Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for missing appeal deadline and misinterpretation of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding the service of legal documents. The appellant argued that the court of appeal misinterpreted evidence proving late service, but the court found this was merely an error in evaluation rather than a distortion of the document's content. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible due to the expiration of the appeal period and the lack of valid grounds for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 518(1), (2) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; The appeal period begins upon service of the final judgment, and an appeal based on alleged distortion of document content is inadmissible if it merely contests the court's evaluation of the evidence rather than the document's actual content.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1181 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1181/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Λ. Π. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Νικολάου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: υπό εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", η οποία τελούσε υπό την επωνυμία "...", που εδρεύει στο Δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2011 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης και την ασκηθείσα διά των προτάσεων της ανακόπτουσας επί της ανακοπής αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης κατάσταση, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4965/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1976/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 14-9-2016 αίτησή του. Κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο της 26ης/3/2018 η υπόθεση δεν εκφωνήθηκε και η συζήτησή της επαναφέρεται εκ νέου ενώπιον του δικαστηρίου αυτού με την από 26-3-2018 κλήση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 518 παρ.1, 2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την τροποποίηση με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 ν.4335/2015 αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της εφέσεως είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη (παρ.1), ενώ αν δεν επιδοθεί η απόφαση που περατώνει τη δίκη, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια, που αρχίζουν από τη δημοσίευση της απόφασης (παρ.2).
Η τριετής αυτή προθεσμία είναι καταχρηστική και η έναρξή της, σε αντίθεση με την προθεσμία της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, δεν συνδέεται με οποιαδήποτε πρωτοβουλία ή ενέργεια του διαδίκου, συμπληρώνεται δε με την πάροδο τριών ετών από τη δημοσίευση της απόφασης, εκτός αν προηγηθεί της τριετίας επίδοση της απόφασης, οπότε η τελεσιδικία θα επέλθει με την εκπνοή της προθεσμίας της παρ. 1 του άνω άρθρου (ΑΠ 106/2006).
Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι η προθεσμία της έφεσης αρχίζει από την επίδοση της απόφασης και ότι αν δεν επιδοθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η προθεσμία της έφεσης εκπνέει με την πάροδο τριετίας από τη δημοσίευσή της (ΑΠ 1719/2013, ΑΠ 652/2011). Περαιτέρω στη διάταξη του άρθρου 128 παρ. 1 και 4 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν.3994/2011, που ρυθμίζει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η επίδοση στην κατοικία του προσώπου προς τον οποίο απευθύνεται, ορίζονται τα ακόλουθα:
Στην παρ.1 ότι, αν ο παραλήπτης δεν βρίσκεται στην κατοικία του, το έγγραφο παραδίδεται σε έναν από τους ενήλικους συγγενείς ή υπηρέτες που συνοικούν μαζί του. Αν απουσιάζουν ή δεν υπάρχουν και αυτοί η παράδοση γίνεται σε έναν από τους άλλους ενηλίκους συνοίκους που έχουν συνείδηση των πράξεων τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοι του ενδιαφερομένου και στην παρ. 4 ότι, αν κανείς από όσους αναφέρονται στην παρ. 1 δεν βρίσκεται στην κατοικία, α) το έγγραφο πρέπει να κολληθεί στην πόρτα της κατοικίας και σε ενσφράγιστο φάκελο επί του οποίου θα υπάρχουν μόνο τα στοιχεία του δικαστικού επιμελητή και του προς ον η επίδοση μπροστά σε έναν μάρτυρα..., β) το αργότερο την επομένη εργάσιμη ημέρα μετά τη θυροκόλληση, αντίγραφο του εγγράφου, που συντάσσεται ατελώς, πρέπει να παραδοθεί στα χέρια του προϊσταμένου του αστυνομικού τμήματος ή του σταθμού της περιφέρειας της κατοικίας και αν λείπει ο προϊστάμενος, στον αξιωματικό υπηρεσίας ή στο σκοπό του αστυνομικού καταστήματος.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η παράδοση βεβαιώνεται με απόδειξη που συντάσσεται ατελώς κάτω από την έκθεση της επίδοσης που αναφέρεται στο άρθρο 140 παρ. 1. Η απόδειξη αυτή πρέπει να αναφέρει την ημερομηνία που έγινε η παράδοση, και το ονοματεπώνυμο, καθώς και την ιδιότητα εκείνου που παρέλαβε το αντίγραφο, ο οποίος υπογράφει την απόδειξη και τη σφραγίζει με την υπηρεσιακή σφραγίδα..., γ) το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την παράδοση, σύμφωνα με την περίπτωση β, εκείνος που ενήργησε την επίδοση του εγγράφου πρέπει να ταχυδρομήσει σε εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται η επίδοση έγγραφη ειδοποίηση....
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, σε περίπτωση που τόσο εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση, όσο και τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 1 απουσιάζουν από την κατοικία, τότε η επίδοση γίνεται με θυροκόλληση και παράλληλα το βραδύτερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα, αντίγραφο του θυροκολληθέντος εγγράφου παραδίδεται στα χέρια του προϊσταμένου του αστυνομικού τμήματος ή του σταθμού της περιφέρειας της κατοικίας και μόνο αν αυτός απουσιάζει παραδίδεται στον αξιωματικό ή υπαξιωματικό υπηρεσίας ή στο σκοπό του αστυνομικού καταστήματος, γεγονός που πρέπει να βεβαιώνεται στην απόδειξη που συντάσσεται κάτω από την έκθεση επίδοσης (ΑΠ 272/2015, ΑΠ 660/2015, ΑΠ 1133/2009).
Στην παραπάνω δε περίπτωση της επίδοσης σε παραλήπτη που απουσιάζει από την κατοικία του, η επίδοση θεωρείται, κατ' άρθρο 136 παρ.2 του ίδιου κώδικα, ότι συντελέστηκε με τη θυροκόλληση του εγγράφου, με την προϋπόθεση ότι έγιναν όσα ορίζονται παραπάνω (ΑΠ 1908/2008, ΑΠ 903/2007). Κατά το άρθρο 120 του Κ.Πολ.Δ., η επίδοση εγγράφου που αφορά εκκρεμή δίκη και γίνεται στη διεύθυνση της κατοικίας, η οποία είχε αναφερθεί σύμφωνα με το άρθρο 119 είναι έγκυρη ακόμη και αν ο αποδέκτης της επίδοσης δεν έχει πια εκεί την κατοικία του.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι εκείνος προς τον οποίο έγινε η επίδοση σε διεύθυνση άλλη από εκείνη της πραγματικής του κατοικίας και επικαλείται την ακυρότητα της γενομένης προς αυτόν επίδοσης τελεσίδικης απόφασης, προκειμένου να υποστηρίξει τον περί εμπροθέσμου της άσκησης της αναίρεσης ισχυρισμό του, πρέπει να ισχυρίζεται και να αποδεικνύει, ότι ο επισπεύδων γνώριζε την πραγματική κατοικία ή ότι ο ίδιος πριν την επίδοση είχε γνωστοποιήσει στον τελευταίο την μεταβολή της (Ολομ.ΑΠ 3/2007, ΑΠ 1750/2009).
Σκοπός των διατάξεων αυτών, κατά τις οποίες είναι έγκυρη η επίδοση στη διεύθυνση κατοικίας του παραλήπτη του επιδιδόμενου εγγράφου, την οποία αυτός δήλωσε είτε αρχικώς είτε μετά νόμιμη, ως άνω, γνωστοποίηση μεταβολής της κατοικίας του, ακόμη και αν πράγματι δεν κατοικεί εκεί (πλασματική κατοικία) είναι η πάταξη της στρεψοδικίας με την επίκληση ακυροτήτων της επίδοσης από τον παραλήπτη του επιδιδόμενου εγγράφου, ώστε να διασφαλίζονται τα έννομα συμφέροντα του αντιδίκου του για την ομαλή και κατά το δυνατό χωρίς προσκόμματα διεξαγωγή και ολοκλήρωση της δίκης με την έκδοση δικαστικής απόφασης, επί της αιτούμενης παροχής έννομης προστασίας και της αναγκαστικής αυτής εκτέλεσης (ΑΠ 1553/2008).
Εξάλλου, η ελαττωματικότητα της επιδόσεως κατ' άρθρο 159 παρ. 1 και 160 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., ως παράβαση διατάξεως που ρυθμίζει τη διαδικασία διαδικαστικής πράξεως, που συνεπάγεται ακυρότητα, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση του διαδίκου και υπό τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, και μόνο αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, αυτή επέφερε ανεπανόρθωτη βλάβη στον προτείνοντα διάδικο, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά.
Τούτο δε διότι, για την τήρηση του σχετικού τύπου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 159, 544 και 559 του Κ.Πολ.Δ., δεν προβλέπεται ακυρότητα, αλλά ούτε δίδεται αναψηλάφηση ή αναίρεση. Το δικαστήριο δε, έχει εξουσία να δεχθεί ή να απορρίψει την ύπαρξη του προτεινομένου πραγματικού γεγονότος της βλάβης από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διατάξει περί τούτου απόδειξη και η σχετική κρίση του, ως αναγομένη στα πράγματα, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ..
Ο διάδικος όμως που δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμη έφεση, δύναται, αν η εκπρόθεσμη άσκηση αυτής οφείλεται σε ελαττωματικότητα της επιδόσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση, υπό την έννοια της προσδόσεως διά δικαστικής αποφάσεως στην εκπροθέσμως ασκηθείσα έφεση της εννόμου συνέπειας που αυτή θα είχε, αν είχε ασκηθεί εμπροθέσμως.
Το αίτημά του δε αυτό με τη συνδρομή της ανεπανόρθωτης βλάβης και ο ισχυρισμός με τον οποίο αμφισβητεί την ιδιότητα του παραλαβόντος θα πρέπει να υποβάλλονται με το δικόγραφο της εφέσεως ή με τις προτάσεις του, στα οποία (δικόγραφα) θα πρέπει να επικαλείται και τα προς απόδειξη μέσα (Α.Π.1724/2012). Επιπροσθέτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Από τη διάταξη αυτή, που έχει εφαρμογή σε όλους τους λόγους αναιρέσεως, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός επί του οποίου εκείνος στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, είχε νομίμως προβληθεί ενώπιον αυτού (Ολ.ΑΠ 15/2001, 43/1990).
Επίσης, από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνες των άρθρων 556 παρ.2, 570παρ.1 και 2, 577, 579 και 581 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι με την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναιρέσεως.
Συνεπώς δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (Α.Π. 1724/2012). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., το ένδικο μέσο της εφέσεως ασκείται με δικόγραφο, που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την εκκαλουμένη απόφαση, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 532 του ιδίου Κώδικος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, με βάση τα προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα έγγραφα, το εμπρόθεσμο της ασκήσεως της εφέσεως, που είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της και, αν διαπιστώσει ότι η έφεση ασκήθηκε εκπροθέσμως, την απορρίπτει ως απαράδεκτη (Α.Π. 118/2011, 1115/2009, 1532/2009).
Η διάταξη του άρθρου 532 Κ.Πολ.Δ., ως ειδική, υπερισχύει της γενικής διατάξεως του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικος, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, ενόψει μάλιστα και του ότι στην τελευταία διάταξη ρητώς ορίζεται ότι αυτή ισχύει εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (Α.Π. 118/2011).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως (ΑΠ 862/2011, ΑΠ 558/2008), με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Α.Π. 1735/2008).
Μέσω του ανωτέρω αναιρετικού λόγου ελέγχονται πλην άλλων, το παραδεκτό ασκήσεως ενδίκων μέσων, των προσθέτων λόγων εφέσεως, καθώς και το παραδεκτό των ανακοπών (άρθρα 583 επ., 632, 933, 979 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών (Α.Π. 371/08, 370/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, κατέληξε δε στην κρίση του αυτή, αφού δέχθηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, επί της από 5.12.2011 (αριθμ.
καταθ. 11305/2011) ανακοπής της ανακόπτουσας και ήδη εφεσίβλητης, ανώνυμης εταιρείας κατά του καθ' ου η ανακοπή ήδη εκκαλούντος, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, η εκκαλούμενη με αριθμό 4965/2014 οριστική απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή.
Κατά της τελευταίας απόφασης ο καθ' ου η ανακοπή άσκησε την κρινόμενη από 27.1.2015 (αριθμ. καταθ. 556/2015) έφεση, την οποία κατέθεσε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 30.1.2015, έλαβε δε αριθμό κατάθεσης 556/30.1.2015, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση της γραμματέα του τελευταίου Δικαστηρίου, στο δικόγραφο της έφεσης.
Περαιτέρω, η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στον καθ' ου η ανακοπή και ήδη εκκαλούντα, στις 30.12.2014 (ημέρα Τρίτη), όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την εφεσίβλητη, με αριθμό ....49Γ/30.12.2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Β. Π.. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην έκθεση αυτή, η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης έγινε στην κατοικία του καθ' ου η ανακοπή, που βρίσκεται στην ..., στην οδό ..., λόγω της απουσίας του ίδιου και άλλων συνοίκων, συγγενών ή υπηρετών, με θυροκόλληση εντός ενσφράγιστου φακέλου, παρουσία της μάρτυρα Ά.
Δ., ήτοι κατά τα οριζόμενα στο άνω άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ. Ακολούθως δε τηρήθηκαν και οι διατυπώσεις που αναφέρονται στις περιπτώσεις β' και γ' της άνω παραγράφου του ίδιου άρθρου, με την παράδοση του θυροκολληθέντος εγγράφου, στον Αξιωματικό Υπηρεσίας του Α/Τ ..... λόγω απουσίας του Προϊσταμένου, στις 30.12.2014, και την ταχυδρόμηση της σχετικής ειδοποίησης για τη θυροκόλληση, από το Ταχυδρομικό Πρακτορείο ..., στις 31-12-2014, ήτοι την επομένη της θυροκόλλησης εργάσιμη ημέρα, όπως τούτο αποδεικνύεται από την από 30.12.2014 απόδειξη παραλαβής εγγράφου και την από 31.12.2014 βεβαίωση του ταχυδρομείου που έχουν προσαρτηθεί στην πιο πάνω έκθεση επίδοσης.
Κατόπιν τούτων, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, η επίδοση θεωρείται ότι συντελέστηκε στις 30.12.2014, οπότε και ενεργοποιήθηκε η γνήσια προθεσμία των τριάντα ημερών για την άσκηση έφεσης, που έχει ως αφετηρία την άνω επίδοση (άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ)... H εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε εγκύρως στον εκκαλούντα με θυροκόλληση, στις 30.12.2014, χρόνος ο οποίος αναγράφεται στην έκθεση επίδοσης, κατά τον οποίο ο εκκαλών έλαβε γνώση της επίδοσης και έτσι διασφαλίστηκε πλήρως η δυνατότητα του να ασκήσει παραδεκτά το υπό προθεσμία δικαίωμα του, το οποίο, στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων και μέσων, κατοχυρώνεται με τις διατάξεις του άρθρου παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ. 1 εδ.
α' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (κυρ. ν. 53/1974).
Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω περιστατικά, η ένδικη έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, δεδομένου ότι από την επομένη της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης (31.12.2014) έως την άσκηση αυτής, στις 30.01.2015 με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, παρήλθε χρονικό διάστημα, μεγαλύτερο, της τασσόμενης από το άνω άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, και συγκεκριμένα 31 ημέρες. Κατόπιν αυτών, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της, κατά τον βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό της εφεσίβλητης, αλλά και κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα από το δικαστήριο...".
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, όχι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του τελευταίου, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως, ότι δηλαδή η θυροκόλληση του σχετικού εγγράφου ήταν άκυρη για διαφόρους λόγους που επικαλείται το πρώτον με το δικόγραφο της αναιρέσεως, είναι προεχόντως απαράδεκτες, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, εφόσον όλες αυτές τις επικαλούμενες παρατυπίες όφειλε να τις επικαλεσθεί με το δικόγραφο της εφέσεως ή τις προτάσεις, προκειμένου να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔικ., παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που συνεπάγεται την αναίρεση της αποφάσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά διαλαμβάνεται σ' αυτό και όχι όταν, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του, όπως έχει πραγματικά, οδηγείται σε κρίση, ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ., διαφορετικά από εκείνη την οποία ο αναιρεσείων, που προβάλλει ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενό του, θεωρεί ως σωστή.
Γενικά ο λόγος αυτός αναιρέσεως συντρέχει όταν έγινε σφάλμα διαγνωστικό, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ως περιεχομένων στο έγγραφο περιστατικών κατάδηλα διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται και όχι όταν υπάρχει σφάλμα στην εκτίμηση του περιεχομένου του το οποίο αναγνώσθηκε ορθά για τη συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση με όσα διαλαμβάνονται στο δεύτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔικ., περί παραμορφώσεως του περιεχομένου των εγγράφων που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο αναιρεσείων, και ειδικότερα της υπ' αριθμ. ....495/30.12.2014 εκθέσεως επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Β.
Α. Π. με συνημμένη την από 30.12.2014 απόδειξη παράδοσης εγγράφου στο Αστυνομικό Τμήμα ......και της από 31.12.2014 βεβαίωσης ταχυδρόμησης της ειδοποίησης (θυροκολλήσεως και παραδόσεως εγγράφου), από την οποία προέκυπτε ότι το προς επίδοση έγγραφο παραδόθηκε στο αστυνομικό τμήμα σε χρόνο μεταγενέστερο από τη θυροκόλληση του στην κατοικία του αναιρεσείοντος, δεν προβάλλονται περιστατικά που να μπορούν να στηρίξουν την αναίρεση με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αλλά απλώς πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί την εκτίμηση των εν λόγω εγγράφων, με την απόδοση στην προσβαλλόμενη απόφαση σφαλμάτων ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου τους και όχι σφαλμάτων ως προς την ανάγνωση αυτών.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθία τούτων, πρέπει να απορριφθεί η από 14.9.2016 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ.1976/2016 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ ) και να καταδικαστεί αυτός ως ηττηθείς στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.09.2016 αίτηση του Λ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1976/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ