Legislator Case Law & Legislation
1173/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds where lower court rejected claim as time-barred without fact-finding.

Case Number 1173/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision to reject the claim as time-barred. The appellant argued the lower court failed to consider witness testimonies and evidence from prior proceedings. The court ruled the appeal inadmissible because the First Instance Court had already determined the claim was legally unfounded based on res judicata without conducting a new fact-finding process.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible when the court of first instance rejects a claim as time-barred or legally unfounded without examining the substantive facts, as no factual inquiry was conducted in such circumstances.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal res judicata time-barred claim no fact-finding Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1173 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1173/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Παπαναγιώτου και Λουκά Μεϊδάνη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. Π. του Π. και 2) Δ. Π. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Γρατσία.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, η δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων, αφού πήρε από την Πρόεδρο το λόγο, ζήτησε ν' αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το λόγο στη συνέχεια έλαβαν οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος, οι οποίοι αντέλεξαν στο αίτημα της αντιδίκου τους. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με τη συμμετοχή και του Γραμματέα και διά της Προέδρου του, απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 439/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2593/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 10-1-2018 αίτησή του και τους από 1-3-2019 πρόσθετους λόγους αυτής.

Εκδόθηκε η 1256/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Εκδόθηκε η 5889/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-4-2021 αίτησή του και τους από 30-9-2022 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 15-4-2021[αριθμ. καταθ. 2032/240/2021], αίτηση αναίρεσης και τους από 30-9-2022 [αριθμ. καταθ. 113/30-9-2022] πρόσθετους λόγους αυτής, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα με αριθμ. 5889/2020, τελεσίδικη, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το Δικαστήριο, αφού δίκασε την από 20-5-2015 [αριθμ.

καταθ. 3153/2015] έφεση του εκκαλούντος Β. Τ., κατά της με αριθμ. 439/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών [άρθρ. 648 επ. του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015], δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσία.

Η προσβαλλόμενη 5889/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 επ. όπως ίσχυαν τότε, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων:

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων στην από 16-3-2011[αριθμ. καταθ. 50591/1580/2011] αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενη κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων εξέθετε ότι με βάση το από 16-2-2004 μισθωτήριο συμφωνητικό, οι εναγόμενοι του εκμίσθωσαν από κοινού, ισόγειο κατάστημα, καθώς και τους πρώτο και δεύτερο ορόφους, που βρίσκονται στη ...

και στη συμβολή της ..., με την οδό ..., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από αυτόν ως κατάστημα εμπορίας ετοίμων ενδυμάτων και συναφών ειδών, η διάρκεια δε της μίσθωσης αυτής ορίσθηκε δωδεκαετής, από 1-3-2004 μέχρι 28-3-2016, ενώ το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 13.000 ευρώ, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά το ποσοστό μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του προηγούμενου δωδεκαμήνου, προσαυξημένο κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες (2%), το οποίο, σε κάθε περίπτωση δεν θα μπορούσε να είναι κατώτερο του 5,5% ετησίως.

Παράλληλα ανέφερε ο ενάγων, ότι ενώ κατέβαλε στους εναγομένους αφενός μεν το ποσό των 235.000 ευρώ για την άϋλη εμπορική αξία ("αέρα") του μισθίου ακινήτου, αφετέρου δε δαπάνησε το ποσό των 200.000 ευρώ για την ανακαίνισή του, οι τελευταίοι, με την απειλή ότι δεν θα του εκμισθώσουν αυτό, τον ανάγκασαν να υπογράψει τέσσερα μεταχρονολογημένα ιδιωτικά συμφωνητικά με ημερομηνίες 28-2-2004, 31-5-2004, 31-8-2004 και 30-11-2004 αντίστοιχα, με τα οποία τροποποιούνταν το ως άνω από 16-2-2004 μισθωτήριο, ως προς το ύψος του καταβαλλόμενου μηνιαίου μισθώματος, από 4.000 ευρώ, στο ποσό των 20.000 ευρώ, με σκοπό, σε περίπτωση άρνησής του να καταβάλλει το πράγματι συμφωνημένο μίσθωμα των 13.000 ευρώ, να καταθέσουν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

τα προαναφερόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά και να απαιτήσουν το αναγραφόμενο σ' αυτά μίσθωμα των 13.000 ευρώ. Στη συνέχεια εξέθετε ο ίδιος, ότι κατέβαλε το μίσθωμα των 13.000 ευρώ μέχρι τον Φεβρουάριο του έτους 2005, οπότε υποχρεώθηκε εκ νέου από τους εναγομένους να προβεί στην υπογραφή νέων μεταχρονολογημένων ιδιωτικών συμφωνητικών με ημερομηνίες 28-2-2005, 31-5-2005, 31-8-2005 και 30-11-2005, με τα οποία τροποποιούνταν το αρχικό συμφωνητικό μισθώσεως, ως προς το ύψος του μηνιαίου μισθώματος, αναπροσαρμοζόμενο στο ποσό των 21.100 ευρώ και ότι ενώ μέχρι το Νοέμβριο του έτους 2005 κατέβαλε ως μίσθωμα το ποσό των 13.867 ευρώ, οι εναγόμενοι κατέθεσαν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

το ως άνω από 30-11-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό και απαίτησαν την καταβολή μισθώματος ποσού 21.100 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου και συνολικά το ποσό των 21.859 ευρώ, ποσό που ο ενάγων, προκειμένου να μην αποβληθεί από το μίσθιο κατά την περίοδο των εορτών των Χριστουγέννων, αναγκάσθηκε να καταβάλλει για τους μήνες Δεκέμβριο 2005, Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2006, καθώς και το ποσό των 34.200 ευρώ για αναπροσαρμογή της εγγυοδοσίας.

Επικαλέσθηκε επίσης ο ενάγων, ότι επί της από 8-6-2008 αγωγής που άσκησε αυτός κατά των εναγομένων, εκδόθηκε, αρχικά, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, η με αριθμ. 1211/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την έκανε εν μέρει δεκτή και αναγνώρισε ότι είναι άκυρη, ως εικονική, η περιεχόμενη στην από 16-2-2004 σύμβαση μίσθωσης, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, επιμέρους συμφωνία καθορισμού του μισθώματος στο ποσό των 4.000 ευρώ μηνιαίως για το πρώτο έτος της μίσθωσης και ότι κάτω από αυτή υποκρύπτεται άλλη έγκυρη συμφωνία καθορισμού του μισθώματος στο ποσό των 13.000 ευρώ μηνιαίως για το πρώτο έτος της μίσθωσης, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά το ποσοστό μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του προηγούμενου δωδεκαμήνου, προσαυξημένο κατά δύο εκατοστιαίες μονάδες (2%) και σε κάθε περίπτωση μη δυνάμενο να είναι κατώτερο του 5,5% ετησίως, επιπλέον δε ότι το αναλογούν τέλος χαρτοσήμου 3,6% επί του καταβαλλομένου μισθώματος θα βαρύνει τον μισθωτή.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων, κάνοντας μνεία [στην από 16-3-2011 (αριθμ. καταθ. 50591/1580/2011) αγωγή του] ότι η έφεση που ασκήθηκε κατά της ως άνω απόφασης [1211/2008] εκ μέρους των εναγομένων-εκμισθωτών απορρίφθηκε με την τελεσίδικη 6316/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αλλά ότι ο ίδιος μέχρι και το μήνα Ιανουάριο του έτους 2011 "αναγκαστικά και υπό την πίεση και απειλή εξώσεως...

και μέχρι να κριθεί η αγωγή... τελεσίδικα...", κατέβαλε στους εναγομένους "το μετά από αλλεπάλληλες αναπροσαρμογές παρανόμως και αντισυμβατικώς αιτούμενο από εκείνους ποσό των (28.212 ευρώ) ...", ζήτησε (με την από 16-3-2011 αγωγή) να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να του καταβάλλουν συμμέτρως ο καθένας: α) το ποσό των 585.064,36 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε διαφορά μισθωμάτων που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως, δηλαδή επί πλέον του συμφωνηθέντος μισθώματος από τον Δεκέμβριο του έτους 2005 μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2011, με το νόμιμο τόκο για κάθε μισθωτικό μήνα από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε μισθώματος, άλλως από την επομένη επίδοσης της από 28-11-2011 εξώδικης δήλωσής του, άλλως από την επίδοση της αγωγής, β) το ποσό των 12.216,14 ευρώ, για διαφορές εγγυήσεων, νομιμότοκα από τότε που καταβλήθηκε η κάθε ετήσια αναπροσαρμογή της εγγύησης, άλλως από την επομένη επίδοσης της ως άνω από 28-11-2011 εξώδικης δήλωσης, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως.

Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 επ. του ΚΠολΔ, η με αριθμ. 439/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την απέρριψε, ως απαράδεκτη, λόγω ύπαρξης δεδικασμένου. Κατά της απόφασης αυτής, άσκησε, ο αναιρεσείων, την από 20-5-2015 [αριθμ. καταθ. 3153/2015]έφεση και ζητούσε, για τους λόγους που ανέφερε, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά το προσβαλλόμενο μέρος της, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του.

Επί της εφέσεως εκδόθηκε, από το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, η με αριθμ. 2593/2017 απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσία. Κατά της απόφασης αυτής εναντιώθηκε ο ηττηθείς ενάγων με την από 10-1-2018 [αριθμ. καταθ. 35/2018] αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους με αυτήν λόγους. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. 1256/2019 απόφαση του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν όλω η ως άνω 2593/2017, τελεσίδικη, απόφαση, κατά παραδοχή του πρώτου αναιρετικού λόγου και του πρώτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο διατυπώνονταν η αιτίαση ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του το λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, έλαβε δε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, μετά ταύτα, παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.

Με την από 11-12-2019 [αριθμ. καταθ. 11809/9534/2019] κλήση του ενάγοντος-εκκαλούντος επαναφέρθηκε προς κρίση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών η ως άνω έφεσή του. Επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. 5889/2020 απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσία. Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνεται ο ηττηθείς ενάγων με την ένδικη, από 15-4-2021, αίτηση αναίρεσης και τους, με το από 30-9-2022 [αριθμ.

καταθ. 113/30-9-2022] αυτοτελές δικόγραφο, πρόσθετους λόγους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ), εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την 6η-4-2021 που είναι η ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας (άρθρ. 83 παρ. 1 του ν. 4790/2021 και Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων κλπ), αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνύεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 5-3-2021, όπως εμφαίνεται από την επισημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στην επιδιδόμενη στον τελευταίο απόφαση, η δε αναίρεση ασκήθηκε στις 16-4-2022 [ΑΠ 987/2022].

Επίσης, νομότυπα και εμπρόθεσμα ασκήθηκαν και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, εντός της οριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ προθεσμίας με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, στις 30-9-2022, και επιδόθηκε στις 4-10-2022 στους αναιρεσιβλήτους, όπως προκύπτει από τις με αριθμ. 11591 β' και 11592β'/4-10-2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Τ.

Χ., δηλ. τριάντα (30) ημέρες πριν από την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο (4-11-2022). Επομένως, η αίτηση αναίρεσης και πρόσθετοι λόγοι της πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρα 246 και 573 του ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 του ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, όπως προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη που τον προβλέπει, αφορά σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 489/2020, ΑΠ 816/2019, ΑΠ 758/2018, ΑΠ 511/2018, ΑΠ 1465/2017).

Και αυτό για να αποφευχθεί, για την ασφάλεια του δικαίου, να δοθεί από το δικαστήριο της παραπομπής λύση που δεν έδωσε ο Άρειος Πάγος ως Ακυρωτικό Δικαστήριο (ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 251/2016). Νομικό δε ζήτημα είναι το εννοιολογικό περιεχόμενο το οποίο προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση (ΑΠ 489/2020, ΑΠ 1708/2014).

Νομικό, όμως, ζήτημα δεν επιλύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας αναιρέθηκε για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ λόγο, διότι το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκδίκαση της υπόθεσης παραβλέπει αγωγικό ισχυρισμό και καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα χωρίς οποιαδήποτε έρευνα, ότι δηλαδή το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οπότε, εάν το δικαστήριο της παραπομπής υποπέσει στο ίδιο σφάλμα, δημιουργείται εκ νέου ο ίδιος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β'του ΚΠολΔ (εφόσον προτείνεται) και όχι ο από το άρθρο 559 αριθ. 18 του ΚΠολΔ λόγος (ΑΠ 2171/2013, ΑΠ 2019/2006). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 εδάφιο α` του ίδιου Κώδικα, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 580 παρ. 4 του ΚΠολΔ οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση. Από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με το λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό.

Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται, σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση, άλλωστε, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 489/2020, ΑΠ 816/2019, ΑΠ 511/2018, ΑΠ 871/2017, ΑΠ 1465/2017), ή όταν το δικαστήριο της παραπομπής δίνει λύση μη απτόμενη του νομικού ζητήματος, που έδωσε λαβή για την αναίρεση (ΑΠ 511/2018, ΑΠ 1816/2017).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προαναφέρθηκε, η με αριθμ. 2593/2017, τελεσίδικη, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αναιρέθηκε εν όλω με την με αριθμ. 1256/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά παραδεκτή επισκόπηση, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, του περιεχομένου της οποίας, αναφέρονται τα εξής (σελίδες 20-23): ... Η αναιρεσιβαλλόμενη όμως απόφαση του Εφετείου, αντί να λάβει υπόψη τα πράγματα (τη βάση) που εξέθετε ο αναιρεσείων και πρότεινε με την υπό κρίση αγωγή του και με λόγο έφεσης, δηλαδή τη βάση της υπό κρίση αγωγής και αφού την έκρινε τυπικά αυτή ως βάσιμη, να την εξετάσει κατ' ουσίαν, έλαβε υπόψη εσφαλμένα και εφάρμοσε εσφαλμένα άλλα πράγματα-βάση, δηλαδή, άλλη βάση αντί άλλης (της ορθής βάσης).

Συγκεκριμένα απέρριψε την υπό κρίση αγωγή ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Με αυτά που δέχθηκε όμως και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την υπό κρίση αγωγή ως απαράδεκτη και τον σχετικό λόγο έφεσης ως αβάσιμο, εσφαλμένα εκτίμησε το περιεχόμενο της υπό κρίση αγωγής και λαμβάνοντας υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν απέρριψε λόγω δεδικασμένου τον ως άνω προταθέντα λόγο έφεσης.

Συγκεκριμένα, όπως αποδεικνύεται από το ιστορικό της αγωγής που αναφέρεται στο δικόγραφο, καθώς και από το αίτημά της, ο αναιρεσείων ζητούσε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να του επιστρέψουν το αναφερόμενο στην αγωγή ποσό με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού που αναλογεί στη διαφορά των μισθωμάτων που όφειλε να καταβάλλει και αυτών που πράγματι κατέβαλε, καθόσον αναγνωρίστηκε τελεσίδικα η εικονικότητα του όρου της αρχικής από 16-2-2004 σύμβασης μίσθωσης για τον καθορισμό του μισθώματος στο ποσό των 4.000 ευρώ και διαπιστώθηκε ότι το πραγματικά καταβαλλόμενο μίσθωμα ήταν εκείνο των 13.000 ευρώ, μάλιστα δε τη διαφορά αυτή την υπολογίζει με βάση το καταβαλλόμενο ποσό κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και το ποσό των 13.000 ευρώ που συμφωνήθηκε ότι έπρεπε να καταβάλλεται.

Η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι " Από τα εκτιθέμενα στην εν λόγω αγωγή περιστατικά, προκύπτει ότι σ' αυτήν σωρεύονται δύο νομικές βάσεις, κύρια και επικουρική, εκ των οποίων η πρώτη στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρα 914 επ., 150, 151, 178 ΑΚ), αφού ο ενάγων και πάλι έκανε λόγο για κατάρτιση της από 30-11-2005 τροποποιητικής σύμβασης μίσθωσης υπό το κράτος απειλών και εξαναγκασμού τούτου και η δεύτερη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ.

ΑΚ). Δεν υπήρχε όμως δυνατότητα να ακολουθήσει από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έρευνα της βασιμότητας της ως άνω από 16-3-2011 αγωγής του ενάγοντος, δεδομένου ότι το κύριο αίτημα αυτής στηρίζονταν στην προϋπόθεση ότι το από 30-11-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, με βάση το οποίο κατέβαλε ο ενάγων το εκεί καθοριζόμενο μηνιαίο μίσθωμα για το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του έτους 2005 και μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2011, ήταν άκυρο, ως προϊόν εξαναγκασμού λόγω των προαναφερόμενων σοβαρών απειλών εκ μέρους των εναγομένων.

Αφού όμως το αίτημα αυτό περί ακύρωσης του ως άνω από 30-11-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης έχει απορριφθεί τελεσίδικα, έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου, ... ότι το από 30-11-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων δεν ήταν προϊόν απειλής, ούτε αντίθετο με τα χρηστά ήθη, ζήτημα το οποίο εμποδίζει να αμφισβητηθεί μεταξύ των ιδίων και με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων διαδίκων και να καταστεί αντικείμενο της παρούσας νέας δίκης, η ακυρότητα ή μη τούτου, δηλαδή το θέμα που αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση προκειμένου να δικαιούται ο ενάγων να λάβει ως αποζημίωση τις διαφορές μεταξύ των μισθωμάτων που κατέβαλε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και εκείνων που θα κατέβαλε με βάση την αρχική μισθωτική σύμβαση".

Περαιτέρω αναφέρει η υπ' αριθμ.1256/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου και τα εξής: "οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αφενός μεν όφειλε να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο που προέρχεται από την ίδια ως άνω τελεσίδικη απόφαση περί της αναγνώρισης της εικονικότητας του όρου της αρχικής από 16-2-2004 σύμβασης μίσθωσης για τον καθορισμό του μισθώματος στο ποσό των 4.000 ευρώ και της διαπίστωσης ότι το πραγματικά καταβαλλόμενο μίσθωμα ήταν εκείνο των 13.000 ευρώ, αφετέρου δε ότι άφησε αδίκαστο το αίτημα της αγωγής του το στηριζόμενο στις διατάξεις περί ακυρότητας δικαιοπραξίας ως εικονικής (άρθρα 138, 174, 180 ΑΚ) τις οποίες και επικαλείται, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι, και μη έχοντες έννομη επιρροή στην προκειμένη δίκη.

Τούτο δε, διότι, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα η καταβολή των ως άνω μισθωμάτων δεν γινόταν με βάση την αρχική μισθωτική σύμβαση, της οποίας ο όρος περί συμφωνηθέντος μισθώματος ποσού 4.000 ευρώ, κρίθηκε εικονικός και άκυρος, αλλά με βάση την από 30-11-2005 τροποποιητική μισθωτική σύμβαση, η οποία ουδέποτε ακυρώθηκε, κατά τα προαναφερόμενα.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έσφαλε γιατί δεν έλαβε υπόψη του τον λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος που αναφέρεται στο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή κρίνοντας ότι αυτή στηρίζεται σε άλλη βάση και όχι στη βάση που εκτίθεται στο δικόγραφο, ότι δηλαδή το αγωγικό του αίτημα έχει ως βάση τη διαφορά που προκύπτει μεταξύ του μισθώματος που κατέβαλλε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και αυτού που πράγματι όφειλε να καταβάλλει με βάση την με αριθμ. 6316/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την ασκηθείσα έφεση κατά της 1211/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που αναγνώρισε ότι είναι άκυρη, ως εικονική, η περιεχόμενη στην από 16- 2-2004 σύμβαση μίσθωσης, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, επιμέρους συμφωνία καθορισμού του μισθώματος στο ποσό των 4.000 ευρώ μηνιαίως για το πρώτο έτος της μίσθωσης και ότι κάτω από αυτή υποκρύπτεται άλλη έγκυρη συμφωνία καθορισμού του μισθώματος στο ποσό των 13.000 ευρώ μηνιαίως και με βάση τη διαφορά μεταξύ του συμφωνηθέντος μισθώματος των 13.000 ευρώ και του καταβαλλόμενου επί πλέον υπολόγισε το αγωγικό αίτημα, η δε αναφορά που γίνεται στο ιστορικό της αγωγής περί του ότι το από 30-11-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ήταν άκυρο, ως προϊόν εξαναγκασμού λόγω των προαναφερόμενων σοβαρών απειλών εκ μέρους των εναγομένων, πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της έκθεσης των γεγονότων που είχαν συμβεί και δεν στηριζόταν το αγωγικό αίτημα στην αναγνώριση ότι το από 30-11-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων ήταν προϊόν απειλής, και αντίθετο με τα χρηστά ήθη και την συνεπεία αυτού του γεγονότος, επιστροφή των επί πλέον καταβληθέντων μισθωμάτων.".

Περαιτέρω, το Εφετείο, στο οποίο εισήχθη η υπόθεση με την από 11-12-2019 κλήση του ήδη αναιρεσείοντος μετά την έκδοση της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. 1256/2019 απόφασης του Αρείου Πάγου ως δικαστήριο της παραπομπής, εκδικάζοντας πλέον την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της με αριθμ. 439/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η εκκρεμοδικία της οποίας αναβίωσε, αφού οι διάδικοι επανήλθαν, μετά την αναίρεση της απόφασης που είχε εκδοθεί επί της εφέσεως, κατά το άρθρο 579 παρ.1του ΚΠολΔ, στην πριν από την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση, δέχθηκε, με την 5889/2020 προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία, κατά περιεχόμενο, ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), επί του ανωτέρω λόγου της έφεσης και των πρόσθετων λόγων του αναιρεσείοντος, αφού εκτίμησε τις αποδείξεις, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "...

Δυνάμει του από 16.2.2004 ιδιωτικού συμφωνητικού οι εφεσίβλητοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) εξεμίσθωσαν στον εκκαλούντα (ήδη αναιρεσείοντα) δύο ακίνητα συνιδιοκτησίας τους, την περιγραφή και τοποθεσία των οποίων ουδείς των διαδίκων αμφισβητεί, συνεπώς συνομολογούνται και παρέλκει η σχετική αναφορά στην παρούσα.

Τα ακίνητα αυτά εξεμισθώθηκαν ως κατάστημα εμπορίας ετοίμων ενδυμάτων με διάρκεια μισθώσεως από 1.2.2004 έως 28.2.2016. Οι συμβληθέντες διάδικοι, για λόγους φορολογικούς, εικονικώς συμφώνησαν σε μίσθωμα 4.000 ευρώ μηνιαίως, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά το ποσοστό του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή [ΔΤΚ] του προηγουμένου δωδεκαμήνου, προσαυξημένο κατά 2%, το οποίο ποσοστό αναπροσαρμογής δεν θα μπορούσε να είναι κατώτερο του 5,5% ετησίως.

Στην πραγματικότητα οι διάδικοι συμφώνησαν εγκύρως σε καταβολή μισθώματος 13.000 ευρώ μηνιαίως για τον πρώτο χρόνο της μισθώσεως, το οποίο θα αναπροσαρμόζετο κατά τα ανωτέρω. Κατά την υπογραφή του ανωτέρω συμφωνητικού ο εκκαλών κατέβαλε στους εφεσιβλήτους ποσόν 235.000 ευρώ ως "αέρα". Η καταβολή του πραγματικώς και εγκύρως συμφωνηθέντος μισθώματος των 13.000 ευρώ μηνιαίως και του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου εγένετο πάντοτε τοις μετρητοίς στο μίσθιο, όπου μετέβαιναν συνήθως ο πρώτος και ενίοτε ο δεύτερος των εφεσιβλήτων.

Ο τρόπος αυτός καταβολής είχε συμφωνηθεί από τους διαδίκους αντί της καταθέσεως του μισθώματος σε τράπεζα για να μην αποδεικνύεται καταβολή μισθώματος μεγαλύτερη από την εικονικώς συμφωνηθείσα. Άπαντα ταύτα εκρίθησαν αρχικώς με την υπ' αριθμ. 1211/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας επί της από 8.2.2006 αγωγής του τότε ενάγοντος και νυν εκκαλούντος.

Οι τότε εναγόμενοι και νυν εφεσίβλητοι άσκησαν κατά της ανωτέρω οριστικής αποφάσεως έφεση, κατά το μέρος που είχαν ηττηθεί, επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθμ. 6316/2010 απόφαση του Πολυμελούς Εφετείου Αθηνών, δια της οποίας η έφεσή τους απερρίφθη. Κατά της υπ' αριθμ. 1211/2008 ως άνω οριστικής αποφάσεως ο τότε ενάγων και νυν εφεσίβλητος, κατά το μέρος που είχε ηττηθεί, δεν άσκησε έφεση.

Η υπ' αριθμ. 1211/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχει καταστεί αμετάκλητη.

Συνεπώς έχει αμετακλήτως κριθεί η εικονικότητα και η εγκυρότητα της επιδίκου συμβάσεως μισθώσεως ως προς το ύψος του μισθώματος, γενομένης δεκτής κατά τούτο της ανωτέρω αγωγής, ενώ, αμετακλήτως επίσης έχει κριθεί, ότι δεν είναι άκυρη η από 30.11.2005 συμφωνία, δια της οποίας τροποποιήθηκε η από 16.2.2004 αρχική σύμβαση μισθώσεως, καθόσον δεν ήταν προϊόν απειλής, ασκηθείσας παρανόμως εις βάρος του τότε ενάγοντος και νυν εκκαλούντος υπό των τότε εναγομένων και νυν εφεσιβλήτων, απορριφθείσας της ως άνω αγωγής ως μη νομίμου ως προς τα αιτήματα του ενάγοντος-εκκαλούντος για καταβολή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας και αποζημιώσεως προς αποκατάσταση ισόποσης ζημίας, την οποίαν με πρόθεση οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι προκάλεσαν εις βάρος του.

Εν συνεχεία ο εκκαλών άσκησε την από 16.3.2011 αγωγή, στην οποίαν ανέφερε το ιστορικό της από 8.2.2006 αγωγής και δια της οποίας, κάνοντας μνεία ότι η ασκηθείσα υπό των εναγομένων-εκμισθωτών έφεση κατά της υπ' αριθμ. 1211/2008 αποφάσεως απερρίφθη δια της υπ' αριθμ. 6316/2010 αποφάσεως ως άνω, αλλά και ότι ο ίδιος μέχρι και τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2011 "αναγκαστικά και υπό την πίεση και απειλή εξώσεως και...

μέχρι να κριθεί η αγωγή... τελεσίδικα..." κατέβαλε στους τότε εναγομένους και νυν εφεσιβλήτους "το μετά από αλλεπάλληλες αναπροσαρμογές παρανόμως και αντισυμβατικώς αιτούμενο από εκείνους ποσό των (28.212) ευρώ", ζήτησε να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να του καταβάλουν τα αναφερόμενα σε αυτήν ποσά από διαφορές μισθωμάτων ως αχρεωστήτως καταβληθέντων και διαφορές εγγυήσεων.

Ως προελέχθη, με την από 8.2.2006 αγωγή ο τότε ενάγων και νυν εφεσίβλητος ζητούσε επικουρικώς την ακύρωση της από 30.11.2005 τροποποιητικής της από 16.2.2004 αρχικής συμφωνίας ως προϊόντος απειλής, όμως η από 30.11.2005 τροποιητική συμφωνία, δυνάμει της 1211/2008 αποφάσεως, κατά τα ανωτέρω, έχει αμετακλήτως κριθεί ότι δεν ήταν άκυρη.

Η διαφορά των μισθωμάτων, επί τη βάσει της οποίας ο ενάγων και ήδη εκκαλών, με την από 16.3.2011 αγωγή του, ισχυρίζεται ότι κατεβλήθη αχρεωστήτως, αφορά σε καταβολή μισθωμάτων βάσει της από 30.11.2005 έγκυρης-κατ' αμετάκλητη κρίση-τροποποιητικής συμφωνίας.

Συνεπώς ο ενάγων και νυν εφεσίβλητος, με νομική βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ζητά να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και νυν εφεσίβλητοι να του επιστρέφουν διαφορές μισθωμάτων από μισθωτική σύμβαση που αμετακλήτως έχει κριθεί ότι είναι έγκυρη, εγείρει, δηλαδή, αξίωση που αμετακλήτως έχει κριθεί μη νόμιμη.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την ως άνω εκκαλουμένη, απέρριψε την από 16.3.2011 αγωγή ως απαράδεκτη λόγω υπάρξεως δεδικασμένου, κρίνοντας ότι "... το αίτημα της αγωγής που στηρίζεται στην προϋπόθεση ότι τον Δεκέμβριο του 2005 και μέχρι τον Ιανουάριο του 2011, ο ενάγων εξαναγκάστηκε από την παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων και από την σοβαρή απειλή τους να τον αποβάλουν από το μίσθιο για δήθεν δυστροπία του, να καταβάλει τα απαιτούμενα από αυτούς μισθώματα, αναπροσαρμογές μισθωμάτων και αναπροσαρμογές εγγυήσεων, ταυτίζεται με το υπό στοιχείο β' και γ' αίτημα της από 8.2.2006 με αριθμό κατάθεσης 894/2006 αγωγής του, με τα οποία ζητούσε: "β) να ακυρωθεί η από 30.11.2005 συμφωνία, με την οποία τροποποιήθηκε η αρχική από 16.2.2004 σύμβαση μίσθωσης και καθορίσθηκε το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 21.100 ευρώ για το μέχρι τις 28.2.2006 χρονικό διάστημα, καθόσον είναι προϊόν απειλής που ασκήθηκε παράνομα σε βάρος του από τους εναγομένους και γ) να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να του καταβάλουν ως αποζημίωση εις ολόκληρον ο καθένας και με προσωπική κράτηση διάρκειας 4 μηνών λόγω αδικοπραξίας, τη διαφορά μεταξύ του συμφωνημένου και του καταβληθέντος μισθώματος των μηνών Δεκεμβρίου 2005, Ιανουαρίου και Φεβρουάριου 2006, ποσού 23.977,80 ευρώ, καθώς και την αναπροσαρμογή της εγγυοδοσίας ποσού 34.200 ευρώ.

Άλλως και επικουρικά να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρη, ως αισχροκερδής, η από 30.11.2005 συμφωνία, με την οποία τροποποιήθηκε η αρχική από 16.2.2004 σύμβαση μίσθωσης και καθορίσθηκε το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 21.100 ευρώ για το μέχρι τις 28.2.2006 χρονικό διάστημα, καθόσον το συμφωνηθέν αυτό μίσθωμα βρίσκεται σε προφανή δυσαναλογία προς το μίσθωμα των 4.000 ευρώ που συμφωνήθηκε με την πιο πάνω μισθωτική σύμβαση, οι δε εναγόμενοι, προκειμένου να επιτύχουν την ανωτέρω συμφωνία, εκμεταλλεύτηκαν την ανάγκη του να παραμείνει στο μίσθιο ακίνητο, καθόσον είχε επενδύσει σ' αυτό όλες τις οικονομίες του και η ενδεχόμενη αποβολή του θα είχε ως συνέπεια την οικονομική καταστροφή του.

Όλα τα ανωτέρω αιτήματα με την με αριθμό 1211/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκαν ως μη νόμιμα. Ο ενάγων δεν άσκησε έφεση κατά των διατάξεων της ανωτέρω απόφασης με τις οποίες η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη κατά τα λοιπά κεφάλαιά της, κύρια και επικουρικά.

Συνεπώς δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διάγνωσης σε νέα δίκη για το ίδιο δικαίωμα μεταξύ των ίδιων διαδίκων και εφόσον πρόκειται (όπως εν προκειμένω) για την ίδια νομική αιτία. Η ανωτέρω απορριπτική αιτιολογία, καθιστά απαράδεκτη την προβολή με νέα αγωγή κάθε μέσου που τείνει στη διάφορη εκτίμηση ή νομική αξιολόγηση του υλικού που στηρίζει την πιο πάνω πρόταση του νομικού συλλογισμού της ως άνω τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τούτο προς διασφάλιση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε". Έτσι κρίνοντας το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ορθώς απεφάνθη και απέρριψε την από 16.3.2011 (ορθώς από 16.11.2004) αγωγή ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, καθώς η βάση επί της οποίας έκρινε και ο λόγος απορρίψεως υπήρξε η ίδια απορριπτική απόφαση, ήτοι η υπ' αριθμ. 1211/2008 του αυτού Δικαστηρίου, εφόσον αυτή αναγκαίως αξιολόγησε την αγωγή επί της οποίας έκρινε και απεφάνθη επί της ιστορικής αιτίας της.

Συνεπώς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, προκειμένου να διερευνήσει, αν από την προηγούμενη υπ' αριθμ. 1211/2008 τελεσίδικη απόφασή του υφίσταται δεδικασμένο, κωλύοντας την έρευνα του ήδη με την από 16.3.2011 αγωγή φερομένου προς κρίση, βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας, αιτήματος, έλαβε υπ' όψιν την αιτιολογία της πρώτης αποφάσεως, όσον αφορά στην αιτία επί της οποίας έκρινε και τον λόγο της απορρίψεως ...

Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη 439/2015 απόφασή του, δεν εκτίμησε εσφαλμένως το περιεχόμενο του δικογράφου της από 16.3.2011 αγωγής του εκκαλούντος, ούτε παραμόρφωσε το περιεχόμενο αυτής και της υπ' αριθμ. 1211/2008 αποφάσεως [πρώτος και δεύτερος λόγος της υπό κρίση εφέσεως], ορθώς απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, συνεπώς ορθώς δεν υπεισήλθε στην εξέταση του νόμω βάσιμου αυτής και κατ' επέκτασιν δεν άφησε αυτήν αδίκαστη [τρίτος λόγος της υπό κρίση εφέσεως], όχι κατά παράβαση των διατάξεων 218, 219, 321, 322 και 324 ΚΠολΔ αλλά ορθώς απεφάνθη ότι υφίσταται δεδικασμένο [τέταρτος λόγος της υπό κρίση εφέσεως] και ουδόλως παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 1630/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [πέμπτος λόγος κατ' εκτίμηση του δικογράφου της υπό κρίση εφέσεως], καθόσον η βάση επί της οποίας έκρινε και ο λόγος απορρίψεως υπήρξε η ίδια απορριπτική απόφαση, ήτοι η υπ' αριθμ. 1211/2008 του αυτού Δικαστηρίου, εφόσον αυτή αναγκαίως αξιολόγησε την αγωγή επί της οποίας έκρινε και απεφάνθη επί της ιστορικής αιτίας της ...".

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αριθ. 18 του ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν συμμορφώθηκε, αν και εκδόθηκε από δικαστήριο παραπομπής, προς την κρίση της 1256/2019 (παραπεμπτικής) αναιρετικής απόφασης του τμήματος αυτού του Αρείου Πάγου, ότι στο δικόγραφο της αγωγής του (αναιρεσείοντος) διαλαμβάνεται βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, την οποία παρέλειψε να λάβει υπόψη και να την αξιολογήσει (όπως παρέλειψε και η αναιρεθείσα 2593/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών), με την εσφαλμένη εκτίμηση ότι περιέχεται βάση της αγωγής από τα άρθρα 153 και 179 του ΑΚ, λόγο και για τον οποίο αναιρέθηκε η τελευταία, η κρίση δε αυτή ως αναγόμενη σε επίλυση νομικού ζητήματος, ήταν υποχρεωτική για το δικαστήριο της παραπομπής, δοθέντος ότι για την παραδοχή του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, προϋποτίθεται ότι ο σχετικός ισχυρισμός και στην παρούσα περίπτωση η αποτελούσα "πράγμα" αγωγική βάση, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Σύμφωνα όμως με όσα προαναφέρθηκαν, στην ως άνω νομική σκέψη, στην περίπτωση αναίρεσης απόφασης για παράβλεψη έρευνας αγωγικού ισχυρισμού και ειδικότερα για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β'του ΚΠολΔ λόγο, όπως στην παρούσα υπόθεση, δεν επιλύεται νομικό θέμα ώστε να ιδρύεται ο εκ του αριθ. 18 προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος (ΑΠ 2019/2006).

Επομένως, ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (Ολ.ΑΠ 19/2005). Πάντως, ο 'Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ΑΠ 377/2023, ΑΠ 916/2021, ΑΠ 56/2019).

Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση (ΑΠ 1443/2017). Το δεδικασμένο καλύπτει, ως ενιαίο σύνολο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως διατυπώνεται στην απόφαση, βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης και συγκεκριμένα:

α) το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε, β) την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των πραγματικών περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης και γ) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά, κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου, την οποία εφάρμοσε (ΑΠ 377/2023, ΑΠ 916/2021, ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 893/2019, ΑΠ 1599/2017, ΑΠ 1137/2006).

Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών, που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννομες συνέπειες (ΑΠ 916/2021, ΑΠ 1443/2017, ΑΠ 563/2017). Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι απ` αυτό της κριθείσας αγωγής, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό (ΑΠ 916/2021, ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 893/2019, ΑΠ 298/2004).

Ταυτότητα νομικής αιτίας υπάρχει, όταν σε μεταγενέστερη δίκη ανακύπτει ως νομικό γεγονός παραγωγικό, τροποποιητικό ή καταργητικό της επίδικης έννομης σχέσης, αυτό που στηρίζει ήδη τελεσίδικη απόφαση, δηλαδή απαιτείται ταυτότητα της διάταξης που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης απόφασης προς τη διάταξη που επικαλείται ρητά ή σιωπηρά ο ενάγων προκειμένου να στηρίξει τη νέα του αγωγή, ενώ ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε σε προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοστέας και στη νέα δίκη νομικής διάταξης (ΑΠ 916/2021, ΑΠ 893/2019, ΑΠ 1198/1997).

Το δεδικασμένο ισχύει ακόμη και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης είναι διαφορετικό από το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη με βάση την έννομη σχέση που πρόκειται να κριθεί και στη νέα δίκη, στην οποία ανακύπτει έτσι ως προδικαστικό ζήτημα (Ολ.ΑΠ 10/2002).

Αν υπάρχει δεδικασμένο, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει μια έννομη σχέση ή των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση της σχέσης αυτής, αποκλείεται η αμφισβήτηση σε μεταγενέστερη δίκη της έννομης σχέσης που αποτελεί τη βάση της αξίωσης (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 226/2001). Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση και ανατρέπεται μόνο με την επιτυχή άσκηση των έκτακτων ενδίκων μέσων της αναίρεσης ή της αναψηλάφησης κατά της απόφασης που αποτελεί δεδικασμένο (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 386/2000).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα, η, από το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, απορρέοντος από την με αριθμό 1211/2008 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε αυτή (προσβαλλομένη), ζήτημα των αξιώσεων του αναιρεσείοντος (ενάγοντος) από διαφορές μισθωμάτων ως αχρεωστήτως καταβληθέντων και διαφορές εγγυήσεων, κρίνοντας, εσφαλμένα, τη συνδρομή των από τις διατάξεις των άρθρων 321 επ.

του ΚΠολΔ απαιτουμένων για την ύπαρξη αυτού (δεδικασμένου) προϋποθέσεων, παρόλο που τα από την ως άνω απόφαση (1211/2008) προκύπτοντα σχετικά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή, επιβάλλοντα την άρνηση αναγνώρισης του εν λόγω δεδικασμένου ως προς το παραπάνω ζήτημα. Ωστόσο, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα:

Με την 1211/2008 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη η από 8-2-2006 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτός ζήτησε, εκτός των όσων προαναφέρθηκαν δηλαδή να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρη ως εικονική η περιεχόμενη στην από 16-2-2004 μισθωτική σύμβαση επί μέρους συμφωνία καθορισμού του μηνιαίου μισθώματος στο ποσό των 4.000 ευρώ, για το πρώτο έτος της μίσθωσης και ότι κάτω από αυτή καλύπτεται άλλη έγκυρη συμφωνία καθορισμού του μηνιαίου μισθώματος στο ποσό των 13.000 ευρώ για το πρώτο έτος μίσθωσης και (β' αίτημα) να ακυρωθεί η από 30-11-2005 συμφωνία, με την οποία τροποποιήθηκε η αρχική από 16-2-2004 σύμβαση μίσθωσης και καθορίστηκε το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 21.000 ευρώ για το μέχρι 28-2-2006, καθόσον είναι προϊόν απειλής που ασκήθηκε παρανόμως σε βάρος του από τους εναγομένους.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά, η ως άνω 1211/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή αυτή κατά ένα όμως μέρος της και αναγνωρίστηκε ότι είναι άκυρη ως εικονική η περιεχόμενη στην από 16-2-2004 σύμβαση μίσθωσης συμφωνία περί καθορισμού του μηνιαίου μισθώματος στο ποσό των 4.000 ευρώ και ότι κάτω από αυτήν καλύπτονταν άλλη έγκυρη συμφωνία περί καθορισμού του μηνιαίου μισθώματος στο ποσό των 13.000 ευρώ.

Τα λοιπά όμως ως άνω αιτήματα (κύρια και επικουρικά) της από 8-2-2006 αγωγής απορρίφθηκαν, με την ίδια απόφαση, ως μη νόμιμα. Ειδικότερα δε στο σκεπτικό της 1211/2008 απόφασης του εν λόγω Δικαστηρίου πλην άλλων, κατά το ενδιαφέρον στην υπό κρίση υπόθεση ζήτημα, αναφέρθηκαν τα εξής: "Όσον αφορά το υπό στοιχ. β' αίτημά της, η αγωγή κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη καθόσον και αν υποτεθεί αληθής ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι οι εναγόμενοι μετήλθαν τις αναφερόμενες στο δικόγραφο απειλές, υπό την επήρεια των οποίων αυτός συνήψε την από 30-11-2005 συμφωνία, βάσει της οποίας κατέβαλε στους τελευταίους τα ποσά των (21.859,60 Χ 3 =) 65.578,80 ευρώ για μισθώματα των μηνών Δεκεμβρίου 2005, Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2006 και των 34.200 ευρώ για αναπροσαρμογή της εγγυοδοσίας, θα μπορούσε να αποτρέψει τα αποτελέσματα των ως άνω απειλών αμυνόμενος στην κατ' αυτού έγερση αγωγής απόδοσης του μισθίου δια των νομίμων μέσων ενώπιον των δικαστηρίων, από την κρίση των οποίων και μόνο εξαρτιόταν η ευδοκίμηση ή μη της αγωγής αυτής και να μη συνάψει, για δεύτερη φορά την ανωτέρω συμφωνία.

Πρέπει να σημειωθεί δε ότι στις 16-2-2004 που καταρτίσθηκαν τα μεταχρονολογημένα ιδιωτικά συμφωνητικά με ημερομηνίες 28.2.2004, 31.5.2004, 31.8.2004 και 30.11.2004, ο ενάγων δεν είχε ακόμη καταβάλει στους εναγομένους ως "αέρα" το ποσό των 235.000 ευρώ ούτε είχε δαπανήσει για την ανακαίνιση του μισθίου το ποσό των 200.000 ευρώ, συνεπώς δεν υπήρχε πρόσφορο έδαφος άσκησης σε βάρος του, εκ μέρους των εναγομένων, των απειλών που αυτός επικαλείται με την αγωγή του".

Κατά της απόφασης αυτής (1211/2008) οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, την από 19-6-2008 έφεση η οποία και απορρίφθηκε με την με αριθμ. 6316/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η τελεσίδικη αυτή απόφαση, ερεύνησε, όπως όφειλε, κατά νομική επιταγή, μόνο το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της έφεσης των εναγομένων, εντός των ορίων που καθορίζονταν από αυτήν, δηλαδή μόνο το ζήτημα της εικονικότητας ή μη της ως άνω από 16-2-2004 μισθωτικής συμφωνίας, ως προς τον όρο της περί του καθοριζόμενου ύψους του μηνιαίου μισθώματος στο ποσό των 4.000 ευρώ, ενώ ουδόλως ασχολήθηκε με την προαναφερόμενη απορριπτική διάταξη και τις λοιπές απορριπτικές διατάξεις της με αριθμ. 1211/2008 πρωτόδικης απόφασης, αφού οι εναγόμενοι, ως νικήσαντες διάδικοι σχετικά με αυτές, δεν είχαν έννομο συμφέρον για την προσβολή τους και δεν τις προσέβαλαν.

Έννομο συμφέρον για την άσκηση έφεσης κατά των διατάξεων αυτών, με τις οποίες απορρίφθηκαν τα κύρια και επικουρικά αιτήματα της από 8-2-2006 αγωγής του ενάγοντος, είχε μόνο ο τελευταίος, αλλά δεν το έπραξε, οπότε, η 1211/2008 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου έχει καταστεί τελεσίδικη και ως προς αυτές τις απορριπτικές της διατάξεις, με τις οποίες απορρίφθηκε, μεταξύ άλλων και το αίτημα της αναγνώρισης της ακυρότητας της μεταγενέστερης από 30-11-2005 τροποποιητικής σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, με την οποία καθορίστηκε ως καταβαλλόμενο μίσθωμα εκείνο των 21.100 ευρώ, αλλά και το αίτημα περί καταβολής διαφορών μισθωμάτων.

Μετά από αυτά ο αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 16-3-2011 (αριθμ. καταθ. 1580/2011) αγωγή, στην οποίαν ανέφερε το ιστορικό της από 8-2-2006 αγωγής και με την οποία, κάνοντας μνεία ότι η ασκηθείσα από τους εναγομένους-εκμισθωτές έφεση κατά της 1211/2008 απόφασης απορρίφθηκε με την 6316/2010 απόφαση κατά τα παραπάνω, αλλά και ότι ο ίδιος μέχρι και τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2011 " ...

αναγκαστικά και υπό την πίεση και απειλή εξώσεως και... μέχρι να κριθεί η αγωγή... τελεσίδικα...'' κατέβαλε στους εναγομένους και ήδη αναιρεσίβλητους "το μετά από αλλεπάλληλες αναπροσαρμογές παρανόμως και αντισυμβατικώς αιτούμενο από εκείνους ποσό των 28.212 ευρώ", ζήτησε να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να του καταβάλουν τα αναφερόμενα σε αυτήν ποσά από διαφορές μισθωμάτων ως αχρεωστήτως καταβληθέντων και διαφορές εγγυήσεων.

Όπως προαναφέρθηκε όμως, με την από 8-2-2006 αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζητούσε επικουρικά την ακύρωση της από 30-11-2005 τροποποιητικής της από 16-2-2004 αρχικής συμφωνίας ως προϊόντος απειλής, όμως η από 30-11-2005 τροποιητική συμφωνία, με την 1211/2008 απόφαση, κατά τα παραπάνω, έχει τελεσιδίκως κριθεί ότι δεν ήταν άκυρη.

Η διαφορά των μισθωμάτων, επί τη βάσει της οποίας ο αναιρεσείων, με την από 16-3-2011 αγωγή του, ισχυρίζεται ότι κατεβλήθη αχρεωστήτως, αφορά σε καταβολή μισθωμάτων βάσει της από 30-11-2005 έγκυρης κατά τελεσίδικη (ήδη αμετάκλητη) κρίση-τροποποιητικής συμφωνίας.

Συνεπώς ο αναιρεσείων, με νομική βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και νυν αναιρεσίβλητοι να του επιστρέψουν διαφορές μισθωμάτων από μισθωτική σύμβαση που αμετακλήτως έχει κριθεί ότι είναι έγκυρη, εγείρει, δηλαδή, αξίωση που αμετακλήτως έχει κριθεί μη νόμιμη. Έτσι, με την με αριθμ. 439/2015 απόφαση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω ύπαρξης δεδικασμένου.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η ανωτέρω απορριπτική αιτιολογία της 1211/2008 τελεσίδικης απόφασης, καθιστά απαράδεκτη την προβολή με νέα αγωγή κάθε μέσου που τείνει στη διάφορη εκτίμηση ή νομική αξιολόγηση του υλικού που στηρίζει την πιο πάνω πρόταση του νομικού συλλογισμού της ως άνω τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αυτό προς διασφάλιση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε και απέρριψε, κατά τις ως άνω παραδοχές, την από 20-5-2015 έφεση του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (439/2015), με την οποία απορρίφθηκε η από 16-3-2011 αγωγή ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, καθώς η βάση επί της οποίας έκρινε και ο λόγος υπήρξε η ίδια απορριπτική απόφαση, δηλαδή η 1211/2008 απόφαση, εφόσον αυτή αναγκαίως αξιολόγησε την αγωγή επί της οποίας έκρινε και απεφάνθη επί της ιστορικής αιτίας της.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 325 του KΠολΔ, και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, ο δε δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 322/2020, ΑΠ 5/2020).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 155/2022, ΑΠ 1373/2022, ΑΠ 4/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 889/2020, ΑΠ 576/2018) καθώς και αν λήφθηκαν υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής ή αίτησης (ΑΠ 362/2022, ΑΠ 155/2022, ΑΠ 1373/2022, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1530/2008).

Δεν ιδρύεται, δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, ως απαράδεκτο ή αβάσιμο, γεγονός που σημαίνει ότι τον έλαβε υπόψη (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1106/2019), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή του καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 554/2020, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 694/2020, ΑΠ 90/2019).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται, από τον αναιρεσείοντα, η, από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ. β'(ορθώς από το εσφαλμένο περ. γ') και 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, αιτίαση, με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη τις με αριθμ. 1630/2014, 1277/2013 και 1333/2015 τελεσίδικες αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι οποίες εκδόθηκαν επί αγωγής αναπροσαρμογής μισθώματος η πρώτη και επί ανακοπών κατά των με αριθμ. 1429/2012 και 2021/2011 διαταγών απόδοσης μισθίου η δεύτερη και τρίτη, αναφερόμενες στην ένδικη μίσθωση και από τις οποίες απορρέει δεδικασμένο ως προς την ένδικη διαφορά.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αφορούν έγγραφα, δηλαδή αποδεικτικά μέσα του άρθρου 339 του ΚΠολΔ, που κατά το άρθρο 561 αριθ. 2 του ΚΠολΔ χαρακτηρίζονται ως διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και τα οποία δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό - πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, αλλά και ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (8ο φύλλο), ο προαναφερόμενος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ως προς την με αριθμ. 1630/2014 τελεσίδικη απόφαση, λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε, από τις ως άνω δε αποφάσεις δεν δημιουργείται δεδικασμένο κατά τις διατάξεις των άρθρων 321 επ.

του ΚΠολΔ, για την ένδικη διαφορά. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ` του KΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 306/2021).

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 83/2021, ΑΠ 50/2020).

Ο λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα, τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται στα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της διαφοράς και απορρίπτει την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη ή απαράδεκτη, ή νόμω αβάσιμη ή δεν εισέρχεται στην αποδεικτική διαδικασία, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο της ουσίας δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1409/2018, ΑΠ 663/2017, ΑΠ 481/1991).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο και πέμπτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του, τις μαρτυρικές καταθέσεις που λήφθηκαν κατά την πρωτοβάθμια δίκη (τέταρτος λόγος), την 11475, 14738/2017 απόφαση του Ζ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και την 16/14-1-2021 απόφαση του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (πέμπτος λόγος).

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε την από 20-5-2015 έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσία, δεχόμενο ότι ορθώς απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο η αγωγή του ενάγοντος ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Επομένως, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προέβη σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών, ώστε να λάβει υπόψη του και συνεκτιμήσει με τις λοιπές αποδείξεις για την στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος τα ως άνω επικαλούμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά μέσα.

Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).

Τέλος, ο αναιρεσείων, που νικήθηκε στη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την, από 15-4-2021 [αριθμ. καταθ. 2032/240/2021], αίτηση αναίρεσης και τους, από 30-9-2022 [αριθμ. καταθ. 113/30-9-2022], πρόσθετους λόγους αυτής, κατά της με αριθμ. 5889/2020, τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής κατά της ως άνω 5889/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει, στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ