Supreme Court dismisses appeal as inadmissible and baseless due to free evaluation of evidence by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the First Instance Court's ruling regarding land ownership disputes. The appellants argued the lower court failed to prove their co-ownership claims and ignored contradictory expert reports, but the Court held that the appellate body cannot re-evaluate evidence. The Court ruled that the First Instance Court properly assessed witness testimonies and expert opinions under the law, making the appeal inadmissible and baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561, 564, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot re-evaluate evidence or substitute its own assessment for that of the court of first instance, rendering appeals based on such grounds inadmissible and baseless.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 117 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 117/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΥΚΛΑΔΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΒΑΛΚΑΝΙΩΝ Α.Ε.Β.Ε. ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΛΙΕΥΤΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΠΟΒ Α.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στον Δήμο Αγίου Στεφάνου Αττικής, επί της Λεωφόρου Κρυονερίου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαδόγιαννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Φ. του Κ., 2) Χ. Φ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Ιωαννίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3075/2007 μη οριστική, 4106/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 372/2011 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-1-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Κουφούδη ανέγνωσε την από 9-11-2020 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 31-1- 2012 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 372/2011 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 όπως ίσχυε πριν οι παρ. 2 και 3 αντικατασταθούν με το άρθ.1 του άρθ.3 του Ν. 4335/2015, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς από 31-5-2006 αγωγή τους κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να αναγνωριστούν κατά 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος των περιγραφομένων αγροτεμαχίων, επικαλούμενοι παράγωγο αλλά και πρωτότυπο τρόπο κτήσης της συγκυριότητας τους επ' αυτών και να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους τα αποδώσει.
Επί της αγωγής αυτής το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων εξέδωσε την υπ' αριθ. 3075/2007 απόφαση του, με την οποία διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως, προκειμένου α)να προσκομιστούν επιμελεία εκάστου των διαδίκων μερών, τ' αναφερόμενα σ' αυτή έγγραφα και β) να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη.
Οι ενάγοντες, δε, επανέφεραν νομίμως την ως άνω αγωγή με την από 5-5-2008 κλήση τους, ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, το οποίο αφού δίκασε κατά την τακτική διαδικασία εξέδωσε αντιμωλία των διαδίκων την υπ'αριθ. 4106/2009 οριστική απόφαση του, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή κατά τα παραπάνω αιτήματα της, ως κατ' ουσία βάσιμη.
Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως η ήδη αναιρεσείουσα, άσκησε την από 16-10-2009 έφεση, επί της οποίας το Εφετείο Πειραιώς, εξέδωσε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων την υπ'αριθ. 372/2011 αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του, με την οποία, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την ως άνω έφεση.
I. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του Ν. συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι οι οποίοι αποκλείουν την εφαρμογή του. (ΟλΑΠ 1/1999).
Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 533/2016). Από δε τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 825/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που παραδεκτά επισκοπήθηκε κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ., δέχθηκε, μετ'ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τα επίδικα ακίνητα είναι: α) ένα αγροτεμάχιο κείμενο εντός της περιφέρειας και εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Κερατσινίου στη θέση ...
έκτασης 296 τ.μ, όπως αυτό περιγράφεται περιμετρικά με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο από Ιουνίου 1987 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονα μηχανικού Β. Μ. και φέρεται να συνορεύει βορειοδυτικά σε πρόσωπο Α-Β, μήκους 16 μ. με ανώνυμη οδό, βορειοανατολικά σε πλευρά Β-Γ, μήκους 18,50 μ. με το με αριθμό … αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας αγνώστων, νοτιοανατολικά σε πλευρά Γ-Δ μήκους 16 μ.
με τα με αριθμό … και … αγροτεμάχια ιδιοκτησίας αγνώστων και νοτιοδυτικά σε πλευρά Δ-Α, μήκους 18,50 μ. με το υπ' αριθμό … αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας αγνώστων (ΚΑΕΚ …/0/0) και β) ένα αγροτεμάχιο, κείμενο εντός της περιφέρειας και εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Κερατσινίου στη θέση ..., έκτασης 171,12 τ.μ., όπως αυτό περιγράφεται περιμετρικά με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο από Μαρτίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Μ.
Κ. και φέρεται να συνορεύει ανατολικά σε πλευρά μήκους 18,50 μ. με το με αριθμό … αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας αγνώστων, δυτικά σε πρόσωπο μήκους 18,50 μ. με ανώνυμη ιδιωτική οδό, βόρεια σε πρόσωπο μήκους 11 μ. με δρόμο και νότια σε πλευρά μήκους 7,50 μ. με το με αριθμό … αγροτεμάχιο, ιδιοκτησίας αγνώστων (ΚΑΕΚ …/0/0). Αυτά περιήλθαν στη συγκυριότητα των εναγόντων κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε έκαστο από αγορά από το Θ.
Κ. με το με αριθμό …/2001 νόμιμα μεταγραμμένο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Στείρου, όπως αυτό συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. …/2002 πράξη συμπλήρωσης του ίδιου συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγραφείσης. Εξ αυτών το μεν πρώτο αγροτεμάχιο είχε περιέλθει: α) στον ως άνω δικαιοπάροχο τους με αγορά από τους Α.
Μ., Μ. Γ. Ε., Ά. Η. Κ., Β. Μ. και Π. Μ., δυνάμει του …/94 νόμιμα μεταγραμμένου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά Ανδρέα Χρονόπουλου σε εκτέλεση του με αριθμό …/1987 προσυμφώνου συμβολαίου, β) στους ως άνω κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου στον πρώτο και 3/16 σε κάθε μία από τις υπόλοιπες από κληρονομιά της αποβιωσάσης στις 3-1-1984 συζύγου του πρώτου και μητέρας των λοιπών, Δ.
συζ. Α. Μ., την οποία αυτοί αποδέχθηκαν με την υπ' αριθμ. …/1984 νόμιμα μεταγραμμένη πράξη αποδοχής κληρονομιάς του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, και τέλος γ) στην τελευταία με αγορά δυνάμει του με αριθμό …/1963 νόμιμα μεταγραμμένου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά Μιχαήλ Μακριδάκη από το Ν. Μ.. Το δεύτερο αγροτεμάχιο είχε περιέλθει:
α) στο δικαιοπάροχο των εναγόντων Θ. Κ. από αγορά από την Κ. χήρα Ν. Ν. με το … /1988 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγραμμένου, σε συνδυασμό με την …/89 πράξη εξόφλησης και άρσης διαλυτικής αίρεσης του αυτού συμβολαιογράφου, που έχει ομοίως νόμιμα μεταγραφεί, β) στην τελευταία με αγορά από την Ε.
Κ. με το υπ'αριθμό …/1972 νόμιμα μεταγραμμένο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Ιωάννη Σπυράκη- Κουτσούρη και τέλος γ) σ' αυτή από αγορά από το Ν. Μ. δυνάμει του με αριθμό …/1965 νόμιμα μεταγραμμένο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιώς Μιχαήλ Μακριδάκη. Στις 13-1-2006 οι ενάγοντες διαπίστωσαν ότι άγνωστος είχε καταπατήσει τα επίδικα ακίνητα, τα οποία είχαν εν τω μεταξύ ενιαίως περιφραχθεί και είχε αλλάξει την κλειδαριά της περίφραξης τους οπότε υπέβαλαν αυθημερόν έγκληση κατ'αγνώστου για το αδίκημα της αυτοδικίας.
Στις 23.2.2006 πληροφορήθηκαν την ταυτότητα του προσώπου αυτού, ο οποίος λέγονταν Δ. Κ., ο οποίος τα είχε μισθώσει από την εναγομένη ήδη από την 1η/3/2005 δυνάμει ιδιωτικού συμφωνητικού. Οι ενάγοντες με τις από 7.3.2006 εξώδικες δηλώσεις προσκλήσεις και διαμαρτυρίες που απέστειλαν τόσο προς την εναγομένη όσο και προς τον άνω μισθωτή, διαμαρτυρήθηκαν και ζήτησαν την άρση της προσβολής, την απόδοση των αγροτεμαχίων και την αποκατάσταση κάθε ζημίας που προκλήθηκε από την παράνομη καταπάτησή τους.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τα επίδικα ακίνητα κατακυρώθηκαν στην εναγομένη σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό που διενεργήθηκε σε βάρος του Γ. Σ. αντί του ποσού των 31.010 ευρώ, για την οποία εκδόθηκε και η με αριθμό …/2003 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της Συμβολαιογράφου Πειραιά Ελένης Βασιλειάδου, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Στον τελευταίο δε, καθού η εκτέλεση, τα επίδικα ακίνητα φέρονται να έχουν περιέλθει κατά κυριότητα με το υπ' αριθμ. …/1989 νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Πειραιά Φιλομένης Χατζηαντωνίου από τη μητέρα του που τα είχε αποκτήσει με χρησικτησία. Πλην όμως όσον αφορά τις πράξεις νομής στα επίδικα, σαφής αναφορά γίνεται σ'αυτές τόσο από το μάρτυρα της εναγόμενης όσο και από τις ένορκες βεβαιώσεις που αυτή προσκομίζει και από τα λοιπά έγγραφα, μόνο για το μεταγενέστερο της εκ μέρους του Γ.
Σ. κτήση της νομής τους χρονικό διάστημα δηλαδή μετά το έτος 1989. Ενόψει όμως του ότι η εναγομένη δεν επικαλείται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο πρωτότυπο τρόπο κτήσης των επιδίκων ακινήτων από το δικαιοπάροχο της Γ. Σ., ήτοι έκτακτη ή τακτική χρησικτησία και δη ότι απέκτησε τη νομή των ακινήτων σε συγκεκριμένο χρόνο ότι έκτοτε ασκεί επ' αυτών συγκεκριμένες πράξεις νομής με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο και ότι ασκεί τις πράξεις αυτές νομής επί μια δεκαετία από της άνω κτήσεως της νομής για την τακτική χρησικτησία, για δε την έκτακτη ότι απέκτησε τη νομή των ακινήτων σε συγκεκριμένο χρόνο και ότι έκτοτε ασκεί επ' αυτού συγκεκριμένες πράξεις νομής επί μία εικοσαετία, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την εκ μέρους του τελευταίου νόμιμη κτήση αυτών με παράγωγο τρόπο (κτήση από μη κύριο).
Μάλιστα στην από 14.4.2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πολιτικού μηχανικού Μ. Α. Γ., αναφέρεται ότι μετά από δύο αυτοψίες που η ίδια διενήργησε στην επίδικη έκταση) συνέταξε τοπογραφικό διάγραμμα όπου έχει εγγράψει τα αγροτεμάχια που περιγράφονται στα ανωτέρω υπ'αριθμ. …/2001, …/1988, …/1994 και …/1963 συμβόλαια και στα συνοδεύοντα αυτά τοπογραφικά διαγράμματα τα οποία ταυτίζονται με αυτά του Κτηματογραφικού γραφείου Πειραιά και τα Κ.Α.Ε.Κ.
αυτών και ότι έχει αποτυπώσει το αγροτεμάχιο που περιγράφεται στην ως άνω υπ'αριθμ…./2003 κατακυρωτική πράξη σε συνδυασμό με το κτηματογραφικό διάγραμμα του Κτηματογραφικού γραφείου με το αντίστοιχο Κ.Α.Ε.Κ. … και τις συντεταγμένες. Ακολούθως αναφέρει ότι το αποτυπωθέν αγροτεμάχιο έχει επιφάνεια 585,92 τ.μ.
και ότι είναι μεγαλύτερο σε έκταση από αυτή που περιγράφεται στο ως άνω υπ' αριθμ…./1989 συμβόλαιο γονικής παροχής ακινήτου προς τέκνο και δεν ανταποκρίνεται στην περιγραφή τόσον του άνω συμβολαίου, όσον και στην περιγραφή της υπ'αριθμ…./2003 κατακυρωτικής έκθεσης. Ακολούθως επισημαίνει πως τα αγροτεμάχια που περιγράφονται στα άνω υπ' αριθμ.
…/2001 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Στείρου και στο από Ιουνίου 1987 τοπογραφικό διάγραμμα της Β. Μ., προσαρτάται στο με αριθμό …/1987 προσύμφωνο συμβολαίου, ως και στο από Μάρτιο του 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του Μ. Κ., που προσαρτάται στο …/1988 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Ανδρέα Χρονόπουλου, δεν ταυτίζονται με το ακίνητο που περιγράφεται στην υπ' αριθμ…./2003 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης και στο από 19/1/1989 τοπογραφικό διάγραμμα του Σ.
Χ. προσαρτηθέν στο υπάριθμ…./1989 συμβόλαιο της Συμ/φου Πειραιώς Φ.Χατζηαντωνίου. Και τούτο διότι στο ως άνω από 19/1/1989 τοπογραφικό διάγραμμα περιγράφεται ένα αγροτεμάχιο διαστάσεων 20X25=500 τ.μ. (διευκρινίζοντας ότι δεν γνωρίζει πως μετρήθηκε), περιφραγμένο δια συρματοπλεγμάτων, πλην όμως το μετρηθέν κατά τις αυτοψίες και αποτυπωθέν έχει διαστάσεις 18,90 μ.
επί αγροτικής οδού (Β.Δ.), 32,30 μ. επί της καθέτου αγροτικής οδού (Β.Δ.), 31,39 μ. με ιδιοκτησία αγνώστου (Ν.Α.) και 17,91 μ. με ιδιοκτησία αγνώστου (Β.Α.) και είναι περιφραγμένο. Επίσης αναφέρει ότι η κατακυρωτική έκθεση υπ'αριθμ…./2003 ενεγράφη στο Κτηματολογικό Γραφείο Πειραιώς με αριθμό Κ.Α.Ε.Κ…., έχει έκταση 90,19 τ.μ.
και συνορεύει Β.Α. με πρώην ιδιοκτησία Δ. Ν.. Συμπερασματικά δε αναφέρει ότι η ιδιοκτησία της "Ε.Π.Ο.Β. Α.Ε.Β.Ε." πρώην Σ. έχει όριο Β.Α. την ιδιοκτησία Ι.Χ. Φ. (πρώην Ν.) και, ή επεκτείνεται προς την Αγροτική οδό, ή έχει επιφάνεια πολύ μικρότερη της αναφερομένης στην κατακυρωτική πράξη και επομένως ότι δεν ταυτίζονται οι ιδιοκτησίες των εναγόντων με την ιδιοκτησία που απέκτησε με την κατακυρωτική πράξη …/2003 η εναγομένη "Ε.Π.Ο.Β.
Α.Ε.Β.Ε.
Συνεπώς ο λόγος εφέσεως με τον οποίο η εκκαλούσα αποδίδει πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση που έκρινε ότι οι ενάγοντες είχαν τη νομή των επιδίκων ακινήτων, ισχυριζόμενη ότι, το θεμελιώδες θέμα ήταν η έκτακτη ή τακτική χρησικτησία του Γ.Σ. είναι ουσία αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, ως προς τη βάση της που αφορούσε την κτήση συγκυριότητας αυτών στα επίδικα ακίνητα, κατά ποσοστό 50% έκαστος, με παράγωγο τρόπο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κρίνει όμοια.
Με τον δεύτερο λόγο κατά το δεύτερο μέρος, της υπό κρίση αιτήσεως αναίρεσης, αποδίδεται στη προσβαλλομένη απόφαση, ότι υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενες πλημμέλειες, διότι χωρίς καμία αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσεως συγκυριότητας των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων στα επίδικα αγροτεμάχια συνήγαγε το συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, είναι συγκύριοι της επίδικης έκτασης, στην οποία η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα είχε εγκατασταθεί και ότι ...
τα επίδικα ακίνητα κατακυρώθηκαν στην εναγομένη σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό που διενεργήθηκε σε βάρος του Γ. Σ., ενώ η αναφορά της προσβαλλομένης απόφασης, στη σχετική πραγματογνωμοσύνη δεν αρκεί καθόλου για να στηρίξει το δικανικό της συλλογισμό (ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα είχε καταλάβει τ' ακίνητα κυριότητας των αναιρεσιβλήτων και ότι, επομένως, κατ'εφαρμογή των άρθρων 1033 και 1094 Α.Κ έπρεπε ν' αποβληθούν), διότι δεν αναφέρεται ότι τα οικόπεδα των αναιρεσιβλήτων μετά τη συνένωση τους, σε ενιαίο οικόπεδο συγκροτούσαν υλικά την επίδικη έκταση την οποία είχε καταλάβει μεταγενέστερα η αναιρεσείουσα.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων 1033 και 1094 Α.Κ και, ειδικότερα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης συγκυριότητας στην επίδικη έκταση από τους ενάγοντες κατά ποσοστό 50% έκαστος και την παρά το νόμο κατάληψη αυτού από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα.
Κατά το μέρος δε που με τον λόγο αυτό, υπό την επίκληση των παραπάνω πλημμελειών, πλήττεται στην πραγματικότητα η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος.
II. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, (όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ. του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, χωρίς να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (Α.Π 78/2020, 667/2018).
Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, νοούνται δηλαδή ως "πράγματα" οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, Α.Π 1373/2019).
Με τον πρώτο και δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγους της υπό κρίση αιτήσεως αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε για τη διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος ως αληθείς τους προβληθέντες ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων προς θεμελίωση της αγωγής τους, χωρίς απόδειξη και χωρίς να εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη, αναφορικά με την παραδοχή της ότι "τα επίδικα ακίνητα κατακυρώθηκαν στην εναγομένη σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό που διενεργήθηκε σε βάρος του Γ.
Σ. αντί του ποσού των 31.010 ευρώ..." και ότι οι αναιρεσίβλητοι "είναι συγκύριοι της επίδικης έκτασης", ενώ η περιγραφή των ακινήτων στους τίτλους ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων δεν ταίριαζε με την περιγραφή της επίδικης έκτασης, από την οποία ζητείτο η αποβολή τους και στην από 14- 4-2008 έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης της πολιτικού μηχανικού Μ.
Α. -Γ., την οποία διέταξε η υπ'αριθ 3075/2007 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δεν αναφέρεται ότι τα δύο αγροτεμάχια των αναιρεσιβλήτων ταυτίζονται με την επίδικη έκταση. Οι παραπάνω όμως αιτιάσεις αποτελούν συμπεράσματα της αναιρεσείουσας, συναγόμενα από την κατά την κρίση της εκτίμηση των αποδείξεων προς υποστήριξη των απόψεων της και, στην πραγματικότητα, με τις αιτιάσεις αυτές πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθ. 561 του Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς, ο σχετικός λόγος τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης κατ' άρθ. 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι το εφετείο κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ειδικά μνημονεύονται στην προσβαλλομένη απόφαση, δηλαδή, μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Συμβολαιογράφου Πειραιώς, τις οποίες προσδιόρισε κατ' αριθμό και λοιπά στοιχεία, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και την υπ'αριθ. 25/2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πολιτικού μηχανικού Μ. Α. Γ. και η οποία εκτιμάται ελεύθερα κατ' άρθ. 387 του Κ.Πολ.Δ από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π 187/2018, 715/2006, 1795/2005).
Συνεπώς, το Εφετείο δεν δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη και χωρίς να εκθέτει τ' αποδεικτικά μέσα από τα οποία άντλησε την απόδειξη. Κατ' ακολουθία, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η από 31-1-2012 αίτηση για αναίρεση της 372/2011 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Τέλος, στην αναιρεσείουσα που ηττήθηκε πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31.1.2012 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΥΚΛΑΔΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΒΑΛΚΑΝΙΩΝ ΑΕΒΕ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΛΙΕΥΤΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" για αναίρεση της 372/2011 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εις βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ