Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects evidence challenges due to conflicting prior verdicts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision regarding a traffic accident liability case. The court found the appellant's arguments inadmissible because they relied on assumptions, such as a post-accident autopsy, and contradicted a prior criminal acquittal of the defendant. Consequently, the court rejected the request to overturn the lower court's finding of partial liability.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the arguments are based on unsupported assumptions or contradict established criminal verdicts, and the court must reject such requests while awarding costs to the opposing party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 76 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 76/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" που έχει έδρα την Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εκ του νόμου ειδικού διαδόχου, της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ Α.Α.Ε." της οποίας η άδεια λειτουργίας της ανακλήθηκε και το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Αθανασόπουλο και κατέθεσε προτάσεις, και 2. Χ. Χ. Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ. Α. Κ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Βραχιώτη και κατέθεσε προτάσεις 2. Α. Κ. κατοίκου ... 3.Δ. Κ., κατοίκου ..., 4. Ε. Ι. Α., 5 Ν. Ι. Α., αμφοτέρων κατοίκων ..., 6. Α. Ι. Α., συζ. Μ. Χ., κατοίκου ..., όλοι οι ανωτέρω δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2013 αγωγή του 2ου των ήδη αναιρεσειόντων και των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 718/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 659/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 6-2-2006 αίτησή τους και τους από 23-3-2007 πρόσθετους λόγους τους.
Εκδόθηκε η 823/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για εκ νέου συζήτηση στο ίδιο Εφετείο.
Εκδόθηκε η 873/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών, της οποίας την αναίρεση ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 3-2-2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Σακκάς, ανέγνωσε την από 8-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από την υπ' αριθμ. .../20-6-2013 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αμαλιάδας … αποδεικνύεται ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος Χ. Κ. κλήτευσε νόμιμα και εμπρόθεσμα το δεύτερο αναιρεσείοντα Χ. Ν. να παραστεί κατά την παραπάνω δικάσιμο για συζήτηση της προκειμένης υπόθεσης, πλην αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνησή της από το πινάκιο. Κατόπιν τούτου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω δεν προκύπτει ότι έχουν κλητευθεί οι λοιποί απλοί ομόδικοι αναιρεσίβλητοι και συνεπώς ως προς αυτούς πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρ. 576 παρ. 3 εδ. β' Κ.Πολ.Δ.).
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ΓΠΝ/1911, 297 έως 300, 330 εδ. β'. 914 και 932 του ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
για ευθεία εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας. Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου, περί του αν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, καθ' εαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Έλλειψη δε νομίμου βάσεως, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται να ελλείψεις, οι οποίες υπάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξήγαγε απ' αυτές το δικαστήριο, εφόσον αυτό εκτίθεται σαφώς (ΑΠ 1674/2009, 111/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:
Στις 23-4-2001 και περί ώρα 20.10' το βράδυ ο εφεσίβλητος Χ. Ν., οδηγώντας το υπό στοιχ. ... I.X. φορτηγό αυτοκίνητό του (ρυμουλκό με ρυμουλκούμενο), μικτού βάρους μεγαλύτερου των 3.500 χιλιογράμμων κινείτο, έχοντας κατεύθυνση προς Νέα Μανωλάδα, επί της Εθνικής Οδού Πατρών - Πύργου, η οποία είναι διπλής κατεύθυνσης με ένα ρεύμα πορείας ανά κατεύθυνση και με πλάτος οδοστρώματος στο σημείο του ατυχήματος 12 μέτρων.
Στη χιλιομετρική θέση 36,700 της οδού αυτής και δεξιά σε σχέση με την πορεία του ανωτέρω φορτηγού αυτοκινήτου, βρίσκεται ανώνυμος (ασφαλτοστρωμένος) δρόμος, πλάτους 3,5 μέτρων. Η εν λόγω περιοχή δεν είναι μεν κατοικημένη, οπότε δεν ισχύει το όριο ταχύτητας των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, πλην όμως λίγα μέτρα προ του ως άνω ανώνυμου δρόμου, κατά τον επίδικο χρόνο, υπήρχαν τρεις πινακίδες:
α) πινακίδα Ρ-37 (άρση ορίου ταχύτητας των 60 χιλιομέτρων ανά ώρα), β) πινακίδα Κ-18 (κίνδυνος από τη διέλευση οικόσιτων ζώων) και γ) πινακίδα Κ-27 (διασταύρωση με οδό, οι επί της οποίας κινούμενοι οφείλουν να παραχωρήσουν προτεραιότητα) (βλ. και το υπ' αριθ. πρωτοκ. 4726/οικ./10-2-2004 έγγραφο της Διεύθυνσης Συντήρησης Έργων της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας σε συνδυασμό με το υπ' αριθ.
πρωτοκ. 25479/οικ./21-11-2005 έγγραφο της ίδιας Υπηρεσίας). Ο ανωτέρω οδηγός, όταν έφτασε στο ανωτέρω ύψος, όπου ο δρόμος είναι ευθύς σε απόσταση περίπου 200 μέτρων από τη διασταύρωση, κινείτο στο δεξιό τμήμα του οδοστρώματος, με ταχύτητα 90 περίπου χιλιομέτρων ανά ώρα, που ήταν υπερβολική για τις συνθήκες που επικρατούσαν στο δρόμο (ανεπαρκής φωτισμός λόγω της νύχτας, επισήμανση των προαναφερόμενων κινδύνων με τις ανωτέρω πινακίδες) σε συνδυασμό με το βάρος και τις διαστάσεις του οχήματος του ανωτέρου διαδίκου (ρυμουλκό με ρυμουλκούμενο).
Κατά τον ίδιο πιο πάνω χρόνο και τόπο κινείτο επί του ανωτέρω αναφερόμενου ανώνυμου δρόμου, με κατεύθυνση προς την Εθνική οδό ο Α. Κ., οδηγώντας το υπ' αριθ. ... Ι.Χ. επιβατικό αυτοκίνητο με συνεπιβάτη τη γυναίκα του Ο.. Πρόθεση του ως άνω οδηγού, φθάνοντας στη διασταύρωση, ήταν να διασχίσει κάθετα την Εθνική οδό και να περάσει απέναντι, συνεχίζοντας την πορεία του σε επίσης ανώνυμο δρόμο.
Όταν αυτός έφτασε στο σημείο εισόδου στην Εθνική οδό, αντί να ακινητοποιηθεί, προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων σ' αυτόν και να παραχωρήσει προτεραιότητα στο αυτοκίνητο του πρώτου εφεσίβλητου, εισήλθε απερίσκεπτα στη διασταύρωση, χωρίς να σταματήσει και χωρίς να παραχωρήσει προτεραιότητα στο ως άνω φορτηγό αυτοκίνητο.
Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι επί του δρόμου που κινείτο ο Α.Κ. υπήρχε πινακίδα "SΤΟΡ", η οποία όμως δεν ήταν ορατή, διότι κατά τον κρίσιμο χρόνο ο ιστός της βρισκόταν στο έδαφος. Το γεγονός όμως αυτό δεν αναιρούσε την υποχρέωση του ανωτέρω οδηγού για διακοπή της πορείας του στον κόμβο και έλεγχο της κίνησης των οχημάτων που έχουν την προτεραιότητα, όχι μόνο επειδή η σήμανση του κόμβου ήταν γνωστή στον εν λόγω οδηγό και από άλλες στο παρελθόν επισκέψεις του στην περιοχή, αλλά κυρίως επειδή, κατά τη σαφή διάταξη του άρθρου 26 παρ.5α του ΚΟΚ, και χωρίς την ύπαρξη της πινακίδας "SΤΟΡ", την προτεραιότητα στον κόμβο έχει ο οδηγός που κινείται σε αυτοκινητόδρομο ταχείας κυκλοφορίας, όπως είναι η εθνική Οδός Πατρών - Πύργου και όχι αυτός που κινείται σε ανώνυμη οδό περιορισμένου πλάτους, έστω και αν έρχεται από τα δεξιά.
Αποτέλεσμα της ανωτέρω απερίσκεπτης ενέργειας του Α. Κ., ήταν να παρεμβληθεί κάθετα στην πορεία του φορτηγού αυτοκινήτου του πρώτου εφεσίβλητου και να συγκρουστεί με αυτό στο ρεύμα πορείας του τελευταίου, σε σημείο του οδοστρώματος που απέχει 3,7 μέτρα από την δεξιά άκρη του. Συγκεκριμένα ο εφεσίβλητος οδηγός, μη έχοντας διαρκώς την προσοχή του τεταμένη, όπως όφειλε σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ΚΟΚ, αιφνιδιάστηκε από την κίνηση του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου και δεν επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, ούτε τροχοπέδησε, με συνέπεια να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα του πάνω στο αριστερό τμήμα του τελευταίου οχήματος και να το παρασύρει επί 76,50 μέτρα (βλ. και τα από 23-4-2001 έκθεση αυτοψίας και πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνέταξε ο Αρχ/κας Ι.
Κ.). Ο οδηγός Α. Κ. και η σύζυγός του Ο. υπέστησαν, κατά το ατύχημα, βαριές πολλαπλές κακώσεις κεφαλής και θώρακος, εξαιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατός τους (βλ. τις από 25-4-2001 ιατροδικαστικές εκθέσεις νεκροψίας - νεκροτομίας του Ιατροδικαστή Πατρών Ι. Α.). Το ένδικο θανατηφόρο ατύχημα οφείλεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα τόσο του εφεσίβλητου οδηγού, όσο και του θανόντος οδηγού που προσδιορίζεται σε ποσοστό 30% και 70% αντίστοιχα.
Ο πρώτος από έλλειψη της επιμέλειας που όφειλε από τις περιστάσεις να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, κατά παράβαση και των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1,2,3 και 20 παρ. 2 του ΚΟΚ, επέδειξε την πιο πάνω περιγραφόμενη αμελή συμπεριφορά, αντί να οδηγεί με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και, ενόψει των συνθηκών που επικρατούσαν στο δρόμο και περιγράφονται παραπάνω και ιδίως της προσεγγίσεως του σε διασταύρωση, να κινείται με ταχύτητα 60 - 65 χιλιομέτρων ανά ώρα.
Εάν επιδείκνυε την ανωτέρω επιμελή συμπεριφορά θα μπορούσε να τροχοπεδήσει και ενδεχομένως να σταματήσει έγκαιρα ή να επιχειρήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά (όπου ας σημειωθεί δεν κινούνταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο οχήματα), προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση. Σε κάθε δε περίπτωση αν ο ανωτέρω οδηγός μείωνε την ταχύτητά του, ενόψει της διασταύρωσης, η σύγκρουση δεν θα είχε την ίδια σφοδρότητα και ως εκ τούτου δεν θα είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο των παθόντων.
Εδώ πρέπει να σημειωθούν και τα πιο κάτω: α) το όριο ταχύτητας για το ζημιογόνο φορτηγό αυτοκίνητο στο σημείο του ατυχήματος ήταν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του ΚΟΚ, 70 χιλιόμετρα ανά ώρα. Ενόψει όμως του ανεπαρκούς φωτισμού που υπήρχε κατά το χρόνο του ατυχήματος, των κινδύνων που επισημαίνονταν με τις ανωτέρω αναφερόμενες πινακίδες Κ-18 και Κ-27 σε συνδυασμό με το γεγονός ότι λίγα μέτρα πριν την κρίσιμη διασταύρωση υπήρχε η πινακίδα Ρ-37 (άρση ορίου ταχύτητας των 60 χιλιομέτρων ανά ώρα), κρίνεται ότι ο εφεσίβλητος οδηγός έπρεπε να κινείται με ταχύτητα όχι μεγαλύτερη των 65 χιλιομέτρων ανά ώρα, ώστε να μπορεί να διακόπτει την πορεία του μπροστά από κάθε προβλεπτό εμπόδιο που θα μπορούσε να τύχει στο δρόμο του, β) η ταχύτητα των 90 περίπου χιλιομέτρων, με την οποία έβαινε το φορτηγό αυτοκίνητο πριν τη σύγκρουση αποδεικνύεται από την ερμηνεία των στοιχείων του ταχογράφου του, σε συνδυασμό με την απόσταση των 76,50 μέτρων, στην οποία παρασύρθηκε το όχημα που επέβαιναν οι θανόντες μέχρι να σταματήσει.
Η ταχύτητα των 80 χιλιομέτρων ανά ώρα που αναφέρεται στην ανωτέρω έκθεση αυτοψίας δεν κρίνεται ακριβής και γ) ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου οδηγού ότι το αυτοκίνητο του θανόντος εισήλθε στη διασταύρωση όταν αυτός βρισκόταν σε απόσταση μόλις 6-10 μέτρων από αυτή (τη διασταύρωση) κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμος.
Και τούτο, γιατί, λόγω της μεγάλης διαφοράς ταχύτητας των δύο οχημάτων (90 χιλ/ανά ώρα έναντι 20 περίπου χιλ/ανά ώρα) το φορτηγό αυτοκίνητο θα κάλυπτε την απόσταση των 6-10 μέτρων πριν το άλλο όχημα προχωρήσει επί 3,70 μέτρα εντός της Εθνικής οδού, με αποτέλεσμα να προσκρούσει το αυτοκίνητο του παθόντος στη δεξιά πλευρά του φορτηγού αυτοκινήτου και όχι το τελευταίο επί της αριστερής πλευράς του πρώτου.
Περαιτέρω κρίνεται ότι, κατά τη βάσιμη εν μέρει ένσταση (αρθρ. 300 του ΑΚ) που νομότυπα προβάλλουν οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι, ο θανών Α. Κ. συντέλεσε με δικό του πταίσμα και μάλιστα κατά ποσοστό 70% στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος. Αυτός από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη της επιμέλειας που όφειλε κατά τις περιστάσεις να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, εισήλθε στην Εθνική Οδό, χωρίς να σταματήσει προηγουμένως, για να ελέγξει την κίνηση, παραχωρώντας προτεραιότητα στον πρώτο εφεσίβλητο που κινείτο στο δρόμο αυτό, όπως όφειλε και κατά το άρθρο 26 παρ.5α του ΚΟΚ.
Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι και οι δύο οδηγοί α) είχαν αναμμένα τα φώτα πορείας του οχήματος τους, με συνέπεια να είναι ορατοί ο ένας από τον άλλο και β) βρίσκονταν κάτω από την επίδραση οινοπνεύματος και δη στο αίμα τους ανιχνεύτηκε ποσότητα οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,20 gr/l (όσον αφορά τον εφεσίβλητο οδηγό) και 0,10 gr/l (όσον αφορά το θανόντα), πλην όμως κρίνεται ότι το οινόπνευμα δεν είχε επίδραση στην οδηγική τους συμπεριφορά και συνακόλουθα στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Η αναιρεσιβαλλομένη έχει νόμιμη βάση. Ορθά υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα απ' αυτήν πραγματικά περιστατικά στις έννοιες της αιτιώδους συνάφειας και της αμέλειας.
Σωστά εξήγαγε από την ως άνω οδηγητική συμπεριφορά του δευτέρου αναιρεσείοντος οδηγού το συμπέρασμα ότι αυτός ήταν συνυπαίτιος του ατυχήματος, διότι, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, εκινείτο πριν τη διασταύρωση, με ταχύτητα 90 περίπου χιλιομέτρων ανά ώρα, που ήταν υπερβολική για τις συνθήκες, που επικρατούσαν στο δρόμο (ανεπαρκείς φωτισμός λόγω της νύχτας) σε συνδυασμό με το βάρος και τις διαστάσεις του οχήματος (ρυμουλκό και ρυμουλκούμενο), κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3 και 20 παρ. 2 του ΚΟΚ, αντί να οδηγεί με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και, ενόψει των περιγραφομένων στην απόφαση συνθηκών που επικρατούσαν στο δρόμο και ιδίως της προσεγγίσεώς του σε διασταύρωση, να κινείται με ταχύτητα 60-65 χιλιομέτρων ανά ώρα, ώστε να μπορεί να διακόπτει την πορεία του μπροστά από κάθε προβλεπτό εμπόδιο που θα μπορούσε να τύχει στο δρόμο του.
Η οδηγητική του αυτή συμπεριφορά, δέχτηκε το Εφετείο, συντέλεσε κατά ποσοστό 30%, ώστε να προκληθεί η σύγκρουση των οχημάτων και έτσι να επέλθει ο θάνατος των ανωτέρω προσώπων. Δεν ήταν ανάγκη να αναφερθεί στην πληττομένη απόφαση από ποια απόσταση ο οδηγός του φορτηγού (δεύτερος αναιρεσείων) είδε το αυτοκίνητο του παθόντος να εισέρχεται στη διασταύρωση, ούτε ποια ήταν η απόσταση που χώριζε τα δύο οχήματα κατά τη στιγμή της εισόδου του αυτοκινήτου του παθόντος στο οδόστρωμα της Εθνικής οδού, αφού τη συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στο ατύχημα το Εφετείο αποδίδει στην υπερβολική ταχύτητα, την οποία ανελέγκτως προσδιόρισε σε 90 χιλιόμετρα την ώρα, δεχόμενο περαιτέρω όταν εκινείτο, ενόψει των συνθηκών που επικρατούσαν στο δρόμο, με ταχύτητα 60-65 χιλιόμετρα την ώρα, θα μπορούσε να τροχοπεδήσει και ενδεχομένως να σταματήσει έγκαιρα ή να επιχειρήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, όπου δεν κινούνταν κατά το κρίσιμο χρόνο οχήματα, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση.
Σύμφωνα με αυτά, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ο δε αντίθετος πρώτος λόγος του αναιρετηρίου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
3. Ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 11 του άρθρου 559 ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις υπ' αριθμ. 623/2006 και 2032/2004 ποινικές αμετάκλητες αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών αντίστοιχα, τις οποίες προσκόμισαν και επικαλέστηκαν για την απόδειξη των συνθηκών κάτω από τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα και για το σχηματισμό της κρίσης περί της υπαιτιότητας ή μη των εμπλεκομένων οδηγών. Όμως, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη, από τη διαβεβαίωση στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, γίνεται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και τα έγγραφα αυτά. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους του Δικαστηρίου Νικολάου Λεοντή, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την 623/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, έπρεπε να αξιολογηθεί ως βάσιμος και κατά παραδοχή του να αναιρεθεί η πληττόμενη δι' αυτής απόφαση. Ειδικότερα, κατά τις αιτιολογίες της εν λόγω ποινικής αποφάσεως:
"Στις 23-4-2001 και περί ώρα 20:10', ο κατηγορούμενος οδηγών το ... Ι.ΧΦ. αυτοκίνητο, εκινείτο επί της Νέας Ε.Ο. Πατρών-Πύργου με κατεύθυνση προς Πύργο και με ταχύτητα 80 χλμ/ώρα. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Α. Κ., οδηγών το ... Ε.Ι.Χ. αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε η σύζυγός του Ο. εκινείτο σε ανώνυμη οδό κάθετη στην Ε. Ο. με κατεύθυνση προς τη Ν.Ε.Ο.
Στην πορεία του υπήρχε ρυθμιστική πινακίδα SΤΟΡ η οποία είχε αποκολληθεί από τον ιστό και ευρίσκετο πεσμένη στο έδαφος. Πλην όμως δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή λόγω των επικρατουσών συνθηκών (νύκτα, ανεπαρκής τεχνητός φωτισμός, είσοδος σε δρόμο προτεραιότητας), αλλά όταν έφθασε στη διασταύρωση της οδού επί της οποίας εκινείτο με τη Ν.Ε.Ο.
δεν παραχώρησε προτεραιότητα διέλευσης στα οχήματα που εκινούντο επί της Ν.Ε.Ο. αλλά επιχείρησε να διασχίσει αυτή με αποτέλεσμα να αποκλείσει την πορεία του Φ.Ι.Χ., να συγκρουστούν και να τραυματιστούν θανάσιμα οι επιβαίνοντες στο Ε.Ι.Χ. Αντίθετα τον κατηγορούμενο δεν τον βαρύνει κάποιο πταίσμα, αφού φρενάρισε και ενήργησε ελιγμό προς τα αριστερά.
Το γεγονός ότι οδηγούσε με ταχύτητα 80 χλμ/ώρα αντί της επιτρεπομένης 70 δεν ευρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την σύγκρουση. Δεν ευρίσκετο υπό την επίδραση οινοπνεύματος, αφού η ποσότητα των 0,20%ο δεν επηρεάζει την ικανότητα οδήγησης. Οι καταθέσεις των μαρτύρων πολιτικής αγωγής και ιδίως του τεχνικού συμβούλου αυτών δεν είναι πειστικές, διότι στηρίζονται σε υποθέσεις, ιδίως ο τελευταίος διενήργησε αυτοψία 5 μήνες μετά το ατύχημα.
Οι δε πολιτικώς ενάγοντες επιδίδονται σε λεκτικούς ακροβατισμούς, ιδίως ο β' τούτων, ο οποίος με την με αριθμ. πρωτ. 6420/14.9.2000 αίτησή του εκτιμά την ταχύτητα του κατηγορουμένου στα 130-140 χλμ στο δε δικαστήριο σε εκείνη των 105, ισχυρίζεται ότι ο θανών είχε προτεραιότητα, παράλληλα, δεν αποκλείει λάθος εκτίμηση του θανόντος, ο οποίος κατά την εκτίμηση του είχε ορατότητα 240 μ.", παραδοχές σε συνέπεια με τις οποίες κρίθηκε ότι υπαίτιος του ιστορούμενου αυτοκινητικού ατυχήματος είναι ο θανάσιμα τραυματισθείς οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου Α. Κ. και ο κατ' εκείνη την δίκη κατηγορούμενος και ήδη δεύτερος των αναιρεσειόντων κηρύχθηκε αθώος των αποδιδόμενων εις εκείνον αξιόποινων πράξεων. Από την αντιπαραβολή των παραδοχών των εν λόγω αποφάσεως, προσβαλλόμενης και ποινικής, προκύπτει ότι, κατέληξαν σε ακριβώς αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα ως προς την υπαιτιότητα του δευτέρου των αναιρεσειόντων, στην πρώτη από τις οποίες διαλαμβάνεται ότι στον σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος κατέληξε με βάση το υπάρχον στη διάθεση του δικαστηρίου αποδεικτικό υλικό και ειδικότερα την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα από την πλευρά των εναγομένων, την χωρίς όρκο εξέταση του ενάγοντος Χ.
Κ., τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, στα οποία περιλαμβάνονται και τα αντίγραφα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, του κατηγορουμένου και γενικά όλα τα έγγραφα που έχουν συλλεγεί κατά την προηγηθείσα προδικασία. Από τη βεβαίωση όμως αυτή, αξιολογούμενη σε συνδυασμό με την αναφορά της μόνο στα έγγραφα της ποινικής προδικασίας και τις λοιπές αιτιολογίες της, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, αλλά καταλείπονται αμφιβολίες, αν λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε η 623/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, για την οποία ουδεμία γίνεται μνεία ή αναφορά, σε αντιδιαστολή προς τα λοιπά μνημονευόμενα έγγραφα, παρά το μείζον αποδεικτικό της ενδιαφέρον, την οποία νομότυπα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, ως ικανή να θεμελιώσει από ουσιαστική άποψη τον αρνητικό τους ισχυρισμό του θεμελιωτικού των κατ' αυτών αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων αγωγικού ισχυρισμού περί υπαιτιότητας του δευτέρου τούτων (αναιρεσειόντων), τον οποίο θετικά αξιολόγησε με την αντίθετη περί πραγμάτων κρίση, δεχθείσα (συν)υπαιτιότητα αυτού σε ποσοστό 30%.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσιβλήτου Χ. Κ., που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
2. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 3-2-2010 αιτήσεως για αναίρεση της 873/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών ως προς τους δεύτερο έως και έκτη αναιρεσιβλήτους.
Απορρίπτει την ίδια ως άνω αίτηση αναιρέσεως ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Χ. Κ..
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ