Legislator Case Law & Legislation
1164/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against one insurer but dismisses it against the other due to jurisdictional issues.

Case Number 1164/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a final judgment regarding car accident damages and insurance contracts. The appellants challenged the decision against two insurance companies, arguing procedural errors regarding the pedestrian's path and the insurer's liability. The court accepted the appeal against the second insurer due to a jurisdictional defect but dismissed the proceedings against the first insurer as inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 681A and 666 et seq. of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal against one defendant in a joint action while dismissing it against another if the grounds for the appeal against the first defendant do not cover the jurisdictional issues affecting the second defendant.

Keywords

AI generated
car accident damages insurance contract dispute appeal admissibility jurisdictional defect separation of proceedings costs allocation joint defendants

Cited Legislation

AI generated
Articles 681A and 666 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 4 of Article 1 of Law 4335/2015
Article 559 No. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580 No. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 and 191 No. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 191 No. 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1164 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1164/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) K. (Κ.) S. (Σ.) του T. (Τ.) και 2) M. (Μ.) Z. (Ζ.) του B. (Β.) συζ. K. S., κατοίκων Άνω Γλυφάδας Αττικής, ενεργούντων από κοινού και για λογαριασμό του ανηλίκου υιού τους Δ... S.. (Σ.), ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα αυτού, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Καραγιάννη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Δ... S.. (Σ.) του K., του οποίου ασκούσαν τη γονική μέριμνα οι γονείς του (αναιρεσείοντες), ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικώς τη δίκη και εκπροσωπείται από αυτόν.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Υπό ασφαλιστική εκκαθάριση ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ... Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε οριστικά, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπούτσικο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ανώνυμης ασφαλιστική εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δημαρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, ενεργούντων από κοινού και για λογαριασμό του ανηλίκου υιού τους Δ.. S., ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα αυτού, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 26-5-2015 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων και του Κ. Λ. του Γ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 611/2016 μη οριστική και 777/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5318/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-12-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 19-12-2020 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 1936/224/15-4-2021), αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 5318/20-9-2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, (άρθρ. 681Α και 666 επ.

του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4.335/2015) η οποία απέρριψε την από 22-6-2018 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του τέκνου τους Δ.. Σ. και εκπροσωπούντων αυτό, κατά της υπ' αριθμ. 777/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την απόφαση αυτή είχε απορριφθεί η από 7-3-2015 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 29303/1709/11-3-2015) αγωγή τους (υπό προεκτεθείσα ιδιότητά τους) κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων ασφαλιστικών εταιρειών για επιδίκαση αποζημιώσεως από αυτοκινητικό ατύχημα (παράσυρση ανηλίκου πεζού από αυτοκίνητο) και χρηματικής ικανοποιήσεως, προς αποκατάσταση της υλικής ζημίας και της ηθικής βλάβης που προκλήθηκαν σ' αυτόν, εξαιτίας του τραυματισμού του, που επήλθε από αποκλειστική υπαιτιότητα των αναφερομένων οδηγών των αναφερομένων ζημιογόνων αυτοκινήτων, τα οποία ήταν ασφαλισμένα για τις από αυτά ζημίες σε τρίτους στις εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες ασφαλιστικές εταιρείες, με τις επωνυμίες «I.

L. Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων" και ... Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Σύμφωνα με το άρθρο 235 του Ν. 4364/2016: "1. Η Εποπτική Αρχή είναι η μόνη αρμόδια να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης του άρθρου 220 του παρόντος. Στην περίπτωση αυτή ακολουθεί το στάδιο ασφαλιστικής εκκαθάρισης, εκτός αν άλλως ορίζεται στην απόφαση 2. [...] 3. Στην περίπτωση ασφαλιστικής εκκαθάρισης εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα, και επί ζητημάτων που δεν ρυθμίζονται από τον Πτωχευτικό Κώδικα, οι διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 και του ΚΠολΔ.

Παράβαση των διατάξεων αυτών επιφέρει τις ίδιες κυρώσεις και πρόστιμα στο πρόσωπο του ασφαλιστικού εκκαθαριστή όπως στην περίπτωση του Διοικητικού Συμβουλίου". Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 239 παρ. 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "Κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση αναστέλλεται κάθε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της και σε βάρος των ασφαλισμένων της για ασφαλίσεις αστικής ευθύνης, μέχρι το ποσό για το οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο η ασφαλιστική επιχείρηση.

Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης". Τέλος, στην διάταξη του άρθρου 25 του Πτωχευτικού Κώδικα (Ν. 3788/2007) ορίζεται ότι "1. Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους.

Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ' αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεση τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2. Πράξεις κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες".

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, αν ανακληθεί η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχειρήσεως με απόφαση της αρμόδιας Εποπτικής Αρχής, ακολουθεί, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στην απόφαση, το στάδιο της ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως, η οποία, αντιθέτως με ότι συμβαίνει στην πτώχευση, συνιστά συλλογική διαδικασία διοικητικής φύσεως, που κινείται από την Εποπτική Αρχή και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών, οδηγεί δε στην ρευστοποίηση της περιουσίας της ασφαλιστικής επιχειρήσεως με σκοπό την ικανοποίηση, αποκλειστικώς με αυτήν, των πιστωτών, αναλόγως με το ύψος των κατά της τελευταίας υφισταμένων απαιτήσεών τους.

Πρέπει, επίσης, να γίνει δεκτό, ότι η κατά τα ανωτέρω απαγόρευση ασκήσεως και εκδικάσεως ενδίκων μέσων επί αποφάσεων, που εκδόθηκαν κατόπιν αγωγής ή άλλου ενδίκου βοηθήματος από πιστωτές της εκκαθαρίσεως, αφορά τόσον αυτά που στρέφονται κατά της επιχειρήσεως, όσον και αυτά που στρέφονται εις βάρος των ασφαλισμένων της για ασφαλίσεις αστικής ευθύνης, μέχρι το ποσό για το οποίο ευθύνεται εις ολόκληρον η ασφαλιστική επιχείρηση (εννοείται για τις αξιώσεις των ζημιωθέντων τρίτων), έτσι ώστε να προστατεύονται και οι δύο από τις αξιώσεις τρίτων.

Υπό το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς του άρθρου 12α παρ. 5 του Ν.Δ/τος 400/1970, το οποίο καταργήθηκε αναφορικώς με την ασφάλιση αστικής ευθύνης από αυτοκίνητο, γινόταν δεκτό ότι επί ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως ασφαλιστικής επιχειρήσεως από την αναστολή των ατομικών διώξεων κατά της εταιρείας εξαιρούνταν οι τρίτοι ζημιωθέντες σε τροχαίο ατύχημα, που είχαν ευθέως εκ του νόμου δικαίωμα να στραφούν κατ' αυτής, λόγω ασφαλίσεως από την τελευταία της αστικής ευθύνης του ζημιογόνου οχήματος κατά τον χρόνο του ατυχήματος, οπότε οι σχετικές δίκες διεξάγονταν κανονικά και κατά τον χρόνο της ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως.

Τούτο, διότι η σχετική διάταξη όριζε ότι "Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων ασφαλίσματος (και όχι των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση) κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης". Μετά την κατάργηση, όμως, του Ν.Δ/τος 400/1970 (άρθρο 278 του Ν. 4364/2016), η αντίστοιχη διάταξη για την αναστολή των ατομικών διώξεων κατά της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση ασφαλιστικής εταιρείας του άρθρου 12α παρ. 5 του προϊσχύσαντος Ν.Δ/τος είναι εκείνη του άρθρου 239 παρ. 3 του Ν. 4364/2016, που ορίζει ότι "Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης".

Κατά την διάταξη αυτή ως "απαίτηση από ασφάλιση" για τις ανάγκες των διαδικασιών εκκαθαρίσεως θεωρείται κάθε ποσό, που οφείλει η ασφαλιστική επιχείρηση σε ασφαλισμένους, κατόχους ασφαλιστηρίων συμβολαίων, δικαιούχους ή σε κάθε ζημιωθέντα, οι οποίοι έχουν δικαίωμα ασκήσεως ευθείας αγωγής κατά της ασφαλιστικής επιχειρήσεως, που απορρέει από την ασφαλιστική σύμβαση, περιλαμβανομένων των ποσών που αποθεματοποιούνται για τα προαναφερόμενα πρόσωπα, όταν δεν έχουν ακόμη καταστεί γνωστά ορισμένα στοιχεία της οφειλής.

Τα ασφάλιστρα που οφείλονται από ασφαλιστική επιχείρηση λόγω μη καταρτίσεως ή ακυρώσεως ασφαλιστικών συμβάσεων, θεωρούνται, επίσης, απαιτήσεις από ασφάλιση για τις ανάγκες των "διαδικασιών εκκαθάρισης". Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η έννοια της "απαίτησης από ασφάλιση" είναι ευρύτερη από την έννοια του "ασφαλίσματος", καθόσον περιλαμβάνει όλα τα είδη των απαιτήσεων από ασφάλιση, είτε έχει επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος, οπότε γίνεται λόγος για απαίτηση ασφαλίσματος, είτε όχι.

Επομένως, υπό το καθεστώς του νέου νόμου 4364/2016, για εκκαθαρίσεις που έλαβαν χώραν από 1ης Ιανουαρίου 2016 και μετά, όταν μία ασφαλιστική εταιρεία τίθεται υπό ασφαλιστική εκκαθάριση και για όσο διάστημα διαρκεί αυτή, αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις κατά της εταιρείας όλων όσων έχουν απαίτηση από ασφάλιση κατ' αυτής, δηλαδή και των τρίτων ζημιωθέντων από τροχαίο ατύχημα, που έχουν ευθεία αξίωση εκ του νόμου κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, επειδή αυτή ασφάλιζε κατά τον χρόνο του ατυχήματος το ζημιογόνο όχημα για την προς τρίτους αστική του ευθύνη.

Η αναστολή των ατομικών διώξεων περιλαμβάνει και την άσκηση ενδίκων μέσων κατά οριστικών αποφάσεων για τις παραπάνω διαφορές, είτε από τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή, είτε από τον τρίτο ζημιωθέντα. Με την παραπάνω διαδικασία, που ομοιάζει με την πτωχευτική διαδικασία, κατά τον χρόνο της πτωχευτικής απαλλοτριώσεως, προστατεύεται και η ασφαλιστική εταιρεία από την διατήρηση των ενεργητικών στοιχείων της περιουσίας της, αλλά και οι ασφαλισμένοι από τις ατομικές διώξεις των ζημιωθέντων τρίτων, εφόσον η ασφαλιστική τους εταιρεία προέκυψε αφερέγγυα, όλα δε αυτά ισχύουν για τις νέες ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις, που άρχισαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2016 (Α.Π. 36/2022, Α.Π. 1284/2020, Α.Π. 1142/2020, Α.Π. 643/2020, Α.Π. 1336/2019, Α.Π. 1254/2019, Α.Π. 672/2019, Α.Π. 1942/2017).

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι, δυνάμει της υπ' αριθμ. 230/2/15.5.2017 αποφάσεως της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΕΠΑΘ) της Τράπεζας της Ελλάδος ανακλήθηκε οριστικώς η άδεια της πρώτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής επιχειρήσεως, με την επωνυμία ...

η οποία τέθηκε υπό καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 109, 110, 114, 220, 221 και 235 του Ν. 4364/2016, ενώ με την υπ' αριθμ. 231/2/15.5.2017 απόφαση της προαναφερθείσας Επιτροπής διορίσθηκε ασφαλιστικός εκκαθαριστής. Σύμφωνα, συνεπώς, με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, η συζήτηση της υπό κρίσιν αιτήσεως αναιρέσεως, την οποίαν άσκησαν οι αναιρεσείοντες κατά της υπ' αριθμ. 5318/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί αγωγής των αναιρεσειόντων με αντικείμενο την καταψήφιση ασφαλιστικού ποσού λόγω επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, πρέπει, κατά το μέρος που αφορά την πρώτη των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία ...

να κηρυχθεί απαράδεκτη, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημά της, όπως αυτή παρίσταται νομίμως, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι το ζήτημα αυτό ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο τούτο. Περαιτέρω, εφόσον μεταξύ των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστικών εταιρειών, που καλύπτουν την έναντι τρίτων αστική ευθύνη για τις ζημίες, που προκαλούνται από το κάθε όχημα αντιστοίχως, οι οποίες ήταν συνεναγόμενες στον πρώτο βαθμό ως υπόχρεοι αποζημιώσεως από αυτοκινητικό ατύχημα, υφίσταται σχέση απλής, κατ' άρθρον 75 του Κ.Πολ.Δ., ομοδικίας (Α.Π. 1284/2020, Α.Π. 85/2019), πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία ...

και να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως μεταξύ των λοιπών διαδίκων.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 του Α.Κ. προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρον 330 του Α.Κ., υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή, δηλαδή, που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο, από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η έννοια της αμέλειας είναι έννοια νομική.

Επίσης, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 1284/2020, Α.Π. 1267/2020).

Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υπόχρεου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός μεν, ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικώς την έννοια του πταίσματος, αφετέρου δε, ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 1284/2020, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 1025/2015, Α.Π. 210/2013).

Αντιθέτως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, δηλαδή για το ότι το ζημιογόνο γεγονός, σε σχέση με τη ζημία, βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 548/2020, Α.Π. 403/2015, Α.Π. 1305/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 34 του Κ.Ο.Κ., "Στάση και στάθμευση: 1. Η στάση και η στάθμευση επιτρέπονται, αν δεν δημιουργείται εξ αυτών κίνδυνος ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και αν δεν υπάρχουν σχετικές απαγορευτικές πινακίδες ή διαγραμμίσεις. 2. Η στάση ή στάθμευση οχήματος απαγορεύεται: ... γ) σε εισόδους και εξόδους κόμβων και σε απόσταση μικρότερη από δέκα (10) μέτρα από τη νοητή προέκταση της πλησιέστερης οριογραμμής του κάθετου οδοστρώματος, ...

η) σε οδοστρώματα που είναι χωρισμένα σε δύο λωρίδες κυκλοφορίας και αν το εναπομένον πλάτος της λωρίδας μεταξύ οχήματος και απαγορευτικής γραμμής υπέρβασης είναι μικρότερο από τρία (3) μέτρα, ... ι) σε απόσταση πέντε (5) μέτρων από την τομή ρυμοτομικών γραμμών ή των νοητών προεκτάσεων αυτών". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 7/2006, Ολ. Α.Π. 4/2005). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.

να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως, αναφορικώς με τις συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος και τα περιστατικά που θεμελιώνουν την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα: "Στις 7-3-2016 και περί ώρα 16:00, ο Κ.

Λ. οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην εναγομένη - παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ... (πρώτη αναιρεσίβλητη), κινούμενος επί της οδού Ελευθέρου Ανθρώπου στη Γλυφάδα Αττικής, με κατεύθυνση από οδό Αγίου Νεκταρίου προς οδό Γεωργίου Γεννηματά.

Η οδός Ελευθέρου Ανθρώπου είναι διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτους οδοστρώματος οκτώ (8) μέτρων, ευθεία και οριζόντια οδός με ορατότητα που δεν περιοριζόταν, ήταν ημέρα, καλοκαιρία η κυκλοφορία των πεζών και οχημάτων κανονική. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στο εν λόγω σημείο είναι 50 χλμ/ώρα, ενόψει του ότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή, ενώ στο συγκεκριμένο σημείο δεν υπάρχουν διαβάσεις πεζών ούτε φωτεινοί σηματοδότες και γι' αυτό ο πεζός που θα προσπαθήσει να διασχίσει την οδό, θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός.

Η οδός Ελευθ. Ανθρώπου διασταυρώνεται με την οδό Κριμαίας, η οποία είναι μονόδρομος με κατεύθυνση από δεξιά προς αριστερά σε σχέση με την πορεία του ως άνω οδηγού και επί της οποίας υφίσταται ρυθμιστική πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας (Ρ-2). Επίσης, επί της οδού Ελευθ. Ανθρώπου, λίγο πριν τη διασταύρωση αυτής με την οδό Κριμαίας και κατά μήκος της πορείας του οχήματος που οδηγούσε ο Κ./νος Λ., ήταν σταθμευμένο το με αρ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας Σ. Δ., που ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι των τρίτων προκαλούμενες ζημίες στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με επωνυμία ... (δεύτερη αναιρεσίβλητη). Την ίδια χρονική στιγμή, ο υιός των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων) Δ.. Σ. (S.), ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος έντεκα (11) ετών, αρχικά διέσχισε κάθετα την οδό Κριμαίας και συγκεκριμένα όπισθεν του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο αυτόπτης μάρτυρας Ν.

Φ., πέρασε αριστερά της πόρτας αυτού και επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της οδού Ελευθέρου Ανθρώπου, έμπροσθεν του ως άνω σταθμευμένου οχήματος του Σ. Δ., ήτοι σε σημείο που δεν ήταν ορατός άμεσα από τους οδηγούς που κινούντο επί της τελευταίας οδού. Στο απέναντι πεζοδρόμιο βρισκόταν ένας φίλος του ανήλικου Δ. , ο οποίος του φώναξε να πάει προς το μέρος του για να πάνε στο εκεί υπάρχον πάρκο.

Έτσι, ο ανήλικος χωρίς, προηγουμένως, να ελέγξει προσεκτικά την κίνηση των οχημάτων στο ρεύμα πορείας επί της οδού Ελευθ. Ανθρώπου που οδηγεί προς την οδό Γεωργ. Γεννηματά, ώστε να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο με ασφάλεια για τον ίδιο και χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων αυτών, κατήλθε επί του οδοστρώματος.

Αφού δε αυτός πραγματοποίησε τα πρώτα του βήματα επ' αυτού έχοντας εισέλθει κατά 1-2 μέτρα στο οδόστρωμα, ο οδηγός Κ./νος Λ., ο οποίος κινείτο με ταχύτητα που κυμαίνετο μεταξύ των 40-50 χλμ/ώρα και εκείνη τη στιγμή βρισκόταν σε απόσταση μόλις 10 περίπου μέτρων από τον ανήλικο, δεν μπόρεσε να αντιδράσει, ώστε να αποφύγει το ατύχημα και, έτσι παρέσυρε τον ανήλικο με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματός του (καπώ), ο οποίος (ανήλικος) αφού χτύπησε στο καπώ του αυτ/του, έπεσε στη συνέχεια στο οδόστρωμα στο μισό περίπου του ρεύματος πορείας του αυτοκινήτου, σοβαρά τραυματισμένος στο αριστερό κάτω άκρο του.

Από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο ανήλικος (ηλικίας 11 ετών) Δ. είναι αποκλειστικά υπαίτιος του επίδικου τραυματισμού του, ο οποίος θέλοντας να φτάσει όσο το δυνατό γρηγορότερα στο φίλο του που βρισκόταν στο απέναντι πεζοδρόμιο της οδού Ελευθ. Ανθρώπου για να πάνε, στη συνέχεια, να παίξουν στο παρακείμενο πάρκο, αφενός θέλησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της οδού Ελευθ.

Ανθρώπου, από σημείο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών, ούτε φωτεινός σηματοδότης, έμπροσθεν σταθμευμένου οχήματος, που επηρέαζε την ορατότητα των πεζών ως προς την κίνηση των οχημάτων που κινούντο επί της Ελευθ. Ανθρώπου και αφετέρου κινήθηκε γρήγορα και χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της οδού την οποία διέσχιζε, ώστε να διαπιστώσει ότι μπορούσε να εισέλθει στο οδόστρωμα με ασφάλεια, με αποτέλεσμα να αιφνιδιαστεί ο οδηγός Κ./νος Λ.

ο οποίος κινείτο στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος της Ελευθ. Ανθρώπου στο ρεύμα πορείας προς Γεωργ. Γεννηματά και όταν τον αντιλήφθηκε επί του οδοστρώματος να μη δύναται πλέον να αντιδράσει, ούτε καν τροχοπεδώντας. Επιπλέον, όπως προαναφέρθηκε, η ταχύτητα με την οποία κινείτο ο ως άνω οδηγός ήταν σύννομη, και, σε κάθε περίπτωση, κάτω των 50 χλμ/ώρα, και η ενδεδειγμένη, αυτή δηλαδή που θα είχε κάθε συνετός οδηγός, σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αφού δεν μπορούσε να προβλέψει ούτε καν ως πιθανή την αιφνίδια και σε τόσο μικρή απόσταση (10-15μ.

περίπου) παρεμβολή του ανηλίκου στην πορεία του, αιφνιδιάστηκε δε από την απρόβλεπτη αυτή ενέργεια του ανηλίκου, ο οποίος επιχείρησε να διέλθει ευρισκόμενος έμπροσθεν του προαναφερομένου σταθμευμένου οχήματος, με αποτέλεσμα να μην είναι άμεσα ορατός. Εξάλλου, το γεγονός ότι το με αριθμό κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας Σ.

Δ. (αρχικά 3ου εναγομένου), που ήταν ασφαλισμένο, για τις έναντι τρίτων ζημίες στην τέταρτη των εναγομένων ασφαλιστική εταιρεία ... ήταν σταθμευμένο - αντικανονικά, κατά τους ενάγοντες - στη συμβολή των οδών Ελευθ. Ανθρώπου και Κριμαίας με συνέπεια να εμποδίζει την ορατότητα τόσο των πεζών, που ήθελαν διασχίσουν το οδόστρωμα της Ελευθ.

Ανθρώπου, όσον και των οδηγών που κινούνταν επί της οδού αυτής, καταλαμβάνοντας τουλάχιστον 2 μέτρα από τα συνολικά 4 μέτρα του ρεύματος πορείας του Ελευθ. Ανθρώπου προς Γεννηματά, ουδόλως συντέλεσε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και, συναφώς στον τραυματισμό του ανήλικου πεζού, αφού η επιληφθείσα του ατυχήματος Τροχαία Γλυφάδας δεν βεβαίωσε κλήση για παράνομη στάθμευση του ως άνω αυτοκινήτου ούτε και προέκυψε η ύπαρξη απαγορευτικής για τη στάθμευση των οχημάτων πινακίδας στο εν λόγω σημείο.

Με βάση τα ανωτέρω, ουδόλως προέκυψε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της στάθμευσης του ως άνω αυτοκινήτου στο εν λόγω σημείο και του προκληθέντος τροχαίου ατυχήματος, απορριπτομένου, ως εκ τούτου, ως αβάσιμου κατ' ουσίαν του σχετικού περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εναγόντων που αποτελεί και λόγο έφεσής των.

Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι πριν την είσοδο του ανήλικου υιού των στο οδόστρωμα, αυτός έλεγξε την κίνηση των οχημάτων που κατευθύνονταν επί της οδού Ελευθ. Ανθρώπου προς την οδό Γεωργ. Γεννηματά και δεν αντιλήφθηκε την κίνηση κανενός αυτοκινήτου, είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθώς από το σημείο όπου βρισκόταν είχε ορατότητα σε απόσταση τουλάχιστον 100 μέτρα, ενώ η οδός αυτή είναι ευθεία χωρίς να περιορίζεται η ορατότητα και, επομένως, αν πράγματι επιχειρούσε να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων θα διαπίστωνε ότι ερχόταν το αυτοκίνητο και θα ανέμενε πρώτα τη διέλευση αυτού και, στη συνέχεια, θα επιχειρούσε να διασχίσει το οδόστρωμα.

Επίσης και ο έτερος ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου κινείτο με υπερβολική για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα (άνω των 60 χλμ/ώρα) και ότι δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, με συνέπεια να μην μπορέσει να αντιδράσει, κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος καθώς δεν επιβεβαιώθηκε από κανένα άλλο αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο, ενώ και οι σχετικές περί τούτου ένορκες καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων, Α.

Τ. και Ν. Φ., κάθε άλλο παρά επιβεβαίωσαν τούτο. Ειδικότερα, ο πρώτος ως άνω, μάρτυρας, στην από 29-4-2014 ένορκη κατάθεσή του, στα πλαίσια της προανάκρισης, κατέθεσε, μεταξύ άλλων: "Είμαι αυτόπτης μάρτυρας του τροχαίου ατυχήματος που έγινε την 7-3-2014, στη Γλυφάδα, Ελευθ. Ανθρώπου και Κριμαίας. Βρισκόμουνα στο σημείο πεζός και είδα τον οδηγό ενός αυτοκινήτου, που κινείτο στην οδό Ελ.

Ανθρώπου προς τη Γ. Γεννηματά, με κανονική ταχύτητα και όταν έφτασε στη διασταύρωση με την οδό Κριμαίας, παρέσυρε ένα παιδάκι που διέσχιζε την οδό και ήταν από δεξιά του αυτοκινήτου. Πριν ξεκινήσει το παιδάκι να κατέβει στο δρόμο, το φώναξαν από την πλατεία, απέναντι, κάποιοι φίλοι του και τότε βγήκε στο δρόμο γρήγορα και χωρίς να ελέγξει".

Εξάλλου είναι κοινώς παραδεκτό, ότι αν ο οδηγός Κ./νος Λ. κινείτο στο εν λόγω σημείο με ταχύτητα άνω των 60 χλμ/ώρα και με την ταχύτητα αυτή προσέκρουσε επί του σώματος του ανηλίκου, η παράσυρση του τελευταίου θα ήταν τουλάχιστον επί 10 μέτρα, κάτι που ουδόλως αποδείχθηκε ενώ και οι προκληθείσες σωματικές βλάβες θα ήταν ακόμη πιο σοβαρές.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμη και ο εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μάρτυρας D. M. (αδερφός του παθόντος), ο οποίος δεν είχε προσωπική αντίληψη για τις συνθήκες του ατυχήματος, όσον αφορά την ταχύτητα με την οποία κινείτο ο ως άνω οδηγός κάθε άλλο παρά επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς των εναγόντων, καταθέτοντας ότι "Υποθέτουμε ότι είχε ταχύτητα πάνω από 50 χλμ/ώρα, ήρθε πάρα πολύ γρήγορα, κοίταξε κανονικά το δρόμο (ο ανήλικος), δεν είπε ότι με ενόχλησε κάτι...".

Περαιτέρω, ουσία αβάσιμος κρίνεται και ο ισχυρισμός των εναγόντων, ότι μετά την πρόσκρουση του αυτοκινήτου επί του ανηλίκου γιού τους, αυτός εκτινάχθηκε σε απόσταση 10 περίπου μέτρων, αφού τέτοιο γεγονός δεν προέκυψε από τα προσκομισθέντα στοιχεία. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά ως προς τις συνθήκες του εν λόγω ατυχήματος αποδεικνύονται από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και ιδίως από τις δοθείσες κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων, Α..

Τ. και Ν. Φ., οι οποίες δεν αναιρούνται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία και δη από τη συνταχθείσα από 7-3-2014 έκθεση αυτοψίας ατυχήματος του Τμ. Τροχαίας Γλυφάδας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει. Με βάση τα παραπάνω, αποκλειστικά υπαίτιο του ένδικου τραυματισμού του είναι το ίδιο το ανήλικο τέκνο των εναγόντων και ως εκ τούτου δεν δύναται να θεμελιωθεί αξίωση των ανωτέρω κατά των προαναφερομένων εφεσιβλήτων ασφαλιστικών εταιρειών...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή του εκπροσωπουμένου από αυτούς ανηλίκου τέκνου τους. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 34 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) την οποία δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, με το να περιλάβει ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, οι οποίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγησή της εφαρμογής της.

Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι ο Σ. Δ. είχε σταθμεύσει το ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του επί της οδού Ελευθ. Ανθρώπου, στη διασταύρωση με την οδό Κριμαίας και κατά μήκος της πορείας του οχήματος, που οδηγούσε ο Κ. Λ. και ότι, το εν λόγω σταθμευμένο αυτοκίνητο, εμπόδιζε την ορατότητα, τόσο των πεζών, που επιθυμούσαν να διασχίσουν το οδόστρωμα της Ελευθ.

Ανθρώπου, όσο και των οδηγών, που κινούνταν επί της οδού αυτής, καταλαμβάνοντας τουλάχιστον 2 μέτρα από τα συνολικά 4 μέτρα του ρεύματος πορείας της οδού Ελευθ. Ανθρώπου προς την οδό Γεννηματά, στη συνέχεια δέχεται ότι η στάθμευση αυτή δεν συνετέλεσε στον τραυματισμό του ανήλικου πεζού, διότι η Τροχαία Γλυφάδας δεν βεβαίωσε κλήση για παράνομη στάθμευση του αυτοκινήτου αυτού ούτε προέκυψε η ύπαρξη απαγορευτικής για τη στάθμευση των οχημάτων πινακίδας στο εν λόγω σημείο, εξαρτώντας την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του Κ.Ο.Κ., ως προς το κρίσιμο θέμα της υπαιτιότητας του ασφαλισμένου της δεύτερης αναιρεσίβλητης, αποκλειστικώς και μόνον στη μη βεβαίωση κλήσεως από την αρμόδια Τροχαία Γλυφάδας και στη μη ύπαρξη απαγορευτικής πινακίδας, απαιτώντας για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής προϋποθέσεις, οι οποίες δεν προβλέπονται από το πραγματικό της.

Επίσης, το Εφετείο διέλαβε ελλιπή αιτιολογία διότι δεν προσδιορίζει στην απόφασή του σε πόση απόσταση από τη συμβολή των οδών Ελ.Ανθρώπου και Κριμαίας ήταν σταθμευμένο το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο. Το ζήτημα αυτό είναι κρίσιμο, προκειμένου να διαπιστωθεί το σημείο καθόδου του ανηλίκου πεζού στο οδόστρωμα και την πορεία του εντός αυτού.

Συνεπώς ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός αναιρετικός λόγος. Η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11, εδάφ. γ' και 20 του Κ.Πολ.Δ., καθ' ο μέρος αφορούν τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, παρέλκει αφού η αναιρετική εμβέλεια των λόγων αναιρέσεως που έγιναν δεκτοί, καλύπτει αυτούς.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτής που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 5318/2019, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το ανωτέρω κεφάλαιό της, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη. Στη συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για να ερευνηθεί περαιτέρω στο Δικαστήριο, που εξέδωσε, την προσβαλλομένη απόφαση συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή (άρθρ. 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Η δεύτερη αναιρεσίβλητη, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.). Διάταξη περί δικαστικών εξόδων εις βάρος των αναιρεσειόντων και υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεν διαλαμβάνεται διότι, κατά το μέρος της κηρύξεως ως απαράδεκτης της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την τελευταία, η απόφαση δεν είναι οριστική, εφόσον δεν τέμνει ολοκληρωτικά την διαφορά της δίκης μεταξύ αυτών (άρθρ. 191 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. - Ολ.

Α.Π. 4/2013, Α.Π. 1284/2020). Τέλος, δεν διαλαμβάνεται διάταξη για την τύχη του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, δεδομένου ότι απομένει προς έρευνα η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτής που στρέφεται εναντίον της πρώτης αναιρεσίβλητης, ως προς την οποία η συζήτησή της κηρύχθηκε απαράδεκτη (Α.Π. 1284/2020, Α.Π. 1863/2017, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 60/2014).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει τον χωρισμό της υποθέσεως ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία «I. L. Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων".

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 19-12-2020 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 1936/224/15-4-2021) αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5318/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς αυτήν.

Δέχεται την αίτηση αναιρέσεως ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία ...

Αναιρεί την υπ'αριθμ. 5318/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό και ως προς τους διαδίκους της προκειμένης δίκης (αναιρεσείοντες και δεύτερη αναιρεσίβλητη).

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω κεφάλαιο, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.

Καταδικάζει την δεύτερη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες ευρώ (3.000€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ