1539/1938, ν. ΔΞΗ'1912 και των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου που εκδόθηκαν βάσει αυτού, 21 του ν.δ.

της 22.04/16.05.1926, 1, 2, 3 του Οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi", του Πρωτοκόλλου της 10/22.03.1829, των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου της 03.02.1830, της 04/01.06.1830, της 19.06/01.07.1830, της από 09.07.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, 16 του ν. 21.06/10.07.1837, 1 του ν. 116/1975 όπως και τις διατάξεις του βζρδ 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50-4), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), ν. 6 Πανδ. (44.3), ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), ν. 27 Πανδ. (18.1), ν. 10, 17, 48 Πανδ. (41.3), ν. 3 Πανδ. (41.10), ν. 109 Πανδ. (50.16), ν. 18, 24 παρ. 1 Πανδ. (43.3), ν. 2 Κωδ. (7.30), Βασ. (50.10), ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39) και Βασ. 9 παρ. 1 (50.14), καθόσον όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Ειδικότερα, από τις προεκτεθείσες, σαφείς και πλήρεις παραδοχές της αναιρεσιβαλόμενης απόφασης προκύπτει ότι συντρέχουν όλες οι απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις για την απόκτηση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από την αναιρεσίβλητη κατά τον αναφερόμενο παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, ενώ δεν είχε λάβει χώρα απόκτηση αυτής (κυριότητας) από το αναιρεσίβλητο με κάποιο νόμιμο τρόπο, ενόψει του ότι:

α. Το επίδικο ακίνητο δεν βρίσκεται στις ζώνες του αιγιαλού, του παλαιού αιγιαλού και της παραλίας. β. Το αυτό ακίνητο δεν ανήκε στο Οθωμανικό κράτος, ούτε σε Οθωμανό υπήκοο, ο οποίος το εγκατέλειψε κατά τη φυγή του από την Ελλάδα, γ. Δεν ήταν ποτέ δάσος, δασική ή χορτολιβαδική έκταση, αλλά αγρός με εμφανή σημάδια της καλλιέργειάς του.

δ. Δεσποζόταν τουλάχιστον από το έτος 1884 διαρκώς έως το χρονικό σημείο των πρώτων εγγραφών στο οικείο Κτηματολόγιο από τους δικαιοπάροχους της αναιρεσίβλητης, οι οποίοι το περιμάνδρωσαν με κατασκευή ξερολιθιάς (ξερολιθιά: τοίχος από αργολιθοδομή, χωρίς λάσπη), το προστάτευαν από διεκδικήσεις τρίτων και το καλλιεργούσαν με κλήματα αμπέλου ενώ είχαν ανορύξει δύο φρέατα σε αυτό περαιτέρω δε ουδέποτε το Ελληνικό Δημόσιο χρησιδέσποσε επ' αυτού.

Συνεπώς, εφόσον, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, δεν υπήρξε νόμιμος λόγος για την περιέλευση του ένδικου ακινήτου στην κυριότητα του αναιρεσείοντος, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβασιμος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 744 του Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσεως ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος. Με τη διάταξη αυτή εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 του Κ.Πολ.Δ. και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και μη προταθέντων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έτσι, το δικαστήριο, που δικάζει κατά την ως άνω ειδική διαδικασία υποθέσεις γνήσιας ή μη γνήσιας εκούσιας δικαιοδοσίας (Α.Π. 647/2020), μπορεί και αυτεπαγγέλτως να λάβει υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν από τους διαδίκους για εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων.

Συνεπώς, κατά την ανωτέρω διαδικασία δεν ιδρύονται οι λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 8 και 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.. Επίσης, κατά την ως άνω διαδικασία, δεν ιδρύονται οι λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 10, 12 και 13 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., διότι το δικαστήριο εδώ δεν είναι υποχρεωμένο να εκδώσει προδικαστική απόφαση και να διατάξει αποδείξεις, επιπλέον ισχύει στην εκούσια αυτή διαδικασία η ελεύθερη απόδειξη και στο πλαίσιο αυτής ο δικαστής για τη δικανική του πεποίθηση λαμβάνει υπόψη του κάθε πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο, ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 του Κ.Πολ.Δ., και αποδεσμεύεται από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής αποδείξεως (άρθρα 744 και 759 του Κ.Πολ.Δ.) (Α.Π. 647/2020, Α.Π. 769/2015, Α.Π. 1844/2009, Α.Π. 2228/2007).

Εν προκειμένω, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, αποδίδονται στο Εφετείο, οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 13 και 11 περίπτ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του α) εσφαλμένα εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς την κατανομή του (αντικειμενικού) βάρους αποδείξεως με αποτέλεσμα να το βαρύνει με την απόδειξη πραγματικών περιστατικών, τα οποία βαρυνόταν να αποδείξει η αναιρεσίβλητη, και β) έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα (ένορκες βεβαιώσεις) που επικαλέστηκε και προσκόμισε νομίμως η αναιρεσίβλητη, οι οποίες όμως κατά νόμο δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη διότι είχαν ληφθεί χωρίς την τήρηση της προβλεπόμενης προδικασίας.

Αμφότεροι οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι, σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν, απορριπτέοι, προεχόντως ως απαράδεκτοι ενόψει της ακολουθούμενης ειδικής διαδικασίας για την εκφορά κρίσεως επί της υποθέσεως. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης, το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτής (αναιρεσίβλητης), τα οποία θα καταλογιστούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191 § 2 Κ.Πολ.Δ., 22 § § 1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.

Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 § 12 του ν. 1738/1987).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.09.2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 83/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ