Supreme Court partially allows appeal against eviction rent decision, remanding usage compensation calculation for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a final eviction rent decision, remanding the case for retrial on specific compensation issues. The lower court incorrectly calculated usage compensation by applying a fixed monthly rate instead of the statutory reduction rules applicable to the specific period. Consequently, the Court found the second ground of appeal admissible and ordered the lower court to recalculate the compensation based on the correct legal interpretation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 591(1), 614(1) of the Code of Civil Procedure; Article 601 of the Civil Code: When calculating usage compensation in eviction proceedings, courts must apply statutory reduction rules and cannot arbitrarily apply a fixed rate agreed upon by parties if it contradicts mandatory legal provisions regarding tax reductions or non-adjustment periods.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1172 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1172/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δημοτικού ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου του Δημοτικού ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Πολιτισμικός Οργανισμός του Δήμου Αθηναίων", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευγενία Δημητροπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. - Κ. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ιατρού με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-8-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1665/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2076/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-1-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 12-1-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. …../2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2076/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (ήτοι μισθωτικών διαφορών, άρθρα 591 παρ. 1, 614 περ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), με την οποία έγινε δεκτή έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 1665/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί κατ' ουσίαν την από 4-8-2014 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατ' αυτού. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), με κατάθεσή της στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 12-1-2021, εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλομένης, που έλαβε χώρα στις 9-12-2020, καθόσον ο χρόνος προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας από 7-11-2020 έως 5-4-2021, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 παρ.1 εδ. α' του ν. 4790/2021, δεν υπολογίζεται. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 του ν. 4002/22-8-2011 ("Συντάξεις Δημοσίου-Τουριστικές Επενδύσεις, Φορολογικά...") "Η μισθωτική αξία των ακινήτων που έχουν μισθωθεί από το Ελληνικό Δημόσιο και τους φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 (Α'247), όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010 (Α'141), και πριν τη συμπλήρωσή του με την παρ. 1α του άρθρου 50 του ν. 3943/2011 (Α' 66), τεκμαίρεται ότι κατά το έτος 2010 έχει μειωθεί κατά 20%.
Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου τα μισθώματα που καταβάλλουν το Ελληνικό Δημόσιο και οι ανωτέρω φορείς, για τη μίσθωση ακινήτων στα οποία στεγάζονται υπηρεσίες τους, μειώνονται κατά ποσοστό 20%, το οποίο υπολογίζεται στο ύψος των μισθωμάτων της χρήσης Ιουλίου 2010 και μέχρι 30.6.2013 απαγορεύεται οποιαδήποτε αναπροσαρμογή τους.
Σε περίπτωση κατά την οποία τα μισθώματα αυτά έχουν αναπροσαρμοσθεί (αυξηθεί) μετά την 1.7.2010, η αναπροσαρμογή αυτή καταργείται και η καταβληθείσα συμψηφίζεται με τα οφειλόμενα μισθώματα. Οι εκμισθωτές δικαιούνται να προσφύγουν στα αρμόδια δικαστήρια και να αμφισβητήσουν το ύψος του παραπάνω τεκμηρίου και τη μείωση του μισθώματος.
Το Ελληνικό Δημόσιο και οι ανωτέρω φορείς δικαιούνται να προσφύγουν στα αρμόδια δικαστήρια και να αποδείξουν ότι η μείωση της μισθωτικής αξίας και αντιστοίχως του μισθώματος είναι μεγαλύτερη από το παραπάνω ποσοστό". Επίσης, το (ήδη καταργηθέν με το άρθρο 177 παρ. 1 του ν. 4270/2014) άρθρο 1Β του ν. 2362/1995 ("Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις"), που προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010, όπως η παρ. 2 του άρθρου 1Β αυτού ίσχυε πριν την προσθήκη εδαφίου β' με το άρθρο 50 του ν. 3943/2011, όριζε τα εξής: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, οι κατωτέρω όροι έχουν την ακόλουθη έννοια: 1.
Δημόσιος τομέας: περιλαμβάνει την Γενική Κυβέρνηση και τις δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3, καθώς και τους δημόσιους οργανισμούς κατά την έννοια της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α-στη διάταξη αυτή ορίζεται ότι με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του εποπτεύοντος Υπουργού, υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' περί οργάνωσης, λειτουργίας, διοίκησης και κρατικής εποπτείας των δημόσιων επιχειρήσεων και οργανισμών του ίδιου νόμου (3429/2005) νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (εκτός των δημοσίων επιχειρήσεων) χρηματοδοτούμενα από το Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό, καθώς και δημόσιες επιχειρήσεις που έχουν εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου αυτού). 2.
Γενική Κυβέρνηση: περιλαμβάνει την Κεντρική Κυβέρνηση, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, πρώτου και δεύτερου βαθμού (ΟΤΑ) και τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), σύμφωνα με τα κριτήρια του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών (ΕΣΟΛ). 3. Κεντρική Κυβέρνηση: περιλαμβάνει την Κεντρική Διοίκηση και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ελέγχονται και χρηματοδοτούνται κυρίως από την Κεντρική Διοίκηση, εκτός ΟΤΑ και ΟΚΑ. 4.
Κεντρική Διοίκηση ή Δημόσιο ή Κράτος: περιλαμβάνει την Προεδρία της Δημοκρατίας, τα Υπουργεία και τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, καθώς και τις Ανεξάρτητες Αρχές. 5. Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης: περιλαμβάνουν τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης και τα νοσοκομεία. 6. Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης:
περιλαμβάνουν τους Δήμους και τις Περιφέρειες". Με το άρθρο 50 του ν. 3943/2011 προστέθηκε στο τέλος της παραγράφου 2 του ως άνω άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 νέο εδάφιο, με το οποίο ορίζεται ότι αναλυτικά τα νομικά πρόσωπα που περιλαμβάνονται στην Κεντρική Κυβέρνηση, τους Ο.Τ.Α. και τους Ο.Κ.Α. προσδιορίζονται από το Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης που τηρείται με ευθύνη της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 και 5 του ν. 4081/27-9-2012 ("Περιστολή δημοσίων δαπανών, ρύθμιση θεμάτων δημοσιονομικών ελέγχων και άλλες διατάξεις"), "1. Τα μισθώματα, τα οποία κατά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος άρθρου καταβάλλουν το Ελληνικό Δημόσιο και οι φορείς του δημοσίου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 (Α'247), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010 (Α'141) και συμπληρώθηκε με την παρ. 1α του άρθρου 50 του ν. 3943/2011 (Α' 66), για τη μίσθωση ακινήτων, στα οποία στεγάζονται οι υπηρεσίες τους, όπως τα μισθώματα αυτά αναπροσαρμόσθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 1, 4 και 5 του ν. 4002/2011 (Α'180), μειώνονται, από 1.10.2012, σύμφωνα με την ακόλουθη προοδευτική κλίμακα:
α) Για το ποσό του μηνιαίου μισθώματος έως τα χίλια (1.000,00) ευρώ, κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%). β) Για το ποσό του μηνιαίου μισθώματος από τα χίλια και 0,01 (1.000,01) ευρώ έως τα δύο χιλιάδες (2.000,00) ευρώ, κατά ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%). γ) Για το ποσό του μηνιαίου μισθώματος από τα δύο χιλιάδες και 0,01 (2.000,01) ευρώ έως τα τρεις χιλιάδες (3.000,00) ευρώ, κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%).
δ) Για το ποσό του μηνιαίου μισθώματος, που υπερβαίνει τα τρεις χιλιάδες (3.000,00) ευρώ, κατά ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%)...5. Ειδικά για τα νομικά πρόσωπα των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης που δεν υπάγονταν στην υποχρεωτική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 21 του ν. 4002/2011, η προοδευτική μείωση της παραγράφου 1 υπολογίζεται επί τη βάσει του καταβαλλόμενου κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου μισθώματος, μειωμένου κατά ποσοστό 20%.
Σε περίπτωση που τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα είχαν προβεί σε μείωση μισθώματος κατόπιν διαπραγμάτευσης με τον εκμισθωτή, η ως άνω προοδευτική μείωση υπολογίζεται επί του καταβαλλόμενου κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου μισθώματος, μειωμένου κατά το ποσοστό που υπολείπεται έως το 20%". Περαιτέρω, ο Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006) σε σχέση με τα δημοτικά και κοινοτικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ορίζει τα εξής:
Στο άρθρο 239 παρ. 1, 2 και 3 "Τα δημοτικά και κοινοτικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου συνιστώνται με απόφαση των οικείων δημοτικών ή κοινοτικών συμβουλίων. Σκοπός τους είναι η οργάνωση και η λειτουργία ορισμένης δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας με γνώμονα την καλύτερη εξυπηρέτηση των αναγκών των κατοίκων, όπως η Σύσταση κέντρων κοινωνικής προστασίας, πνευματικών ή αθλητικών κέντρων, βιβλιοθηκών, μουσείων κ.ά..
Ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας διαπιστώνει τη νομιμότητα της σχετικής απόφασης του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και εκδίδει την πράξη Σύστασης του νομικού προσώπου, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στην απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου για τη Σύσταση του νομικού προσώπου ορίζονται το όνομα, ο σκοπός, η περιουσία και οι Πόροι", στο άρθρο 240 "Τα δημοτικά ή κοινοτικά νομικά πρόσωπα διοικούνται από το διοικητικό συμβούλιο, που αποτελείται από πέντε έως δεκαπέντε μέλη, τα οποία μαζί με τους αναπληρωτές τους ορίζονται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο.
Οι διατάξεις των άρθρων 227 παράγραφος 5, 234, 235 και των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 236 (οι διατάξεις αυτές αναφέρονται σε Δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα) εφαρμόζονται και στα νομικά πρόσωπα αυτά. Τα θέματα, τα σχετικά με τη λειτουργία του νομικού προσώπου ρυθμίζονται με κανονισμούς που εγκρίνουν τα δημοτικά ή κοινοτικά συμβούλια.
Τα νομικά πρόσωπα, αν δεν διαθέτουν ταμειακή υπηρεσία, εξυπηρετούνται από την ταμειακή υπηρεσία του οικείου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης", στο άρθρο 234 παρ. 2 και 3 "Οι κανονισμοί λειτουργίας των ιδρυμάτων και οι οργανισμοί εσωτερικής υπηρεσίας καταρτίζονται από τα διοικητικά συμβούλια και εγκρίνονται από τα οικεία δημοτικά ή κοινοτικά συμβούλια...Για τις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου που αφορούν τον προϋπολογισμό, τον απολογισμό, ...
απαιτείται προηγούμενη έγκριση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. Οι αποφάσεις υποβάλλονται στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας...", στο άρθρο 235 "Πόροι των ιδρυμάτων είναι ιδίως: α) η ετήσια τακτική ή τυχόν έκτακτη επιχορήγηση του Δήμου ή της Κοινότητας, β) κάθε είδους εισφορές, επιχορηγήσεις, δωρεές, κληρονομίες και κληροδοσίες, γ) εισπράξεις από το αντίτιμο των πραγμάτων ή των υπηρεσιών, που παρέχουν τα ιδρύματα, δ) πρόσοδοι από τη δική τους περιουσία, καθώς και από τη συμμετοχή τους σε προγράμματα" και στο άρθρο 236 "οι διατάξεις που ισχύουν για τους Δήμους και αφορούν τον οργανισμό της εσωτερικής υπηρεσίας, τον προϋπολογισμό, το οικονομικό έτος, τον απολογισμό... , εφαρμόζονται και στα ιδρύματα." Από το συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων συνάγονται τα εξής:
Με το ν. 4002/2011 επήλθε, αναδρομικά και κατά ποσοστό 20% επί του καταβαλλόμενου το μήνα Ιούλιο του έτους 2010 μισθώματος, μείωση των μισθωμάτων που κατέβαλλαν για στέγαση των υπηρεσιών τους το Δημόσιο και οι φορείς του δημόσιου τομέα. Στο δημόσιο τομέα υπάγονται, εκτός άλλων, η Γενική Κυβέρνηση και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού, δηλαδή οι Δήμοι και οι Περιφέρειες.
Οι φορείς που περιλαμβάνονται στον Τομέα της Γενικής Κυβέρνησης ορίζονται από το νόμο. Για την κατάταξη ενός νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου στον τομέα της Γενικής Κυβέρνησης απαιτείται η συνδρομή των τασσόμενων από τις οικείες διατάξεις κριτηρίων, δηλαδή εξετάζεται αν το εν λόγω νομικό πρόσωπο ελέγχεται και χρηματοδοτείται, κατά κύριο λόγο, από την Κεντρική Διοίκηση.
Συνεπώς, τα δημοτικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τα οποία, κατά τα προαναφερόμενα, δεν ελέγχονται από την Κεντρική Διοίκηση ούτε χρηματοδοτούνται, κατά κύριο λόγο, από τον κρατικό προϋπολογισμό αλλά από τους ΟΤΑ, δεν υπάγονται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα ούτε αποτελούν ΟΤΑ. Έτσι, η επιβληθείσα με το άρθρο 21 του ν. 4002/2011 μείωση των καταβαλλόμενων κατά το έτος 2010 από τους φορείς του δημόσιου τομέα μισθωμάτων δεν αφορούσε στα δημοτικά νομικά πρόσωπα, καθόσον αυτά δεν υπάγονται στο δημόσιο τομέα, αφού δεν αποτελούν ΟΤΑ ούτε ελέγχονται και χρηματοδοτούνται, κατά κύριο λόγο, από την Κεντρική Διοίκηση.
Λόγω δε της μη εφαρμογής των μειώσεων που προέβλεπε το άρθρο 21 του ν. 4002/2011 και επί των μισθωμάτων που κατέβαλλαν τα νομικά πρόσωπα των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, ο ν. 4081/2012, με τον οποίο επήλθε νέα, κατά προοδευτική κλίμακα, μείωση από 1-10-2012 των μισθωμάτων για τους φορείς του δημόσιου τομέα, διέλαβε ειδική και μόνο για τα νομικά πρόσωπα των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ρύθμιση (παρ. 5 του άρθρου 2 αυτού), κατά την οποία η κατά προοδευτική κλίμακα από 1-10-2012 μείωση των μισθωμάτων (για τα νομικά αυτά πρόσωπα) υπολογίζεται επί του καταβαλλόμενου κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου νόμου (27-9-2012) μισθώματος, μειωμένου κατά ποσοστό 20%, διέλαβε, δηλαδή, ρύθμιση αντίστοιχη προς εκείνη του άρθρου 21 του ν. 4002/2011 που αφορούσε στις μισθώσεις ακινήτων από φορείς του δημόσιου τομέα.
Κατά το άρθρο 599 παρ. 1 του ΑΚ ο μισθωτής κατά τη λήξη της μίσθωσης έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε, ενώ κατά το άρθρο 601 του ίδιου Κώδικα, ο μισθωτής, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά την λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημίωσης, είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά από αυτή παράνομη παρακράτηση του μισθίου από το μισθωτή χωρίς να ερευνάται αν o εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης της χρήσης του μισθίου.
Παράνομη παρακράτηση είναι η γενόμενη χωρίς δικαίωμα από το νόμο, τη σύμβαση ή δικαστική απόφαση (ΑΠ 640/2020, ΑΠ 199/2017, ΑΠ 1331/2013, ΑΠ 1307/2013), ενώ ως συμφωνημένο μίσθωμα, για τον υπολογισμό της εν λόγω αποζημίωσης, νοείται το οφειλόμενο κατά το χρόνο λήξης της μίσθωσης (ΑΠ 1439/2021, ΑΠ 1653/2014, ΑΠ 229/2012, ΑΠ 22/2012). Εκτός από το συμφωνημένο μίσθωμα ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει και την αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας, όπως το διαφυγόν κέρδος του, δηλαδή εκείνο που θα αποκόμιζε με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη (κανονική) πορεία των πραγμάτων, αν ο μισθωτής απέδιδε το μίσθιο αμέσως μετά τη λήξη της μίσθωσης.
Τέτοιο δε διαφυγόν κέρδος αποτελεί και το υψηλότερο από το καταβαλλόμενο, ως αποζημίωση χρήσης, μίσθωμα, που αποδεδειγμένα θα ελάμβανε ο εκμισθωτής εκμισθώνοντας σε άλλον το μίσθιο (ΑΠ 1439/2021, ΑΠ 646/2020, ΑΠ 199/2017, ΑΠ 1653/2014).
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Για να είναι ορισμένος ο ίδιος λόγος, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. (ΑΠ 171/2020, ΑΠ 465/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 4-8-2014 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε ότι με μισθωτική σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και του δημοτικού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου "Πολιτισμικός Οργανισμός Δήμου Αθηναίων" εκμίσθωσε στο τελευταίο, για το χρονικό διάστημα από 1-7-2009 έως 31-12-2012, το σ' αυτή περιγραφόμενο ακίνητο, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τη στέγαση του παιδικού μουσείου και την έκθεση έργων τέχνης και αντικειμένων για παιδιά.
Ότι το μηνιαίο μίσθωμα καθορίστηκε σε 3.500 ευρώ για την πρώτη τριετία, αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 10% για τη δεύτερη τριετία, πλην όμως, κατόπιν συμφωνίας τους, η αναπροσαρμογή αυτή δεν έλαβε χώρα και το μίσθωμα παρέμεινε το ίδιο καθ' όλη τη διάρκεια της μίσθωσης. Ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, δημοτικό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, που προήλθε κατόπιν συγχώνευσης του μισθωτή και άλλων δημοτικών νομικών προσώπων του Δήμου Αθηναίων και υπεισήλθε νόμιμα στη μισθωτική σχέση, προέβη μονομερώς σε μείωση του μισθώματος και μάλιστα αναδρομικά, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 21 του ν. 4002/2011 και 2 παρ. 1 και 5 του ν. 4081/2012, καταβάλλοντας έτσι, από 1-7-2010 και έως τη λήξη της μίσθωσης στις 31-12-2012, το αναφερόμενο σ' αυτή μειωμένο μίσθωμα και στη συνέχεια, παρακρατώντας παράνομα το μίσθιο, αποζημίωση χρήσεως μειωμένη και όχι το συμφωνημένο μίσθωμα των 3.500 ευρώ.
Με αυτό το ιστορικό ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο 1) να του καταβάλει νομιμοτόκως το συνολικό ποσό των 58.587,50 ευρώ για διαφορές α) μεταξύ συμφωνηθέντος και καταβαλλόμενου μισθώματος του διαστήματος από 1-7-2010 έως 31-12-2012 που έληξε η μίσθωση και β) μεταξύ της καταβληθείσης αποζημίωσης χρήσεως και αυτής που έπρεπε να του καταβάλει, από 1-1-2013 έως 31-7-2014, με βάση το συμφωνημένο μηνιαίο μίσθωμα των 3.500 ευρώ, άλλως με βάση το προκύπτον μετά τις μειώσεις του ν. 4081/2012 μίσθωμα των 3.012,50 ευρώ και επιπλέον, ως περαιτέρω αποζημίωση, το ποσό των 487,50 ευρώ κατά μήνα, που θα αποκόμιζε, με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αν το εναγόμενο του είχε αποδώσει έγκαιρα το μίσθιο και προέβαινε σε εκμίσθωσή του σε άλλον μισθωτή και γ) το ποσό των 3.500 ευρώ μηνιαίως ως αποζημίωση χρήσεως από 1-8-2014 και έως τη συζήτηση της αγωγής του και 2) να του αποδώσει τη χρήση του μισθίου.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τη 1665/2017 οριστική του απόφαση, δέχτηκε ολικά την αγωγή. Κατά αυτής της απόφασης το αναιρεσείον άσκησε την από 6-11-2017 έφεση, η οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν με την προσβαλλομένη και αφού διακρατήθηκε και ερευνήθηκε εκ νέου η αγωγή από το Εφετείο, έγινε αυτή δεκτή εν μέρει και υποχρεώθηκε το αναιρεσείον να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο για διαφορές μισθωμάτων και αποζημίωσης χρήσεως του επιδίκου διαστήματος 57.457,50 ευρώ.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, με το να κρίνει ότι η διάταξη του άρθρου 21 του ν. 4002/2011 περί μείωσης κατά 20% των μισθωμάτων των ακινήτων που έχουν μισθωθεί από φορείς του δημόσιου τομέα δεν έχει εφαρμογή και στο ίδιο, αν και αυτό, ως δημοτικό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, υπάγεται στους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης και εξαρτάται από ΟΤΑ, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, τη διάταξη αυτή, σε συνδ.
προς εκείνες των άρθρων 1Β του ν. 2362/1995, του ν. 3463/2006 και 2 παρ. 5 του ν. 4081/2012. Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 και αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να κρίνει ότι η οφειλόμενη από το ίδιο αποζημίωση χρήσεως του επιδίκου διαστήματος υπολογίζεται με βάση το αρχικά συμφωνηθέν μίσθωμα των 3.500 ευρώ και όχι το διαμορφωθέν κατά τη λήξη της μίσθωσης, ήτοι εκείνο των 2.390 ευρώ μετά τις μειώσεις των νόμων 4002/2011 και 4081/2012, άλλως των 2.662,50 ευρώ μετά τις μειώσεις του άρθρου 2 του ν. 4081/2012, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 601 του ΑΚ.
Ως προς τα ζητήματα αυτά το Εφετείο, αφού διέλαβε στην απόφασή του, νομικές σκέψεις με τις διατάξεις των άρθρων 21 του ν. 4002/2011, 1Β του ν. 2362/1995, 2 παρ. 1 και 5 του ν. 4081/2012 και 601 του ΑΚ, δέχτηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "Σε περίπτωση μίσθωσης ακινήτων από νομικά πρόσωπα Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, όπως το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) δημοτικό νομικό πρόσωπο, δεν ισχύει η προβλεπόμενη στο άρθρο 21 του ν. 4002/2011 μείωση του μισθώματος κατά ποσοστό 20% από 1-7-2010, αφού ρητώς ορίζεται ότι δεν περιλαμβάνονται στο δημόσιο τομέα τα Ν.Π.Δ.Δ.
και τα Ν.Π.Ι.Δ. που ελέγχονται και χρηματοδοτούνται από τους ΟΤΑ, ενώ, αντιθέτως, ισχύει η προβλεπόμενη στο άρθρο 2 παρ. 1 και 5 προοδευτική μείωση του μισθώματος από 1-10-2012... Δυνάμει του από 5-1-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) εκμίσθωσε στο τότε δημοτικό νομικό πρόσωπο με την επωνυμία "Πολιτισμικός Οργανισμός Δήμου Αθηναίων":
α) ένα διαμέρισμα πρώτου ορόφου..., β) δύο διαμερίσματα υπερυψωμένου ισογείου..., γ) ένα διαμέρισμα του υπογείου..., δ) μια αποθήκη του ισογείου...και ε) μια αποθήκη του υπογείου..., που αποτελούν ενιαίο μίσθιο μιας διώροφης οικοδομής, ... κειμένης στην Αθήνα, επί της οδού Κ……, αριθμ. …, προκειμένου το τελευταίο να το χρησιμοποιεί για τη στέγαση παιδικού μουσείου και ως χώρο έκθεσης έργων τέχνης και λοιπών αντικειμένων για παιδιά...Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε για χρονικό διάστημα έξι (6) ετών, από 1-1-2007...μέχρι την 31-12-2012...αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος ποσού 3.500 ευρώ για τα τρία πρώτα έτη της μίσθωσης και το οποίο από 1-1-2010 θα προσαυξανόταν κατά ποσοστό 10%, ανερχόμενο στο ποσό των 3.850 ευρώ, καταβλητέο ανά τρίμηνο στο τέλος κάθε τριμήνου...Το ως άνω νομικό πρόσωπο συγχωνεύθηκε με άλλα νομικά πρόσωπα του Δήμου Αθηναίων...στο εναγόμενο (αναιρεσείον), το οποίο...υποκαταστάθηκε ως καθολικός διάδοχος του μισθωτή...στην ένδικη μισθωτική σύμβαση.
Κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων και λόγω της οικονομικής κρίσης της χώρας που μεσολάβησε, το μηνιαίο μίσθωμα δεν αυξήθηκε από 1-1-2010 κατά ποσοστό 10%...αλλά παρέμεινε στο ποσό των 3.500 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 7-2-2012 κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα το υπ' αριθμ. πρωτ. …../6-3-2013 έγγραφο του Προέδρου του Δ.Σ.
του εναγομένου, με το οποίο το τελευταίο τον ενημέρωσε ότι, δυνάμει της υπ' αριθμ. 30-1-2012 απόφασής του, μείωσε μονομερώς το καταβαλλόμενο σ' αυτόν μηνιαίο μίσθωμα, των 3.500 ευρώ, κατά ποσοστό 20%, κατ' εφαρμογή του άρθρου 21 του ν. 4002/2011, αναδρομικά από 1-7-2010, ανερχομένου έτσι του μηνιαίου μισθώματος στο ποσό των 2.800 ευρώ (3.500-20%), το οποίο κατέβαλλε έκτοτε το εναγόμενο στον ενάγοντα κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2010 έως 30-9-2012...Ωστόσο.......
η, κατά τα ανωτέρω, μείωση του μισθώματος, την οποία ο ενάγων δεν αποδέχθηκε, δεν ισχύει στην ένδικη περίπτωση, διότι το άρθρο 21 ν. 4002/2011 εφαρμόζεται μόνο στα ακίνητα που έχουν μισθωθεί από το Ελληνικό Δημόσιο και τους φορείς του δημόσιου τομέα, όπως ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 1Β ν. 2362/1995, στους οποίους φορείς του δημόσιου τομέα, δεν περιλαμβάνονται τα δημοτικά νομικά πρόσωπα, που έχουν ιδρύσει οι Δήμοι, σύμφωνα με το ν. 3463/2006, όπως το εναγόμενο δημοτικό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.
Επομένως, το τελευταίο όφειλε να καταβάλει στον ενάγοντα για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ως μηνιαίο μίσθωμα, το ποσό των 3.500 ευρώ και συνολικά 94.500 ευρώ (3.500Χ27 μήνες). Επομένως, του οφείλει την προκύπτουσα διαφορά, ποσού 18.900 ευρώ (94.500-75.600). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε ομοίως, με εν μέρει διάφορη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται, κατά το αντίστοιχο μέρος, με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε.
Επομένως, οι συναφείς τρίτος (κατά το αντίστοιχο μέρος του) και τέταρτος λόγοι της υπό κρίση έφεσης, με τους οποίους το εκκαλούν υποστηρίζει το αντίθετο, είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. …./2012 απόφασης του Δ.Σ. του εναγομένου, το τελευταίο προέβη μονομερώς σε περαιτέρω κλιμακωτή μείωσή του, ήδη μειωθέντος και ανερχόμενου στο ποσό των 2.800 ευρώ μηνιαίου μισθώματος, στο ποσό των 2.390 ευρώ αναδρομικά από 1-10-2012, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 ν. 4081/2012.
Σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που προεκτέθηκαν, η εν λόγω διάταξη του άρθρου 2 του ν. 4081/2012 εφαρμόζεται και στα δημοτικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, όπως το εναγόμενο, κατά ρητή πρόβλεψη στην παρ. 5 του εν λόγω άρθρου, σύμφωνα με το οποίο η προοδευτική μείωση του μισθώματος υπολογίζεται επί του ισχύοντος μισθώματος, μειωμένου κατά το ποσοστό που υπολείπεται έως το 20%, δηλαδή κατά ποσοστό 10%, δεδομένου ότι στην υπό κρίση περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, το μηνιαίο μίσθωμα είχε μειωθεί, κατόπιν διαπραγμάτευσης των διαδίκων, για το μετά την 1-1-2010 χρονικό διάστημα από το ποσό των 3.850 ευρώ στο ποσό των 3.500 ευρώ, δηλαδή κατά ποσοστό 10%.
Επομένως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η προοδευτική μείωση του μισθώματος υπολογίζεται επί του ποσού των 3.500 ευρώ, μειωμένου κατά το υπόλοιπο ποσοστό 10%, δηλαδή επί του ποσού των 3.150 ευρώ (3.500-10%). Έτσι, το οφειλόμενο από 1-10-2012 μηνιαίο μίσθωμα, με βάση την προοδευτική κλίμακα της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 4081/2011, μειώνεται:
α) για το ποσό των 1.000 ευρώ, στο ποσό των 900 ευρώ (μείωση κατά 10%), β) για το ποσό από 1.000,01 ευρώ έως 2.000 ευρώ, στο ποσό των 850 ευρώ (μείωση κατά 15%), γ) για το ποσό από 2.000,01 ευρώ έως 3.000 ευρώ στο ποσό των 800 ευρώ (μείωση κατά 20%) και δ) για το ποσό των 150 ευρώ, στο ποσό των 112,50 ευρώ (μείωση κατά 25%). Δηλαδή το οφειλόμενο μηνιαίο μίσθωμα ανέρχεται στο ποσό των 2.662,50 ευρώ...Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τη λήξη της μίσθωσης, με την πάροδο του συμβατικού χρόνου, στις 31-12-2012, το εναγόμενο δεν απέδωσε στον ενάγοντα τη χρήση του μισθίου, το οποίο παρακράτησε τουλάχιστον μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος αξίωσε την απόδοσή του και με την κοινοποιηθείσα στο εναγόμενο ...από 11-3-2013 εξώδικη δήλωση.
Για το επίδικο χρονικό διάστημα παρακράτησης του μισθίου, δηλαδή από 1-1-2013 έως 31-10-2015, το εναγόμενο όφειλε ως αποζημίωση χρήσης το συμφωνημένο μηνιαίο μίσθωμα, των 3.500 ευρώ, που αποτελεί την ελάχιστη επιδικαστέα αποζημίωση, καθόσον αφενός μεν τούτο προβλέπεται ρητώς στο άρθρο 601 ΑΚ, αφετέρου δε η διάταξη του άρθρου 2 ν. 4081/2012 (όπως και η διάταξη του άρθρου 21 ν. 4002/2011, που δεν κρίθηκε εφαρμοστέα στην υπό κρίση υπόθεση) αφορά στη μείωση μισθωμάτων που καταβάλλονται για τη μίσθωση ακινήτων, στα οποία στεγάζονται υπηρεσίες του δημοσίου και των φορέων του δημόσιου τομέα, στα πλαίσια των υφιστάμενων μισθωτικών συμβάσεων και όχι στη μείωση αποζημίωσης χρήσης για μισθώσεις που έχουν λήξει...".
Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο δέχτηκε εν μέρει τους λόγους της από 6-11-2017 έφεσης του αναιρεσείοντος και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και επαναδίκασε την υπόθεση, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και υποχρέωσε το αναιρεσείον να του καταβάλει για διαφορές μισθωμάτων και αποζημίωσης χρήσεως του επιδίκου διαστήματος το συνολικό ποσό των 57.457,50 ευρώ.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 21 του ν. 4002/2011, η οποία, υπό τις προαναφερθείσες παραδοχές, δεν ήταν εφαρμοστέα στην ένδικη σύμβαση μίσθωσης ακινήτου από το αναιρεσείον, δημοτικό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αφού αυτό δεν υπαγόταν στο δημόσιο τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 που προαναφέρθηκε και συνεπώς, ορθώς το Εφετείο προέβη στη μείωση του οφειλόμενου από το τελευταίο στον αναιρεσίβλητο μισθώματος μόνον για το διάστημα από 1-10-2012 έως 31-12-2012 σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 και 5 του ν. 4081/2012, οι οποίες, υπό τις ίδιες παραδοχές, ήταν εφαρμοστέες και όχι και για το διάστημα από 1-7-2010 έως 30-9-2012 αντίστοιχα κατά το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 21 του ν. 4002/2011 ποσοστό 20%.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Η διαλαμβανόμενη στον ίδιο λόγο περαιτέρω αιτίαση περί εσφαλμένης ερμηνείας και μη εφαρμογής των διατάξεων του ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων) είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, γιατί δεν προσδιορίζεται η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του νόμου αυτού και σε τι συνίσταται η παραβίαση.
Με τις παραπάνω, όμως, παραδοχές το Εφετείο, με το να υπολογίσει την οφειλόμενη από το αναιρεσείον αποζημίωση χρήσεως του επιδίκου διαστήματος (1-1-2013 έως 21-10-2015) με βάση το συμφωνηθέν από τους διαδίκους μίσθωμα των 3.500 ευρώ και όχι με βάση εκείνο που όφειλε να καταβάλει το αναιρεσείον κατά τη λήξη της μίσθωσης στις 31-12-2012, το οποίο, υπό τις ίδιες παραδοχές, λόγω της μη αναπροσαρμογής του κατά ποσοστό 10% τη δεύτερη τριετία, όπως είχε συμφωνηθεί κατά τη κατάρτιση της μισθωτικής σύμβασης μεταξύ των μερών, και της εφαρμογής των μειώσεων που προέβλεπαν οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 και 5 του ν. 4081/2012, ανερχόταν σε 2.662,50 ευρώ (παραδοχές περί καταβολής του επιπλέον -έως τα 3.500 ευρώ- ποσού ως περαιτέρω αποζημίωσης του αναιρεσιβλήτου λόγω μη έγκαιρης απόδοσης της χρήσης του μισθίου από το αναιρεσείον και μη εκμίσθωσής του σε άλλον μισθωτή, δεν διαλαμβάνονται), παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 601 του ΑΚ και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.
Μετά από αυτά πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς κεφάλαιο που προαναφέρθηκε (της αποζημίωσης χρήσεως), να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το κεφάλαιο αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Διάταξη περί επιστροφής παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον ως Δημοτικό Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου δεν υποχρεούται στην καταβολή παραβόλου (άρθρο 276 παρ. 1 του ν. 3463/2006). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, που ηττήθηκε στη δίκη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων όμως κατ' άρθρα 276 παρ. 1 και 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 (ΑΠ 597/2022, ΑΠ 237/2021), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2076/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο παραπάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ