Supreme Court dismisses appeal on custody case where lower court correctly applied law despite missing social service report.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's custody ruling. The appellant argued the lower court erred by proceeding without a mandatory social service report required by the old law. The court clarified that the relevant law was repealed in 2016 and the new provisions do not mandate such a report for cases filed after that date. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 111(2), 118(4), 216(1) of the Code of Civil Procedure; The absence of a social service report in custody cases filed after January 1, 2016, does not constitute a ground for appeal or invalidity under the new procedural framework.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1175 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1175/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ά. Τ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά - Απόστολο Ιατρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Α., συζύγου Ά. Τ., το γένος Δ. Ζ., κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούσα την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου της Δ. Τ., κατοίκου ομοίως. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Αναγνωστόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13-9-2017 και 14-9-2017 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου και του ήδη αναιρεσείοντος αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3041/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1599/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-9-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 597/2015).
Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης).
Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η δε πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 917/2017).
Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 106/2015).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489, 1493 ΑΚ προκύπτει ότι οι γονείς έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμη και εάν αυτό έχει περιουσία, της οποίας όμως τα εισοδήματα ή το προϊόν της εργασίας του ή άλλα τυχόν εισοδήματά του, δεν αρκούν για τη διατροφή του.
Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για τη συντήρηση και εν γένει εκπαίδευσή του έξοδα. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη επιτήρησης και εκπαίδευσης και την κατάσταση της υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου.
Για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής αξιολογούνται κατ' αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου, καθοριστικό δε στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβίωσής του, χωρίς όμως να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις.
Η κατά τα ως άνω υποχρέωση των γονέων προς διατροφή του τέκνου τους βαρύνει αυτούς, κατά το άρθρο 1489 παρ. 2 ΑΚ, ανάλογα με τις δυνάμεις τους (ΑΠ 995/2019). Στοιχεία δε θεμελιωτικά του δικαιώματος διατροφής τέκνου, τα οποία πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, να περιέχονται στη σχετική αγωγή για το ορισμένο αυτής, είναι η αδυναμία του ανηλίκου τέκνου να διατρέφει τον εαυτό του από τα εισοδήματα της περιουσίας ή το προϊόν της εργασίας του, τα περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου γονέα, οι ανάγκες του ανηλίκου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του, οι οποίες είναι προσδιοριστικές του ύψους της διατροφής που πρέπει να του καταβληθεί, και το αιτούμενο, για όλες αυτές τις ανάγκες του, συνολικό ύψος της δαπάνης, που αποτελεί την κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις ανάλογη διατροφή του, χωρίς να απαιτείται να προσδιορίζεται στο δικόγραφό της με ακρίβεια και το απαραίτητο για την κάλυψη κάθε επί μέρους ανάγκης του χρηματικό ποσό ούτε και να εκτίθενται και οι οικονομικές δυνατότητες του άλλου γονέα, διότι το στοιχείο αυτό ανήκει στη βάση ένστασης από το άρθρο 1489 παρ. 2 ΑΚ, την οποία μπορεί να προτείνει ο εναγόμενος προς περιορισμό της υποχρέωσής του προς διατροφή, ισχυριζόμενος ότι το τέκνο έχει δικαίωμα διατροφής έναντι και του άλλου γονέα ο οποίος υποχρεούται να συμβάλλει στη διατροφή του τέκνου, ανάλογα με τις προσδιορισμένες με την ένσταση οικονομικές του δυνατότητες (ΑΠ 124/2017, ΑΠ 1322/2013, ΑΠ 1388/2009).
Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις των άρθρων 1486 επ ΑΚ, που ρυθμίζουν τους όρους της επιδίκασης διατροφής του ανηλίκου τέκνου, συνάγεται ότι μεταξύ των προϋποθέσεων αυτής δεν περιλαμβάνεται και το χρονικό διάστημα για το οποίο ζητείται η διατροφή και, συνεπώς, ο ενάγων στην αγωγή του, με την οποία ζητεί την επιδίκαση διατροφής δεν υποχρεούται να ορίσει για ποιο χρονικό διάστημα ζητεί αυτή, αλλά έχει απλώς δικαίωμα να την περιορίσει στο κατά την κρίση του διάστημα (διετία, κατά τη συνήθη, αλλά μη δεσμευτική, πρακτική), επιφυλασσόμενος, έτσι, σιωπηρώς, για την άσκηση νέας αγωγής, υπό νέους όρους, για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα.
Σε περίπτωση δε που εκλείψουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του σχετικού δικαιώματος, εναπόκειται στον υπόχρεο να επικαλεστεί την άρση αυτών, κατ' άρθρο 1494 ΑΚ, αφού το προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή δικαίωμα έχουν και ο δικαιούχος και ο υπόχρεος. Επομένως, ο μη προσδιορισμός του χρονικού διαστήματος, για το οποίο ζητείται διατροφή, δεν καθιστά την αγωγή αόριστη.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση του περιεχομένου της από 13-9-2017 αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ως προς το κεφάλαιο της διατροφής του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, προκύπτει ότι σ' αυτή εκτίθενται λεπτομερώς η τέλεση νομίμου γάμου μεταξύ των διαδίκων και η γέννηση από αυτόν στις 27-10-2010 του ανηλίκου τέκνου τους Δ., η γενεσιουργός αιτία της υποχρεώσεως του αναιρεσείοντος για παροχή διατροφής σε χρήμα στον ανήλικο γιό του, που συνίσταται στην επελθούσα διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων στις 6-3-2017, η ιδιότητα με την οποία άσκησε την αγωγή η αναιρεσίβλητη, στην οποία ανατέθηκε η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου με την 1168/2017 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η περιουσιακή κατάσταση του αναιρεσείοντος, οι βιοτικές ανάγκες του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του, καθώς και το συνολικό χρηματικό ποσό που απαιτείται κάθε μήνα για την κάλυψη των αναγκαίων αυτών δαπανών του ανηλίκου, ανερχόμενο στο ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως, το οποίο και ζήτησε η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος (αναιρεσείων) να της καταβάλει "προκαταβολικά την πρώτη ημέρα κάθε μήνα, ως έχουσα την επιμέλεια του ανηλίκου".
Με το πιο πάνω περιεχόμενο, η ένδικη αγωγή περιέχει με πληρότητα τα αναγκαία στοιχεία, που προβλέπονται από τις μνημονευόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις, οι οποίες ρυθμίζουν το δικαίωμα διατροφής ανήλικου τέκνου, ενώ δεν ήταν απαραίτητο, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, να προσδιορίζεται και το χρονικό διάστημα της απορίας του ανηλίκου για το οποίο ζητείται η διατροφή.
Επομένως το Εφετείο, που έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που οι ως άνω κανόνες απαιτούν για τη γένεση του δικαιώματος διατροφής του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 1510, 1511, 1512, 1513, 1514 και 1518 ΑΚ συνάγεται, ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του (η οποία εμπεριέχει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του), επί πλέον δε την διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του.
Στην περίπτωση διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος, δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς και ανακύπτει το θέμα της διαμονής των ανηλίκων τέκνων πλησίον του πατέρα ή της μητέρας τους, η ρύθμιση δε της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας αυτών γίνεται από το δικαστήριο.
Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας, στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής, της είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό, ηθικό και γενικά κάθε είδους συμφέρον, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανήλικου σε μια ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα.
Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονται από τον νομοθέτη εκ των προτέρων προσδιοριστικά στοιχεία, πέραν από το επιβαλλόμενο στο δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής-οικονομικής κατάστασής τους.
Η μικρή ηλικία του ανηλίκου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο, κατά νόμο, στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του ανηλίκου, αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στον ένα από τους γονείς του, γιατί η άποψη, ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους, λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαίτερων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεότερες ιατρικές παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για την νηπιακή ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται σαφής βιοκοινωνική υπεροχή στη μητέρα, ενώ για το μεταγενέστερο χρόνο αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου.
Στην δικαστική, συνεπώς, κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο, ώστε, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου. Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανήλικου τέκνου, καθώς και οι αναπτυχθέντες μέχρι τότε, με ανεπηρέαστη επιλογή, δεσμοί του διαθέτοντος ικανότητα διάκρισης τέκνου με τους γονείς του και τυχόν αδελφούς του.
Για το σκοπό αυτό λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων. Επίσης, οι ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον, το επάγγελμα, η πνευματική τους ανάπτυξη και η δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, η ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στο πλαίσιο της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, περιλαμβάνονται στα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου.
Τούτο δε ισχύει ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα των γονέων ως προς το διαζύγιο ή τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, εκτός εάν η συμπεριφορά του υπαίτιου έχει επιδράσει και στην άσκηση της γονικής μέριμνας-επιμέλειας, ώστε να ανακύπτει αντίθεση στο συμφέρον του τέκνου, λόγω της έκτασης και της βαρύτητας της συμπεριφοράς του αυτής, δηλωτικής της δομής του χαρακτήρα του και της εν γένει προσωπικότητάς του, έτσι ώστε και έναντι του τέκνου να αναμένεται από αυτόν η τήρηση της ίδιας συμπεριφοράς.
Το συμφέρον του τέκνου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια, προς διαπίστωση δε της συνδρομής του εξετάζονται πάντα τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις. Ουσιώδους σημασίας είναι και η επισημαινόμενη στο νόμο ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμησή του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο, ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού της ωριμότητάς του, καθώς και οι τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του τέκνου σχετικά με την επιμέλεια και τη διοίκηση της περιουσίας του.
Με δεδομένη την ύπαρξη του εν λόγω δεσμού του τέκνου προς το συγκεκριμένο γονέα, αυτός θεωρείται ότι έχει τη δυνατότητα αποτελεσματικότερης διαπαιδαγώγησης προς όφελος του ανηλίκου και επομένως ότι είναι ο πλέον κατάλληλος για την επιμέλειά του, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση, ότι ο ιδιαίτερος αυτός δεσμός του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του έχει αναπτυχθεί φυσιολογικά και αβίαστα ως ψυχική στάση, η οποία είναι προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανηλίκου, που έχει τη στοιχειώδη ικανότητα διάκρισης.
Πρέπει δε να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη, ότι ο ανήλικος, που έχει ακόμη ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητά του υπό διαμόρφωση, υπόκειται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων ή άλλων, οι οποίες, έστω και χωρίς επίγνωση γενόμενες, οδηγούν ασφαλώς στο σχηματισμό της μονομερούς διαμόρφωσης και προτίμησης προς τον ένα από τους γονείς, οπότε η προτίμηση του δεν εξυπηρετεί πάντοτε και το αληθές συμφέρον του.
Περαιτέρω, εφόσον το συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο, η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα, αν η απόφαση περιέχει κρίση για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος του τέκνου, πλην όμως αυτή είναι εσφαλμένη, δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά το εδ. β' της τελευταίας διάταξης ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλ.
για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1016/2019, ΑΠ 1422/2019, ΑΠ 1526/2017, ΑΠ 1550/2017).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος σχετικά με την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι... τέλεσαν νόμιμο γάμο... στις 16-9-2010 και από το γάμο τους αυτόν απέκτησαν ένα τέκνο, τον Δ., που γεννήθηκε στις 27-10-2010.
Μετά το γάμο τους οι διάδικοι εγκαταστάθηκαν σε ιδιόκτητο διαμέρισμα του... (αναιρεσείοντος), που βρίσκεται στον ..., επί της οδού ..., το οποίο απετέλεσε την οικογενειακή τους στέγη έως τις 7-3-2017, οπότε, η... (αναιρεσίβλητη) απεχώρησε από αυτή και εγκαταστάθηκε μαζί με το ανήλικο τέκνο τους Δ. στην πατρική της οικία..., όπου έκτοτε κατοικεί, φιλοξενούμενη από τους γονείς της.
Ακολούθως με την υπ' αριθμό 11668/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων επί αντίθετων αιτήσεων των διαδίκων, ανατέθηκε προσωρινά στην... (αναιρεσίβλητη) η αποκλειστική άσκηση της επιμέλειας του ανήλικου Δ., ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του... (αναιρεσείοντος) με το παραπάνω ανήλικο τέκνο του κατά τον αναφερόμενο στην απόφαση τρόπο και υποχρεώθηκε αυτός να καταβάλει στην αρχή κάθε μήνα ως συνεισφορά στη διατροφή του τέκνου του το ποσό των 270 ευρώ.....
Η έγγαμη σχέση των διαδίκων υπήρξε από την αρχή προβληματική και ιδιαίτερα δυσαρμονική, συνοδευόμενη από εκατέρωθεν ύβρεις, προπηλακισμούς, προσβολές και μηνύσεις, εξακολουθεί δε έως σήμερα να είναι ιδιαίτερα τεταμένη και έκρυθμη, γεγονός που έχει επηρεάσει αρνητικά την ψυχοσυναισθηματική κατάσταση του ανήλικου, o οποίος βρίσκεται εκτεθειμένος σε έντονες ενδοοικογενειακές συγκρούσεις που συνοδεύονται από εκτόξευση εκατέρωθεν σφοδρών κατηγοριών.
Ο... (αναιρεσείων) διακατέχεται από καχυποψία, φοβίες και εμμονές απέναντι στη σύζυγό του, την οποία θεωρεί ακατάλληλη ως μητέρα και ανίκανη να ασκήσει το γονεϊκό της ρόλο, ενώ το ίδιο αρνητική είναι και η εικόνα που έχει για τους γονείς και τα αδέλφια της συζύγου του, την οποία συνειδητά ή ασυνείδητα προσπαθεί να μεταδώσει και στον ανήλικο.
Έχοντας αυτή τη στάση απέναντι στη σύζυγό του ο... (αναιρεσείων) ανέθεσε τη φροντίδα του τέκνου τους στη μητέρα του [γιαγιά του τέκνου], στο σπίτι της οποίας αυτό παρέμενε έως αργά το βράδυ, ενώ κατά τις ημέρες που το τέκνο δεν είχε σχολείο το έπαιρνε μαζί του στην εργασία του, προκειμένου να μην παραμένει μαζί με τη σύζυγό του και μητέρα του ανηλίκου, γεγονός που προκαλούσε εκρήξεις οργής στην... (αναιρεσίβλητη) και έκρυθμες καταστάσεις, που λύνονταν με την παρέμβαση της αστυνομίας.
Από την άλλη η... (αναιρεσίβλητη), ενεργώντας κυκλοθυμικά και ανώριμα επέτεινε με τη συμπεριφορά της το παραπάνω κλίμα αντιπαράθεσης, διατεινόμενη ότι ο σύζυγός της είναι παρανοϊκός, ότι πάσχει από σχιζοφρένεια και ότι είναι επικίνδυνος, άποψη την οποία εκφράζει κατ' επανάληψη και με ιδιαίτερη ένταση ακόμη και ενώπιον του τέκνου τους.
Τον Απρίλιο του 2016 η... (αναιρεσίβλητη) αντιλαμβανόμενη τον αρνητικό αντίκτυπο και τη σοβαρή ψυχική επιβάρυνση που δημιουργεί η κατάσταση αυτή στον ανήλικο Δ., απευθύνθηκε τηλεφωνικά στο Κέντρο Παιδοψυχικής Υγιεινής..., με αίτημα την παροχή βοήθειας στην ίδια, το σύζυγό της και το τέκνο τους λόγω των δυσχερών συνθηκών που επικρατούσαν στην οικογένειά τους.
Κατά την κλινική εξέταση του ανήλικου που έλαβε χώρα στις 8-6-2016 εκτιμήθηκε ότι αυτός παρουσιάζει "Διαταραχή του συναισθήματος και δυσθυμία επί εδάφους αλλοιωμένης ισορροπίας των οικογενειακών σχέσεων". Από την υπηρεσία προτάθηκε η άμεση υποστήριξη του παιδιού από παιδοψυχίατρο, η παραπομπή των γονέων σε χώρο ψυχικής υγείας ενηλίκων και η έναρξη συνεργασίας με την τοπική Κοινωνική Υπηρεσία του Δήμου της κατοικίας τους.
Περαιτέρω χορηγήθηκαν στον ανήλικο ψυχοθεραπείες, εργοθεραπείες και λογοθεραπείες αρχικά για 6 μήνες. Η ίδια υπηρεσία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ελλοχεύει κίνδυνος για την ψυχοσυναισθηματική ισορροπία του παιδιού, αποδίδοντας τις εντάσεις σε προσωπικές δυσκολίες των γονέων.... Ακολούθως ο ανήλικος τέθηκε υπό την παρακολούθηση του παιδοψυχίατρου..., ενώ το Κέντρο Παιδοψυχικής Υγιεινής αξιολογώντας την κατάσταση ως εξαιρετικά δύσκολη ενημέρωσε την Εισαγγελία Ανηλίκων, η οποία παρήγγειλε στην Κοινωνική Υπηρεσία του Δήμου..
τη διενέργεια κοινωνικής έρευνας για τη διακρίβωση των συνθηκών διαβίωσης του ανήλικου.... Τη διενέργεια της κοινωνικής έρευνας ανέλαβε η κοινωνική λειτουργός του Δήμου.... Η συνταχθείσα από την παραπάνω κοινωνική λειτουργό έκθεση κοινωνικής έρευνας δεν προσκομίζεται, από την απάντηση όμως της κοινωνικής λειτουργού στην αίτηση διαμαρτυρίας που κατέθεσε ο (αναιρεσείων) σε βάρος της..., προκύπτει (ότι) ο ανωτέρω.... (αναιρεσείων) αποφάσισε παρά τις συστάσεις της κοινωνικής υπηρεσίας να διακόψει τις συνεδρίες του ανηλίκου με τον παιδοψυχίατρο..., θεωρώντας ότι δεν βοηθάει το παιδί του, παρόλο που ο ανήλικος είχε αρχίσει να χτίζει μία σχέση εμπιστοσύνης μαζί του και να βελτιώνει τη συμπεριφορά του, ενώ με την ίδια λογική και πιθανόν θεωρώντας πως οι επαφές με την ανωτέρω κοινωνική λειτουργό δεν τον βοηθούσαν, καθόσον η τελευταία δεν συμμεριζόταν την άποψή του για πλήρη υπαιτιότητα της συζύγου του και μητέρας του ανηλίκου στα προβλήματα του γάμου τους, άρχισε να γίνεται εριστικός και επιθετικός μαζί της αμφισβητώντας τις προθέσεις της και τον επαγγελματισμό της.
Στα πλαίσια των υποδείξεων του Κέντρου Παιδοψυχικής Υγιεινής οι διάδικοι μετέβησαν στις 7-7-2016 στο Κέντρο Ψυχικής Υγείας... του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου προκειμένου να υποβληθούν σε ψυχιατρική αξιολόγηση και σε ψυχομετρική δοκιμασία. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. πρωτ. 9330/9-5-2017 γνωμάτευση, η ψυχιατρική αξιολόγηση της... (αναιρεσίβλητης) από τον υπογράφοντα αυτή ψυχίατρο...., όπως και η ψυχομετρική δοκιμασία ΜΜΡΙ στο ΚΨΥ, όπως και η επανάληψη της αξιολόγησης από τον ίδιο ψυχίατρο...
στα πλαίσια Εξωτερικών Ιατρείων του ΨΝΘ στις 12-12-2016 κατέληξε σε "απουσία μείζονος ψυχοπαθολογίας κατά την παρούσα φάση". Ο ... (αναιρεσείων) εξετάστηκε από τον ίδιο ψυχίατρο και υποβλήθηκε στην ίδια ψυχομετρική δοκιμασία. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. πρωτ. .../22-8-2016 βεβαίωση του ψυχίατρου... "κατά την κλινική αξιολόγηση, η οποία δεν έγινε με αίτημα του ίδιου, ο... (αναιρεσείων) παρουσίασε το οικογενειακό πρόβλημα το οποίο τον απασχολεί και αφιέρωσε μεγάλο μέρος του χρόνου της αξιολόγησης περιγράφοντας τη συμπεριφορά της συζύγου του και της πατρικής της οικογένειας και αποδίδοντας τις ευθύνες που ο ίδιος πιστεύει ότι έχουν για το οικογενειακό πρόβλημα.
Όσον αφορά τη δική του συμπεριφορά δεν φάνηκε να θεωρεί ότι ο ίδιος χρειάζεται οποιαδήποτε βοήθεια για να την τροποποιήσει", ενώ κατά την εκτίμηση του ίδιου γιατρού ήταν αμυντικός και καχύποπτος απέναντι στη διαδικασία, όσον δε αφορά το αποτέλεσμα της ψυχομετρικής δοκιμασίας o... (αναιρεσείων) δεν συμπλήρωσε 25 διαπιστώσεις, γεγονός το οποίο κατέστησε το αποτέλεσμα άκυρο.
Εξ αυτών σαφώς προκύπτει η αδυναμία του... (αναιρεσείοντος) να αντιληφθεί το μέγεθος της δικής του ευθύνης στη νοσηρή κατάσταση που επικρατεί στην οικογένειά του και η άρνησή του να βελτιώσει τη δική του συμπεριφορά, γεγονός δηλωτικό του χαρακτήρα του και της εν γένει προσωπικότητάς του, έτσι ώστε και απέναντι στο τέκνο του να αναμένεται η ίδια συμπεριφορά.
Παρόλα αυτά στις 12-12-2016 ο... (αναιρεσείων) υποβλήθηκε εκ νέου σε ψυχομετρική δοκιμασία ψυχοπαθολογίας SlR-90 στα εξωτερικά ιατρεία της Ψυχιατρικής Κλινικής Ενηλίκων του ΓΝΘ "Γ.Παπανικολάου", όπως δε προκύπτει από την υπ' αριθμ. πρωτ. .../12-12-2016 ιατρική βεβαίωση γνωμάτευση δεν υπήρξε ένδειξη ενεργούς ψυχοπαθολογίας σε καμία φάση της εξέτασής του επί του παρόντος.
Μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων η... (αναιρεσίβλητη) ακολουθώντας πλήρως τις οδηγίες των υπευθύνων του Κέντρου Παιδοψυχικής Υγιεινής και παρά την αρνητική στάση του.. (αναιρεσείοντος) συνέχισε με δική της πρωτοβουλία τις συνεδρίες του ανήλικου Δ. με τον παιδοψυχίατρο..., ο οποίος στην από 4-1-2018 ιατρική γνωμάτευσή του αναφέρει ότι ο ανήλικος ανταποκρίνεται στη θεραπευτική παρέμβαση και εμφανίζει στοιχεία βελτίωσης.
Παράλληλα ο ανήλικος ύστερα από τη γνωμάτευση που έλαβε από το Κέντρο Παιδοψυχικής Υγιεινής Θεσσαλονίκης, ξεκίνησε στις 26-4-2017 την παρακολούθηση εξατομικευμένου προγράμματος λογοθεραπευτικής και εργοθεραπευτικής παρέμβασης στο Κέντρο Λογοθεραπείας Εργοθεραπείας και Δυσκολιών Μάθησης "Λόγος και Μάθηση"...
και όπως προκύπτει από το από 8-9-2018 έγγραφο της λογοθεραπεύτριας... ο ανήλικος έχει παρουσιάσει αισθητά μεγάλη βελτίωση σε σχέση με το επίπεδο της πρώτης συνεδρίας. Ο ανήλικος Δ. έχει προσαρμοστεί πλήρως στο νέο του περιβάλλον, σύμφωνα δε με την αξιολόγηση του Δ/ντή του Δημοτικού Σχολείου..., που συνοδεύει τον από 17-5-2018 ΤΙΤΛΟ ΠΡΟΟΔΟΥ, με τον οποίο προάγεται για να φοιτήσει στην Γ' τάξη, ο Δ.
έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο από την αρχή της σχολικής χρονιάς τόσο στο μαθησιακό κομμάτι, όσο και στην κοινωνικοποίηση και ένταξή του στο σχολικό περιβάλλον, είναι συνεπώς και επιμελής, φιλικός με τους συμμαθητές του και συμμετέχει σε όλες τις εκπαιδευτικές επισκέψεις και σχολικές εκδηλώσεις, ενώ βελτιωμένη παρουσιάζεται η γενικότερη εικόνα του παιδιού συγκριτικά με παλαιότερες εκτιμήσεις και στην υπ' αριθμ.
πρωτ. ...-4-2018 γνωμάτευση της παιδοψυχιάτρου του Κέντρου Παιδοψυχικής Υγιεινής.... Με βάση τα παραπάνω το Δικαστήριο κρίνει ότι το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ανατεθεί η επιμέλεια αυτού στην ενάγουσα μητέρα του (αναιρεσίβλητη), αφενός διότι δεν πρέπει να διαταραχθεί η συνέχεια των όρων διαβίωσής του, όπως αυτοί έχουν διαμορφωθεί μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των γονέων του....
κι η πρόοδος που έχει επιτευχθεί και αφετέρου διότι η ενάγουσα κρίνεται καταλληλότερη να ασκήσει το λειτούργημα της επιμέλειας του προσώπου του, καθόσον εξαρχής επέδειξε και επιδεικνύει ειλικρινή διάθεση να συμβάλει με τη βοήθεια των ειδικών στην επίλυση των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν στον ανήλικο από την έντονη αντιδικία των γονέων του, σε αντίθεση με την αρνητική προς την κατεύθυνση αυτή και άκαμπτη θέση του εναγομένου - ενάγοντος πατέρα του ανηλίκου (αναιρεσείοντος), ο οποίος αδυνατεί να αντιληφθεί το μερίδιο ευθύνης που του αναλογεί, ώστε να λειτουργήσει προς το συμφέρον του τέκνου του....
Η ενάγουσα, άλλωστε, στην οποία έχει ανατεθεί προσωρινά η επιμέλεια του ανηλίκου, μετά τη διάσπαση της συμβίωσής της με τον εναγόμενο σύζυγό της έχει με επάρκεια ανταποκριθεί στο γονεϊκό της ρόλο, απορριπτομένου του ισχυρισμού του εναγομένου ότι είναι ακατάλληλη και ανίκανη μητέρα. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο που ανέθεσε την αποκλειστική άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του ανηλίκου Δ.
στον ενάγοντα πατέρα του έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων...". Mε βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης ως βάσιμη στην ουσία της, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία είχε ανατεθεί η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου στον αναιρεσείοντα και, στη συνέχεια, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης και ανέθεσε σ' αυτήν την επιμέλεια του ως άνω ανηλίκου.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1512-1514 και 1518 ΑΚ, καθόσον, τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της αόριστης νομικής έννοιας της ύπαρξης συμφέροντος στο πρόσωπο του ανηλίκου, για την εξειδίκευση της οποίας έλαβε υπόψη όλα τα επωφελή για το ανήλικο τέκνο στοιχεία, αφού, πράγματι, με βάση τα περιστατικά αυτά και ιδιαίτερα τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης α) ότι η αναιρεσίβλητη, στην οποία ανατέθηκε προσωρινά η επιμέλεια του ανηλίκου, μετά τη διάσπαση της συμβίωσής της με τον αναιρεσείοντα σύζυγό της, έχει ανταποκριθεί με επάρκεια στο γονεϊκό της ρόλο, β) ότι το ανήλικο έχει προσαρμοστεί πλήρως στο νέο του περιβάλλον και δεν πρέπει να διαταραχθεί η συνέχεια των όρων διαβίωσής του, όπως αυτοί έχουν διαμορφωθεί μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων και η πρόοδος που έκτοτε έχει ήδη επιτευχθεί, και γ) ότι η αναιρεσίβλητη επέδειξε εξ αρχής και συνεχίζει να επιδεικνύει ειλικρινή διάθεση να συμβάλει με τη βοήθεια των ειδικών στην επίλυση των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν στον ανήλικο από την έντονη αντιδικία των γονέων του, σε αντίθεση με τον αναιρεσείοντα, ο οποίος τήρησε αρνητική προς την κατεύθυνση αυτή και άκαμπτη θέση, αδυνατώντας να αντιληφθεί το μερίδιο ευθύνης που του αναλογεί, ώστε να λειτουργήσει προς το συμφέρον του τέκνου του, δικαιολογείται η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων επιβάλλει να ανατεθεί η επιμέλεια του προσώπου αυτού στην αναιρεσίβλητη μητέρα του.
Επομένως, οι δεύτερος και πέμπτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατά τις λοιπές αιτιάσεις τους, οι ίδιοι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον αυτές ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων και, επίσης, σε επιχειρήματα και κρίσεις του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των αρθρ. 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 76/2020, ΑΠ 27/2020).
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, χωρίς να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 667/2018, ΑΠ 886/2017, ΑΠ 34/2016).
Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, νοούνται δηλαδή ως "πράγματα" οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 667/2018).
Εφόσον, συνεπώς, προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης (ΑΠ 516/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο (κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος) λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλει τις από τους αρ. 20 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με τις ειδικότερες αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έγγραφης απάντησης της κοινωνικής λειτουργού Γ.
Γ. (αρ.πρωτ. .../22-3-2016 έγγραφο του Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής Εφαρμογής Προγραμμάτων Κοινωνικής Προστασίας και Νέας γενιάς του Δήμου ...), δεδομένου ότι, ενώ το συγκεκριμένο έγγραφο αφορούσε τη μεταξύ αυτού και της εν λόγω κοινωνικής λειτουργού σχέση, έλαβε αυτό υπόψη ως δήθεν έκθεση Κοινωνικής Υπηρεσίας, εξάγοντας εξ αυτού συμπεράσματα για την ικανότητα ή ανικανότητά του να αναλάβει την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου του και συγκεκριμένα ότι δήθεν αυτός αποφάσισε να διακόψει τις συνεδρίες του ανηλίκου με τον παιδοψυχίατρο Α.
Λ., θεωρώντας ότι δεν βοηθά το ανήλικο τέκνο του και, επίσης, ότι ήταν εριστικός απέναντί της αμφισβητώντας τον επαγγελματισμό της, δεχόμενο έτσι, παρά το νόμο, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το μέρος που προσάπτεται η από το άρθρο 559 αρ. 20 πλημμέλεια, είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, στην οποία ρητά αναφέρεται ότι η συνταχθείσα από την παραπάνω κοινωνική λειτουργό έκθεση κοινωνικής έρευνας δεν προσκομίστηκε, αλλά από την απάντηση αυτής "στην αίτηση διαμαρτυρίας που κατέθεσε ο (αναιρεσείων) σε βάρος της..., προκύπτει (ότι) ο ανωτέρω (αναιρεσείων) αποφάσισε παρά τις συστάσεις της κοινωνικής υπηρεσίας να διακόψει τις συνεδρίες του ανηλίκου με τον παιδοψυχίατρο..., θεωρώντας ότι δεν βοηθάει το παιδί του...", το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, αλλά, αφού το ανέγνωσε ορθά (ως έγγραφη απάντηση της κοινωνικής λειτουργού και όχι ως έκθεση της Κοινωνικής Υπηρεσίας), κατέληξε, λαμβάνοντας υπόψη και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, σε πόρισμα διαφορετικό από αυτό το οποίο ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Συνακόλουθα, ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το μέρος που προβάλλεται η από τον αρ. 10 του άρθρου 559 πλημμέλεια, ανεξαρτήτως του απαραδέκτου αυτού, αφού η προαναφερόμενη παραδοχή δεν αποτελεί πράγμα, με την εκτεθείσα έννοια, αλλά επιχείρημα του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι, σε κάθε περίπτωση αβάσιμος, αφού το δικαστήριο άντλησε την ως άνω κρίση του από το προαναφερόμενο νομίμως προσκομισθέν αποδεικτικό μέσο.
Ομοίως, και ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι "δεχόμενη... ότι εγώ είμαι εμμονικός, με φοβίες και καχυποψίες απέναντι στην διαστάσει σύζυγό μου και κατ' επέκταση και απέναντι στο τέκνο μου, παρά το γεγονός ότι εγώ ο αναιρεσείων απέδειξα με δημόσια έγγραφα ότι δεν πάσχω ψυχοπαθολογικά, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, άλλως δεν διέταξε αποδείξεις, υποπίπτοντας στην παραβίαση της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 10...
άλλως επικουρικά της 559 αρ. 19..", είναι επίσης αβάσιμος, δεδομένου ότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι για την απόδειξη του ανωτέρω αναφερόμενου ισχυρισμού προσκομίσθηκαν και ελήφθησαν υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται σ` αυτήν, ήτοι μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκες βεβαιώσεις και έγγραφα και, ως εκ τούτου, το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, που είναι σαφές και χωρίς αντιφάσεις, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη ως άνω αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 "άλλως 19" του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.
Τέλος, με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, με το οποίο ορίζεται ότι αντικαθίσταται το βιβλίο τέταρτο (άρθρα 591-681Δ' ) του ΚΠολΔ και παρατίθενται ως νέες διατάξεις τα άρθρα 591-645, καταργήθηκε σιωπηρά το περιλαμβανόμενο στο κεφάλαιο για τις διαφορές που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνων άρθρο 681Γ', ενώ σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ.2 του ίδιου νόμου "Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές".
Σύμφωνα δε με την παράγραφο 2 του καταργηθέντος ως άνω άρθρου 681Γ'ΚΠολΔ, "Στις ίδιες διαφορές καθιερώνεται στάδιο υποχρεωτικής προδικασίας που περιλαμβάνει την έρευνα, από όργανα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, των συνθηκών διαβίωσης του ανηλίκου και την υποβολή στο δικαστήριο, έως την ημέρα της συζήτησης, σχετικής αναλυτικής έκθεσης η οποία, στις περιπτώσεις, όπου φέρεται στο δικόγραφο της αγωγής ότι ο ένας από τους γονείς ή το ανήλικο τέκνο παρουσιάζει ψυχικά προβλήματα, θα πρέπει να συνοδεύεται και υπό ψυχιατρική έκθεση...".
Τέτοιο, όμως, στάδιο υποχρεωτικής προδικασίας δεν προβλέπεται από τις ισχύουσες από 1-1-2016 νέες διατάξεις των άρθρων 592 αρ. 3 και 610 επ ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτού, εφόσον η υπό κρίση αγωγή κατατέθηκε στις 13-9-2017, πέραν του ότι και από την αμέσως πιο πάνω καταργηθείσα διάταξη σαφώς προκύπτει, ότι η μη υποβολή, κατά τη συζήτηση, της προβλεπόμενης ως άνω εκθέσεως της κοινωνικής υπηρεσίας περί των συνθηκών διαβιώσεως του ανηλίκου δεν δημιουργεί ακυρότητα ή απαράδεκτο (ΑΠ 1967/2014, 1413/2011), ο τρίτος (κατά το πρώτο σκέλος αυτού) λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, την από άρθρο 559 αρ. 14 αιτίαση, καθόσον το Εφετείο προχώρησε στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, παρά το γεγονός ότι δεν προσκομίστηκε σ' αυτό έκθεση της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας περί των συνθηκών διαβιώσεως του ανηλίκου τέκνου, είναι απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-9-2019 αίτηση του Ά. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1599/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ