Legislator Case Law & Legislation
1168/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on expropriation compensation, ruling procedural defects and lack of specificity inadmissible.

Case Number 1168/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Government's appeal against a First Instance Court decision regarding expropriation compensation. The appellants argued the lower court lacked sufficient factual detail and legal reasoning, while the Government contended the appeal raised inadmissible procedural grounds. The court rejected these arguments, holding that the lower court's findings were complete and the appeal's procedural claims were invalid.

Legislator headnote

AI generated

Art. 33 para. 1, 2, 3 of Law 2971/2001; Art. 559 para. 14, 1 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court must reject appeals based on procedural defects or insufficient specificity if the lower court's decision is substantively complete and the appeal fails to meet statutory requirements for admissibility.

Keywords

AI generated
expropriation compensation benefit presumption procedural admissibility legal insufficiency Supreme Court appeal quantitative vagueness court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Art. 33 para. 1 of Law 2971/2001
Art. 33 para. 2 of Law 2971/2001
Art. 33 para. 3 of Law 2971/2001
Art. 37 of Law 2971/2001
Art. 559 para. 14 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 para. 1 of Law 3693/1957
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1168 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1168/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Π. του Π. και 2) Ι. Π. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Μέρμελα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 223/2005 του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 19-4-2007 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1167/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε κατά ένα μέρος την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 133/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-6-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 27-1-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 33 του Ν. 2971/19-12-2001, "το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου". Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου "ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης.

Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης". Και κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή...".

Με το άρθρο 37 του ίδιου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει: α) των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί.

Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του". Με το ανωτέρω άρθρο 33 του Ν. 2971/2001 θεσπίστηκε ότι το τεκμήριο είναι μαχητό και από το συνδυασμό των διατάξεων αυτού και του άρθρου 37 σαφώς συνάγεται ότι οι διατάξεις του πρώτου από αυτά εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του, καθώς και γι’ αυτές οι οποίες κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του, αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους μέχρι αυτή (έναρξη ισχύος), δεν εφαρμόζονται δε για τις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος των ανωτέρω διατάξεων (ΑΠ 1167/2009 και ΑΠ 136/2009).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και 4/ 2005).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 30/1997, 28/1997, 343/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Κέρκυρας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, η οποία εκδόθηκε μετά την εν μέρει αναίρεση της 223/2005 απόφασης του ίδιου Εφετείου με την 1167/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, ως προς το τεκμήριο ωφελείας τμήματος της απαλλοτριωθείσας εδαφικής έκτασης των αναιρεσιβλήτων παρόδιων ιδιοκτητών, λόγω της επίδικης απαλλοτρίωσης, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Με βάση τα ανωτέρω, το εναπομείναν τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγόντων δεν έχει πρόσωπο στην διανοιχθείσα οδό, αφού δεν έχει επικοινωνία ή δυνατότητα άμεσης πρόσβασης σ’ αυτή και συνεπώς δεν ωφελείται από την κατασκευή του συγκεκριμένου έργου και οι ενάγοντες ιδιοκτήτες δεν μπορούν να θεωρηθούν ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, κατά την έννοια του ν. 653/1977 και να επιβαρυνθούν με αυτοαποζημίωση, το δε εναγόμενο υποχρεούται να τους καταβάλει την αποζημίωση που αντιστοιχεί στην απαλλοτριωθείσα έκταση για την οποία δεν αποζημιώθηκαν.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε ότι οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας των, κατά μήκος της διανοιγόμενης οδού, κειμένων ακινήτων, αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), δέχθηκε ότι το τεκμήριο είναι μαχητό, ότι οι ενάγοντες μπορούσαν να επιδιώξουν την ανατροπή του τεκμηρίου αυτού δικαστικά με αγωγή, και όχι με τη διαγραφόμενη στο άρθρο 33 του Ν. 2971/2001 διαδικασία, μη εφαρμοζομένου στην προκείμενη περίπτωση, διότι επρόκειτο περί συντελεσμένης ήδη κατά την έναρξη ισχύος του απαλλοτριώσεως και στη συνέχεια (δέχθηκε) ότι οι ενάγοντες δεν είναι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες από τη διάνοιξη της Εγνατίας Οδού και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει την αποζημίωση και για το τμήμα της ιδιοκτησίας τους για το οποίο θεώρησε ότι ως ωφελούμενοι αυτοαποζημιώνονται.

Έτσι που αποφάσισε σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις και δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, και συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της υπό κρίση εφέσεως που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξάλλου, οι λόγοι της έφεσης πρέπει να εκθέτουν σαφώς τις πλημμέλειες που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η νόμιμη και ουσιαστική βασιμότητά τους, η αοριστία τους δε δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις του εκκαλούντος ούτε με την παραπομπή σε άλλα δικόγραφα της δίκης (ΑΠ 305/2001 Δνη 42.1318, ΑΠ 1129/1995 Δνη 38.591).

Ο λόγος της έφεσης ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή κάποιου νόμου χωρίς να προσδιορίζονται οι διατάξεις που δεν ερμηνεύτηκαν σωστά είναι αόριστος (ΑΠ 45/86 Δνη 27.480, Εφ.Θεσ. 1016/1990 Αρμ. ΜΕ’ 131). Επομένως, ο τέταρτος λόγος της έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο ζητείται η εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης, επειδή "δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε σωστά τους νόμους και ιδία τους αφορώντες την απαλλοτρίωση και την εκ τούτου αποζημίωση" είναι εντελώς αόριστος και πρέπει ν’ απορριφθεί.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία, την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο Δικαστήριο.

Κατά δε την παράγραφο 4 εδάφιο τελευταίο του ίδιου άρθρου, η αποζημίωση δεν υπόκειται ως τέτοια σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος. Η τελευταία αυτή διάταξη αποσκοπεί στο να αποτρέψει κάθε επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης, ώστε αυτή να μη φαλκιδευτεί και το ποσό της να περιέλθει στο δικαιούχο ακέραιο και αλώβητο.

Τα δικαστικά έξοδα, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του (άρθρο 189 ΚΠολΔ), αποτελούν παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνουν το ποσό της και βαρύνουν, όπως και εκείνη, τον υπόχρεο αυτής και πρέπει να επιδικάζονται εις βάρος του τελευταίου και να περιέρχονται στο δικαιούχο, ώστε να μην επέρχεται μείωση της πλήρους αποζημίωσης (Ολ.ΑΠ 17/2000, ΑΠ 502/2005 ΕλλΔνη 46, σελ. 1406).

Η δικηγορική αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου, που πρέπει να επιδικαστεί και να περιέλθει σ’ αυτόν, συνίσταται στο ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή των οικείων διατάξεων του Κώδικα των Δικηγόρων (άρθρα 100 επ.), γιατί αυτό αποτελεί τη νόμιμη αμοιβή, άρα τη δαπάνη στην οποία αυτός αναγκαίως υποβάλλεται και καθορίζεται σε ποσοστό 2% για τη σύνταξη της αίτησης και 1% για τη σύνταξη των προτάσεων επί της αιτήσεως (ΑΠ 1593/03 ΕλΔνη 45.720, ΑΠ 269/03 ΕλΔνη 45.402, ΑΠ 1285/02 ΕλΔνη 44.126, Εφ.Αθ. 6980/2007 ΕλλΔνη. 2008.528).

Εξάλλου, η δίκη που διεξάγεται μετά από αγωγή του εικαζόμενου ιδιοκτήτη ή του αξιούντος δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας για να κρίνει το Δικαστήριο που είναι λειτουργικά αρμόδιο να αποφανθεί περί του αν ο ιδιοκτήτης απαλλοτριουμένου ακινήτου που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό, έχει ή όχι ωφέλεια στη συγκεκριμένη περίπτωση και αν έχει υποχρέωση συμμετοχής στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του ν. 653/1977, είναι σαφώς δίκη περί την απαλλοτρίωση.

Η εκκαλουμένη απόφαση, που προσδιόρισε την αμοιβή του πληρεξουσίου Δικηγόρου των ενάγοντων σε ποσοστό 3% επί του ποσού της αποζημίωσης (2% για σύνταξη αγωγής και 1% για σύνταξη προτάσεων), επί του ποσού της αποζημίωσης, κατά τις διατάξεις της 120867/2005 ΥΑ Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, ορθά το νόμο εφάρμοσε αφού πρόκειται για δίκη περί την απαλλοτρίωση, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και συνεπώς ο τα αντίθετα υποστηρίζων τρίτος λόγος της έφεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος...".

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο κρίνοντας την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως παραδεκτή χωρίς να βεβαιώνει ότι οι διατάξεις των άρθρων 33 και 37 του Ν. 2971/2001 δεν έχουν εφαρμογή στην ένδικη απαλλοτρίωση, στέρησε την απόφαση από τη νόμιμη βάση της και την κατέστησε, έτσι, αναιρετέα.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, λόγω του χρόνου συντέλεσης της ένδικης απαλλοτρίωσης, πριν την έναρξη της ισχύος των εν λόγω διατάξεων, δεν ήταν απαραίτητη η τήρηση της προδικασίας του άρθρου 33 του Ν. 2971/ 2001 για την εν λόγω απαλλοτρίωση και η μη αναφορά του Εφετείου στην εν λόγω προδικασία δεν ιδρύει τον εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (ΑΠ 1167/2009).

Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει ν’ απορριφθεί.

To αναιρεσείον με τον δεύτερο από τους αριθ. 14 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ποσοτική αοριστία (έλλειψη εξειδίκευσης με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα) και νομική αοριστία (επειδή το Εφετείο αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί o ν. 537/1977 προς θεμελίωση του δικαιώματος, που ασκείται με την ένδικη αγωγή.

Από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι εκτίθενται στην ένδικη αγωγή, όλα όσα απαιτεί ο νόμος στοιχεία προς θεμελίωση του με την αγωγή ασκούμενου δικαιώματος και συγκεκριμένα τους λόγους για τους οποίους το εναπομένον τμήμα της ιδιοκτησίας τους δεν αποκτά ωφέλεια από τη διάνοιξη της οδού (υψομετρική διαφορά αυτής από το ακίνητο, μη απόκτηση προσώπου επ’ αυτής), το εμβαδόν της έκτασης για την οποία δεν καταβλήθηκε στους αναιρεσίβλητους αποζημίωση, χωρίς ωστόσο, για το ορισμένο αυτής, να είναι απαραίτητη η αναφορά του συνόλου της καθορισθείσας για τη συνολική έκταση των ακινήτων οριστικής αποζημίωσης και της αναλογίας των καταβληθέντων στους αναιρεσίβλητους ποσών οριστικής αποζημίωσης στις αντίστοιχες απαλλοτριωθείσες εκτάσεις δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται το γεγονός της μη καταβολής αποζημίωσης για το επίδικο τμήμα των ακινήτων.

Επομένως, ο από τους αριθ. 14 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης για ποσοτική αοριστία και νομική αοριστία-νομική ανεπάρκεια της αγωγής πρέπει ν’ απορριφθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με το να καθορίσει την αμοιβή της Δικηγόρου των αιτούντων - αναιρεσιβλήτων δικαιούχων της αποζημίωσης για τη σύνταξη της αιτήσεως σε ποσοστό 2% επί του ποσού της αποζημίωσης και σε ποσοστό 1% επί του ποσού της αποζημίωσης για τη σύνταξη των προτάσεων, αντιστοίχως, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον στις δίκες των απαλλοτριώσεων περιλαμβάνονται και εκείνες για την άρση του τεκμηρίου ωφελείας και του καθορισμού αποζημιώσεως και για εκείνα τα τμήματα των απαλλοτριούμενων εδαφικών εκτάσεων, που εσφαλμένα αναφέρονται ως αυτοαποζημιούμενα (ΑΠ 895/2010), επομένως ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει ν’ απορριφθεί.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης

και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν και προτάσεις, μειωμένη, όμως, κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13.6.2013 αίτηση για αναίρεση της 133/2012 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.

Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ