Supreme Court dismisses appeal against property dispute judgment, rejecting cost allocation error as inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Piraeus and Aegean Health Region against a final property dispute judgment. The appellant argued the lower court erred in assigning costs without offsetting them due to legal difficulty, but the court ruled this was a discretionary decision not subject to review. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the plaintiffs' legal fees.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 179, 189 of the Code of Civil Procedure; The court's discretionary decision on cost offsetting and the necessity of costs is not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1166 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1166/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "2η ΥΠΕ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ" και ήδη "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου", που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους του Παρασκευή Γεωργίου και Σταυρούλα Αλικάκου με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και οι οποίες, στις ως άνω από 2-11-2022 και 3-11-2022 δηλώσεις, αντίστοιχα, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις τους δήλωσαν την ως άνω μεταβολή του αναιρεσείοντος.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Δ., 2) Ζ. θυγ. Ν. Τ., συζ. Α. Κ., 3) Δ. Κ. του Α., 4) Ε. θυγ. Α. Κ., 5) Ν. Τ. του Ν. και 6) Ε. θυγ. Ι. Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Φράγκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5519/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 401/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-9-2020 αίτησή του και τους από 29-9-2022 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 27-9-2020 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 853/95/29-9-2020), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 401/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 έως 620 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4.335/2015), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση...Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα".
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 2, 3 και 570 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι, για την παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναιρέσεως προσαπαιτείται η αθροιστική πλήρωση δύο προϋποθέσεων, ήτοι η κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως και η επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω προθεσμία πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως.
Ως ημέρα συζητήσεως της αναιρέσεως νοείται εκείνη, η οποία, κατά το άρθρο 568 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ορίζεται αρμοδίως, δηλαδή η αρχική και όχι η μεταγενέστερη που ορίζεται μετ' αναβολήν από την αρχική δικάσιμο ή μετά από ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζητήσεως. Η παράλειψη της καταθέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων πριν από την τριακονθήμερη αυτή προθεσμία ή της επιδόσεώς του πριν από αυτήν, σε περίπτωση εμπροθέσμου καταθέσεως, συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτών, με άμεση συνέπεια την απόρριψή τους, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες εφαρμόζονται αναλογικώς και για τους προσθέτους λόγους και που ορίζουν ότι το Δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση, για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (Ολ.
Α.Π. 654/1984, Ολ. Α.Π. 143/1984, Α.Π. 1192/2018, Α.Π. 949/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, φέρονται προς συζήτηση και οι από 29 Σεπτεμβρίου 2022 πρόσθετοι λόγοι της προαναφερθείσας αιτήσεως αναιρέσεως. Το δικόγραφο των προσθέτων λόγων κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 30-9-2022 (βλ. την υπ' αριθμ. 116/30-9-2022 πράξη καταθέσεως προσθέτων λόγων της αρμοδίας γραμματέως του Αρείου Πάγου που προσαρτήθηκε κάτω από το δικόγραφο αυτό), ενώ η αρχική δικάσιμος της υποθέσεως ορίσθηκε αρμοδίως για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (βλ. την από 25-8-2021 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου που προσαρτήθηκε κάτω από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως).
Συνεπώς, το δικόγραφο των προσθέτων λόγων κατατέθηκε εμπροθέσμως, ήτοι τριάντα και πλέον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, κατ' άρθρον 128 του Κ.Πολ.Δ., στη δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά, Μαρία Φράγκου, αντίκλητο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων (βλ. την υπ' αριθμ. 6.768Ε/30-9-2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ. Γ.).
Συνεπώς, οι πρόσθετοι λόγοι αυτοί είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν, περαιτέρω, συνεκδικαζόμενη με την αίτηση αναιρέσεως, αφού είναι συναφείς και δεν έχουν αυθυπαρξία αλλά συζητούνται υποχρεωτικά με αυτήν (ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 507/2017).
Με την από 18-7-2016 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 5292/2769/22-7-2016) αγωγή τους εναντίον του εναγομένου - μισθωτή και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, οι ενάγοντες - εκμισθωτές και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι, κατόπιν εγκρίσεως από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΙΚΑ-ΤΕΑΜ, με την υπ' αριθμ.
…/….2004 απόφασή του, γνωστοποιηθείσα στο τότε Υποκατάστημα ΙΚΑ Δραπετσώνας με το υπ' αριθμ. …/…/2497/…2004 έγγραφο του Τμήματος Στέγασης της Διεύθυνσης Τεχνικής και Στέγασης του ΙΚΑ, καταρτίσθηκε εγγράφως μεταξύ, αφενός μεν, των πρώτου, δεύτερης, πέμπτου και έκτου αυτών, συγκυρίων οικήματος που βρίσκεται επί της οδού ...
στο …, κατά ποσοστό 231,50/000, 268,50/000, 268,50/000 και 231,50/000 εξ αδιαιρέτου καθενός αυτών, αντιστοίχως, αφετέρου δε, του ΙΚΑ, νομίμως εκπροσωπηθέντος από τον τότε Διευθυντή του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Δραπετσώνας, την 1η Ιουλίου 2004, σύμβαση, δυνάμει της οποίας οι πρώτοι, έναντι μηνιαίου μισθώματος ποσού 4.510 ευρώ, καταβαλλομένου στο αρμόδιο ταμείο του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Δραπετσώνας, εκμίσθωσαν στο αντισυμβαλλόμενό τους το προαναφερθέν οίκημα, για χρονικό διάστημα 9 ετών, αρχομένης της συμβάσεως μισθώσεως από την επομένη της παραλαβής του ακινήτου, που έλαβε χώρα στις 2 Ιουλίου 2005, με δικαίωμα μονομερούς παρατάσεως εκ μέρους του ΙΚΑ, προκειμένου αυτό να χρησιμοποιηθεί για την στέγαση του τοπικού ιατρείου του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Ευγένειας - Χαραυγής.
Ότι, μετά από αλλεπάλληλες αναπροσαρμογές, το 2010 το μηνιαίο μίσθωμα ανήλθε σε ποσό 4.900 ευρώ και κατόπιν έγγραφης συμφωνίας καταρτισθείσας μεταξύ, αφενός μεν, των πρώτου, δεύτερης, πέμπτου και έκτης αυτών, αφετέρου δε, του ΙΚΑ, για το χρονικό διάστημα από 1-10-2012 έως 31-12-2014, μειώθηκε σε ποσό 3.276,26 ευρώ μηνιαίως.
Ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. 5.983/11-10-2012 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Πειραιώς Σωκράτη Κυριακίδη έκαστος των πρώτου και δεύτερης αυτών μεταβίβασαν σε έκαστο των τρίτου και τέταρτης αυτών ποσοστά 57,875/000 και 67,125/000 εξ αδιαιρέτου, με αποτέλεσμα οι δύο τελευταίοι να καταστούν συγκύριοι του ανωτέρω ακινήτου σε ποσοστό 125/000 εξ αδιαιρέτου έκαστος και οι πρώτοι να καταστούν συγκύριοι αυτού σε ποσοστό 115,75/000 και 134,25/000 εξ αδιαιρέτου, αντιστοίχως.
Ότι δυνάμει του άρθρου 21 παρ. 7 του Ν. 4238/2014 το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. υπεισήλθε αυτοδικαίως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του μισθωτή, που απορρέουν από την ανωτέρω μισθωτική σχέση. Ότι το εναγόμενο, με το υπ' αριθμ. πρωτ. ...2014 έγγραφό του, τους κάλεσε, κατ' άρθρον 7 του Ν. 4238/2014, σε επαναδιαπραγμάτευση του μισθώματος, με πρόταση για διαμόρφωσή του σε ποσό 1.100 ευρώ μηνιαίως, υποχρεώνοντάς τους να καταθέσουν αντιπρόταση μέχρι τις 24 Ιουλίου 2014.
Ότι, παρά τις προφορικές διαμαρτυρίες τους ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής διαπραγματεύσεων, αναφορικώς με το πιεστικό χρονικό πλαίσιο και την υπερβολική μείωση του μισθώματος από το 2010, ο υποδιοικητής του εναγομένου, με την υπ' αριθμ. 21766/01-08-2014 απόφασή του, καθόρισε μονομερώς το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα σε ποσό 1.100 ευρώ.
Ότι το εναγόμενο ενήργησε αντισυμβατικώς, αφού το άρθρο 7 του Ν. 4238/2014 παρέχει σε αυτό την δυνατότητα μονομερούς καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεως και όχι μονομερούς μεταβολής του ύψους του μισθώματος, με αποτέλεσμα να ισχύει το συμφωνηθέν ........ μίσθωμα, ποσού 3.276,26 ευρώ και ότι το εναγόμενο, αν και από τις 2 Ιουλίου 2005 παρέλαβε το μίσθιο και έκανε ανενόχλητη χρήση αυτού, δεν τους κατέβαλε, ως όφειλε, τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από τον Μάρτιο του 2015 έως και τον Ιούλιο του 2016, συνολικού ποσού 55.696,42 ευρώ (17 μήνες Χ 3.276,26€).
Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει το ανωτέρω ποσό, κατά το λόγο του ποσοστού συγκυριότητας καθενός αυτών επί του μισθίου ακινήτου, ήτοι ποσό 6.446,86 ευρώ στον πρώτο, ποσό 7.477,25 ευρώ στη δεύτερη, ποσό 6.962,05 ευρώ στον τρίτο, ποσό 6.962,05 στην τέταρτη, ποσό 14.954,49 ευρώ στον πέμπτο και ποσό 12.893,72 ευρώ στον έκτο αυτών, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της λήξεως της προθεσμίας για την καταβολή κάθε μηνιαίου μισθώματος, άλλως από την επομένη ημέρα επιδόσεως της αγωγής τους.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5519/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία έγινε δεκτή αυτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. άσκησε την από 16-5-2018 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 5446/396/17-5-208 ) έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 7 του Ν. 4238/2014, "Συμβάσεις μίσθωσης ακινήτων που έχουν συναφθεί από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και τους φορείς των οποίων ο κλάδος εντάχθηκε στον Οργανισμό στα οποία στεγάζονται Υγειονομικές Μονάδες ισχύουν έναντι των Δ.Υ.Πε στις οποίες εντάσσονται οι Μονάδες. Εντός τριών μηνών από την ισχύ του παρόντος νόμου, ο Διοικητής της οικείας ΔΥ.Πε.
μετά από έγγραφη δήλωση επαναδιαπραγματεύεται το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα. Σε περίπτωση μη συμφωνίας μεταξύ των δυο μερών, παρέχεται η δυνατότητα στις Δ.Υ.Πε. της μονομερούς καταγγελίας...". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η νομίμως διεξαχθείσα επαναδιαπραγμάτευση δεν τελεσφορήσει και, εκ του λόγου αυτού, δεν επέλθει συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, η ΔΥ.Πε μπορεί να προβεί μονομερώς σε καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως, χωρίς, όμως, να παρέχεται η δυνατότητα σε αυτήν να προβεί μονομερώς σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, που θα επηρεάσει την ομαλή εξέλιξη και πορεία της συμβάσεως μισθώσεως, αφού κάτι τέτοιο δεν συνάγεται από το περιεχόμενο και το πνεύμα της εν λόγω διατάξεως.
Η ενεργοποίηση και προστασία των δικαιωμάτων της ΔΥ.Πε, που απορρέουν από τη λειτουργία της συμβάσεως μισθώσεως, προϋποθέτει νομική ενέργεια εκ μέρους της και πρωτοβουλία της ενώπιον των αρμοδίων πολιτικών δικαστηρίων, στα οποία αυτή μπορεί να καταφύγει. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας εσφαλμένως τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ), είτε έλαβε υπ' όψιν πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδάφ.
α'), είτε δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδάφ. β'). Ως "πράγματα" νοούνται οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση (άρθρ. 338 και 262 του Κ.Πολ.Δ.), ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), συγκροτούν την ιστορική βάση και, συνεπώς, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και κατά νόμο διαμόρφωσαν ή, αναλόγως, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (Ολ.
Α.Π. 9/1997, Ολ. ΑΠ 3/1997). Δεν αποτελεί "πράγμα" η άρνηση (απλή ή αιτιολογημένη) της αγωγής, της ανταγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (Α.Π. 1330/2022, Α.Π. 750/2020), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (Α.Π. 1161/2020, Α.Π. 1530/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 1284/2020, Α.Π. 388/2018, Α.Π. 358/2017, Α.Π. 87/2013). Πάντως, ο λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψιν τον ισχυρισμό, που προτάθηκε και ευθέως τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, διότι η απόρριψη σημαίνει ότι ο ισχυρισμός λήφθηκε υπ' όψιν, ανεξαρτήτως του ότι δεν έγινε δεκτός (Ολ.
Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1330/2022, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 1284/2020). Ακόμη, ο ίδιος λόγος δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προταθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά, που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1330/2022, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 1284/2020, Α.Π. 377/2019).
Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου αναιρέσεως αυτού (άρθρ. 118 αριθμ. 4 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να γίνεται ο προσδιορισμός των "πραγμάτων" (Α.Π. 1330/2022, Α.Π. 194/1998). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 1217/2020). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 1217/2020).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 68/2020, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 1217/2020, Α.Π. 736/2019). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.
Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.
να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017).
Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1330/2022, Α.Π. 1284/2020, Α.Π. 756/2020).
Με τον πρώτο κύριο λόγο αναιρέσεως και τους πρώτο και δεύτερο προσθέτους λόγους αυτής το αναιρεσείον, αποδίδει στην προσβαλλομένη τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1, 8 και 19 του Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, παραθέτει στο αναιρετήριο ότι: α) με την προσβαλλομένη απόφαση παραβιάσθηκε ευθέως η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 7 του Ν. 4238/2014, επειδή με αυτήν έγινε δεκτό ότι, σε περίπτωση μη συμφωνίας περί αναπροσαρμογής του καταβαλλομένου μισθώματος, η μοναδική δυνατότητα που έχει το ίδιο είναι να καταγγείλει τη μίσθωση, β) η προβαλλόμενη στερείται νομίμου βάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, επειδή δέχθηκε τα παραπάνω, χωρίς να περιέχει σκέψη για τη δυνατότητά του να καθορίσει μονομερώς το μίσθωμα και γ) δεν έλαβε υπ' όψιν της τον ισχυρισμό του για την τύχη των συμβάσεων μισθώσεως, σε περίπτωση κατά την οποία το ίδιο δεν επιθυμεί την μονομερή καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως, ενώ το Δικαστήριο, μετά την μη μονομερή καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως, όφειλε το ίδιο να προσδιορίσει το οφειλόμενο μηνιαίο μίσθωμα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) τα ακόλουθα: "Με τα υπ' αριθμ. ... και .../1993 συμβόλαια γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή, αντίστοιχα, της συμβολαιογράφου Πειραιά, Παρασκευής Πετούμενου-Βαρίνου, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, ο πέμπτος και η δεύτερη, αντίστοιχα, των εναγόντων (ήδη πέμπτος και δεύτερη αντιστοίχως των αναιρεσιβλήτων) απέκτησαν κατά το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, αιτία γονικής παροχής από τη μητέρα τους και δωρεάς εν ζωή από τον θείο τους Ι.
ή Ν. Η., μια κάθετη ιδιοκτησία και, συγκεκριμένα, ένα ισόγειο διαμέρισμα μετά του δικαιώματος υψούν, με ποσοστό συγκυριότητας 53,70/100 επί του υπ' αριθμ. … οικοπέδου του με αριθμ. …τετραγώνου του Προσφυγικού Συνοικισμού Ευγένειας, της περιφέρειας του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως του Κερατσινίου, με πρόσοψη επί της οδού ..., στην οποία έχει τον αριθμό … (πρώην …), εκτάσεως 171,50 τμ.
Επίσης, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../2001 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαίου Πειραιά, Γεωργίου Αφάρα, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, ο πρώτος και η έκτη των εναγόντων (ήδη πρώτος και έκτη αντιστοίχως των αναιρεσιβλήτων) απέκτησαν κατά το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, την έτερη αυτοτελή επί του προαναφερθέντος οικοπέδου κάθετη ιδιοκτησία, ήτοι ήδη κατεδαφισθέν ισόγειο διαμέρισμα, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 46,3/100.
Με την υπ' αριθμ. ...2004 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, εγκρίθηκε η προς αυτό μίσθωση του ανωτέρω περιγραφόμενου ακινήτου, για τη στέγαση του Τοπικού Ιατρείου-Ευγένειας Χαραυγής, επί του οποίου αυτοί θα ανήγειραν με δικές τους δαπάνες, τετραώροφη οικοδομή με πυλωτή, σύμφωνα με τις υποδείξεις και την τεχνική περιγραφή της τεχνικής υπηρεσίας του.
Επακολούθησε, η σύνταξη του από 1-7-2004 έγγραφου ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο το μίσθωμα καθορίστηκε στο ποσό των 4.510 ευρώ, για τα δύο πρώτα χρόνια της μίσθωσης, αναπροσαρμοζόμενο έκτοτε σύμφωνα με τον εκάστοτε ισχύοντα τιμάριθμο, πλέον μίας μονάδας για κάθε χρόνο της επόμενης δεκαετίας, και του ημίσεως του τέλους χαρτοσήμου, καταβλητέου από την επομένη της παραλαβής του οικήματος που επρόκειτο να ανεγερθεί εντός αυτού, την πρώτη ημέρα κάθε μήνα ή κάθε τριμηνίας, κατ' επιλογήν του μισθωτή.
Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε εννεαετής, με δικαίωμα του μισθωτή να την παρατείνει για τρία ακόμη έτη. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι δυνάμει του υπ'αριθμ. ...2004 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά, Σωκράτη Κυριακίδη, όλοι οι ανωτέρω ενάγοντες, αφού κατεδάφισαν τα υφιστάμενα επί των ιδιοκτησιών τους κτίσματα κατήργησαν την προπεριγραφείσα κάθετη ιδιοκτησία και συνέστησαν τις κάτωθι οριζόντιες ιδιοκτησίες, και συγκεκριμένα, την υπ' αριθμ. 1 αποθήκη του υπογείου, επιφάνειας 65,40 τμ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου, 16/1000, καθώς και τον υπ' αριθμ.
Α1, Β1, Γ1 και Δ1 χώρο γραφείων του α', β', γ' και δ', αντίστοιχα, ορόφου, επιφάνειας καθενός 93,59 τμ και με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 246/1000. Ορίστηκε ακόμη ότι το ποσοστό συνιδιοκτησίας των ανωτέρω σε ολόκληρο το οικόπεδο και το επ' αυτού κτίσμα θα ανερχόταν σε 268,5/1000 σε καθέναν από τους δεύτερη και πέμπτο και των 231,5/1000 σε καθέναν από τους πρώτο και έκτη.
Τελικώς, η χρήση του μισθίου ακινήτου αποπερατωμένου παραδόθηκε από τους ανωτέρω ιδιοκτήτες στο μισθωτή στις 2-7-2005, οπότε και συντάχθηκε και σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής. Στη συνέχεια, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...2012 συμβολαίου γονικής παροχής του προαναφερθέντος συμβολαιογράφου, Σωκράτη Κυριακίδη, που καταχωρήθηκε στα βιβλία του οικείου κτηματολογικού γραφείο Πειραιώς στις 23-10-2012, ο πρώτος και η δεύτερη των εναγόντων, μεταβίβασαν στα τέκνα τους, τρίτο και τέταρτη των εναγόντων (ήδη τρίτο και τέταρτη αντιστοίχως των αναιρεσιβλήτων), εξ ημισείας (50 % εξ αδιαιρέτου) το ήμισυ του ανήκοντος σε καθέναν ποσοστού συνιδιοκτησίας τους, παραμένοντας έτσι συγκύριοι στο απομένον ποσοστό.
Έτσι, το ποσοστό συνιδιοκτησίας των εναγόντων διαμορφώθηκε έκτοτε, για τον πρώτο στο ποσοστό των 115,75/1000, για τη δεύτερη σε 134,25/1000, για καθέναν από τους τρίτο και τέταρτη, σε 124,99/1000, για τον πέμπτο σε 268,5/1000 και για την έκτη σε 231,5/1000, και ο τρίτος και τέταρτη των εναγόντων υπεισήλθαν στη μισθωτική σχέση, κατά το προαναφερθέν ποσοστό (άρθρο 614 του ΑΚ, σε συνδυασμό με 44 του πδ 34/1995).
Με έγγραφη συμφωνία των πρώτου, δεύτερης και πέμπτου των εναγόντων (518,5/1000 εξ αδιαιρέτου) και του μισθωτή, το μίσθωμα διαμορφώθηκε, για το χρονικό διάστημα από την 1-10-2012 έως τις 31-12-2014, στο ποσό των 3.276,26 ευρώ. Εν τω μεταξύ το ΙΚΑ εντάχθηκε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, που κατέστη καθολικός του διάδοχος, υπεισερχόμενος σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αρχικού μισθωτή, ενώ στη συνέχεια με το άρθρο 21 παρ. 7 του ν 4238/2014, η ένδικη μίσθωση ίσχυσε έναντι της "ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ 2Hς ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ" (ήδη αναιρεσείον, στην οποία εντάσσεται η Υγειονομική Μονάδα που στεγάζεται στο μίσθιο. ...
η σύμβαση, ίσχυσε εκ του νόμου και ανεξαρτήτως της βούλησης των συμβαλλομένων, για δώδεκα έτη, δηλαδή μέχρι τις 2-7-2017. Το εναγόμενο, με το υπ' αριθμ. ...2014 έγγραφό του, κάλεσε τον πρώτο, τη δεύτερη, τον πέμπτο και την έκτη των εναγόντων σε επαναδιαπραγμάτευση, ως προς το ύψος του μισθώματος, με πρόταση για τον καθορισμό του σε 1.100 ευρώ.
Οι άνω συνεκμισθωτές επιφυλάχθηκαν να καταθέσουν αντιπρόταση, έως τις 24-7-2014, πλην όμως διαπραγμάτευση τελικώς ουδέποτε έλαβε χώρα. Το εκκαλούν, ωστόσο, με την υπ' αριθμ. 21766/1-8-2014 απόφαση του υποδιοικητή του, θεώρησε ότι το μίσθωμα είχε οριστικοποιηθεί στο προταθέν ποσό, στο οποίο οι συνεκμισθωτές ουδέποτε συμφώνησαν, αντιθέτως, απέστειλαν το από 29-8-2014 έγγραφό τους, με το οποίο εξέφρασαν κατ' αρχήν την αντίθεσή τους σε περαιτέρω μείωση, αλλά και το από 31-10-2014 εξώδικό τους, με το οποίο δήλωναν ότι αποδέχονταν μία μείωση της τάξης του 15-25 % και όχι του 34 % όπως είχε προταθεί.
Έτσι, η παραπάνω απόφαση στερείται εννόμων συνεπειών, αφού η προαναφερθείσα διάταξη δίνει το δικαίωμα στις Διοικήσεις Υγειονομικής Περιφέρειας να καταγγείλουν μονομερώς τη μίσθωση, σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας ως προς το ύψος του μισθώματος, όχι όμως και να καθορίσουν μονομερώς το μίσθωμα. Επομένως, το μηνιαίο μίσθωμα, καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο δεν είχε λυθεί η μίσθωση και το εναγόμενο έκανε ακώλυτη χρήση του μισθίου, ανερχόταν στο ποσό των 3.276,26 ευρώ και το εναγόμενο οφείλει συνολικά 55.696,42 ευρώ (17 μήνες Χ 3.276,26), το οποίο επιμεριζόμενο με βάση το ποσοστό συνιδιοκτησίας των εναγόντων, ανέρχεται σε 6.446,86 ευρώ για τον πρώτο, των 7.477,24 ευρώ για τη δεύτερη, των 6.962,03 ευρώ για καθέναν από τους τρίτο και τέταρτη, των 14.954,49 ευρώ για τον πέμπτο και των 12.893,72 ευρώ για την έκτη.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο καταλήγοντας στην ίδια κρίση με εν μέρει ελλιπή αιτιολογία, που συμπληρώνεται από την αιτιολογία της παρούσας, ορθά τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και πρέπει ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν υποστηρίζει ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο, λόγω της διαφωνίας των διαδίκων, όφειλε να προσδιορίσει το μίσθωμα με βάση την εμπορική και μισθωτική αξία του ακινήτου, λαμβάνοντας υπόψη τους περιορισμούς του άρθρου 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 4002/2011, να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ειδικότερα το ανωτέρω άρθρο, όπως ρητώς ορίζεται στο κείμενό του, εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις μισθώσεως ακινήτων από το Ελληνικό Δημόσιο ή φορείς του δημόσιου τομέα όπως αυτός προσδιορίζεται στο άρθρο 1Β παρ.1 του ν. 2362/1995, όπως ίσχυε, που παραπέμπει με τη σειρά του στο άρθρο 1 παρ.1, 2, 3 και 6 του ν. 3429/2005, ενώ το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν όφειλε, με βάση το αίτημα της αγωγής, να προσδιορίσει το ίδιο το μίσθωμα σε διαφορετικό ποσό από το συμφωνηθέν που ίσχυε καθ' όν χρόνο ήταν ενεργή η μίσθωση".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 16-5-2018 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 5519/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε κρίνει ομοίως. Το Εφετείο δεχόμενο ότι δεν έγινε διαπραγμάτευση μεταξύ των διαδίκων μερών, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 7 του Ν. 4238/2014, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η διάταξη αυτή μόνο δικαίωμα που παρέχει στην αναιρεσείουσα είναι η μονομερής εκ μέρους της καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως, σε περίπτωση μη επιτεύξεως συμφωνίας αναπροσαρμογής του μισθώματος, χωρίς δικαίωμα μονομερούς καθορισμού του μισθώματος τέτοιου δε είδους αίτημα της αναιρεσείουσας αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης, που τυχόν θα ανοιγεί με πρωτοβουλία της, αφού η ένδικη αγωγή αφορά μόνον τη καταβολή οφειλομένων μισθωμάτων εκ μέρους της.
Ως εκ τούτου, δεν όφειλε το Δικαστήριο να χωρήσει στον προσδιορισμό του μισθώματος με βάση την εμπορική και μισθωτική του μισθίου.
Συνεπώς, ο πρώτος κύριος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και οι πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι αυτής κρίνονται απορριπτέοι. Με το δεύτερο κύριο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και τον τρίτο πρόσθετο λόγο αυτής το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., ότι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1Β παρ. 1 του Ν. 2362/1995, σε συνδ. με 1 παρ. 1, 2, 3 και 6 του Ν. 3429/2005, 1 παρ. 1, 2 του Ν. 3329/2005, 3 παρ. 1 του Ν. 3527/2007 και 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 4002/2011 και διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την κρίση
της περί εφαρμογής ή μη στην ένδικη περίπτωση των ανωτέρω διατάξεων. Ο λόγος αυτός, αλυσιτελώς προβάλλεται και κρίνεται απορριπτέος, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του μόνο διηγηματικώς ανέφερε στο σκεπτικό του τις εν λόγω διατάξεις, χωρίς να αποτελεί αντικείμενο της ενώπιόν του δίκης η εφαρμογή τους, ενώ δεν προκύπτει από το σκεπτικό του ότι αμφισβήτησε τον χαρακτήρα του αναιρεσείοντος ως φορέα του Δημοσίου Τομέα και την υπαγωγή του στο πλέγμα των διατάξεων αυτών.
Κατά το προαναφερθέν άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως.
Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων, καθώς και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευόμενης δικαιοπραξίας και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, με την ερμηνεία όμως που έδωσε παραβίασε τους κανόνες αυτούς.
Η ως άνω παραβίαση μπορεί να γίνει και εκ πλαγίου, δηλαδή κατά τρόπο που να μη καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των πιο πάνω ερμηνευτικών κανόνων, όπως συμβαίνει όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας της συμβάσεως, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 113/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας έχουν ήδη εκτενώς αναπτυχθεί, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων αναφορικά με το ζήτημα της διαπραγμάτευσης του προταθέντος εκ μέρους του αναιρεσείοντος ύψους (μειωμένου) μηνιαίου μισθώματος.
Κατ' ακολουθίαν αυτών δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και, επομένως, το Εφετείο, μη προσφεύγοντας σε αυτές, δεν τις παραβίασε, ο δε αντίθετος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφορικά με το προαναφερθέν ζήτημα της μη συμφωνίας των εκμισθωτών επί του προταθέντος εκ μέρους του αναιρεσείοντος ύψους (μειωμένου) μηνιαίου μισθώματος, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δεδομένου ότι εκτίθενται σ' αυτή όλα τα αναγκαία στοιχεία, μεταξύ των οποίων ότι οι αναιρεσίβλητοι ουδέποτε συμφώνησαν στο προταθέν μειωμένο μηνιαίο μίσθωμα, που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ανωτέρω πόρισμα, το οποίο είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο ίδιος τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος, λόγος, του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο σχετικός λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη γι' αυτά.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν περιέχει αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων ή στην επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος και του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 59/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως (από παραδρομή στο δικόγραφο προσθέτων λόγων φέρει αρίθμηση 5, ενώ τέταρτος πρόσθετος λόγος δεν περιλαμβάνεται) το αναιρεσείον, επικαλούμενο το άρθρο 559 αριθμ.10 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι:
μεταξύ των διαδίκων δεν έλαβε χώρα διαπραγμάτευση για το ύψος (μείωση) του μηνιαίου μισθώματος, εσφαλμένα και αυθαίρετα, δεδομένου ότι με το υπ' αριθμ. ...2014 έγγραφό του κάλεσε τους εκμισθωτές σε επαναδιαπραγμάτευση του μισθώματος, προτείνοντας το δίκαιο, εύλογο για τις περιστάσεις, λαμβάνοντας υπόψη και την αξία του ακινήτου, σε συνδυασμό και με την κρατούσα δυσμενή οικονομική κατάσταση, ποσό 1.100 ευρώ, όμως οι εκμισθωτές δεν κατέθεσαν εγγράφως συγκεκριμένη αντιπρόταση, έως την 24-7-2014, οπότε με την υπ'αριθμ. ...2014 απόφαση του Υποδιοικητή του θεώρησε ότι το μίσθωμα είχε οριστικοποιηθεί στο προταθέν ποσό, στο οποίο οι εκμισθωτές δεν συμφώνησαν απέστειλαν δε το από 29-8-2014 έγγραφό τους και το από 31-10-2014 εξώδικό τους, με το οποίο δήλωναν ότι δεν αποδέχονται μείωση της τάξεως του 34%, όπως είχε προταθεί.
Έτσι, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι δέχθηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη δίκη χωρίς να είναι αληθινά και χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού το αναιρεσείον, για τη θεμελίωσή του, δεν επικαλείται ότι το δικαστήριο δέχθηκε τα ανωτέρω περί της απόδειξης του ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτόν ή χωρίς να εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη για τον ισχυρισμό αυτό, αλλά ότι αντικρούονται από τα αποδεικτικά μέσα που το ίδιο αναφέρει, πλήττοντας όμως έτσι την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου.
Σε κάθε περίπτωση όμως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι για την απόδειξη του ανωτέρω αναφερόμενου αγωγικού ισχυρισμού και το σχηματισμό του ως άνω πορίσματός του, το Εφετείο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ειδικά μνημονεύονται σ' αυτήν, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τα οποία συνεκτιμήθηκαν, ήτοι έγγραφα, δηλαδή δεν δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συνεπώς δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενη πλημμέλεια.
Η καταψήφιση στα δικαστικά έξοδα του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρο 176 Κ.Πολ.Δ.), ενώ σύμφωνα με το άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ., σε περίπτωση που η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, μπορεί το δικαστήριο, ανεξάρτητα από την έκταση της νίκης ή της ήττας των διαδίκων, να προβεί σε συμψηφισμό των εξόδων. Στην περίπτωση αυτή ο συμψηφισμός ή μη των δικαστικών εξόδων ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, και άρα η σχετική κρίση του δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 308/2016, ΑΠ 390/2012).
Με τον έκτο και τελευταίο πρόσθετο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον, επικαλούμενο το άρθρο 559 αριθμ.1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα επέβαλε εις βάρος του τα δικαστικά έξοδα, ενώ έπρεπε να συμψηφίσει αυτά, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας στη ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο συμψηφισμός των εξόδων, κατά το άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ. (όπως το αναιρεσείον ως εκκαλούν επικαλέστηκε με το δεύτερο λόγο της εφέσεώς του), είναι δυνητικός και εναπόκειται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, καθώς και η κρίση του δικαστηρίου για το αναγκαίο των εξόδων κατά το άρθρο 189 Κ.Πολ.Δ. είναι επίσης αναιρετικά ανέλεγκτη.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα των τελευταίων, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ), όχι όμως μειωμένα, διότι ναι μεν το αναιρεσείον αποτελεί ν.π.δ.δ. και έχει τα προνόμια ατελειών και απαλλαγών του Δημοσίου (άρθρο 28 παρ. 4 ν. 2579/1998), η νομική του όμως υπηρεσία δεν ασκείται από το ΝΣΚ, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 3693/1957, περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης (ΑΠ 300/2022, ΑΠ 62/2019, ΑΠ 1492/2017), όπως ειδικότερα, ορίζεται, στο διατακτικό. Τέλος, δεν γίνεται λόγος περί του κατ' άρθρο 495 παρ. 3 παραβόλου, διότι το αναιρεσείον, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 εδ. β' του Ν. 2579/1998, απαλλάσσεται από την καταβολή του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-9-2020 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 853/95/29-9-2020) αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 401/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ευρώ (1,800€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ