Supreme Court dismisses appeal on tort liability, upholding lower court's finding of sole fault by defendant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment in a tort liability case involving a traffic accident. The appellant argued that the lower court erred in finding sole fault by the insurance company, citing conflicting criminal court findings of negligence. The court ruled that the First Instance Court properly considered all evidence, including the criminal proceedings, to determine that the appellant bore sole responsibility for the damages. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 300, 330 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court reviews factual findings on fault and causation in tort cases, rejecting appeals based on conflicting criminal court decisions if the lower court explicitly considered all relevant evidence and reached a reasoned conclusion on liability.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1179 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1179/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Η. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρίκλεια Απαλαγάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Φ. του Γ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΑΕ", που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Οικονόμου και η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ρωξάνη Τσιμογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3494/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2392/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-12-2017 αίτησή του και τους από 11-1-2019 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Θεόδωρο Μαντούβαλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του 1ου των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, συνεπώς, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση και οικείου πταίσματος του παθόντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/ 2013).
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 144/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλομΑΠ 24/1992, ΟλομΑΠ 1/1999).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 2392/2017 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτοκινήτου δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα που ενδιαφέρουν την παρούσα δίκη, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, τα εξής: "...Το ένδικο τροχαίο ατύχημα έλαβε χώρα στις 6-4-2010 και περί ώρα 14.45' στο ...° χιλ/τρο της Ε.Ο. ... (ΕΓΝΑΤΙΑ).
Η παραπάνω οδός στο σημείο αυτό είναι ευθεία, διπλής κατεύθυνσης, ήτοι κατευθύνεται προς την ... και προς τη ....., τα δύο ρεύματα κατεύθυνσης διαχωρίζονται με τσιμεντένιο κεντρικό στηθαίο ασφαλείας και το ρεύμα κατεύθυνσης προς τη ..... που ενδιαφέρει εν προκειμένω, έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας, συνολικού πλάτους 8 μ., που διαχωρίζονται με μονή διακεκομμένη λευκή γραμμή, ενώ στ' αριστερά του ρεύματος αυτού υπάρχει έρεισμα πλάτους 0,50 μ., που διαχωρίζεται από το οδόστρωμα με μονή συνεχόμενη λευκή γραμμή και στα δεξιά του ίδιου ρεύματος υπάρχει έρεισμα πλάτους 2,50 μ., που διαχωρίζεται από το οδόστρωμα με μονή συνεχόμενη λευκή γραμμή, μετά απ' αυτό το έρεισμα υπάρχει αυλάκι απορροής όμβριων υδάτων, πλάτους 0,80 μ.
και μετά απ' αυτό μεταλλικά κιγκλιδώματα και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ορίζεται με πινακίδα Ρ-32 σε 130 χιλ. την ώρα. Κατά τον ανωτέρω χρόνο η κατάσταση του οδοστρώματος της οδού αυτής ήταν υγρή, επικρατούσε έντονη χαλαζόπτωση και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική και των πεζών ανύπαρκτη, όπως αποδεικνύονται όλα τ' ανωτέρω από την από 6-4-2010 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το συνοδεύον αυτή με ίδια χρονολογία πρόχειρο σχεδιάγραμμα, που συντάχτηκαν από την ανθυπαστυνόμο Ε.
Κ. του Τ.Τ. ...ς, στα πλαίσια της προανάκρισης για τις συνθήκες του ατυχήματος. Κατά τον ως άνω χρόνο ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος της πρώτης και της τρίτης έφεσης και εκκαλών της δεύτερης έφεσης (αναιρεσείων) οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλ. ...14 IXΕ αυτοκίνητό του στο οποίο επέβαινε και η σύζυγός του Σ. Π. στη θέση του συνοδηγού, εκινείτο στην παραπάνω οδό με κατεύθυνση προς τη ....
και στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος αυτού, με ταχύτητα 100 χιλ. περίπου την ώρα. Φθάνοντας αυτός στην ανωτέρω χιλιομετρική θέση, όπου, όπως προαναφέρθηκε, επικρατούσε έντονη χαλαζόπτωση και η ορατότητα ήταν εξαιρετικά περιορισμένη, επιχείρησε να μειώσει την αυξημένη για τις ανωτέρω συνθήκες της οδού ταχύτητά του, πλην όμως το αυτοκίνητό του ολίσθησε προς τα δεξιά και επέπεσε με το εμπρόσθιο μέρος του στο οπίσθιο μέρος του προπορευόμενου υπ' αριθμ.
κυκλ. ...15 ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο οδηγούσε ο Ε. Μ. με πολύ μικρή ταχύτητα και εκινείτο και αυτός στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και στο οποίο επέβαινε και η ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου σύζυγός του Ε. Τ. στη θέση του συνοδηγού. Με τη σύγκρουση, που ήταν σφοδρή, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ε. Μ. εκτινάχτηκε προς τα εμπρός και ακινητοποιήθηκε μετά από 30 μ.
στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας, το δε αυτοκίνητο του ενάγοντος εκτράπηκε διαγώνια προς τα δεξιά, περιστράφηκε, προσέκρουσε με το οπίσθιο μέρος του στα μεταλλικά κιγκλιδώματα, περιστράφηκε εκ νέου, διαγράφοντας έτσι μια πλήρη περιστροφή 360° και τελικά ακινητοποιήθηκε σε διαγώνια θέση και με μέτωπο προς τα μεταλλικά κιγκλιδώματα, σε απόσταση 12 μ.
περίπου από το σημείο σύγκρουσης, όπως προκύπτει από την από 30-9-2014 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο διπλ. μηχανολόγος μηχανικός Π. Κ. κατ' εντολή της δεύτερης των εναγομένων, καταλαμβάνοντας με το μήκος του μέρος της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, το έρεισμα και τον αύλακα απορροής όμβριων υδάτων, ενώ ενεργοποιήθηκαν και οι εμπρόσθιοι αερόσακοι του αυτοκινήτου αυτού.
Συγχρόνως ο πρώτος των εναγομένων και ήδη πρώτος των εφεσίβλητων της δεύτερης έφεσης και εκκαλών της τρίτης έφεσης (1ος των αναιρεσιβλήτων) οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλ. ...91 ΙΧΕ αυτοκίνητό του, στο οποίο επέβαινε και η σύζυγός του Σ. Π. στη θέση του συνοδηγού και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη των εναγομένων και ήδη εκκαλούσα της πρώτης έφεσης και δεύτερη των εφεσίβλητων της δεύτερης έφεσης ασφαλιστική εταιρία (2η των αναιρεσιβλήτων), εκινείτο στην παραπάνω οδό με κατεύθυνση προς τη ......
και στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος αυτού, με ταχύτητα 90 χιλ. περίπου την ώρα. Όταν αυτός έφθασε στην ανωτέρω χιλιομετρική θέση αντιλήφθηκε έμπροσθεν αυτού ακινητοποιημένα αυτοκίνητα και για ν' αποφύγει σύγκρουση μαζί τους κινήθηκε προς τ' αριστερά, πλην όμως λόγω της αυξημένης για τις ανωτέρω συνθήκες της οδού ταχύτητάς του απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, το οποίο εκτράπηκε αριστερά, διέσχισε διαγώνια την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και επέπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του πάνω στο διαχωριστικό των δύο ρευμάτων κατεύθυνσης τσιμεντένιο στηθαίο.
Στη συνέχεια το αυτοκίνητο αυτό εκτράπηκε προς τα δεξιά, διέσχισε διαγώνια και τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας και αφού προσέκρουσε με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του στα μεταλλικά κιγκλιδώματα, πραγματοποίησε περιστροφή 180° και τελικά ακινητοποιήθηκε μετά από μερικά μέτρα μπροστά, στο δεξιό έρεισμα παράλληλα σχεδόν με τα μεταλλικά κιγκλιδώματα και με μέτωπο προς την ...., ακριβώς πίσω από το αυτοκίνητο του ενάγοντος, όπως απεικονίζονται οι τελικές θέσεις και των τριών εμπλακέντων αυτοκινήτων στο προαναφερόμενο σχεδιάγραμμα και των αυτοκινήτων του ενάγοντος και του πρώτου των εναγομένων στις φωτογραφίες τους που λήφθηκαν αμέσως μετά το ατύχημα...".
Ακολούθως κράτησε την υπόθεση (καθότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε αντίθετη κρίση) και αφού δίκασε κατ' ουσίαν την αγωγή απέρριψε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με τα όσα παραπάνω δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της έλλειψης υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου στη ζημία του αναιρεσείοντος, αφού κατά τις παραδοχές του που στηρίζουν το διατακτικό, τις οποίες πλήρως αιτιολογεί, τα αυτοκίνητα που οδηγούσαν ο αναιρεσείων και ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν ήρθαν σε επαφή μεταξύ τους και ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων δεν βαρύνεται με πταίσμα για την καταστροφή του αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος και το βαρύ τραυματισμό του.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ότι με πλημμελείς και αντιφατικές αιτιολογίες και ειδικότερα, ενώ ρητά δέχεται ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και ακινητοποίησε τούτο πίσω από το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος, δέχεται παράλληλα ότι δεν του προκάλεσε οποιαδήποτε ζημία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο περιεχόμενος στο δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης, που συνεκδικάζεται με την αίτηση αναίρεσης, πρώτος πρόσθετος λόγος εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 (ορθώς μόνο αρ. 19), ότι α) δεν περιλαμβάνει η απόφαση αναλυτική αναφορά στις φθορές που υπέστησαν τα εμπλακέντα στη σύγκρουση τρία οχήματα, καθότι, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο σκεπτικό του, το Εφετείο με σαφήνεια και επάρκεια περιγράφει πλήρως την πριν και μετά τις διαδοχικές προσκρούσεις και συγκρούσεις κίνηση των εμπλεκόμενων στο επίδικο ατύχημα οχημάτων, διέλαβε δε συγκεκριμένες και σαφείς αναφορές ως προς τις ζημιές που προκλήθηκαν σε κάθε όχημα και σε ποια ακριβώς μέρη του χτυπήθηκε το καθένα, β) δεν αναφέρει το αποτέλεσμα της ποινικής διαδικασίας, καθότι δεν απαιτείται, σε κάθε περίπτωση όμως το αντικρούει (βλ.
παρακάτω), γ) δεν προσδιορίζει πόση ήταν η ταχύτητα του αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσίβλητου και ειδικότερα δεν προσδιορίζει εάν ο δικός του (αναιρεσείοντος) τραυματισμός και η ολοσχερής καταστροφή του αυτοκινήτου του είχαν επέλθει από τη δική του πρόσκρουση στο προπορευόμενο αυτοκίνητο του Ε. Μ. ή εάν επήλθαν μετά τη σύγκρουση με το αυτοκίνητο του αναιρεσίβλητου, καθότι, όπως προκύπτει από το άνω σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή δέχεται ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν επέπεσε με το αυτοκίνητό του στο αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος, αλλά οι σημαντικές φθορές του αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος και ο βαρύς τραυματισμός του ίδιου προκλήθηκαν από τη σφοδρή σύγκρουση του αυτοκινήτου του, το οποίο κινείτο με ταχύτητα 100 χλμ/ω περίπου, με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ε.
Μ. και την εν συνεχεία εκτροπή του αυτοκινήτου του (αναιρεσείοντος) προς τα δεξιά, την πρόσκρουσή του με το πίσω μέρος του στα μεταλλικά κιγκλιδώματα και την περιστροφή του κατά 360' και δ) είναι διαμετρικά αντίθετη προς την κρίση των ποινικών δικαστηρίων. Ο λόγος αυτός, ερειδόμενος στον αρ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικού νόμου) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και όχι το αποδεικτικό πόρισμα.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασής του. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης θεμελιώνεται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη και τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αλλά και όταν, παρά την περί αυτού βεβαίωση, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω έγγραφα.
Ειδικώς, όταν πρόκειται για απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, το δικάσαν Εφετείο δεν δεσμεύεται μεν από το περιεχόμενο αυτής και δύναται να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα αντίθετο εκείνης, πρέπει όμως, εν όψει της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου, να το αντικρούσει, χωρίς να επιβάλλεται να κάνει ειδική αναφορά σ' αυτή (ΑΠ 240/ 2011, ΑΠ 704/2008).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 § 1, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο των πρόσθετων λόγων της αναίρεσης, ο οποίος παραδεκτά προβάλλεται, κατ' άρθρο 569 § 2 ΚΠολΔ, καθότι συνέχεται αναγκαίως με το προσβληθέν με την αναίρεση κεφάλαιο της υπαιτιότητας, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις προσκομισθείσες μετ' επικλήσεως από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 1796/2013 και 878/2015 αποφάσεις του Μονομελούς και Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας αντίστοιχα, με τις οποίες τόσο πρωτόδικα όσο και τελεσίδικα ο πρώτος αναιρεσίβλητος κρίθηκε ένοχος σωματικής βλάβης εξ αμελείας του αναιρεσείοντος από το επίδικο τροχαίο ατύχημα.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, σ' αυτήν μνημονεύεται ειδικώς ότι έλαβε υπόψη και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το σύνολο των παραδοχών της απόφασης και ειδικότερα εκ της ρητής αναφοράς της απόφασης, όπως αντιγράφεται παραπάνω, στην κατάθεση του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας κατά την εκδίκαση της κατηγορίας σε βάρος του πρώτου αναιρεσίβλητου για σωματική βλάβη από αμέλεια του αναιρεσείοντος, την οποία εκθέτει και αντικρούει αναλυτικά (σημειωτέον ότι στην κατάθεση αυτή κυρίως στήριξαν την κρίση τους περί της ενοχής του αναιρεσίβλητου οι αναφερόμενες ποινικές αποφάσεις), ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και συγκεκριμένα στην αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, την οποία συνήγαγε κατ' εκτίμηση των συνθηκών του ατυχήματος που αποδείχθηκαν και εκ τούτου να απορρίψει την έφεση και την αγωγή του, έλαβε υπόψη του και τις περί ων ο προσθέτως αναιρετήριος λόγος ποινικές αποφάσεις, τις οποίες αντικρούει, όπως και όλους τους προβληθέντες στην (αστική) δίκη ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ως προς την υπαιτιότητα του αναιρεσίβλητου με επάλληλη μάλιστα αιτιολογία, ανεξαρτήτως του ότι δεν κάνει ειδική μνεία ως προς αυτές, και μάλιστα με τη ρητή αναφορά σε "κρίση του παρόντος Δικαστηρίου", με την οποία αντιδιαστέλλει ρητά και συγκεκριμένα την κρίση του σε σχέση με τις παραδοχές των ποινικών δικαστηρίων που έκριναν διαφορετικά.
Επομένως, και ο λόγος αυτός (δεύτερος πρόσθετος) της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά απ' αυτά, αφού κατά τα άνω, ο πρώτος αναιρεσίβλητος δε υπέχει υπαιτιότητα στη ζημία του αναιρεσείοντος από το ατύχημα, παρέλκει η έρευνα του εναπομείναντος πρώτου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ασχολήθηκε ειδικά με την αιτίαση της εσφαλμένης απόρριψης πρωτοδίκως μέρους της αποθετικής του ζημίας (μελλοντικοί μισθοί) ως αόριστης.
Κατ' ακολουθίαν, και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις και αιτούνται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-12-2017 και με αριθμό καταθέσεως 9875/947/2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2392/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τους από 11-1-2019 και με αριθμό καταθέσεως 4/2019 πρόσθετους λόγους αυτής.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στηνΑθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ