Supreme Court allows appeal against excessive compensation for mental anguish violating proportionality principle.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a lower court's decision awarding excessive compensation for mental anguish in a wrongful death case. The appellants argued the awarded sum violated the principle of proportionality under the Constitution, while the respondent maintained the amount was within judicial discretion. The court ruled that the awarded sum was disproportionately high compared to the suffering and established precedent, thus overturning the lower judgment and remanding the case for a new trial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 932 Civil Code; Art. 25(1) Constitution: The Supreme Court established that civil courts must apply the principle of proportionality when determining compensation for mental anguish, and awards exceeding reasonable limits based on common practice violate constitutional rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 642 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 642/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ουρανία Παπαδάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Γ. Ζ. του Α., 2) Α. Ζ. του Α., 3) Χ. Ζ. του Α., 4) Ι. Ζ. του Α., 5) Ε. Ζ. του Α., 6) Κ. Ζ. του Α. και 7) Α. Ζ. του Α., κατοίκων ... (συνοικία ...), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο - Ευάγγελο Μηναιόπουλο, καθώς και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η κλήση: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Κανέτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23900/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 872/2003 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 25-2-2006 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 289/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 11-11-2018 κλήση των αναιρεσειόντων - καλούντων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ουρανία Παπαδάκη διάβασε την από 8-9-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ευτύχιου Παλαιοκαστρίτη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα έρχεται για να συζητηθεί, με την από 11 Νοεμβρίου 2018 κλήση των αναιρεσειόντων, η από 25-2-2006 (αριθμ. καταθ. 74/2006) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 872/2003 οριστικής απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των αυτοκινητιστικών διαφορών, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 289/2009 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης, λόγω μη νομίμου επισπεύσεως της συζήτησης, από την εκ των αιτουσών Α. Ζ.. Η κρινομένη αίτηση έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα, η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου, ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας, πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.
το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό, σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ, αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 464/2017).
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 349/2014).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και κατά το κύριο σκέλος αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, με το να επιδικάσει στους αναιρεσείοντες - ενάγοντες, τέκνα της θανούσας ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, τα ποσά:
α) των 2.000.000 δρχ. στον καθένα, από τους αναιρεσείοντες Γ. Ζ. και Χ. Ζ., β) των 3.000.000 δρχ. στον καθένα από τους αναιρεσείοντες, Α. Ζ., Ι. Ζ., Ε. Ζ. και Κ. Ζ. και γ) των 5.000.000 δρχ. στην αναιρεσείουσα Α. Ζ., παραβίασε ευθέως, κατά τον προσδιορισμό τους τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1δ' του ισχύοντος Συντάγματος και την αρχή της αναλογικότητας ως και του άρθρου 932 του ΑΚ, καθόσον, τα επιδικασθέντα ποσά είναι δυσανάλογα μικρά σε σχέση με τα αιτηθέντα και τα συνήθως επιδικαζομένα, κατά παράβαση της Συνταγματικής Αρχής της Αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ορίων της διακριτικής του ευχέρειας του ως άνω Δικαστηρίου.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 872/2003 απόφασή του, καθόσον αφορά στα προσβληθέντα με την ως άνω έφεση των αναιρεσειόντων κεφάλαια χρηματικής ικανοποιήσεως, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Περί ώρα 16.30 της 4.1.2000, έλαβε χώρα αυτοκινητικό ατύχημα στο 481° χιλιόμετρο της Εθνικής οδού Αθηνών - Θεσσαλονίκης κατά το οποίο το υπ' αριθμ. ...
Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ", όπως τούτο συνομολογείται απ' αυτή, οδηγούμενο από τον ιδιοκτήτη του Α. Ζ., στο οποίο επέβαιναν η σύζυγος αυτού Δ. Ζ. και άλλα πέντε άτομα, το ένα απ' αυτά στην καμπίνα του οδηγού και τα υπόλοιπα στην καρότσα (βλ.
έκθεση αυτοψίας της αρμόδιας αστυνομικής αρχής) παρεξέκλινε της πορείας του προς τα δεξιά, σε σχέση με την προς Θεσσαλονίκη κατεύθυνσή του, εξήλθε του οδοστρώματος και προσέκρουσε με σφοδρότητα σε παρακείμενο τοιχείο φρεατίου αρδευτικού καναλιού (βλ. πρόχειρο σχεδιάγραμμα της αρμόδιας αστυνομικής αρχής).
Αποτέλεσμα της πρόσκρουσης αυτής ήταν να θανατωθούν ο άνω οδηγός του αυτοκινήτου Α. Ζ. και η επιβαίνουσα στη θέση του συνοδηγού, σύζυγος αυτού, Δ. Ζ., μητέρα των εναγόντων και να τραυματισθούν οι λοιποί επιβαίνοντες στο αυτοκίνητο Κ. Ζ., Α. Ζ., Π. Κ., Λ. Κ. και Ε. Κ.. Αποκλειστικός υπαίτιος του εν λόγω ατυχήματος είναι ο άνω οδηγός γιατί αυτός, εξ αιτίας του ότι οδηγούσε χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, αλλά και του γεγονότος ότι επεβίβασε, στην καμπίνα του οδηγού δύο ακόμη άτομα τα οποία τον εμπόδιζαν στην ελεύθερη οδήγηση, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου με αποτέλεσμα αυτό να παρεκλίνει προς τα δεξιά και ακυβέρνητο πλέον να προσκρούσει όπως προεκτέθηκε στο άνω τοιχείο.
Συνυπαίτια όμως για τον θανάσιμο τραυματισμό της και μάλιστα κατά ποσοστό 30% ήταν και η άνω θανατωθείσα, οικεία των εναγόντων, γιατί αυτή αφ' ενός μεν δέχθηκε να επιβιβασθεί στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο σύζυγός της, στο οποίο επέβαιναν και τα άνω 5 άτομα, εκ των οποίων το ένα μέσα στην καμπίνα του οδηγού, αφ' ετέρου δε για το λόγο ότι αυτή δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας.
Τέλος, εξ αιτίας του θανάτου της ηλικίας 45 ετών μητέρας τους οι ενάγοντες, που είναι τέκνα αυτής (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. .../5.4.2000 πιστοποιητικό του ...) δοκίμασαν βαθύ πόνο και θλίψη και υπέστησαν ψυχική οδύνη και επομένως δικαιούνται χρηματικής ικανοποιήσεως, το ύψος της οποίας, αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες του ατυχήματος, ο βαθμός πταίσματος του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, η συνυπαιτιότητα της θανατωθείσης, ο βαθμός συγγένειας και αγάπης που συνέδεε τον καθένα από τους ενάγοντες με τη θανατωθείσα μητέρα τους, η ηλικία της θανατωθείσης, αλλά και η ηλικία ενός εκάστου των εναγόντων και το γεγονός ότι μερικοί απ' αυτούς κατά τον χρόνο του θανάτου της μητέρας τους ήταν έγγαμοι και αποτελούσαν ήδη χωριστή οικογένεια και η οικονομική και κοινωνική κατάσταση των εναγόντων, πρέπει να προσδιορισθεί στο ποσό των 2.000.000 δραχμών για την πρώτη των εναγόντων, στο ποσό των 3.000.000 δραχμών για την δεύτερη των εναγόντων, στο ποσό των 2.000.000 δραχμών για τον τρίτο των εναγόντων, στο ποσό των 2.000.000 δραχμών για τον τέταρτο των εναγόντων, στο ποσό των 3.000.000 δραχμών για την πέμπτη των εναγόντων, στο ποσό των 3.000.000 δραχμών για την έκτη των εναγόντων και στο ποσό των 5.000.000 δραχμών για την τελευταία των εναγόντων.
Ύστερα από αυτά πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος και ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες τα ως άνω ποσά".Και με τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 23900/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει την αγωγή (ελλείψει καταβολής δικαστικού ενσήμου για το καταψηφιστικό αίτημά της και ως μη νόμιμης), δέχθηκε εν μέρει αυτήν (αγωγή) και υποχρέωσε την εναγόμενη - αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα - αναιρεσείουσα, Γ.
Ζ. ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, το ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών, στη δεύτερη ενάγουσα - αναιρεσείουσα Α. Ζ. το ποσό των τριών εκατομμυρίων (3.000.000) δραχμών, στον τρίτο ενάγοντα - αναιρεσείοντα Χ. Ζ. το ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών, στον τέταρτο ενάγοντα - αναιρεσείοντα Ι.
Ζ. το ποσό των τριών εκατομμυρίων (3.000.000) δραχμών, στην πέμπτη ενάγουσα - αναιρεσείουσα Ε. Ζ. το ποσό των τριών εκατομμυρίων (3.000.000) δραχμών, στην έκτη ενάγουσα - αναιρεσείουσα Κ. Ζ. το ποσό των τριών εκατομμυρίων (3.000.000) δραχμών και στην έβδομη ενάγουσα - αναιρεσείουσα Α. Ζ. το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών, νομιμοτόκως στον καθένα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Με αυτά που έκρινε το Εφετείο και καθόρισε τη χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσειόντων, λόγω ψυχικής οδύνης τους στα προαναφερθέντα ποσά, παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει, την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον τα επιδικασθέντα ως άνω ποσά, δεν τελούν σε σχέση ανεκτής αναλογίας με την ψυχική οδύνη, που δέχθηκε αυτό ότι υπέστησαν οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες, υπό τις περιστάσεις που
προαναφέρθηκαν και κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπονται δε και μάλιστα καταφανώς των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις, ποσών. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του που προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον το επικαλούμενο από τους αναιρεσείοντες ως δίδαγμα της κοινής πείρας, συνιστάμενο στο ότι υπό την υφιστάμενη κοινωνική και οικογενειακή δομή και τις κρατούσες στην κοινωνία μας οικογενειακές σχέσεις, μεταξύ των μελών μιας οικογένειας υφίσταται στενότατος οικογενειακός και προσωπικός σύνδεσμος, και ως εκ τούτου σε περίπτωση θανατώσεως ενός μέλους της οικογένειας από αδικοπραξία, τα υπόλοιπα μέλη υφίστανται ψυχική θλίψη και ταλαιπωρία, δεν αφορά την ερμηνεία του κανόνα δικαίου του άρθρου 932 ΑΚ ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν, αλλά στην εξακρίβωση από το δικαστήριο της ουσίας της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών, και ειδικότερα της διατήρησης ή μη στενότατου ψυχικού συνδέσμου των εναγόντων με τη θανούσα κατά το ένδικο ατύχημα μητέρα τους, ως κριτήριο για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχική οδύνης.
Τέλος, όλες οι αιτιάσεις των λοιπών λόγων αναίρεσης, που αφορούν στο ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, απαραδέκτως προβάλλονται κατ' άρθρο 561 ΚΠολΔ, εφόσον το ποσό αυτής, αποφασίζεται κατ' αρχήν αναιρετικά ανέλεγκτα, με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά μέσα που θέτουν στη διάθεση του Δικαστηρίου οι διάδικοι.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων, που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παράβολου, σύμφωνα με το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, οι οποίοι παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 872/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ