Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding attorney authority and substantive issues on evidence sufficiency.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a hotel company and its president against a second-instance judgment. The appellants argued that the lower court failed to clarify liability and insufficiently weighed evidence, but the court found these arguments inadmissible or unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArt. 143 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 of the Code of Civil Procedure: An attorney appointed as a proxy is automatically an opponent for all acts in the trial until a final judgment is issued unless replacement is notified; an appeal argument based on the vagueness of a lower court's operative part is inadmissible if not raised in the appeal petition.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1170 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1170/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Μαριάνθη Παγουτέλη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. Π., ανώνυμη ξενοδοχειακή τουριστική εταιρία", με διακριτικό τίτλο "Α. Π. Α.Ξ.Τ.Ε. ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Κω και 2) Α. Π. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Σαρηγιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ν. Π. του Γ., 2) Ι. Π. του Κ., 3) Έ. Π. του Ν., κατοίκων Μπέλες Αλβανίας και 4) Ε. Ε. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Νομικής Χαρτοφίλη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν η 277/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 170/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-10-2018 αίτησή τους και τους από 23-10-2019 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαριάνθη Παγουτέλη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ Στο άρθρο 143 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 με έναρξη ισχύος την 1-1-2016, σύμφωνα με την παρ. 4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ιδίου νόμου, ορίζεται ότι: "Ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση ή με ιδιωτικό έγγραφο, που φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από ΚΕΠ ή από οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 1305/2020, ΑΠ 667/2020, ΑΠ 1034/2019).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα της απόφασης ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για τον διορισμό αυτού (του παραστάντος δικηγόρου), κατά το άρθρο 96 ΚΠολΔ, ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 ΚΠολΔ (ΑΠ 1305/2020, ΑΠ 364/2016, ΑΠ 2178/2014).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 569 § 2 εδάφ. α` Κ.Πολ.Δ. οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο δε του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 § 1, 2 του ίδιου Κώδικα, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της άσκησης των πρόσθετων λόγων, δηλαδή η κατάθεση του δικογράφου αυτών τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της αναίρεσης και όχι πριν την ορισθείσα μετά από αναβολή ή ματαίωσή της, καθώς και η επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία ή αν τηρηθεί μόνο μία από αυτές, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους (ΟλΑΠ 33/1996, ΟλΑΠ 143/1984, ΑΠ 158/2020, ΑΠ 324/2020, ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 266/2018, ΑΠ 412/2017, ΑΠ 785/2014, ΑΠ 743/2014, ΑΠ 785/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, η από 1-10-2018 και με αριθ. κατάθεσης 3/2-10-2018 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθ. 170/7-4-2016 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα Κω), που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τους εναγόμενους έφεσης κατά της με αριθ. 277/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της, από 28-12-2008 και με αριθ.
κατάθεσης 167/ΜΕΙ 39/27-1-2009, αγωγής των ήδη αναιρεσίβλητων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις 2-10-2018, πριν από κάθε κοινοποίηση και εντός της υπό του νόμου τασσόμενης προθεσμίας των δύο (2) ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, που έγινε στις 2-7-2018 (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 144 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Πρέπει να σημειωθεί εν προκειμένω ότι ο ισχυρισμός των αναιρεσίβλητων, ότι η αναίρεση είναι απαράδεκτη διότι η κλήση προς συζήτησή της επιδόθηκε όχι στον καθένα από αυτούς ατομικά αλλά στην πληρεξούσια δικηγόρο τους, αλυσιτελώς κατ' αρχάς προβάλλεται και χωρίς έννομη επιρροή, αφού αυτοί παραστάθηκαν κατά την παρούσα συζήτηση στο ακροατήριο, νομίμως, με την ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο τους, η οποία κατέθεσε προτάσεις, χωρίς επομένως να υποστούν δικονομική βλάβη, ανεξάρτητα του ότι η επίδοση της ένδικης αναίρεσης προς την ως άνω δικηγόρο τους, ως αντίκλητό τους, έγινε νομίμως, σύμφωνα με το άρθρο 143 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω, το από 23-10-2019 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 25-10-2019 με αριθμό κατάθεσης 108/2019, ήτοι μετά από την ορισθείσα αρχική δικάσιμο της 19-3-2019, αλλά πριν από τη, μετ' αναβολή, δικάσιμο της 7-1-2020, και η επίδοση του δικογράφου αυτού στην πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσίβλητων, δικηγόρο Κω, Νομική Χριστοφίλη, που εκπροσώπησε αυτούς στη δευτεροβάθμια δίκη, έγινε στις 29-11-2019 ( βλ.
την υπ' αριθ. 11534Γ'/29-11-2019 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Δωδεκανήσου Φ. Κ.). Επομένως, οι ανωτέρω πρόσθετοι λόγοι, εφόσον ασκήθηκαν μετά την αρχική δικάσιμο της αίτησης αναίρεσης, είναι απαράδεκτοι και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς τη διαδικαστική πορεία της ένδικης υπόθεσης: Στην από 28-12-2008 αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι την 6-5-2008 και περί ώρα 12.15 μ.μ.
ο Λ. Π. του Ν., γιός των δύο πρώτων εξ αυτών και αδελφός της τρίτης και τέταρτης, κατά τη διάρκεια της εργασίας του εντός του ξενοδοχειακού συγκροτήματος με την επωνυμία "Π.", που εκμεταλλεύεται η πρώτη αναιρεσείουσα - εναγομένη εταιρεία, της οποίας πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος είναι ο δεύτερος αναιρεσείων -εναγόμενος, υπέστη, υπό τις περιγραφόμενες στο αγωγικό δικόγραφο συνθήκες και περιστάσεις, εργατικό ατύχημα, που είχε ως αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του, λόγω ηλεκτροπληξίας.
Ότι το εν λόγω ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) των εναγομένων, οι οποίοι δεν είχαν μεριμνήσει για τη λήψη των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας, που μνημονεύουν στην αγωγή, κατά παράβαση των προβλεπομένων από την εργατική νομοθεσία διατάξεων περί υγιεινής και ασφαλείας στους χώρους εργασίας. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν σε καθένα απ' αυτούς το ποσό των 500.050 ευρώ ως χρηματική τους ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από τον θανάσιμο τραυματισμό του οικείου τους, εκ του οποίου ποσό 50 ευρώ επιφυλάσσεται να διεκδικήσει έκαστος εξ αυτών παριστάμενος ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της αδικοπραξίας, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 277/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, η οποία έκρινε ότι το θανατηφόρο εργατικό ατύχημα οφείλεται σε συντρέχουσα υπαιτιότητα των αναιρεσίβλητων - εναγομένων και του θανόντος και επιδίκασε στους αναιρεσείοντες - ενάγοντες ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, σε κάθε ένα από τους δύο πρώτους ενάγοντες το ποσό των 60.000 ευρώ και σε κάθε μία των τρίτης και τετάρτης των εναγουσών το ποσό των 20.000 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι πλήρους εξοφλήσεως.
Κατά της αποφάσεως αυτής οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες άσκησαν έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με αριθ. 170/2018, του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα Κω), η οποία απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση. Για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.
Αν όμως αποδειχθεί η αναλήθεια του ισχυρισμού αυτού, τότε αυτή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος. Ποιά πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.
Συνεπώς, η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (ΑΠ 59/2019, ΑΠ 154/2019). Ο αναιρετικός έλεγχος της κατά κανόνα νομιμοποιήσεως, κατά την άποψη που επικράτησε μετά την ΟλΑΠ 18/2005 (ομοίως και ΟλΑΠ 25/2008), γίνεται με τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση.
Επειδή, λοιπόν, το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ωστόσο, αν η σχετική με τη νομιμοποίηση αιτίαση συνδέεται με τις παραδοχές της αποφάσεως επί της ουσίας, ο αναιρετικός έλεγχος για έλλειψη νομιμοποιήσεως μπορεί να θεμελιωθεί και στον λόγο του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση των σχετικών κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 59/2019, ΑΠ 665/2008).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 71 ΑΚ: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον".
Κατά δε το άρθρο 63 παρ. 1 ΑΚ: "Το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα", ενώ κατά το άρθρο 67 εδαφ. α' ΑΚ, "Όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα. Υποκατάσταση απαγορεύεται εφόσον η συστατική πράξη ή το καταστατικό δεν ορίζει διαφορετικά".
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα ακόλουθα: α) οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικά των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικά αφορούν στα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούλησή τους, β) εφ' όσον τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα παραβιάσουν υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία.
Εξομοιώνεται, δηλαδή, η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρεώσεως, εντεύθεν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων τόσο των ίδιων, όσο και των νομικών προσώπων, γ) σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσεως εκάστου μέλους της διοικήσεως για την, κατ` αρχήν, θεμελίωση της δικής του υποχρεώσεως προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος και δ) το μέλος της διοικήσεως μπορεί να επικαλεσθεί ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικώς υπαίτιο για τη διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία του παθόντος, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 853/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής, των ενστάσεων κλπ των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017 και ΑΠ 130/2016).
Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού), οι οποίες θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδόμενη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάσει αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους [αντιφατική αιτιολογία], (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 38/2020).
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τα εξής:
α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή, για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποιες είναι οι ανεπάρκειες ή αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 22/2020).
Πάντως, και στις δύο περιπτώσεις δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη , έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα ( ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 915/2013, ΑΠ 901/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο δεύτερος αναιρεσείων Α. Π., με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεχόμενη, με βάση τα αναφερόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής, την παθητική νομιμοποίησή του, δεν εφάρμοσε ορθά τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 71 ΑΚ, και δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή ως προς αυτόν.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι, με βάση το ως άνω παρατιθέμενο περιεχόμενο της αγωγής, αληθές υποτιθέμενο, με την υπαίτια παράλειψη του δευτέρου αναιρεσείοντος, που συνετέλεσε στο θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς των εναγόντων, αυτός ευθύνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 932, 297 και 299 ΑΚ σε αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των εναγόντων.
Επομένως, νομιμοποιείται παθητικά, αφού κατά τα προαναφερόμενα για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης. Αν όμως αποδειχθεί η αναλήθεια του ισχυρισμού αυτού, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου από τον αριθμό 19 του παραπάνω άρθρου και τον τέταρτο λόγο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί εν μέρει την αγωγή των αναιρεσίβλητων για επιδίκαση σ' αυτούς των αναφερόμενων ποσών για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν από τον θανάσιμο τραυματισμό σε εργατικό ατύχημα του συγγενούς τους, ο οποίος οφείλεται σε αμέλεια του δευτέρου αναιρεσείοντος, διευθύνοντος συμβούλου της πρώτης αναιρεσείουσας, κρίνοντας ότι το ατύχημα οφειλόταν σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα αυτού και του θανόντος, κατά ποσοστό 70% και 30% αντίστοιχα, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 300 και 932 ΑΚ, αλλά και αυτή του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος περί αναλογικότητας, καθόσον υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας κατά τον προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Επίσης, στερείται αιτιολογίας ως προς την κατάφαση της αμελούς συμπεριφοράς του δευτέρου και της έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράλειψης εφοδιασμού με τεχνικά μέσα ασφαλείας από τον κίνδυνο της ηλεκτροπληξίας και του θανάτου από ηλεκτροπληξία. Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες, αφού παραθέτουν στους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους τις διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, περιορίζονται στο να παραθέσουν μέρος του σκεπτικού της απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου 9/2015 και της απόφασης του Αρείου Πάγου 90/2017, σχετικά με την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και τους λόγους της παραβίασης αυτής στη συγκεκριμένη υπόθεση, εν όψει του ύψους των επιδικασθέντων ποσών, της συμπεριφοράς του δευτέρου των αναιρεσειόντων μετά το ατύχημα και της έλλειψης αιτιολογίας ως προς το ποσοστό της συνυπαιτιότητας που δέχθηκε (70%) και στηρίχθηκε μόνο στο ότι δεν χορήγησαν στον θανόντα μονωτικά γάντια και πλαστικά υποδήματα για την αποφυγή της ηλεκτροπληξίας.
Στη συνέχεια της παράθεσης των πιο πάνω ισχυρισμών υπέρ των απόψεών τους οι αναιρεσείοντες περιορίζονται να διαλάβουν από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αποσπασματικά μόνο το συμπέρασμα αυτής, με το οποίο απορρίφθηκε ο ισχυρισμός τους ότι είχαν εφοδιάσει με γάντια και πλαστικά υποδήματα τον θανόντα, το οποίο θεωρούν εσφαλμένο.
Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας των λόγων για τους οποίους κρίθηκε συνυπαίτιος ο δεύτερος εξ αυτών. Με το περιεχόμενο αυτό οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για τον βαθμό συνυπαιτιότητας του δευτέρου στην πρόκληση του ατυχήματος και την κρίση αυτού για το εύλογο της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτε εκτίθεται σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ του αριθμού 1 εδ.
α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης, ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενες) οι κατά τους αναιρεσείοντες υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης.
Συνεπώς οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν.
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι "από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη, πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως, απ' όλα ανεξαιρέτως τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και όσα συντάχθηκαν στα πλαίσια της διενεργηθείσας για το θάνατο του εργαζομένου προανάκρισης που λαμβάνονται υπόψη ως τεκμήρια, καθώς και από τις φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται, αποδείχθηκαν πλήρως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο L. P. του D., υιός των δύο πρώτων των εναγόντων και αδελφός της τρίτης και τέταρτης αυτών, είχε προσληφθεί από τους εναγόμενους ως εργάτης γενικών καθηκόντων στο συγκρότημα ενοικιαζομένων δωματίων (ξενοδοχείο) με την επωνυμία "Π.", που ανήκει στην εταιρεία "Α. Π. Α.Ξ.Τ.Ε.", νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο δεύτερος των εναγομένων.
Ο ανωτέρω εργαζόμενος απασχολούνταν από την 4-5-2008 στον καθαρισμό της μεγάλης κολυμβητικής δεξαμενής (πισίνας) του εν λόγω συγκροτήματος, εργασία που εκτελούσε από κοινού με το δεύτερο εναγόμενο. Ειδικότερα, η εργασία καθαρισμού της πισίνας γινόταν ως εξής: αρχικά καθαρίζονταν με τη χρήση νερού και σφουγγαριού τα πλάγια τοιχώματα της πισίνας, καθώς και το πάτωμα αυτής από συσσωρευμένα σκουπίδια και λάσπες.
Όταν μαζευόταν αρκετή ποσότητα νερού στην πισίνα ο δεύτερος των εναγομένων και ο άνω εργαζόμενος έβγαιναν από την πισίνα, συνέδεαν την ηλεκτροκίνητη αντλία που ήταν τοποθετημένη εντός αυτής (πισίνας) με τη φορητή μπαλαντέζα ηλεκτρικού ρεύματος, που βρισκόταν εκτός της πισίνας, για να απορροφήσει το νερό με την λάσπη, αφήνοντας τα πιο συμπαγή ιζήματα αυτής (λάσπης) στην επιφάνεια του πατώματος της πισίνας.
Ακολούθως, αποσύνδεαν το ηλεκτρικό ρεύμα από την αντλία και χωρίς την λειτουργία αυτής έμπαιναν ξανά στην πισίνα, επαναλαμβάνοντας την ίδια ως άνω διαδικασία. Ότι στις 6-5-2008 ο δεύτερος εναγόμενος εργάστηκε και πάλι μαζί με τον άνω L. P. από τις 07.00 π.μ. έως τις 09.00 π.μ., ακολούθως δε αποχώρησε, αφήνοντας μόνο του τον τελευταίο να συνεχίσει τον καθαρισμό.
Περί ώρα 12.00 μ.μ., ο άνω αλλοδαπός -εργαζόμενος, ο οποίος εργαζόταν γυμνός από την μέση και πάνω και φορώντας σαγιονάρες, ενώ βρισκόταν εντός της πισίνας, σε σημείο όπου το βάθος της είναι 1,75 μέτρα και στο βαθύτερο μέρος της υπήρχαν λιμνάζοντα νερά, ύψους 15 περίπου εκατοστών, επιχείρησε με σηκωμένα χέρια να συνδέσει τον ρευματολήπτη (φις) της αντλίας (που βρισκόταν εντός του νερού) με τον ρευματοδότη (φις) της μπαλαντέζας, η οποία ήταν συνδεδεμένη με την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος.
Τότε υπέστη ηλεκτροπληξία, φώναξε δυνατά και έπεσε εντός της πισίνας. Αμέσως έσπευσε δίπλα του ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος είχε επιστρέψει στον χώρο του ξενοδοχείου (βρισκόταν μερικά μέτρα μακριά από το σημείο του ατυχήματος) και προσπάθησε να του παράσχει τις πρώτες βοήθειες, κάνοντας του τεχνητή αναπνοή και μαλάξεις, χωρίς αποτέλεσμα, κατόπιν δε τούτου διακομίστηκε στο νοσοκομείο της Κω, όπου και διαπιστώθηκε ο θάνατος του, συνεπεία καρδιακής ανακοπής μετά από ηλεκτροπληξία.
Ότι σύμφωνα με το πόρισμα των Επιθεωρητών του Υπουργείου Απασχόλησης Δ. Τ. και Π. Σ., που διεξήγαγαν την έρευνα για τις συνθήκες τέλεσης του ατυχήματος, μετά την αναγγελία τούτου προς αυτούς στις 6-5-2008, δεν διαπιστώθηκε κάποιο εμφανές πρόβλημα στον ρευματολήπτη της μπαλαντέζας, στους τρεις ρευματοδότες αυτής και στη σύνδεση των τριών αγωγών φάσης, στη γείωση της αντλίας, αποκλειόμενης της πιθανότητας διαρροής ρεύματος στο κέλυφος αυτής, ενώ ο ηλεκτρικός πίνακας της επιχείρησης διέθετε διακόπτη διαφυγής έντασης του ρεύματος (αντιηλεκτροπληξιακό) με ευαισθησία διαφυγής 30 mA, που όμως δεν ενεργοποιήθηκε, ενδεχομένως λόγω πιθανής όδευσης του ρεύματος από το ένα χέρι του θανόντος στο άλλο ή από το ένα χέρι στο στήθος του δια μέσου της καρδιάς.
Σημείωναν, ωστόσο, ότι δεδομένου ότι δεν υπάρχει απόλυτη προστασία από τη χρήση του ηλεκτρικού ρεύματος, απαιτείται, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη αντιηλεκτροπληξιακού διακόπτη, η λήψη όλων των ενδεικνυόμενων μέτρων προστασίας, τέτοια δε είναι στην περίπτωση εργασίας με χρήση ηλεκτρικού ρεύματος σε υγρό περιβάλλον, όπως αυτό που απασχολήθηκε ο παθών, η χρήση μονωτικών ελαστικών υποδημάτων και μονωτικών γαντιών.
Ότι στα ίδια συμπεράσματα κατέληξε και ο ορισθείς από τους ενεργούντες προανάκριση για το ως άνω ατύχημα αστυνομικούς του Α.Τ. Κω πραγματογνώμονας Ά. Γ., μηχανολόγος-μηχανικός. Ότι από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος βαρύνει τόσο τους εναγόμενους όσο και τον παθόντα Λ.
Π.. Ειδικότερα η αμέλεια των εναγομένων συνίσταται στο ότι δεν επέδειξαν την απαιτούμενη προσοχή που όφειλαν και μπορούσαν υπό τις περιστάσεις να καταβάλουν, λαμβάνοντας τα απαραίτητα για την εκτέλεση των σχετικών εργασιών μέτρα ασφαλείας, και συγκεκριμένα διότι παρέλειψαν να εφοδιάσουν τον παθόντα με τα αναγκαία για την ασφαλή εκτέλεση της εργασίας που του ανέθεσαν μονωτικά γάντια και υποδήματα (μπότες).
Ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι ο δεύτερος αυτών είχε δώσει σαφείς εντολές και οδηγίες στον παθόντα να καθαρίσει μόνο τα πλαϊνά τοιχώματα της πισίνας με το λάστιχο και να μη θέσει σε λειτουργία την ηλεκτροκίνητη αντλία, τις οποίες (εντολές) παράκουσε, καθώς και ότι είχε χορηγήσει στον παθόντα τον κατάλληλο για την εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας εξοπλισμό, δηλαδή μονωτικά γάντια και μονωτικά ελαστικά υποδήματα, τα οποία έβγαλε ο τελευταίος με δική του πρωτοβουλία, δεν αποδείχθηκε βάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
Σημειώνεται, ότι τέτοιος εξοπλισμός δεν ανευρέθηκε ούτε από τις αστυνομικές αρχές κατά την έρευνα που διενήργησαν αμέσως μετά το ατύχημα στον χώρο εργασίας του παθόντος, οι οποίες (αρχές) προέβησαν σε κατάσχεση μόνο της αντλίας νερού και της μπαλαντέζας. Ούτε περαιτέρω αποδείχθηκε η βασιμότητα του ισχυρισμού των εναγόντων περί χρήσεως από τον παθόντα και δεύτερης εμβαπτιζόμενης (πεπαλαιωμένης) αντλίας για την ταχύτερη άντληση των νερών της πισίνας, αφού αν υπήρχε τέτοια θα είχε, ομοίως, ανευρεθεί και καταγραφεί από τις άνω αρχές.
Άλλωστε, αν υπήρχε και δεύτερη αντλία θα έπρεπε να είχε χρησιμοποιηθεί από την πρώτη ήμερα των εργασιών καθαρισμού της πισίνας, οπότε και ο όγκος νερού αυτής ήταν πολύ μεγαλύτερος, στοιχείο όμως που δεν αναφέρει κανείς από τους μάρτυρες (οι δύο αλλοδαποί ομοεθνείς του παθόντος, μάρτυρες, που εργάζονταν την ήμερα του ατυχήματος στον παραπλήσιο χώρο, αναφέρουν τη χρήση της δεύτερης αντλίας μόνο την ημέρα ατυχήματος), και όχι την τελευταία ημέρα που η στάθμη του νερού στην πισίνα είχε μειωθεί σημαντικά και επομένως δεν δικαιολογείτο η χρήση και δεύτερης αντλίας.
Συνυπαίτιος, όμως, στην πρόκληση του ατυχήματος του άνω ατυχήματος ήταν και ο θανών 1, αφενός διότι δεν ακολούθησε τις οδηγίες του δεύτερου των εναγομένων να συνδέσει την ηλεκτροκίνητη αντλία με την παροχή ρεύματος, αφού πρώτα είχε εξέλθει από την πισίνα και βρισκόταν σε στεγνό έδαφος, όπως η διαδικασία που ακολουθήθηκε τις δύο προηγούμενες του ατυχήματος ημέρες, αφετέρου διότι αποδέχθηκε και εργαζόταν υπό τις ανωτέρω συνθήκες (ήτοι σε υγρό περιβάλλον), χωρίς να έχουν ληφθεί τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας, την τήρηση των οποίων δεν αξίωσε από τους εναγομένους, μη προβλέποντας το κίνδυνο που διέτρεχε από την έλλειψη των άνω μέτρων.
Ότι οι πιο πάνω πράξεις και παραλείψεις αυτού κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν ικανές και μπορούσαν να επιφέρουν κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ποσοστό του συντρέχοντος πταίσματος αυτού, λαμβανόμενο υπόψη και αυτεπαγγέλτως, πρέπει να προσδιοριστεί σε 30%, εκείνο δε των εναγομένων σε 70%.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο του θανάτου ο ανωτέρω 24χρονος παθών ήταν ακμαιότατος και άκρως υγιής. Αυτός έφυγε σε αρκετά μικρή ηλικία από την οικία του στην Αλβανία και είχε έρθει μαζί με την τέταρτη ενάγουσα αδελφή του στην Ελλάδα και τελευταία διέμενε μαζί της στη Κω, όπου εργαζόταν. Λόγω της εργασίας του επισκεπτόταν την πατρίδα του, ενώ οι δύο αδελφές αυτού είναι παντρεμένες και έχουν δημιουργήσει δικές τους οικογένειες.
Ο εκλιπών διατηρούσε δεσμούς εξαιρετικής αγάπης και στοργής με τους ενάγοντες, διαμένοντες οι τρεις πρώτοι στην Αλβανία [γονείς, τρίτη ενάγουσα αδελφή] και η τέταρτη ενάγουσα διαμένουσα μαζί του στην Κω, αισθήματα τα οποία ήταν αμοιβαία. Έτσι, συνεπεία του απροσδόκητου θανάτου αυτού, οι παραπάνω ενάγοντες υπέστησαν ψυχική οδύνη.
Το Δικαστήριο τούτο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, το βαθμό συνυπαιτιότητας του εκλιπόντος, το νεαρό της ηλικίας του θανόντος (24 ετών), άγαμου, την κακή οικονομική και κοινωνική κατάσταση του ως άνω παθόντος, εργάτη, ο οποίος εργαζόταν στο ξενοδοχείο, σε αντίθεση με την καλή οικονομική και κοινωνική κατάσταση των εναγομένων, το μέγεθος της θλίψης και τον ψυχικόν πόνο, τον οποίο αισθάνθηκαν οι ανωτέρω ενάγοντες από τον αιφνίδιο θάνατο ενός τόσο προσφιλούς προσώπου, το αναποτίμητο των ηθικών αξιών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ζωή, κρίνει με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση, για την παραπάνω αιτία, είναι το ποσό των 60.000 ευρώ για έκαστο από τους γονείς του και για έκαστο από τα δύο αδέλφια του το ποσό των 20.000 ευρώ".
Κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 343/2017), οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης ( ΟλΑΠ 8/2016, 2/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο κρίσιμος ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και γ) ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ( ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 1278/2017).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αληθώς από τον αριθμό 11γ και όχι από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που επικαλούνται, κατά το πρώτο σκέλος του, και τον πέμπτο λόγο αναίρεσης (αληθώς από τον αριθμό 11γ (και όχι από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αυτοί επικαλούνται ) προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσης του τις καταθέσεις των αυτοπτών, στο ατύχημα, μαρτύρων και τις φωτογραφίες που ελήφθησαν από τις αστυνομικές αρχές, από τα οποία θα προέκυπτε ο ουσιώδης ισχυρισμός τους ότι είχαν προμηθεύσει τον θανόντα με μονωτικά γάντια και μονωτικά ελαστικά υποδήματα και επομένως δεν τους βαρύνει κάποιας μορφής υπαιτιότητα ως προς το επελθόν θανατηφόρο ατύχημα και την 118/2015 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δωδεκανήσου, από την οποία προκύπτει ότι ο δεύτερος αναιρεσείων απηλλάγη από την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, την οποία (απόφαση) επικαλέστηκαν και προσκόμισαν στο Εφετείο, για την απόδειξη των ισχυρισμών τους, αναφορικά με το παραπάνω ζήτημα.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες ποιοι ήταν οι μάρτυρες που ήταν αυτόπτες στο ατύχημα, πότε κατέθεσαν και το περιεχόμενο των καταθέσεών τους στο στάδιο της προανάκρισης και αν επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν στο Εφετείο τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις και φωτογραφίες).
Επίσης, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το σκεπτικό της προαναφερόμενης απαλλακτικής απόφασης, προκειμένου να ερευνηθεί αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το αποδεικτικό πόρισμα είναι ή όχι συμβατά με το σκεπτικό της απαλλακτικής απόφασης, αν η απαλλακτική κρίση είναι προϊόν αμφιβολιών κλπ.
Επομένως, οι ανωτέρω λόγοι είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση (4η σελίδα) ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, μεταξύ των οποίων και όσα συντάχθηκαν στα πλαίσια της διενεργηθείσας για τον θάνατο του εργαζόμενου προανάκρισης και οι φωτογραφίες που προσκομίσθηκαν, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα έγγραφα αυτά.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ` Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως ''αίτηση'', κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι και αυτή, με την οποία ο διάδικος ζητεί τη διενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο διαδικαστικής πράξης, όπως είναι και η αίτηση επίδειξης εγγράφου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 687/2017, ΑΠ 670/2016, ΑΠ 123/2016). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το συναφές αίτημα ήταν δικονομικά απαράδεκτο, αλυσιτελές ή μη νόμιμο, καθώς και αν δεν μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 670/2016).
Όταν πλήττεται η απόφαση με την αιτίαση ότι αφέθηκε αίτηση αδίκαστη πρέπει, για την πληρότητα του δικογράφου της αναίρεσης, να αναφέρεται αφενός μεν ότι τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της απόφασης δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία, δηλαδή υπάρχει σιωπή του δικαστηρίου αναφορικά με την αίτηση που φέρεται ότι αφέθηκε αδίκαστη και αφετέρου το περιεχόμενο της αιτήσεως που υποβλήθηκε στο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν η αίτηση αυτή ήταν ορισμένη και νόμιμη και συνεπώς ουσιώδης (ΑΠ 402/2019, ΑΠ 1554/2017, ΑΠ 651/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο άφησε αδίκαστη την υποβληθείσα νομίμως πρωτοδίκως αίτησή τους να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητες αδελφές του θανόντος να επιδείξουν τα νομιμοποιητικά τους έγγραφα και δη κληρονομητήριο ή πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών για να αποδειχθεί αν αυτές είναι πράγματι γνήσιες αδελφές του θανόντος και επομένως ανήκουν στην οικογένεια αυτού, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, και ότι τον ισχυρισμό τους αυτόν το πρωτόδικο δικαστήριο τον απέρριψε λόγω αοριστίας και τον επανέφεραν με λόγο έφεσης στο Εφετείο.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν εξειδικεύουν στο αναιρετήριο αν η σιωπή του δικαστηρίου ως προς την παραπάνω αίτηση είναι στο αιτιολογικό ή στο διατακτικό της απόφασης ή και στα δύο και περαιτέρω ποιο το περιεχόμενο της αίτησης επίδειξης των ανωτέρω εγγράφων που υποβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προκειμένου να ερευνηθεί αν η αίτηση αυτή ήταν ορισμένη και νόμιμη και συνεπώς ουσιώδης.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων". Αποδεικτική δύναμη των διαφόρων αποδεικτικών μέσων είναι η επίδραση που έχει ή μπορεί να έχει κάποιο αποδεικτικό μέσο στον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως και ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη δύναμη αποδείξεως από εκείνη που δεσμευτικώς καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ., ιδίας αποδεικτικής δυνάμεως αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ..
αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ. 573/2018, ΑΠ 430/2016, ΑΠ 353/2007, ΑΠ 1531/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το τελευταίο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης, προβάλλουν κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενοι ότι το δικαστήριο κατά τη διαμόρφωση της κρίσεώς του ότι ο δεύτερος εξ αυτών είναι συνυπαίτιος κατά ποσοστό 70% στην επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού του εργαζόμενου, δεν προσέδωσε την προσήκουσα αποδεικτική ισχύ στην απαλλακτική ποινική απόφαση και στις καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων, υποπίπτοντας στην αντίστοιχη, ως άνω, αναιρετική πλημμέλεια.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι τα ανωτέρω έγγραφα δεν έχουν κατά νόμο δεσμευτική αποδεικτική δύναμη και μάλιστα αυξημένη έναντι των λοιπών εγγράφων, αλλά πρόκειται για ίσης βαρύτητας αποδεικτικό μέσα, εκτιμώμενα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, ελευθέρως, μετά των λοιπών αποδείξεων, όπως και εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο στην προκειμένη περίπτωση.
Με τον έβδομο και τελευταίο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες επικαλούνται αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ειδικότερα ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 71, 481, 489, 926 και 932 ΑΚ, διότι, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο, "...δεν κατέστησε σαφές εν όψει της ρύθμισης του άρθρου 71 ΑΚ, ....αν αφενός το νομικό πρόσωπο της εταιρείας ''Α.
Π. ΑΞΤΕ'' και αφετέρου ο δεύτερος αναιρεσείων Α. Π., υπό την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ως άνω ανωνύμου εταιρείας, ευθυνόμεθα έναντι των εναγόντων ως εις ολόκληρον οφειλέτες ή κεχωρισμένως έκαστος...", δηλαδή το διατακτικό της συμπροσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης δεν είναι σαφές ως προς την απαίτηση των αναιρεσίβλητων και την υποχρέωση των αναιρεσειόντων προς αποζημίωση των αναιρεσίβλητων.
Ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ότι είχε μεταβιβασθεί με την έφεσή τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο το ζήτημα του ασαφούς διατακτικού της εκκαλούμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, που παρέλειψε πράγματι να προσδιορίσει αν αυτοί ως εναγόμενοι ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλουν τα επιδικασθέντα ποσά στους ενάγοντες εις ολόκληρον ή όχι.
Από την παραδεκτή, εξάλλου, επισκόπηση της από 12-6-2017 έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων ενώπιον του Εφετείου Δωδεκανήσου προκύπτει ότι δεν μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο αυτό με λόγο έφεσης η επικαλούμενη ασάφεια του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176 ,183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-10-2018 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία ''Α. Π. ΑΞΤΕ'' και του Α. Π. και τους από 23-10-2019 πρόσθετους λόγους αναίρεσης κατά της 170/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (μεταβατική έδρα Κω). Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ