Supreme Court dismisses appeal on distortion of documents, ruling it was an evaluative error not a diagnostic mistake.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a construction dispute. The appellants argued the lower court distorted specific municipal documents to conclude that construction work had ceased, whereas the documents referred to other buildings. The court held that the lower court correctly evaluated the documents alongside witness testimonies, making the error evaluative rather than diagnostic, which falls outside appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 20 of the Code of Civil Procedure; Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal ground for distortion of a document is inadmissible if the court of first instance correctly interpreted the document but reached a different factual conclusion based on an overall evaluation of evidence, as this constitutes an error of assessment rather than a diagnostic error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 652 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός Aπόφασης 652/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. της υπό εκκαθάριση τελούσης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΣΤΕΡΕΟΔΟΜΗ Α.Ε ΚΤΗΜΑΤΙΚΕΣ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", που εδρεύει στην Ανάβυσσο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα υπό των εκκαθαριστών της Γ. Β. Π. και Β. Γ. Π. και 2. Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Επαμεινώνδα Κουφογιάννη.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σβόλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Νοεμβρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3671/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7911/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27 Μαρτίου 2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 15 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και πρότεινε αυτεπαγγέλτως να γίνει δεκτός ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 552 Κ.Πολ.Δικ., με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων. Κατά δε το άρθρο 553 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή.
Και κατά το επόμενο άρθρο 554 ίδιου Κώδικα, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι η αναίρεση απευθύνεται και κατά της ερήμην απόφασης κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει: α) ότι, αν η υπόθεση εξετασθεί και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, που ασκήθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης, με αναίρεση προσβάλλεται μόνο η απόφαση του εφετείου, είτε με αυτήν η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν και έτσι επικυρώθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, είτε έγινε δεκτή κατ' ουσίαν και το εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε οριστικά τη διαφορά, γιατί στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην εφετειακή, ενώ στη δεύτερη έπαυσε να υπάρχει (Ολ.ΑΠ 40/1996) και β) η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην αποφάσεως, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος του να ασκήσει ανακοπή (σχ.
Ολ.ΑΠ 11/1998). Εξάλλου, κατά το άρθρο 524 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της εφέσεως λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους.
Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι δε τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο κατά το μέρος που εξεκλήθη παραδεκτά, μπορούν να προταθούν με την άσκηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους (Ολομέλεια Α.Π. 16/1990).
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 270, 524 παρ. 1 και 2 και 528 ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους με τα άρθρα, αντιστοίχως, 12, 16 παρ.3 και 16 παρ.4 του ν. 2915/2001, προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον όλων των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, ενώ ενώπιον των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε από το διάδικο που δικάσθηκε στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών, οπότε, με την τυπική παραδοχή της έφεσης, η οποία λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας, εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της έφεσης και αναδικάζεται η υπόθεση από το εφετείο, η συζήτηση ενώπιον του οποίου γίνεται πλέον προφορικά.
Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή, που είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και έτσι δεν είναι επιτρεπτή η με κοινή δήλωση των διαδίκων, που υπογράφεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση, ή με δήλωση του ενός ή ορισμένων μόνο πληρεξουσίων, συζήτηση της υπόθεσης.
Η απαγόρευση της παράστασης με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου στην περίπτωση του άρθρου 528 ΚΠολΔ ισχύει τόσο για το διάδικο, ο οποίος δικάσθηκε στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών, όσο και για τον αντίδικο του, ο οποίος κανονικά είχε παραστεί στον πρώτο βαθμό. Τούτο σαφώς προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις διότι διαφορετικά, χωρίς δηλαδή την πραγματική παράσταση όλων των διαδίκων, προφορική συζήτηση δε νοείται, αλλά και επιβάλλεται, για την ισότητα των όπλων και από την αρχή της δίκαιης δίκης (άρθρο 6 της ΕΣΔΑ).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 3671/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία και ερήμην των ήδη αναιρεσειόντων- εναγομένων, αλλά η διαδικασία προχώρησε σαν να ήταν και αυτοί παρόντες, έγινε εν μέρει δεκτή η από 29-11-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και αναγνωρίσθηκε, αφενός μεν, ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πωλήσεως ακινήτου έχει λυθεί, λόγω υπαναχωρήσεως εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος), εξαιτίας πραγματικών ελαττωμάτων και ελλείψεως συνομολογηθεισων ιδιοτήτων, αφετέρου δε, ότι οι αναιρεσείοντες οφείλουν να καταβάλουν σ' αυτόν, νομιμοτόκως και εις ολόκληρον καθένας, το ποσό των 217.409,54 ευρώ, πλέον δε αυτού και το ποσό των 5000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της αδικοπραξίας των αναιρεσειόντων.
Κατά της ερήμην αυτής απόφασης οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 17-10-2006 έφεση, ο δε αναιρεσίβλητος την δι' ιδίου δικογράφου από 16-7-2007 αντέφεση, μόνο ως προς το ύψος της επιδικασθείσης σ' αυτόν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, η συζήτηση δε της υποθέσεως, μετά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 20-9-2007.
Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, οι μεν εκκαλούντες-καθών η αντέφεση δεν εμφανίστηκαν, αλλά παρέστησαν με δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, ο δε αναιρεσίβλητος-αντεκκαλών, παραστάθηκε νομίμως διά των πληρεξουσίων δικηγόρων του. Το τελευταίο σαφώς προκύπτει από τα ταυτάριθμα προς την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά του Εφετείου και το προεισαγωγικό της απόφασης αυτής, που προσκομίζονται σε επικυρωμένα αντίγραφα εκ του πρωτοτύπου από τον αρμόδιο γραμματέα, ιδίως όμως από ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο του πινακίου της συζητήσεως των υποθέσεων της άνω δικασίμου.
Η εμφιλοχωρήσασα δε εκ παραδρομής αναγραφή στα πρακτικά και το προεισαγωγικό της απόφασης αυτής, ότι τον εφεσίβλητο-αντεκκαλούντα (ήδη αναιρεσίβλητο) "εκπροσώπησαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του ..." έχει διαγραφεί ως προς την φράση "με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ" από την θεωρήσασα την απόφαση και τα πρακτικά δικαστή, πέραν του ότι και χωρίς τη διαγραφή αυτή ισχύει η επισημείωση στο πινάκιο του δικάσαντος δικαστή, σύμφωνα με την οποία, ο εφεσίβλητος-αντεκκαλών παραστάθηκε "διά των πληρεξουσίων δικηγόρων του".
Ενόψει αυτών το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, έκρινε ως μη κανονική την παράσταση των αναιρεσειόντων, που πρωτοδίκως είχαν δικαστεί ερήμην, ακολούθως δε δικάζοντας ερήμην αυτών επί της εφέσεως τους απέρριψε αυτήν κατ' άρθρο 524 παρ. 3 ΚΠολΔ, ενώ περαιτέρω δικάζοντας επί της αντέφεσης του αναιρεσίβλητου, αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν.
Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, παραδεκτά προσβάλλεται με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως μόνο η υπ' αριθ. 7911/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, τόσον κατά το μέρος που η έφεση των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε κατ' άρθρο 524 παρ. 3 ΚΠολΔ, όσον και κατά το μέρος που απορρίφθηκε η αντέφεση του αναιρεσίβλητου κατ' ουσίαν, αφού στην απόφαση αυτή ενσωματώνεται η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και τα σφάλματα αυτής, κατά το μέρος που εξεκλήθη παραδεκτά, μπορούν να προταθούν με την άσκηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους.
Περαιτέρω δε, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον, από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης 7911/2007 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε επί των άνω εφέσεως και αντεφέσεως και από τη δημοσίευση αυτής (29-11-2007), μέχρι την 27-3-2008, που κατατέθηκε η αίτηση αναιρέσεως στο τμήμα ενδίκων μέσων του Εφετείου Αθηνών, δεν πέρασε τριετία, ενώ παράλληλα, δεν ασκήθηκε κατά της απόφασης αυτής ανακοπή ερημοδικίας, οι δε αναιρεσείοντες ρητώς παραιτούνται με την αίτηση αναιρέσεως, από την άσκηση τέτοιας ανακοπής, με την χορηγηθείσα απ' αυτούς προς τούτο, δυνάμει του υπ' αριθ. .../2008 ειδικού πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου ...
Νίκης Σωτηροπούλου, ειδικής πληρεξουσιότητας προς τον υπογράφοντα την αναίρεση πληρεξούσιο δικηγόρο τους Επαμεινώνδα Κουφογιάννη. Επομένως, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 561 Κ.Πολ.Δικ., εξαιρούνται του αναιρετικού ελέγχου οι περιπτώσεις της λεγόμενης διακριτικής ευχέρειας ή ελεύθερης κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ αναστολή της δίκης ωσότου περατωθεί άλλη πολιτική ή διοικητική δίκη, και η κατ' άρθρο 246 του ίδιου Κώδικα δυνατότητα του δικαστηρίου να ενώσει και συνεκδικάσει περισσότερες ενώπιον αυτού εκκρεμείς δίκες, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, απόκειται στην κυριαρχική και ανέλεγκτη με αναίρεση εξουσία του δικαστηρίου (ΑΠ 322/1995).
Τέτοια δε περίπτωση διακριτικής ευχέρειας είναι και η αναβολή της δίκης για την κατ' άρθρο 246 Κ.Πολ.Δικ. ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων ενώπιον του αυτού δικαστηρίου εκκρεμών δικών. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 88 και 89 ΚΠολΔ, ο ενάγων, ο εναγόμενος και όποιος άσκησε κύρια παρέμβαση έχουν δικαίωμα να προσεπικαλέσουν στη δίκη εκείνους από τους οποίους έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν αποζημίωση σε περίπτωση ήττας τους.
Με την προσεπίκληση δε αυτή, η οποία ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και έχει τα αποτελέσματα της, μπορεί να σωρευθεί και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης κατά του προσεπικαλουμένου δικονομικού εγγυητή. Στην περίπτωση που ο ορισμός δικασίμου της προσεπίκλησης γίνεται σε χρόνο μεταγενέστερο από εκείνο της αγωγής, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να αναβάλει τη συζήτηση της αγωγής προκειμένου να συνεκδικασθεί με την προσεπίκληση, η παράλειψη δε του δικαστηρίου να απαντήσει σε σχετικό αίτημα ή η σιωπηρή απόρριψη τέτοιου αιτήματος, δεν ιδρύει τους κατ' άρθρο 559 αρ. 8 και 9 λόγους αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτουν στην υπ' αριθ. 3671/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ενσωματώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, ενόψει της απόρριψης της εφέσεως τους κατ' αυτής, λόγω της ερημοδικίας τους, την από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι χωρίς καμιά αιτιολογία απέρριψε σιγή το αίτημα που προέβαλαν ενώπιον του για αναβολή της συζήτησης της αγωγής του αναιρεσίβλητου, προκειμένου να συνεκδικασθεί με την εκκρεμούσα ενώπιον του, και προσδιορισθείσα σε μεταγενέστερη δικάσιμο προσεπίκληση τους κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ως δικονομικού εγγυητού υπόχρεου σε αποζημίωση σε περίπτωση ήττας τους στην κύρια αγωγή, ενώ με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προσάπτουν στην ίδια απόφαση, την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι με το να απορρίψει το άνω περί αναβολής αίτημα τους, στέρησε απ' αυτούς το δικαίωμα της ισότητας των διαδίκων ενώπιον του δικαστηρίου, αφού δεν κατέστη δυνατόν να ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που προβάλουν με την προσεπίκληση τους και η νέα κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε, τα οποία ανατρέπουν τα δεδομένα της ένδικης διαφοράς, παραβιάζοντας έτσι τις διατάξεις των άρθρων 110 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, 6 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα.
Ενόψει όμως των όσων προεκτέθηκαν, ο μεν πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, αφού δεν ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου, να αναβάλει ή όχι τη συζήτηση της αγωγής προκειμένου να συνεκδικασθεί με την προσεπίκληση που εκκρεμεί ενώπιον του και έχει προσδιορισθεί σε μεταγενέστερη δικάσιμο, ο δε δεύτερος αβάσιμος, διότι με το να μη δοθεί η αναβολή αυτή δεν παραβιάζονται οι αναφερόμενες στο αναιρετήριο διατάξεις, αφού η προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή δεν δημιουργεί εκκρεμοδικία ως προς το αντικείμενο της κύριας δίκης, αλλά μόνον ως προς το εναντίον του αίτημα, ενώ ο δικονομικός εγγυητής καθίσταται απλός ομόδικος του προσεπικαλούντα μόνο στην περίπτωση άσκησης πρόσθετης παρέμβασης, η δε σωρευόμενη στην προσεπίκληση αγωγή αποζημιώσεως μπορεί να συζητηθεί σε μεταγενέστερο χρόνο ανεξάρτητα από την κύρια αγωγή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα άρθρα 335, 338 έως 341και 346 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του περί του βασίμου πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα προσκομισθέντα, με επίκληση, αποδεικτικά μέσα. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Η ένορκη βεβαίωση τρίτου ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., λαμβάνεται υπόψη ως αποδεικτικό μέσο στη διαδικασία ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου αλλά και στη δευτεροβάθμια δίκη, μόνο αν έχει συνταχθεί πριν από τη δικάσιμο και μετά από προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου, αποτελεί διαφορετικό αποδεικτικό μέσο από τους μάρτυρες ή από τα έγγραφα.
Γι' αυτό όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει ειδικώς να αναφέρεται στην απόφαση του ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη (ΑΠ 95/1998, ΑΠ 336/1997).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τη, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, βεβαίωση ότι το Εφετείο, δικάζοντας επί της αντέφεσης του ήδη αναιρεσίβλητου, κατέληξε στο σαφές και πλήρες αποδεικτικό πόρισμα του "από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος του ενάγοντος, ο οποίος εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του, τις υπ' αριθ. ...
και .../18-3-2005 ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων και οι οποίες έχουν ληφθεί νόμιμα, κατ' άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων να παραστούν σ' αυτές (βλ. 8634 και 8635/11-3-2005 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...), τις υπ' αριθ. ..., ...
και .../24-1-2007 ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον της Συμβολαιογράφου ... Νίκης Σωτηροπούλου, οι οποίες επίσης έχουν ληφθεί νόμιμα, κατ' άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντα να παραστεί κατ' αυτές (βλ. 1203/19-1-2007 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...), καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", συνάγεται αδιστάκτως, μετά και την επισκόπηση των περιεχομένων στην απόφαση αυτή αιτιολογιών, ότι το ανωτέρω Δικαστήριο, έλαβε υπόψη και όλα τα αναφερόμενα στον τρίτο λόγο αναιρέσεως (υπό στοιχ.
α') και με αριθμούς 1-5 έγραφα, καθώς και τις υπ' αριθ. ..., ... και .../24-1-2007 ένορκες βεβαιώσεις, που ειδικώς μνημονεύονται στην απόφαση, επί πλέον δε και το υπ' αριθ. .../12-6-2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Τσαγγάρη, και επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του (από τον αριθ. 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος.
Από το άρθρο 393 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη κατά του αναφερόμενου σε δικαιοπραξία περιεχομένου εγγράφου, έστω και αν η αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας είναι μικρότερη από 5900 ευρώ. Όμως, τα μη συνομολογηθέντα με την δικαιοπραξία μεταβίβασης ακινήτου, που υποβλήθηκε στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, περιστατικά, ή τα περιεχόμενα σ' αυτήν γεγονότα που δεν αφορούν στην βούληση των συμβαλλομένων, μπορούν να αποδειχθούν με τα επιτρεπόμενα κατά τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δ.
αποδεικτικά μέσα, άρα και με μάρτυρες, διότι η κατά τα άρθρα 438 και 441 Κ.Πολ.Δ. αποδεικτική δύναμη του συμβολαιογραφικού εγγράφου, αναφορικά με τις δηλώσεις των συμβαλλομένων, δεν εκτείνεται και στα παραπάνω ζητήματα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ίδιο ως άνω λόγο αναιρέσεως (τρίτο), κατά το δεύτερο μέρος του, προσάπτεται, τόσον στην αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθ. 9711/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όσον και στην ενσωματούμενη σ' αυτήν υπ' αριθ. 3671/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.
α' πλημμέλεια, και συγκεκριμένα ότι, προκειμένου τα άνω Δικαστήρια να καταλήξουν στο αποδεικτικό τους πόρισμα, ως προς την μη δυνατότητα του αναιρεσίβλητου να συνεχίσει τις οικοδομικές εργασίες στην μεταβιβασθείσα σ' αυτόν ημιτελή οικοδομή, λόγω της διακοπής των εργασιών αυτών με το υπ' αριθ. 8860/21-9-2001 έγγραφο του πολεοδομικού γραφείου Μαρκοπούλου, έλαβε υπόψη και μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος, που περιέχονται στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και στις προρρηθείσες ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισε αυτός, ενώ με το υπ' αριθ. ... 8/12-6-2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Τσαγγάρη, με το οποίο μεταβιβάσθηκε στον ενάγοντα το εν λόγω ακίνητο, δεν συνομολογήθηκε να έχει το ακίνητο αυτό και την πιο πάνω ιδιότητα (δυνατότητα συνεχίσεως των οικοδομικών εργασιών), το ως άνω δε συμβόλαιο ως δημόσιο έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη περί του ότι δεν είχε συμφωνηθεί τέτοια ιδιότητα του μεταβιβασθέντος ακινήτου και δεν ήταν επιτρεπτή και η δια μαρτύρων απόδειξη του πραγματικού αυτού γεγονότος.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως (τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτεθέντα, για τα μη συνομολογηθέντα με την δικαιοπραξία μεταβίβασης ακινήτου, που υποβλήθηκε στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, περιστατικά, είναι επιτρεπτή και η απόδειξη με μάρτυρες και άλλα αποδεικτικά μέσα.
Απορριπτέος επίσης ως απαράδεκτος είναι ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση και στην ενσωματούμενη σ' αυτήν απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, πλημμέλεια, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα, ότι με τις αποφάσεις αυτές παραμορφώθηκε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. .../12-6-2003 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Τσαγγάρη, ως προς τη μη συνομολογηθείσα σ' αυτό ιδιότητα της δυνατότητας συνεχίσεως των οικοδομικών εργασιών της μεταβιβασθείσης ημιτελούς οικοδομής, καθ' όσον, από τις παραδοχές των άνω αποφάσεων προκύπτει, ότι τα εν λόγω Δικαστήρια κατέληξαν στο αποδεικτικό τους πόρισμα, σχετικά με το παραπάνω πραγματικό περιστατικό, όχι μόνο από την εκτίμηση του άνω συμβολαιογραφικού εγγράφου, αλλά και όλων των λοιπών εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και το συμβολαιογραφικό έγγραφο, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ουδόλως δε στηρίχθηκαν αποκλειστικά ή κυρίως στο εν λόγω συμβολαιογραφικό έγγραφο για τη συναγωγή του αποδεικτικού τους πορίσματος αλλά το συνεκτίμησαν, όπως προκύπτει από το κείμενο της αποφάσεως, με τις λοιπές αποδείξεις.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Περαιτέρω, από τα άρθρα 147 εδ. α και β, 298, 361,914 και 938 ΑΚ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 513, 534, 535, 540, 543, 547, 559 και 561 του ίδιου Κώδικα, συνάγονται τα εξής: Όποιος παρασύρθηκε με απάτη εκ μέρους άλλου σε σύναψη συμβάσεως έχει δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την ακύρωση της συμβάσεως ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, να ζητήσει και ενδεχομένως να πετύχει από αυτόν τη σύναψη σχετικής ανατρεπτικής συμβάσεως, δηλαδή συμβάσεως περί του ότι η προηγούμενη σύμβαση λογίζεται σαν να μην είχε ποτέ συναφθεί.
Παράλληλα δε έχει δικαίωμα να ζητήσει από αυτόν την ανόρθωση κάθε ζημίας, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, πράγμα που κατ' αρχήν συμβαίνει, αφού η απάτη συνιστά παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά.. Ειδικότερα, δικαιούται αυτός να αποζημιωθεί για το αρνητικό διαφέρον, ήτοι για την ανόρθωση κάθε ζημίας που θα απεφεύγετο αν δεν είχε εσφαλμένα πιστέψει ότι συνάπτει έγκυρη σύμβαση, όπως είναι οι δαπάνες για τη σύναψη της συμβάσεως, ή το διαφυγόν κέρδος που θα πετύχαινε από άλλη σύμβαση που θα συνήπτε αν δεν απασχολείτο με τη σύναψη της συμβάσεως αυτής.
Επίσης, έχει δικαίωμα να αποδεχθεί την εν λόγω σύμβαση, σ' αυτή δε την περίπτωση δικαιούται να αποζημιωθεί για το θετικό διαφέρον, ήτοι δικαιούται σε ανόρθωση κάθε ζημίας που θα απεφεύγετο αν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά ήταν όχι ψευδή αλλά αληθινά και η σύμβαση εκπληρωνόταν. Τα προεκτεθέντα δε ισχύουν και σε περίπτωση συνάψεως συμβάσεως πωλήσεως αν ο αγοραστής, που αγνοώντας ότι στο πωλούμενο πράγμα λείπει συμφωνούμενη ιδιότητα ή υπάρχει πραγματικό ελάττωμα, παρασύρθηκε από τον πωλητή, που, γνωρίζοντας την αντίστοιχη έλλειψη ή ύπαρξη, παρέστησε στον αγοραστή ψευδές γεγονός ως αληθινό, δηλαδή ότι υπήρχε η ιδιότητα ή έλειπε το ελάττωμα, και έτσι αυτός συνήψε τη σύμβαση πωλήσεως.
Στην περίπτωση αυτή αν, μετά την αντίστοιχη σύναψη της συμβάσεως ο αγοραστής ζητήσει και πετύχει από τον πωλητή τη σύναψη συμβάσεως περί αναστροφής της πωλήσεως, δηλαδή περί του ότι η σύμβαση πωλήσεως λογίζεται σαν να μην είχε ποτέ συναφθεί, δικαιούται έναντι αυτού να αποζημιωθεί για το αρνητικό διαφέρον.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 540 και 547 Α.Κ. προκύπτει ότι αν αναστραφεί η πώληση λόγω πραγματικών ελαττωμάτων ή για έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων του πωληθέντος πράγματος, ανατρέπεται από την αρχή η σύμβαση της πωλήσεως και είναι υπόχρεοι να αποδώσουν ο μεν αγοραστής το πράγμα ο δε πωλητής το τίμημα και τα έξοδα της πωλήσεως.
Στην περίπτωση κατά την οποία το πωληθέν είναι ακίνητο και στο πωλητήριο συμβόλαιο αναγράφηκε τίμημα μικρότερο εκείνου που πράγματι συμφωνήθηκε, αν αναστραφεί η πώληση, ο αγοραστής ο οποίος κατέβαλε στον πωλητή ολόκληρο το συμφωνημένο τίμημα, δηλαδή τόσο το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο, όσο και το εκτός συμβολαίου, δικαιούται να ζητήσει την επιστροφή του, κατά το μέρος μεν που το τίμημα αναγράφεται στο συμβόλαιο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 547 εδάφ.
β' Α.Κ., ενώ για το μη αναγραφόμενο στο συμβόλαιο μέρος, ως προς το οποίο δεν υπήρχε έγκυρη συμφωνία, επειδή αυτή δεν υποβλήθηκε στον απαιτούμενο από το άρθρο 369 Α.Κ. συμβολαιογραφικό τύπο, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (Α.Κ. 904 επόμ.), αφού μετά την ανατροπή της πώλησης, λόγω της αναστροφής, είναι πλέον χωρίς νόμιμη αιτία η κατοχή από τον πωλητή του μέρους του τιμήματος που ατύπως συμφωνήθηκε και καταβλήθηκε σ' αυτόν.
Στην περίπτωση δηλαδή της αναστροφής της πωλήσεως ακινήτου κατά την οποία ο αγοραστής επιστρέφει στον πωλητή αυτούσιο το ακίνητο, ο πλουτισμός του πωλητή συνίσταται σε ολόκληρο το τίμημα που έλαβε (αναγραφόμενο και μη στο συμβόλαιο). Επομένως στην περίπτωση αυτή ο πλουτισμός δεν συναρτάται πλέον προς την πραγματική αξία του ακινήτου, όπως τούτο συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση πωλήσεως δεν ανατρέπεται αλλά εξακολουθεί να υπάρχει και αναζητείται κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού η απόδοση του εκτός συμβολαίου καταβληθέντος μέρους του τιμήματος (Ολ.Α.Π. 560/1974).
Τέλος, στην περίπτωση που υπάρχει συρροή συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης, ο δανειστής έχει το δικαίωμα να στηρίξει την αξίωση του για αποζημίωση, είτε στη σύμβαση, είτε στην αδικοπραξία, είτε και στις δύο. Επί συρροής δε αξιώσεων, που αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό, δηλαδή στην ίδια παροχή, είναι δυνατή η παράλληλη άσκηση όλων των αξιώσεων και η ικανοποίηση της μιας απ' αυτές έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση και των λοιπών, εκτός αν μ' αυτές ζητείται κάτι περισσότερο, οπότε σώζονται μόνο ως προς αυτό.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθ. 3671/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ενσωματώνεται, κατά τα προεκτεθέντα, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθ. .../12-6-2003 πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Τσαγγάρη-Βάλβη, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο … και υπ' αυξ.
αριθμ. 243, ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) αγόρασε από την πρώτη εναγομένη (πρώτη αναιρεσείουσα), νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο δεύτερος εναγόμενος (δεύτερος αναιρεσείων), την υπ' αριθ. 15 κάθετη ιδιοκτησία (διώροφη οικοδομή με υπόγειο) συγκροτήματος εξοχικών κατοικιών, που αποτελούνταν από 56 αυτοτελείς ανεξάρτητες και διακεκριμένες κάθετες ιδιοκτησίες και ανείγειραν οι εναγόμενοι, με βάση την υπ' αριθ. .../1988 άδεια οικοδομής του πολεοδομικού γραφείου Μαρκοπούλου, αναθεωρηθείσα με τις υπ' αριθ. 549/1990 και 219/1992 πράξεις του ίδιου πολεοδομικού γραφείου, στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ...
του Δήμου ... και στο 57,5 χιλιόμετρο της παραλιακής λεωφόρου ... - ... . Η πωληθείσα κάθετη ιδιοκτησία ήταν, κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως πωλήσεως, ημιτελής, ευρισκόμενη στο στάδιο αποπερατώσεως του σκελετού από οπλισμένο σκυρόδεμα και αγοράστηκε από τον ενάγοντα με σκοπό να την αποπερατώσει. Ως τίμημα αναγράφηκε στο συμβόλαιο το ποσό των 103.000,00 ευρώ, το οποίο πιστώθηκε και κατέβαλε ο ενάγων στις 30-6-2003 με την υπ' αριθ. ...
τραπεζική επιταγή της "OMEGA BANK A.E." από την οποία έλαβε δάνειο. Πέραν του ποσού αυτού, κατέβαλε ο ενάγων στις 27-2-2003, ως προκαταβολή σε μετρητά το ποσό των 10.000,00 ευρώ στο δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος ενεργούσε υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα του, όπως προκύπτει από το από 27-2-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, που συνέταξαν οι διάδικοι, καθώς και στις 12-6-2003 (ημέρα υπογραφής του συμβολαίου) το ποσό των 87.755,00 ευρώ, με την υπ' αριθ. ...
τραπεζική επιταγή της "OMEGA BANK A.E.", από την οποία έλαβε δάνειο, τα οποία δεν αναγράφηκαν στο συμβόλαιο. Πριν την υπογραφή του συμβολαίου και κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων ο δεύτερος εναγόμενος, αν και γνώριζε ότι οι οικοδομικές εργασίες στο προαναφερθέν συγκρότημα κατοικιών είχαν διακοπεί με το υπ' αριθ. 8860/21-9-2001 έγγραφο του πολεοδομικού γραφείου Μαρκοπούλου, λόγω υπερβάσεως της ως άνω οικοδομικής άδειας και λόγω του ότι εκκρεμούσε ο καθορισμός των ορίων του ρέματος, που γειτνιάζει, η οποία διακοπή συνεχίσθηκε και με τα υπ' αριθ. 12169/3-12-2003, 16180/2-3-2004 και 3767/5-4-2004 έγγραφα του ίδιου ως άνω πολεοδομικού γραφείου, με αποτέλεσμα ο ενάγων να μην μπορεί ν' αποπερατώσει την ένδικη οικοδομή και να τη χρησιμοποιήσει ως κατοικία του, το απέκρυψε δολίως από τον ενάγοντα και του παρέστησε ψευδώς ότι θα μπορεί να την αποπερατώσει, προέβη δε στην αντίστοιχη παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών για ν' αποφευχθεί η ματαίωση της συνάψεως της οικείας συμβάσεως πωλήσεως και ο ενάγων, αγνοώντας ότι η ιδιότητα έλλειπε και το ελάττωμα υπήρχε, παρασύρθηκε με την εκ μέρους του δεύτερου εναγομένου αντίστοιχη απάτη στη σύναψη της συμβάσεως πωλήσεως.
Εάν ο ενάγων γνώριζε ότι δεν μπορούσε ν' αποπερατώσει την ημιτελή οικοδομή, που αγόρασε, δεν θα προέβαινε στην αγορά. Μετά τη διαπίστωση της υπάρξεως ελαττώματος και της ελλείψεως της συνομολογηθείσης ιδιότητας, ο ενάγων δήλωσε προς τους εναγόμενους ότι υπαναχωρεί από την ένδικη σύμβαση πωλήσεως. Κατόπιν της δηλώσεως αυτής του ενάγοντος, οι εναγόμενοι υποχρεούνται ν' αποδώσουν στον ενάγοντα το ποσό των 200.755,00 ευρώ, που κατέβαλε ως πραγματικό τίμημα αγοράς, νομιμοτόκως τα προαναφερθέντα επιμέρους κονδύλια από της καταβολής τους, καθώς επίσης και : 1) το ποσό των 9.239,10 ευρώ, που κατέβαλε στις 11-6-2003 για φόρο μεταβίβασης του ένδικου ακινήτου, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ.
ΣΤ 0215311/6343/11-6-2003 διπλότυπο είσπραξης Δ.Ο.Υ. ..., 2) το ποσό των 1.489,36 ευρώ, που κατέβαλε στις 12-11-2003 για συμπληρωματικό φόρο μεταβίβασης του ένδικου ακινήτου, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. ΣΤ 1353439/11526/12-11 -2003 διπλότυπο είσπραξης Δ.Ο.Υ. ..., 3) το ποσό των 745,10 ευρώ, που κατέβαλε στις 12-6-2003 για αμοιβή της δικηγόρου του Ευαγγελίας Παπαντωνοπούλου στο Δ.Σ.Α.
για τη σύνταξη του σχεδίου συμβολαίου και την παράσταση κατά την υπογραφή του, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. 874686/12-6-2003 γραμμάτιο του Δ.Σ.Α., 4) το ποσό των 1.733,02 ευρώ, που κατέβαλε στην προαναφερθείσα συμβολαιογράφο, που συνέταξε το επίδικο συμβόλαιο, 5) το ποσό των 822,50 ευρώ, που κατέβαλε στις 23-6-2003 για μεταγραφή του πωλητηρίου συμβολαίου στο Υποθηκοφυλακείο Λαυρίου και την έκδοση σχετικών πιστοποιητικών μεταγραφής βαρών κλπ, 6) το ποσό των 382,00 ευρώ, που κατέβαλε στις 26-9-2003 για τη σύνδεση του επίδικου ακινήτου με την παροχή νερού, 7) το συνολικό ποσό των 322,80 ευρώ, που κατέβαλε στις 19-6-2003 για αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων, που παρέστησαν κατά τη συζήτηση εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης επί του επίδικου ακινήτου, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις του Δ.Σ.Α., 8) το ποσό των 1.894,68 ευρώ, που κατέβαλε στις 24-6-2003 για την εγγραφή της προσημειώσεως υποθήκης στα βιβλία του υποθηκοφυλακίου Λαυρίου και την έκδοση των σχετικών πιστοποιητικών, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 770/24-6-2003 απόδειξη παροχής υπηρεσιών της Υποθηκοφύλακα Λαυρίου και 9) το ποσό των 25,98 ευρώ, που κατέβαλε στις 7-7-2003 στην προαναφερθείσα τράπεζα μετά την εκκαθάριση των εξόδων της εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης επί του ακινήτου, προκειμένου να λάβει το δάνειο και προκύπτει από το προσκομιζόμενο έγγραφο αυτής.
Εξάλλου, λόγω της άνω αδικοπραξίας των εναγομένων σε βάρος του, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία, ενόψει του είδους, της βαρύτητας και των συνθηκών τελέσεως της προσβολής, της εκτάσεως της βλάβης, της βαρύτητας του πταίσματος των εναγομένων, της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των εναγομένων μερών, της συμπεριφοράς των εναγομένων και μετά την αδικοπραξία, ανέρχεται στο ποσό των 5.044,00 ευρώ ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το παραπάνω Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε, αφενός μεν ότι η επίδικη σύμβαση πωλήσεως του πιο πάνω ακινήτου έχει λυθεί, λόγω υπαναχωρήσεως εκ μέρους του ενάγοντος, εξαιτίας πραγματικών ελαττωμάτων και ελλείψεως συνομολογηθεισών ιδιοτήτων αυτού, αφετέρου δε, ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρον καθένας, στον ενάγοντα, το ποσό των 217.409,54 ευρώ, νομιμοτόκως, από της καταβολής κάθε επιμέρους ποσού που το απαρτίζουν, και αναφέρονται πιο πάνω, καθώς και το ποσό των 5.000 ευρώ, νομιμοτόκως, από της επιδόσεως της αγωγής.
Με την κρίση αυτή η παραπάνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που έχει ενσωματωθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, ορθώς υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτή πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις των άρθρων 534, 535, 537, 540, 543, 547 ΑΚ, για όσα μεν εκ των αιτημάτων της αγωγής καλύπτονται από την επίδικη σύμβαση πωλήσεως, από την οποία υπαναχώρησε ο ενάγων-αγοραστής εξαιτίας της ελλείψεως συμφωνηθείσης ιδιότητος και υπάρξεως πραγματικού ελαττώματος του άνω ακινήτου, αφετέρου δε, για όσα εκ των αιτημάτων δεν καλύπτονται από τη σύμβαση πωλήσεως στις διατάξεις των άρθρων 904, 914, 71, 926, 932, ΑΚ, τις διατάξεις δε αυτές δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη υπαγωγή.
Εξάλλου, από τις πιο πάνω παραδοχές της απόφασης αυτής προκύπτει, ότι αυτή, στο αποδεικτικό της πόρισμα, έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου τις οποίες η εν λόγω απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Ειδικότερα δε, με σαφήνεια και πληρότητα δέχεται η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι ο ενάγων υπαναχώρησε από την ένδικη σύμβαση πωλήσεως, διότι η πωληθείσα σ' αυτόν ημιτελής οικοδομή δεν μπορούσε να αποπερατωθεί, γεγονός που συνιστούσε, αφενός μεν πραγματικό ελάττωμα, αφετέρου δε έλλειψη συνομολογηθείσης ιδιότητας, ενόψει του ότι ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εξ αυτών, τον είχε διαβεβαιώσει ότι το πωλούμενο ακίνητο είναι ελεύθερο από κάθε τυπικό και πραγματικό ελάττωμα και ότι υφίσταται δυνατότητα αποπεράτωσης της οικοδομής, πλην όμως ψευδώς, με συνέπεια να εξαπατηθεί από τις ψευδείς αυτές παραστάσεις και να προχωρήσει στη σύναψη της ένδικης συμβάσεως πωλήσεως, στην οποία διαφορετικά δεν θα προέβαινε.
Επομένως, ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ. Α τέταρτος λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτικό γεγονός (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως τους, μέμφονται την προρρηθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία ενσωματώνεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι για παραμόρφωση των υπ' αριθμ. 12169/3-12-2003, 16180/2-3-2004 και 3767/5-4-2004 εγγράφων του πολεοδομικού γραφείου Μαρκοπούλου, με το να δεχθεί ότι βάσει των εγγράφων αυτών συνεχίσθηκε η διακοπή των εργασιών της πωληθείσας στον ενάγοντα ημιτελούς οικοδομής, ενώ τα έγραφα αυτά αναφέρονται σε αγοραστές άλλων οικοδομών του συγκροτήματος.
Από την παραπάνω όμως απόφαση προκύπτει, αφενός μεν και κυρίως, ότι το άνω Δικαστήριο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος αναφορικά με την διακοπή των οικοδομικών εργασιών και τη συνέχιση της διακοπής αυτής στην αγορασθείσα από τον ενάγοντα ημιτελή οικοδομή, συνεκτίμησε τα παραπάνω έγγραφα, στα οποία αναφέρεται ότι συνεχίζεται η διακοπή των οικοδομικών εργασιών στις οικοδομές άλλων αγοραστών του συγκροτήματος, μαζί με τα υπόλοιπα προσκομισθέντα έγγραφα, αλλά και τις καταθέσεις των μαρτύρων, τόσον αυτού που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του, όσον και αυτών των ενόρκων βεβαιώσεων, αφετέρου δε δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων αλλά απέδωσε σ' αυτά νόημα διαφορετικό από αυτό που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες, αναφορικά με το αποδεικτέο πραγματικό γεγονός, πλήττοντας όμως έτσι απαραδέκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για εκτιμητικό και όχι διαγνωστικό σφάλμα σε σχέση με τα παραπάνω έγγραφα.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως (πέμπτος), είναι απαράδεκτος.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-03-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7911/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ