Supreme Court allows appeal against property ownership decision, remanding case for retrial on inheritance claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding two appellants but allowed the appeal filed by the first appellant against the First Instance Court's decision. The appellants argued that the lower court failed to examine specific inheritance documents and the nature of historical dowry agreements affecting their property rights. Consequently, the court remanded the case for retrial before a different judge to address these substantive legal issues.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561 para. 2, 580 para. 3, 495 para. 3 lit. b, 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; If a lower court fails to examine specific evidence or legal grounds relevant to the claim, the appeal is admissible and the case must be remanded for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1168 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1168/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Χριστίνα - Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Μερόπη Τζουγκαράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Ψ. του Ι. και Κ., συζύγου Ν. Κ., κατοίκου Πειραιά, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αργυρώ Αργυράκη, και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Φ. Ψ. του Ι. και Κ., 3) Κ. Ψ. του Ι. και Κ., κατοίκων Πειραιά, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-10-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 299/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 83/2021 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-5-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της α' αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 25-5-2022 αίτηση αναίρεσης (αριθ. εκθ. κατ. 22/18-7-2022) προσβάλλεται η, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 83/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, το οποίο έκανε δεκτή την από 7-3-2020 έφεση (αριθ. εκθ. κατ. 62/10-3-2020) των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων κατά του εναγομένου, Ελληνικού Δημοσίου, ήδη αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 299/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της από 24-10-2017 αγωγής (αριθ.
εκθ. κατ. 473/15-11-2017) περί αναγνώρισης συγκυριότητας ακινήτου και διόρθωσης ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Οι ενάγοντες με την ένδικη αγωγή τους, η οποία επισκοπείται παραδεκτά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ισχυρίστηκαν ότι είναι συγκύριοι κατά παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο του κείμενου στο νησί Σύμη της Δωδεκανήσου αγροτεμαχίου, εμβαδού 950 τ.μ.,, το οποίο καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του δήμου Σύμης με ΚΑΕΚ ...
ως ανήκον στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Ότι το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει στην κυριότητα της απώτατης δικαιοπαρόχου τους Α. Ψ., αιτία προικός, δυνάμει του από 26-10-1897 προικοκαταλόγου του Αρχιερατικού Επιτρόπου Σύμης Δωδεκανήσου. Την αποβιώσασα Α. Ψ., την 29-5-1939, κληρονόμησε με εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή ο γιός της Κ.
Ψ. του Ι., ο οποίος εγκαταστάθηκε στη νομή και εξουσίαζε το ακίνητο κατά τον προορισμό του με καλλιέργεια, εποπτεία, περίφραξη, οριοθέτηση και προστασία από επεμβάσεις τρίτων. Τον αποβιώσαντα Κ. Ψ. του Ι., την 14-7-1973, κληρονόμησαν με εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή η σύζυγός του Κ. Α. Ψ. και τα τέκνα του Π. Ψ.
του Κ. και Ι. Ψ. του Κ., οι εγκαταστάθηκαν στη συννομή του ακινήτου και συνέχισαν όμοιες πράξεις με τον κληρονομούμενο έως τότε κύριο και νομέα του. Την αποβιώσασα Κ. Α. Ψ., την 19-9-1976, κληρονόμησαν κατ' ιδανικό μερίδιο με εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή τα τέκνα της Π. Ψ. του Κ. και Ι. Ψ. του Κ., οι οποίοι αποδέχθηκαν, δυνάμει της υπ' αριθ. 11.191/1997 συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σύμης, την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομία, τόσο από τον Κ. Ψ. του Ι., πατέρα τους, όσο και από την Κ. Α. Ψ., μητέρα τους και συνέχισαν τη συννομή του ακινήτου. Τον αποβιώσαντα Ι. Ψ. του Κ., την 21-5-1990, κληρονόμησαν κατ' ιδανικό μερίδιο με εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή η σύζυγός του Κ.
Ψ. και τα τέκνα της, ήτοι οι ενάγοντες, Α. Ψ. του Ι., Φ. Ψ. του Ι. και Κ. Ψ. του Ι., οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομία από τον Ι. Ψ. του Κ., σύζυγο και πατέρα τους, αντίστοιχα, δυνάμει της υπ' αριθ. 11.192/997 συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομίας της ίδιας συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια βιβλία του Υποθηκοφυλακείου και συνέχισαν τη συννομή του ακινήτου.
Έτσι από το έτος 1990 συγκύριοι και συννομείς του επίδικου ακινήτου από κληρονομική διαδοχή ήταν η Π. Ψ. του Κ. κατά ποσοστό 12/24 εξ αδιαιρέτου, η Κ. χήρα Ι. Ψ. κατά ποσοστό 3/24 εξ αδιαιρέτου, η πρώτη ενάγουσα Α. Ψ. του Ι. κατά ποσοστό 3/24 εξ αδιαιρέτου, ο δεύτερος ενάγων Φ. Ψ. του Ι. κατά ποσοστό 3/24 εξ αδιαιρέτου και ο τρίτος ενάγων Κ.
Ψ. του Ι. κατά ποσοστό 3/24 εξ αδιαιρέτου. Περαιτέρω, η Κ. χήρα Κ. Ψ., μητέρα των εναγόντων, δυνάμει του υπ' αριθ. 113/2001 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Φ. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στους ενάγοντες, που έκαστος από αυτούς ήταν συγκύριος επί του επιδίκου κατά 3/24 εξ αδιαιρέτου, τα ανήκοντα σ' αυτή ποσοστά συγκυριότητας των 3/24 εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου, κατά 1/24 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο (3/24+1/24=4/24).
Επίσης, η Π. Ψ. του Κ., θεία των εναγόντων, αδελφή του πατέρα τους,, δυνάμει του υπ' αριθ. 114/2001 συμβολαίου δωρεάς της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε από τα ανήκοντα σ' αυτή ποσοστά συγκυριότητας των 12/24 εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου τα 8/24 εξ αδιαιρέτου στους δύο πρώτους από τους ενάγοντες, κατά 4/24 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο (4/24+4/ 24=8/24).
Τέλος, η ανωτέρω θεία των εναγόντων, δυνάμει του υπ' αριθ. 115/2001 συμβολαίου γονικής παροχής της ίδιας η ανωτέρω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε τα υπόλοιπα ανήκοντα σ' αυτή ποσοστά συγκυριότητας των 4/24 εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου στον τρίτο ενάγοντα, που είναι και θετό τέκνο της (4/24+4/24=8/24) και έτσι οι ενάγοντες, αδέλφια, είναι συγκύριοι επί του επίδικου ακινήτου κατά το ποσοστό του 1/3 (8/24) εξ αδιαιρέτου έκαστος.
Ζήτησαν δε, επικαλούμενοι ότι η πρώτη εγγραφή είναι ανακριβής να αναγνωριστούν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου και να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή, ώστε να αναγραφεί το δικαίωμα συγκυριότητάς τους στα οικεία κτηματολογικά βιβλία. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 3, 104 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο β της παραγράφου 3 του άρθρου 576 προστέθηκε με το άρθρο 62 Ν. 4139/2013, συνάγεται ότι, όταν υπάρχει απλή ομοδικία, σε περίπτωση κατά την οποία είναι απόντες οι διάδικοι που φέρονται ότι άσκησαν το ένδικο μέσο της αναίρεσης, χωρίς να αποδεικνύεται ότι έχει χορηγηθεί πληρεξουσιότητα για την άσκησή του, η αναίρεση απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) έχουν κλητευθεί νόμιμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση, ώστε να είναι έγκυρη η συζήτησή της, ενώ η υπόθεση χωρίζεται για όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς που δεν κλητεύθηκαν νόμιμα (ΑΠ 409/2023, ΑΠ 248/2022, ΑΠ 1589/2018, ΑΠ 365/2018, ΑΠ 160/2017, ΑΠ 842/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όπως παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεν αποδεικνύεται ότι οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο δικαστήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση των άρθρων 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, είχαν χορηγήσει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους, Θ.
Σ., που συνέταξε και κατέθεσε το αναιρετήριο στον αρμόδιο γραμματέα κατά τα διαλαμβανόμενα στην σχετική έκθεση κατάθεσης του εν λόγω ενδίκου μέσου, πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με κάποιον από τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΠολΔ, για την άσκηση από αυτούς της αναίρεσης. Εξάλλου, δεν αποδεικνύεται περαιτέρω, ότι οι εν λόγω αναιρεσείοντες έχουν κλητευθεί από το αντίδικό τους Ελληνικό Δημόσιο ή από την παρισταμένη πρώτη αναιρεσείουσα, με την οποία, καθώς και μεταξύ τους, συνδέονται με τον δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρο 74 παρ. 1 ΚΠολΔ) στην ένδικη διαφορά αναγνώρισης του διαιρετού δικαιώματος συγκυριότητας αυτών επί του επίδικου κοινού ακινήτου (ΑΠ 1526/2014, ΑΠ 2192/2013, ΑΠ 1596/2009, ΑΠ 433/2007, ΑΠ 84/2003).
Επομένως, κατά τα προεκτεθέντα, αφού δεν αποδεικνύεται ότι οι δεύτερος και τρίτος αναιρεσείοντες κλητεύθηκαν από την πρώτη αναιρεσείουσα ή από το αναιρεσίβλητο και ενώ ούτε συμβολαιογραφικό έγγραφο περί χορήγησης πληρεξουσιότητας εκ μέρους του προς τον προαναφερόμενο δικηγόρο υπάρχει στη δικογραφία, ούτε οι ίδιοι εμφανίστηκαν στο ακροατήριο, ώστε η ρητή κατά τον άνω τρόπο πληρεξουσιότητα να καλυφθεί με συναφή προφορική δήλωσή τους, πρέπει, ως προς τους μη παρισταμένους αυτούς αναιρεσείοντες, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και να διαταχθεί, ως προς αυτούς, ο χωρισμός της υπόθεσης.
Περαιτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία πρέπει να ερευνηθεί πλέον μόνο ως προς την παριστάμενη αναιρεσείουσα, ασκήθηκε νομότυπα, με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση (αριθ. εκθ. κατ. 22/18-7-2022) και εμπρόθεσμα, πριν από την επίδοσή της, την οποία δεν επικαλούνται οι διάδικοι, ούτε άλλωστε προκύπτει (άρθρα 552, 553 παρ. 1 στοιχ.
β, 556 παρ. 1, 558 εδ. α, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι αυτός δεν αμφισβήτησε το πρόσωπο των προκτητόρων της αναιρεσείουσας, ούτε την ύπαρξη του προικοκαταλόγου, που αποτελεί έγγραφο μνημονευόμενο στις νομίμως μεταγραφείσες δηλώσεις αποδοχής της κληρονομίας του επίδικου ακινήτου και στα νομίμως μεταγραφέντα μεταβιβαστικά συμβόλαια, ούτε την γνησιότητα αυτών, ισχυρίστηκε ωστόσο ότι οι προκτήτορες της ενάγουσας δεν είχαν δυνατότητα μεταβίβασης της κυριότητας και ως εκ τούτου δεν αποκτήθηκε νομίμως κυριότητα με τους επικαλούμενους τίτλους.
Ειδικότερα ισχυρίστηκε αφενός ότι το επίδικο ήταν δασική έκταση από την εποχή της Τουρκοκρατίας και ως δημόσια γαία (δημόσιο κτήμα) κατά το Οθωμανικό δίκαιο ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο, ενώ οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) και όχι κυριότητα, οι δε δημόσιες γαίες περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο κατά διαδοχή του Ιταλικού Κράτους και αφετέρου ότι στη νήσο Σύμη δεν υπήρχαν ιδιωτικές ιδιοκτησίες, αλλά δημόσιες γαίες και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας επ' αυτών από ιδιώτες.
Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης με την κρινόμενη αναίρεση απόφασης του Εφετείου προκύπτουν οι αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές ότι γαίες φύσης εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί, δηλαδή δημόσιες γαίες, όπως και το δικαίωμα διαρκούς εξουσίασης επί δημοσίων γαιών (τασσαρούφ), δεν υπήρξαν ποτέ στα Δωδεκάνησα, από της εποχής του Τούρκου κατακτητή Σ.
Σ. μέχρι την ισχύ του Ν. 2100/1952 (περί συστάσεως ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου στα Δωδεκάνησα), εκτός της Ρόδου και της Κω, που ο Τούρκος κατακτητής τις είχε κυριεύσει με την "σπάθη και το δόρυ". Ότι στα άλλα νησιά της Δωδεκανήσου, μεταξύ των οποίων και η Σύμη, που δεν ήταν "δορυάλωτα", δηλαδή δεν είχαν κατακτηθεί με τα όπλα, ο Τούρκος κατακτητής Σ.
Μ., όχι μόνο δεν δήμευσε γη, αλλά παραχώρησε δικαιώματα, με αποτέλεσμα όλα ανεξαιρέτως τα κτήματα που κατείχαν, νέμονταν και εξουσίαζαν από τότε οι κάτοικοι των νησιών αυτών να ανήκουν στις ιδιοκτησίες τους ως γαίες "μουλκ" (ελεύθερης ιδιοκτησίας). Και ότι, συνεπώς, το επίδικο ακίνητο αποτελεί ιδιωτική ιδιοκτησία, ως έκταση αγροτικού χαρακτήρα και όχι περιουσία του Δημοσίου, ως δημόσια γαία.
Ακολούθως, δέχθηκε ότι δεν αποδεικνύεται η κτήση συγκυριότητας της αναιρεσείουσας επ' αυτού με κληρονομία από τους γονείς της και με γονική παροχή και δωρεά από τη μητέρα της και τη θεία της αντίστοιχα, διότι δεν αποδεικνύεται η κυριότητα της απώτατης δικαιοπαρόχου της. Ειδικότερα δέχθηκε ότι δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη του πρώτου τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου, ήτοι του από 26-10-1897 προικοκαταλόγου του Αρχιερατικού Επιτρόπου Σύμης Δωδεκανήσου της Α.
χήρας Ι. Ψ., του οποίου γίνεται επίκληση, αλλά δεν προσκομίζεται, ενώ παραλείπεται η προσκόμιση και της επικαλούμενης υπ' αριθ. 11.191/14-2-1997 συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Π. και συνεπώς δεν αποδεικνύεται η κυριότητα της απώτερης δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας.
Επίσης δέχθηκε ότι οι αγωγικοί ισχυρισμοί περί νομής και κατοχής του επίδικου ακινήτου από το έτος 1897 και εντεύθεν από την αναιρεσίβλητη και τους δικαιοπαρόχους της δεν αποδείχθηκαν, ενόψει της έλλειψης εξέτασης μαρτύρων αλλά και οποιουδήποτε άλλου αποδεικτικού μέσου. Τέλος, δέχθηκε ότι μετά την κήρυξη υπό κτηματογράφηση του Δήμου Σύμης Δωδεκανήσου (με την υπ' αριθ. 71155/4394 Φ.6/11-7-1995 απόφαση Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ) το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο εμφανίζεται στα βιβλία του οικείου κτηματολογίου να έχει δικαίωμα κυριότητας επί του επίδικου αγροτεμαχίου, υπό ΚΑΕΚ ..., χωρίς όμως, κατά τις ανωτέρω παραδοχές, να έχει αποκτήσει το δικαίωμα αυτό με διαδοχή από το Οθωμανικό Δημόσιο.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 3, 6 7, 8, 12, 13 Ν. 2664/1998 προκύπτει, μεταξύ των άλλων, ότι στο κτηματολόγιο καταχωρούνται νομικές και τεχνικές πληροφορίες που αποσκοπούν στον ακριβή καθορισμό των ορίων των ακινήτων και στη δημοσιότητα των εγγραπτέων στα κτηματολογικά βιβλία δικαιωμάτων και βαρών, με τρόπο που διασφαλίζει τη δημόσια πίστη, προστατεύοντας κάθε καλόπιστο συναλλασσόμενο που στηρίζεται στις κτηματολογικές εγγραφές.
Από την έναρξη ισχύος του κτηματολογίου σε καθεμία από τις κατά το N 2308/1995 κτηματογραφηθείσες περιοχές αντικαθίσταται το υφιστάμενο έως τότε στις περιοχές αυτές σύστημα μεταγραφών και υποθηκών. Η ημερομηνία έναρξης ισχύος του ορίζεται για καθεμία από τις κτηματογραφηθείσες περιοχές με απόφαση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (ΟΚΧΕ), αμέσως μετά την ολοκλήρωση των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία και την τήρηση των προβλεπόμενων στη διάταξη αυτή διατυπώσεων.
γ) Πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρούνται ως αρχικές εγγραφές στο κτηματολογικό βιβλίο, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες. δ) Οι πρώτες εγγραφές, επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, αποτελούν πράξη δημόσιας αρχής με διαπιστωτικό χαρακτήρα των υφιστάμενων -κατά το χρόνο έναρξης του κτηματολογίου σε μία περιοχή- εμπραγμάτων δικαιωμάτων, που μετά την οριστικοποίησή τους παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακριβείας.
Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία, αναφορικά με το δικαιούχο κυριότητας ενός ακινήτου, μπορεί, όποιος έχει έννομο συμφέρον (ο πραγματικός κύριος, ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ο δανειστής του κ.λπ.), να ζητήσει με αγωγή, που απευθύνεται ενώπιον του, κατά τις γενικές διατάξεις αρμοδίου καθ' ύλη και κατά τόπο (Μονομελούς ή Πολυμελούς) Πρωτοδικείου, την αναγνώριση του προσβαλλόμενου με την ανακριβή εγγραφή δικαιώματος και τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής.
Η αγωγή αυτή στρέφεται κατά του (ανακριβώς) αναγραφόμενου στο κτηματολογικό φύλλο ως δικαιούχου κυριότητας του επιδίκου ακινήτου ή των καθολικών του διαδόχων και σε περίπτωση μεταβίβασης του επιδίκου και κατά του ειδικού διαδόχου. Οι πρώτες εγγραφές, των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η ακρίβεια δικαστικά εντός της οριζόμενης προθεσμίας καθίστανται άμεσα οριστικές και παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακριβείας υπέρ των αναγραφομένων ως δικαιούχων κυριότητας, ενώ σε περίπτωση δικαστικής τους αμφισβήτησης οριστικοποιούνται μόλις καταστεί αμετάκλητη η δικαστική απόφαση που απορρίπτει την αγωγή, ενώ αν, αντίθετα, γίνει ολικά ή μερικά δεκτή η ασκηθείσα αγωγή, μόλις καταστεί αμετάκλητη η σχετικώς εκδοθείσα απόφαση, διορθώνονται αντίστοιχα οι πρώτες εγγραφές και έκτοτε παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακριβείας.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11γ ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ, το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 1980/2022).
Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008) ή, κατ' άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14/2005), ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Επίσης, δεν αποκλείεται να στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν, παρότι στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας γίνεται ειδική μνεία ορισμένου αποδεικτικού μέσου, ωστόσο, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως τις αιτιολογίες της γεννώνται αμφιβολίες αν πράγματι αυτό λήφθηκε υπόψη. Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να καθορίζεται δε ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1980/2022, ΑΠ 955/2022, ΑΠ 87/2021, ΑΠ 2080/2017, ΑΠ 1911/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, που ερευνάται αρχικά, εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από τη σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 146/2018), η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και διατείνεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, ως προς τον επικαλούμενο παράγωγο τρόπο κτήσης του δικαιώματος (συγ)κυριότητάς της, τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από αυτή ενώπιόν του υπ' αριθ. 113/2001, 114/2001 και 115/2001 συμβόλαια, τα οποία μνημονεύουν στο περιεχόμενό τους όλους τους προγενέστερους τίτλους κτήσης κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, γίνεται ρητή διαβεβαίωση ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση ενώπιον του Εφετείου έγγραφα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, ωστόσο γεννώνται αμφιβολίες αν το Εφετείο συνεκτίμησε κατά την μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος τα προαναφερόμενα νομίμως μεταγραφέντα συμβολαιογραφικά έγγραφα, στα οποία μνημονεύονται ρητά ο από 26-10-1897 προικοκατάλογος και η υπ' αριθ. 1191/14-2-1997 πράξη αποδοχής της κληρονομίας.
Ειδικότερα, το Εφετείο δεν έχει προβεί με την προσβαλλόμενη απόφαση σε σχολιασμό των μεταγενέστερων αυτών συμβολαίων και ούτε απέκρουσε τους προγενέστερους κτητικούς τίτλους (συ)γκυρότητας της αναιρεσείουσας, που υποδηλώνουν την εγκατάσταση των προσώπων που αναφέρονται σ' αυτούς στο ακίνητο που αφορούν και την εξουσίαση αυτού εκ μέρους τους.
Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι συνεκτίμησε την φύση του προικοσύμφωνου στον Χριστιανικό πληθυσμό της Ελλάδας επί Τουρκοκρατίας και συγκεκριμένα ότι ήταν μια άτυπη συμφωνία σχετικά με την παροχή προίκας και αποτελούσε ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο έγραφε συνήθως ο ιερέας της ενορίας του προικοδότη και για μεγαλύτερο κύρος το επικύρωνε ο εκεί Μητροπολίτης ή ο Αρχιερατικός Επίτροπος με την υπογραφή του.
Επίσης δεν προκύπτει ότι έλαβε υπόψη την μη αμφισβήτηση από το αναιρεσίβλητο της γνησιότητας των ανωτέρω μεταβιβαστικών (συγ)κυριότητας συμβολαίων, τα οποία έχουν συνταχθεί για το επίδικο ακίνητο και αναφέρουν τον τρόπο κτήσης του ποσοστού (συγ)κυριότητας της αναιρεσείουσας και όλων των δικαιοπορόχων της επί του επίδικου ακινήτου.
Όλα τα ανωτέρω αποτελούν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού. Επομένως, είναι βάσιμος ο λόγος αυτός της αναίρεσης και πρέπει να γίνει δεκτός, η δε αναιρετική εμβέλεια αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών διατυπουμένων με την ένδικη αίτηση λόγων αναίρεσης (ΑΠ 1980/2022, ΑΠ 87/2021).
Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος εκ μέρους της παραβόλου, ενόψει της νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β περ. δ' του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, που ηττήθηκε, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις, μειωμένων, όμως, κατ' άρθρα 28 παρ. 5 Ν. 2579/1998 και 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς την δεύτερη και τον τρίτο των αναιρεσειόντων.
Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς αυτούς.
Αναιρεί, κατά τα λοιπά, την υπ' αριθ. 83/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, ως προς την παριστ/αμενη πρώτη των αναιρεσειόντων.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την άνω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στην παριστάμενη αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Αυγούστου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ