Supreme Court dismisses appeal on tort damages, ruling appellate court did not abuse discretion in setting compensation amount.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's final judgment regarding tort damages. The appellant argued that the awarded compensation for moral damage was disproportionately low and violated the principle of proportionality. The court rejected this claim, stating that the appellate court's decision fell within its discretionary powers and aligned with common judicial practice for similar cases.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure: The appellate court's determination of compensation for moral damage does not violate the principle of proportionality or exceed the limits of its discretionary power if it is consistent with established judicial practice and the proven circumstances of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1178 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1178/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντοκατζή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 2) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) αλληλασφαλιστικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Πολιτάκο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1937/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 518/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-3-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρί Δεργαζαριάν, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 9-3-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 518/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρο 681 Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 552, 553 παρ.1, 556 παρ.1, 558, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 του ΚΠολΔ, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι αναιρεσίβλητοι επικαλούνται επίδοση αυτής.
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλομένης αποφάσεως 518/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα με την από 26-5- 2017 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των αναιρεσιβλήτων Ν.
Κ., της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΟΕ" και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Γενική Πανελλαδική", (ήδη αναιρεσιβλήτων) ζήτησε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης για τον τραυματισμό της ως πεζής σε ατύχημα που προκλήθηκε από υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά την οδήγηση του με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧ τουριστικού λεωφορείου που ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1937/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που την έκανε δεκτή, κατά ένα μέρος, ως κατ` ουσίαν βάσιμη, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν, σε ολόκληρον ο καθένας, στην αναιρεσείουσα το συνολικό ποσό των 159.254,28 ευρώ, δεχόμενο ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο πρώτος αναιρεσίβλητος.
Κατ' αυτής της αποφάσεως άσκησαν έφεση τόσον η ενάγουσα-αναιρεσείουσα όσο και οι εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι. Με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 518/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών συνεκδικάσθηκαν αμφότερες οι εφέσεις, οι οποίες έγιναν δεκτές τυπικά και κατ' ουσία εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και αφού διακρατήθηκε η υπόθεση και δικάστηκε η προαναφερομένη αγωγή, έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή κατ' ουσία και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα το ποσό των 12.260 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.
Κατόπιν τούτου η τελευταία άσκησε κατά της ως άνω απόφασης την υπό κρίση αναίρεση.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β` και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, κατ` άρθρο 330 ΑΚ, υπαιτιότητα με τη μορφή της αμέλειας υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή, που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο, που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ` αρχάς, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 502/2020, ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013), αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013).
Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 103/2022, ΑΠ 163/2022).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του ΑΚ: "σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του", ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, "η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος.
Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων προκύπτει, ότι ο υποστάς βλάβη του σώματος ή της υγείας του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική του ζημία (διαφυγόν κέρδος), γιατί, λόγω της, συνεπεία της βλάβης της υγείας ή του σώματος, μειωμένης ικανότητας προς εργασία, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε στο μέλλον.
Προς τούτο, όμως, δεν απαιτείται βεβαιότητα, αρκούσης πιθανότητας κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πράγμα, που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδιαίτερα δε από τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα (ΑΠ 206/2020, ΑΠ 1199/2017, ΑΠ 1435/2013). Η ζημία, την οποία μπορεί να υποστεί από την ανικανότητα προς εργασία ο ελεύθερος επαγγελματίας, ή αυτοτελώς εργαζόμενος συνίσταται, στο πλαίσιο εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων, στη ματαίωση του καθαρού κέρδους, το οποίο θα αποκόμιζε αφαιρουμένων των εξόδων, από τη λειτουργία της, επιχείρησης, με βάση τα δεδομένα του αμέσως προγενέστερου του τραυματισμού χρόνου.
Η ζημία δηλαδή από την πιο πάνω αιτία υπολογίζεται κατά τρόπο συγκεκριμένο και όχι αφηρημένο. Εξάλλου, ζημία θετική από τραυματισμό ελεύθερου επαγγελματία, μπορεί να προκύψει και όταν το θύμα της αδικοπραξίας, δεν διέκοψε τη λειτουργία της επιχείρησής του αλλά αντιμετώπισε την κατάσταση με υπολειτουργία και αντίστοιχη μείωση των εισοδημάτων.
Στην περίπτωση αυτή επελθούσα ζημία είναι η διαφορά μεταξύ των αυξημένων εισοδημάτων, που θα αποκόμιζε ο τραυματισθείς από την επιχείρησή του, αν δεν μεσολαβούσε η αδικοπραξία και των μειωμένων συνεπεία της περιορισμένης αποδόσεως των εργασιών. Εξάλλου, η διάρκεια της πιο πάνω αποζημιώσεως υπολογίζεται αποκλειστικά σε συνδυασμό με τη διάρκεια της ανικανότητας προς άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας (ΑΠ 306/2022, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1305/2014).
Περαιτέρω, στο άρθρο 19 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο που έγινε το επίδικο ατύχημα (21-5-2016), προβλέπονται τα ακόλουθα: Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (παρ. 1).
Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν (παρ. 2). Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του... πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων... κατά τις νυκτερινές ώρες... αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας (παρ. 3 εδάφ.
α`). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ίδιου ΚΟΚ "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 4 εδ. α` και ε` του αυτού ΚΟΚ, "οι πεζοί, προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα, υποχρεούνται α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν..., ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ` αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτόν ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τις ανωτέρω διατάξεις λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ10/2021, ΑΠ 2090/2017).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη 518/2020 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Την 21-5-2016 και περί ώρα 17:40 περίπου, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) ευρισκόταν πεζή επί του βορείου πεζοδρομίου πλάτους δύο μέτρων και 30 εκατοστών της Λ.
Σταμαθιουδάκη της πόλεως Ρεθύμνου Κρήτης και ειδικότερα στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 93 αυτής όπου υπάρχει διάβαση πεζών έχοντας την πρόθεση δια μέσω της διαβάσεως πεζών να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα της λεωφόρου Σταμαθιουδάκη και να περαιωθεί στο απέναντι πεζοδρόμιο αυτής (νότιο). Η λεωφόρος Σταμαθιουδάκη στο προπεριγραφόμενο ύψος της (οικοδομικός αριθμός 93) είναι ευθεία, οδός διπλής κυκλοφοριακής κατευθύνσεως διαθέτει οδόστρωμα συνολικού πλάτους 6 μέτρων και δυο λωρίδες κυκλοφορίας (μια ανά κατεύθυνση).
Στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 93 της ως άνω οδού Σταμαθιουδάκη υφίσταται διαγραμμισμένη διάβαση πεζών. Η συγκεκριμένη διάβαση πεζών εξυπηρετεί την κάθετη διάσχιση του οδοστρώματος της Λ Σταμαθιουδάκη από τους πεζούς στο κρίσιμο οδικό σημείο και τη κίνηση τους μεταξύ βορείου και νοτίου τμήματος της οδού.
Κατά το χρόνο του ατυχήματος η ορατότητα δεν περιοριζόταν από οποιοδήποτε φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο και η διεξαγόμενη κυκλοφορία επί της οδού ήταν για τα οχήματα πυκνή και των πεζών αραιή. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των κινουμένων επί της οδού Σταμαθιουδάκη οχημάτων ορίζεται στα 50 Χ/Ω (κατοικημένη περιοχή).
Κατ' εκείνη την χρονική στιγμή, ο πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) οδηγούσε το ... ΔΧ τουριστικό λεωφορείο κυριότητας της δεύτερης εναγομένης (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης), που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην 3η εναγομένη (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρεία και έβαινε στο μέσον περίπου του οδοστρώματος του με κατεύθυνση από την πλατεία 4 Μαρτύρων προς κόμβο Ατσιπόπουλο με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε το όριο των 50 χλμ/ώρα.
Όταν δε έφθασε στον οικοδομικό αριθμό 93 της άνω λεωφόρου, ο εναγόμενος οδηγός αντελήφθη την ενάγουσα πεζή στα δεξιά του να κινείται βιαστικά επί του πεζοδρομίου και αίφνης να κατέρχεται επί του οδοστρώματος και να κινείται διαγώνια προκειμένου να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα για να περαιωθεί στο απέναντι πεζοδρόμιο, με φορά από δεξιά προς αριστερά σε σχέση με την πορεία του λεωφορείου και αφού προσέγγισε την πρώτη διαγράμμιση της διάβασης πεζών -όπως εμφαίνεται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα ατυχήματος-, ο οδηγός του λεωφορείου τροχοπέδησε και ταυτόχρονα επιχείρησε αριστερό ελιγμό προκειμένου να την αποφύγει, αλλά η απόσταση ήταν μικρή και δεν μπόρεσε να την αποφύγει με αποτέλεσμα να επιπέσει επ' αυτής με την εμπρόσθια δεξιά γωνία του λεωφορείου, με αποτέλεσμα εκείνη να καταπέσει επί του οδοστρώματος.
Το ένδικο ατύχημα οφείλεται κατ αρχήν σε αμέλεια του 1ου εναγομένου ο οποίος δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ούτε ρύθμισε αναλόγως την ταχύτητα του οχήματος του ενόψει της κίνησης του εντός κατοικημένης περιοχής και της προσεγγίσεως του σε σημείο όπου υπήρχε διάβαση πεζών (άρθρο 19 παρ. 2 σε συνδυασμό με άρθρο 20 παρ. 1 ΚΟΚ), παραβιάζοντας ταυτόχρονα τη διάταξη του άρθρου 39 παρ.2 ΚΟΚ που ορίζει ότι "Αν σε σημασμένη διάβαση πεζών η κυκλοφορία των οχημάτων δεν ρυθμίζεται με φωτεινή σηματοδότηση ή με τροχονόμο, οι οδηγοί υποχρεούνται να πλησιάζουν στη διάβαση με ταχύτητα τόσο μικρή ώστε να μην εκθέτουν σε κίνδυνο τους πεζούς που τη χρησιμοποιούν ή εισέρχονται σε αυτήν και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτουν την πορεία του οχήματος τους για να επιτρέπουν τη διέλευση των πεζών".
Ειδικότερα, ενώ εκινείτο με ταχύτητα που δεν αποδείχθηκε ότι ξεπερνούσε το επιτρεπόμενο όριο [50 χλμ/ωρα] και ενώ είχε αντιληφθεί την κίνηση της πεζής ενάγουσας η οποία βάδιζε κατά τους ισχυρισμούς του αρχικώς βιαστικά επί του πεζοδρομίου και ενώ ο ίδιος προσέγγιζε την διάβαση πεζών, δεν προσπάθησε να μειώσει η και να διακόψει την κίνηση του λεωφορείου εις τρόπον ώστε εάν εκείνη κατερχόταν ανέλεγκτα το οδόστρωμα, εκείνος να διέκοπτε την κίνηση του λεωφορείου και έτσι να απέφευγε πρόσκρουσή του επ' αυτής, αλλά κινήθηκε με την ίδια ως πρότερον ταχύτητα, με συνέπεια όταν εκείνη απρόσεκτα κατήλθε επί του οδοστρώματος ευρισκόμενη σε μικρή απόσταση από το λεωφορείο, ο οδηγός του τελευταίου να μην είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του και να την αποφύγει.
Συνυπαιτιότητα όμως στην επέλευση του ατυχήματος φέρει και η πεζή ενάγουσα η οποία κινούμενη αρχικά επί του πεζοδρομίου με σπουδή, όταν έφθασε στην άκρη προκειμένου να κατέλθει επί του οδοστρώματος δεν άσκησε τον προσήκοντα έλεγχο της κυκλοφοριακής κίνησης εξ αριστερών της, αφού εάν είχε προβεί σε τέτοιο έλεγχο θα είχε αντιληφθεί την κίνηση του λεωφορείου σε μικρή απόσταση από το σημείο που θα κατερχόταν και δεν θα συνέχιζε εωσότου περνούσε το όχημα.
Το ποσοστό συνυπαιτιότητας εκτιμάται σε 60% για την ενάγουσα και 40 % για τον εναγόμενο οδηγό, γενομένης εν μέρει δεκτής ένστασης συνυπαιτιότητας που είχε προβάλει η πλευρά των εναγομένων. Περαιτέρω, από το ως άνω ατύχημα η ενάγουσα υπέστη κάκωση θώρακος και (αρ) ωμικής ζώνης, πολλαπλά κατάγματα θωρακικών πλευρών (αρ) (2ης, 3"ς>4πς>5ης> 7ης και διπλό 8ης πλευράς ) και αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, εικόνα αιμοπνευμοθώρακα αριστερά, κάταγμα αριστερής κλείδας, ρωγμώδες σταθερό κάταγμα πρόσθιας άνω επιφάνειας δεξιάς του Θ10 σπονδυλικού σώματος.
Αμέσως μετά το ατύχημα διακομίσθηκε στο Τμήμα επειγόντων περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Ρεθύμνου όπου της παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες υποβλήθηκε σε πλήρη κλινικό εργαστηριακό και ακτινολογικό έλεγχο, τα αποτελέσματα του οποίου κατέδειξαν τα ανωτέρω κατάγματα της, υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία ΑΜΣΣ-θώρακος, της τοποθετήθηκε ανάρτηση λόγω κατάγματος αριστερής κλείδας και της χορηγήθηκε συντηρητική αγωγή με αναλγησία και βρογχοδιασταλτικά και έγινε επαναληπτική εξέταση θώρακος.
Στο Γενικό Νοσοκομείο Ρεθύμνου παρέμεινε νοσηλευόμενη μέχρι τις 26-5-2016 οπότε εξήλθε με οδηγίες των ιατρών της για συνέχιση της αποθεραπευτικής της προσπάθειας κατ' οίκον για χρονικό διάστημα 3 μηνών με χρήση αναλγητικών φαρμάκων και επανεξέταση επί συμπτωμάτων. Μετά τη έξοδο της από το Νοσοκομείο παρέμεινε υπό καθεστώς κλινοστατισμού.
Ωστόσο η σωματική βλάβη που υπέστη η ενάγουσα στη περιοχή του αριστερού ημιθωρακικού την ανάγκασε στις 3-7-2016 να εισέλθει εκ νέου στο Γενικό Νοσοκομείο Ρεθύμνου σε εμπύρετη κατάσταση υποφέροντας από πλευριτικό άλγος(ΑΡ). Στο ως άνω νοσοκομείο διαγνώσθηκε ότι πάσχει από πνευμονία και πνευμονική συλλογή μη επιπλεγμένη (ΑΡ) καθώς και αυχεναλγία με έντονα συμπτώματα ζάλης και αστάθειας.
Υποβλήθηκε σε βιοχημικές εξετάσεις αίματος και ελέγχου πηκτικότητας και σε ακτινογραφία θώρακος τα αποτελέσματα της οποίας κατέδειξαν πολύ μεγάλη πλευριτική συλλογή κυρίως ελεύθερη με υποπνευμονική επέκταση, πνευμονίτιδα και υποϋπεζωκοτική πύκνωση του οπίσθιου βασικού τμήματος του ΔΚΛ. Προς αντιμετώπιση τη εξελίξεως της καταστάσεως της υγείας της, υποβλήθηκε αυτή δύο φορές σε εκκενωτική παρακέντηση πλευριτικού υγρού δείγμα του οποίου εστάλη για κυτταρολογική εξέταση στη Αθήνα.
Στο Γενικό Νοσοκομείο Ρεθύμνου παρέμεινε νοσηλευόμενη μέχρι τις 12-7-2016 οπότε εξήλθε για συνέχιση της αποθεραπευτικής της προσπάθειας κατ' οίκον, της συστήθηκε ανάπαυση για 3 μήνες και επανεκτίμηση με ακτινολογικό έλεγχο. Ακολούθως, στις 25-7-2016 προσήλθε σε ιατρικό κέντρο και υποβλήθηκε σε ακτινογραφία θώρακος τα αποτελέσματα της οποίας κατέδειξαν σκίαση αριστερού κάτω πνευμονικού πεδίου με άμβλυνση της συστοίχου πλευροδιαφραγματικής γωνίας (πλευριτική συλλογή υποκείμενες διηθήσεις, ατελεκτασία).
Στις 22-8-2016 επισκέφτηκε τον ιατρό Λ. Σ. και υποβλήθηκε σε έλεγχο αναπνευστικής λειτουργίας, ο οποίος κατέδειξε ελαφρά περιοριστικού τύπου πνευμονοπάθεια, ενώ της συστήθηκε επανέλεγχος μετά τριμήνου. Την 3-11-2016 επισκέφτηκε τον ιατρό πνευμονολόγο Π. Κ. και υποβλήθηκε σε τεστ πνευμονικής λειτουργίας τα αποτελέσματα του οποίου κατέδειξαν ήπια περιοριστικού τύπου πνευμονοπάθεια.
Τέλος υπέστη και βλάβη της ψυχολογικής της υγείας λόγω του μετατραυματικού της συνδρόμου με συνέπεια να επισκεφτεί ιατρό ψυχολόγο ψυχοθεραπεύτρια. Κατέβαλε δε το ποσό των 160 ευρώ για αμοιβές θεραπόντων ιατρών. Συγκεκριμένα στον ιατρό πνευμονολόγο Λ. Σ. κατέβαλε για επίσκεψη την 18-7-2016 το ποσό των 50 Ε. Στον ιατρό Π.
Κ. κατέβαλε για επίσκεψη στο ιατρείο του τη 3-11-2016 το ποσόν των 50 ευρώ. Επίσης στη ψυχολόγο ψυχοθεραπεύτρια Γ. Π.- Ρ. κατέβαλε για μια συνεδρία συμβουλευτικής υποστήριξης στα πλαίσια μετατραυματικού στρες μετά από ατύχημα τη 6-9-2016 το ποσόν των 50 ευρώ και για τη πραγματοποίηση μιας ακτινογραφίας θώρακος στη ιδιωτική κλινική ΕUROMEDICΑ κατέβαλε το ποσόν των 10 ευρώ.
Όπως προαναφέρθηκε, συνεπεία του τραυματισμού της στη περιοχή του αριστερού ημιθωρακίου και του αριστερού ώμου αντιμετώπιζε προβλήματα κινητικότητας και ως εκ τούτου αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί και έχρηζε των υπηρεσιών βοηθού για τις ανάγκες της. Τα πλέον κατάλληλα πρόσωπα για τη προσωπική της εξυπηρέτηση ήταν η νύφη της Α.
Ε. και η θυγατέρα της Ε. Δ. οι οποίες της προσέφεραν τις υπηρεσίες τους καθημερινά για το χρονικό διάστημα από 21-5-2016 μέχρι τις 21-8-2016 με εντατικοποίηση των προσπαθειών τους και πέραν της ηθικής τους υποχρέωσης να της συμπαραστέκονται. Έτσι, δικαιούται η ενάγουσα να αξιώσει την αμοιβή που θα κατέβαλε σε τρίτο πρόσωπο για να της προσφέρει τις αναγκαίες αυτές υπηρεσίες βοηθού [και όχι αποκλειστικής αδελφής νοσοκόμας] κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα των 3 μηνών υπολογιζόμενου του ποσού αυτού για τους μη οικόσιτους βοηθούς στον ειθισμένο ..., η οποία αμοιβή ανέρχεται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, στο ποσό των 700 ευρώ μηνιαίως [2Χ 350], λαμβανομένου υπόψη ότι όταν πρόκειται για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του μηνάς η αμοιβή τρίτου προσώπου υπολογίζεται σε μηνιαία βάση.
Κατά συνέπεια η εκ της αιτίας αυτής ζημία της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των [3 μήνες επί 700 € =]2100 ευρώ. Περαιτέρω, η ενάγουσα ετύγχανε έμπορος από το 2014 και κατά το χρόνο του ατυχήματος διατηρούσε κατάστημα λιανικού εμπορίου γυναικείων ενδυμάτων, υποδημάτων, εσωρούχων, κοσμημάτων, δώρων και τουριστικών ειδών.
Η ενάγουσα για το φορολογικό έτος 2014 [εισοδήματα ετήσια από 1-1-2014 έως 31-12-2014] δήλωσε ζημία από την επιχειρηματική της δραστηριότητα ποσού 42754,48 ευρώ και ακαθάριστα έσοδα 54277,61 ευρώ.[βλ. προσκομιζόμενη δήλωση φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2014]. Αρα δήλωσε ετήσια καθαρά εισοδήματα 11523,60 ευρώ. Ο ισχυρισμός της τελευταίας ότι αποκέρδαινε από την άνω εργασία της για το έτος 2016 μεικτό ετήσιο εισόδημα 50000 ευρώ με μέσο ετήσιο πραγματοποιούμενο τζίρο 75000 ευρώ και λειτουργικά έξοδα 14000 ευρώ, και άρα ότι είχε καθαρό ετήσιο εισόδημα από την επιχείρησή της 35000 ευρώ, ήτοι μηνιαίο εισόδημα 2916 ευρώ, τυγχάνει αναπόδεικτος, καθόσον πέραν της άνω ρηθείσης φορολογικής δήλωσης που προσκομίζει και επικαλείται, ουδέν άλλο στοιχείο που να επιρρωνύει τον άνω ισχυρισμό συνεισέφερε, η δε κατάθεση του συζύγου της ως μάρτυρος απόδειξης [ο οποίος δεν έχει σχέση με την επιχείρηση] δεν κρίνεται πειστική.
Η ενάγουσα στο σημείο αυτό εξαιτείται απώλεια εισοδήματος με βάση τους παραπάνω υπολογισμούς για το χρονικό διάστημα από 21-5-2016 έως και 6-12-2016 αποτιμώμενη στο συνολικό ποσό των 15163,20 ευρώ, διατεινόμενη ότι κατά το διάστημα αυτό το κατάστημά της υπολειτουργούσε με την βοήθεια τρίτων προσώπων σε ποσοστό 80% με αποτέλεσμα να απολέσει ποσοστό 80% του μέσου μηνιαίου καθαρού εισοδήματος της ως ανωτέρω υπολόγισε, χωρίς να εξειδικεύεται ποια ήταν αυτά τα τρίτα πρόσωπα, δηλαδή αν ήσαν υπάλληλοι που ήδη είχαν προσληφθεί πρό του ατυχήματος, η είχαν προσληφθεί μετά το ατύχημα, ή ήσαν γνωστοί της ενάγουσας που παρείχαν εργασία προκειμένου να στηρίξουν την ενάγουσα αφιλοκερδώς η με χρηματικό αντάλλαγμα, καθισταμένου ούτω του άνω ισχυρισμού απορριπτέου ως αορίστως προβαλλόμενου.
Μετά το ως άνω χρονικό διάστημα η ενάγουσα προέβη σε διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης της (18-1-2017) με πώληση των παγίων εγκαταστάσεων αυτής οπότε και μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη [απ' όπου κατάγεται και διαμένει] όπου αναζήτησε και βρήκε νέα εργασία. Συγκεκριμένα την 9-12-2016 προσλήφθηκε με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με τη ιδιότητα της ιδιωτικής υπαλλήλου (πωλήτριας) από τη "...
ΟΕ". Το είδος της καταρτισθείσας σύμβασης μεταξύ αυτής και της ως άνω εταιρείας είναι σύμβαση πλήρους απασχόλησης (40 ώρες εβδομαδιαίως) και το σύνολο των μικτών αποδοχών της ανέρχεται στο ποσόν των 761,90 Ε μηνιαίως. Στην ως άνω εταιρεία εξακολουθεί να εργάζεται έως σήμερα. Η ενάγουσα διατείνεται ότι εξαιτίας της διακοπής της λειτουργίας της ατομικής της επιχείρησης και της αλλαγής της εργασιακής της ιδιότητας από ελεύθερη επαγγελματίας (έμπορος) σε ιδιωτική υπάλληλος (πωλήτρια) υπέστη μείωση του εισοδήματος της το οποίο από το ποσόν των 2916 ευρώ μηνιαίως που ανέρχονταν κατά τον προ του ατυχήματος χρόνο περιορίστηκε στο ποσό των 761,90 Ε που αποκερδαίνει ως ιδιωτική υπάλληλος ήτοι υπέστη ζημιά ποσού (2916 παλιές αποδοχές -761,90 νέες αποδοχές ) =2154,10 Ε μηνιαίως και ότι με δεδομένη τη για τουλάχιστον μια ακόμη πενταετία λειτουργία της επιχειρήσεως της αν δεν μεσολαβούσε η διακοπή της δραστηριότητας της, η ενάγουσα θα υποστεί κατά το χρονικό διάστημα από τις 9-12-2016 μέχρι τις 8-12-2021 ήτοι επί 5 έτη συνολική ζημία η οποία ανέρχεται στο ποσόν των 2154,10 Ε μηνιαία ζημία της X 60 μήνες)= 129246 εν συνόλω.
Όμως, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι η ενάγουσα διέκοψε την λειτουργία της επιχείρησής της εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος και όχι γιατί η ίδια το επέλεξε. Και αυτό διότι, εάν σύμφωνα με τους προδιαληφθέντες υπολογισμούς της είχε τέτοια καθαρά εισοδήματα, -λαμβάνοντας υπόψιν τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής-, δεν κρίνεται πειστικό γιατί αναγκάσθηκε να διακόψει την λειτουργία της επιχείρησής της μετά από εξάμηνο από την ημερομηνία του ενδίκου ατυχήματος και δεν την συνέχισε μετά από εκείνη την ημερομηνία καθόσον δεν προέκυψε από τα εισφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία ανήκεστος βλάβη σε αυτήν από το ατύχημα σε τέτοιο βαθμό που να την οδήγησε στο κλείσιμο της επιχείρησής της.
Επιπλέον για τη λειτουργία της ατομικής της επιχείρησης ως καταστήματος λιανικού εμπορίου, η ενάγουσα προέβη σε αγορά εγκαταστάσεων (τραπέζια, πάγκοι, ράφια, σταντ, πόνελ, κλιματιστικό, τηλεόραση, ταμειακές μηχανές, σύστημα συναγερμού) και σε έξοδα πρώτης εγκατάστασης, δαπανώντας για τη αιτία αυτή το ποσόν των 14790,48 Ε.
Τις πάγιες εγκαταστάσεις και τα αδιάθετα εμπορεύματα του καταστήματος τα διέθεσε στην εταιρεία "... ΑΕ" αντί του ποσού των 23200,02 ευρώ, εκ των οποίων ποσό 16894,62 αφορά τα αδιάθετα εμπορεύματα και ποσό 6305,40 Ε αφορά τις πάγιες εγκαταστάσεις. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αποτέλεσμα της πώλησης των παγίων εγκαταστάσεων του καταστήματος της στο ποσόν των 6305, 40 αντί της πραγματικής αξίας αυτών η οποία ανέρχονταν το ποσό των 14790,48 ευρώ ήταν να υποστεί ζημία η οποία υπολογίζεται στο συνολικό ποσόν των (14.790,48-6305,40) = 8485,08 Ε., την οποία αιτείται να της αποδοθεί.
Ο άνω ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος κατά τα προαναφερόμενα, καθόσον δεν προέκυψε ότι η διακοπή της επιχείρησης της και η συνακόλουθη πώληση των παγίων εγκαταστάσεων κλπ οφείλεται στις επιπτώσεις από το ένδικο ατύχημα. Ακολούθως, όσον αφορά την επικαλούμενη στην αγωγή της ζημία από τη απώλεια της εμπορικής και πελατειακής αξίας (αέρα) του καταστήματος 40.000 Ε, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη διότι δεν αποδείχθηκε ότι καταβλήθηκαν χρήματα για τον αέρα της επιχείρησης καθόσον στην έγγραφη σύμβαση μίσθωσης που προσκομίζεται δεν γίνεται λόγος παντάπασι περί τούτου, προσέτι, ελλείψει έτερου εγγράφου δεν προκύπτει αν η ενάγουσα κατέβαλε το ποσόν των 40000 ευρώ για τη αγορά αέρα ή σε εξόφληση άλλης υποχρέωσης που ανέλαβε έναντι του εκμισθωτή από τη μισθωτική σχέση.
Τέλος, πρέπει να επιδικαστεί στην ενάγουσα χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που της προξένησε ο κατά τα προαναφερόμενα τραυματισμός της, η οποία (χρηματική ικανοποίηση) αφού ληφθεί υπόψη το είδος το τραυματισμού της, η ηλικία της, ο βαθμός υπαιτιότητας του πρώτου των εναγομένων, ο βαθμός συνυπαιτιότητας της ιδίας στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος, και γενικότερα η οικονομική και κοινωνική κατάσταση τη ενάγουσας, πρέπει να οριστεί σε (6.6.10000) ...
ευρώ, ποσό το οποίο κρίνεται εύλογο με βάση τα προμνημονευόμενα. Ενόψει των προεκτιθεμένων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του ένδικου ατυχήματος τον πρώτο εναγόμενο απορρίπτοντας σχετική ένσταση συνυπαιτιότητάς της στην επέλευση του ατυχήματος έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει οι σχετικοί λόγοι της από 28-3-2019 έφεσης που είχαν ασκήσει οι Ν..
Κ. κλπ, με τους οποίους προσάπτονται οι σχετικές αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης ως προς την κρίση της για τα ανωτέρω, να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ ουσία. Προσέτι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του 1} αποφάνθηκε ότι η ενάγουσα είχε ανάγκης υποκατάστατου προσώπου καταβάλλοντάς της το ποσό ευρώ μικρότερο του ορισθέντος, 2} αποφάνθηκε ότι η ανωτέρω δικαιούνταν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ποσού μικρότερου από του ως άνω ορισθέντος, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει οι σχετικοί λόγοι της από 11-10-2018 έφεσης με τους οποίους προσάπτονται οι σχετικές αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης ως προς την κρίση της, να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ ουσία.
Μετά ταύτα, δέον να γίνουν δεκτές ως βάσιμες κατ' ουσία οι κρινόμενες εφέσεις κατά τους σχετικούς λόγους των, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της ... να διακρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο για ουσιαστική εκδίκαση (αρθρ. 535 ΚΠολΔ) και ενόψει των όσων κατά τα προδιαληφθέντα αποδείχτηκαν και έγιναν δεκτά, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η από 26-5- 2017 αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν προς την ενάγουσα το ποσό των ευρώ [2100 +50 +50 +50 +10 +10000] = 12260 με τον τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση[και όχι με τον νόμιμο τόκο επιδικίας καθόσον προκύπτει το εύλογο της επιδικίας εκ μέρους των εναγομένων δεδομένης της αμφισβήτησης της υπαιτιότητας τους από τους τελευταίους]. ...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω του ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ., 12 § 1, 19 §§ 1, 2 και 3 και 38 του Κ.Ο.Κ., καθόσον, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό των εννοιών της υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου οδηγού του τουριστικού λεωφορείου (κατά ποσοστό 40%) και της συνυπαιτιότητας της πεζής αναιρεσείουσας (κατά ποσοστό 60%) και δικαιολογούν την απόρριψη του ισχυρισμού της τελευταίας, για αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου οδηγού του οχήματος.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, κατά το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και πρέπει ν` απορριφθούν. Επίσης, το Δικαστήριο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ, και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως.
Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς, τόσο του οδηγού-πρώτου αναιρεσιβλήτου, όσο και της τραυματισθείσας πεζής, και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, καθώς και ως προς την συνυπαιτιότητα αυτών, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά που επέδειξε έκαστος τούτων για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.
Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς και ασαφούς αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, όπως αυτή διατείνεται, δεν διευκρινίζεται: α) η ταχύτητα με την οποία εκινείτο ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγώντας το τουριστικό λεωφορείο και β) δεν προσδιορίζεται η απόσταση που μεσολαβούσε μεταξύ του λεωφορείου και της ιδίας (αναιρεσείουσας) όταν αυτή κατήλθε το πρώτον στο οδόστρωμα, καθόσον επί των ως άνω φερομένων πλημμελειών η προσβαλλομένη διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, και συγκεκριμένα ότι α) ο πρώτος αναιρεσίβλητος ενώ εκινείτο με ταχύτητα που δεν αποδείχθηκε ότι ξεπερνούσε το επιτρεπόμενο όριο [50 χλμ/ωρα], β) είχε αντιληφθεί την κίνηση της πεζής αναιρεσείουσας η οποία βάδιζε αρχικώς βιαστικά επί του πεζοδρομίου και ενώ ο ίδιος προσέγγιζε την διάβαση πεζών, δεν προσπάθησε να μειώσει η και να διακόψει την κίνηση του λεωφορείου εις τρόπον ώστε εάν εκείνη κατερχόταν ανέλεγκτα στο οδόστρωμα, εκείνος να διέκοπτε την κίνηση του λεωφορείου και έτσι να απέφευγε πρόσκρουσή του επ' αυτής, γ) κινήθηκε με την ίδια ως πρότερον ταχύτητα, με συνέπεια όταν εκείνη απρόσεκτα κατήλθε επί του οδοστρώματος ευρισκόμενη σε μικρή απόσταση από το λεωφορείο, ο οδηγός του τελευταίου να μην είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του και να την αποφύγει και δ) η αναιρεσείουσα πεζή κινούμενη αρχικά επί του πεζοδρομίου με σπουδή, όταν έφθασε στην άκρη προκειμένου να κατέλθει επί του οδοστρώματος, δεν άσκησε τον προσήκοντα έλεγχο της κυκλοφοριακής κίνησης εξ αριστερών της, αφού εάν είχε προβεί σε τέτοιον έλεγχο θα είχε αντιληφθεί την κίνηση του λεωφορείου σε μικρή απόσταση από το σημείο που θα κατερχόταν και δεν θα συνέχιζε εωσότου περνούσε το όχημα, επιβεβαιώνεται δε τούτο, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης και από το σημείο που έγινε η πρόσκρουση του αυτοκινήτου στο σώμα της.
Η έλλειψη της προσβαλλόμενης απόφασης όπως διαλάβει την κατά προσέγγιση ταχύτητα, με την οποία όφειλε να βαίνει ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος, δεν ασκεί επιρροή στην πληρότητα της προσβαλλόμενης απόφασης καθόσον, όσον αφορά την ταχύτητα, όπως προεκτέθηκε, αναφέρεται ότι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ήταν 50 χλμ.
την ώρα και ο πρώτος αναιρεσίβλητος έβαινε με ταχύτητα εγγίζουσα το όριο αυτό των 50 χλμ. την ώρα, όσον αφορά δε τον αποφευκτικό ελιγμό αναφέρεται ότι επιχείρησε ελιγμό προς τα αριστερά, πλην όμως του αποδίδεται η αμέλεια "ότι οδηγούσε χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς", στους οποίους περιλαμβάνεται και ο επιτυχής αποφευκτικός ελιγμός.
Συνεπώς, οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ως ελλείψεις και ασάφειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται κατά τα λοιπά με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της εκ πλαγίου παραβάσεως των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα της συνυπαιτιότητας στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος.
Κατ` ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη, κατ' εκτίμηση του σχετικού λόγου, για την εκ του άρθρου 559 αρ. 19 πλημμέλεια, και συγκεκριμένα ότι απέρριψε το κονδύλιο αποζημίωσής της, λόγω της επελθούσας μειώσεως των εισοδημάτων της από την αλλαγή της επαγγελματικής της κατάστασης, από ελεύθερη επαγγελματίας σε ιδιωτική υπάλληλο διαλαμβάνοντας επ' αυτού αντιφατικές αιτιολογίες όσον αφορά τα κέρδη που αυτή αποκόμιζε από την εμπορική της δραστηριότητα.
Συγκεκριμένα με τον λόγο αυτόν της αναίρεσης ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι η προσβαλλομένη διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες συνίστανται στο ότι δεν μπορούν να ισχύουν ταυτόχρονα τόσο το γεγονός ότι της συνέφερε (της αναιρεσείουσας) να διακόψει την λειτουργία της επιχείρησής της αφού αυτή παρουσίαζε χαμηλά κέρδη (καθόσον αποδείχθηκαν αβάσιμα τα όσα ισχυριζόταν με την αγωγή της περί του ύψους αυτών, όσο και το γεγονός ότι της συνέφερε να συνεχίσει τη λειτουργία της επιχείρησής της αφού αυτή παρουσίαζε τα υψηλά καθαρά εισοδήματα που ισχυριζόταν με την αγωγή της.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον τα προαναφερόμενα αποτελούν τα πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως.
Με τον λόγο αυτόν αναιρέσεως ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής, ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 230/2016, ΑΠ 571/2004). Περαιτέρω η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ορισμένο ή αόριστο αγωγής, ως προς την έκθεση σ` αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του επικαλουμένου κανόνα δικαίου (ποσοτική αοριστία), υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένο ή αόριστο τον ισχυρισμό, λαμβάνοντας υπόψη στην πρώτη περίπτωση γεγονότα καίτοι δεν διαλαμβάνονταν στον προβληθέντα ισχυρισμό ή μη λαμβάνοντας στη δεύτερη περίπτωση υπόψη γεγονότα που διαλαμβάνονταν σ` αυτόν. (ΑΠ 736/2019, ΑΠ 1096/2008).
Με τον 3ο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του σχετικού λόγου, για την από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα διότι απέρριψε ως αόριστο το αίτημα αυτής για την καταβολή αποζημίωσης ποσού 15163,20 ευρώ, λόγω της μείωσης των εισοδημάτων της, εφόσον εξαιτίας του τραυματισμού της δεν μπορούσε η ίδια να ασκεί την επαγγελματική της δραστηριότητα και για το χρονικό διάστημα από 21-5-2016 έως 6-12-2016 η επιχείρησή της υπολειτουργούσε με τη βοήθεια τρίτων προσώπων σε ποσοστό 80%.
Ειδικότερα η προσβαλλομένη απέρριψε το εν λόγω κονδύλιο ω εξής: "Η ενάγουσα στο σημείο αυτό εξαιτείται απώλεια εισοδήματος με βάση τους παραπάνω υπολογισμούς για το χρονικό διάστημα από 21-5-2016 έως και 6-12-2016 αποτιμώμενη στο συνολικό ποσό των 15163,20 ευρώ, διατεινόμενη ότι κατά το διάστημα αυτό το κατάστημά της υπολειτουργούσε με την βοήθεια τρίτων προσώπων σε ποσοστό 80% με αποτέλεσμα να απολέσει ποσοστό 80% του μέσου μηνιαίου καθαρού εισοδήματος της ως ανωτέρω υπολόγισε, χωρίς να εξειδικεύεται ποια ήταν αυτά τα τρίτα πρόσωπα, δηλαδή αν ήσαν υπάλληλοι που ήδη είχαν προσληφθεί προ του ατυχήματος, η είχαν προσληφθεί μετά το ατύχημα, ή ήσαν γνωστοί της ενάγουσας που παρείχαν εργασία προκειμένου να στηρίξουν την ενάγουσα αφιλοκερδώς η με χρηματικό αντάλλαγμα, καθισταμένου ούτω του άνω ισχυρισμού απορριπτέου ως αορίστως προβαλλόμενου".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν κήρυξε παρά τον νόμο δικονομικό απαράδεκτο και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την δικονομική διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ για το ανωτέρω κονδύλιο, καθόσον η αγωγή, ως προς το εν λόγω αίτημα αυτής, δεν περιείχε τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία για να είναι ορισμένη και συγκεκριμένα δεν περιελάμβανε τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, με τα οποία θα εξειδικεύονταν το σχετικό αίτημα και θα καθιστούσε δυνατή την αξιολόγησή του από το Δικαστήριο της ουσίας και τον υπολογισμό της απώλειας ή μη των εισοδημάτων της.
Επομένως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία της αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου - θύματος (τόσο της ηθικής βλάβης όσο και της ψυχικής οδύνης) και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1414/2019, ΑΠ 838/2017).
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2017, ΑΠ 9/2015).
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 34/2022, ΑΠ 170/2020, ΑΠ 642/2020, ΑΠ 1414/2019).
Με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμός 1και 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή της διατάξεως, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 932 του ΑΚ και της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, επιδίκασε σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο, όπως ισχυρίζεται, είναι καταφανώς χαμηλό σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις.
Με αυτά, τα οποία ανωτέρω έκρινε και δέχθηκε το Εφετείο και καθόρισε τη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης στο ποσό των 10.000,00 ευρώ δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καθορίσει στο ως άνω ποσό το ύψος της οφειλόμενης στην αναιρεσείουσα χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων αναφέρεται ρητά στις αποδειχθείσες συνθήκες του ατυχήματος, και στον βαθμό συνυπαιτιότητας αυτής στην πρόκληση των σωματικών βλαβών που υπέστη, ενώ εξ άλλου στο πλαίσιο της ελεύθερης από μέρους του Εφετείου εκτίμησης όλων των στοιχείων, που προσδιορίζουν το ύψος της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης, δεν είχε υποχρέωση το Εφετείο να αιτιολογήσει ειδικότερα την απόφασή του ως προς κάθε ένα από τα στοιχεία αυτά.
Συνεπώς, η προσβαλλομένη ως προς το αίτημα αυτό ουδόλως παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας ή υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας. Επομένως, ο ανωτέρω τέταρτος αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που δεν κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9-3-2020 αίτηση της Μ. Χ. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 518/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ