Legislator Case Law & Legislation
1162/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on debt restructuring claim, ruling arguments were evidentiary assessments not new facts.

Case Number 1162/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision regarding their debt restructuring. The appellants argued that the lower court failed to consider their significant income reduction as proof of insolvency, but the court held these points were merely arguments on evidence evaluation rather than new facts. Consequently, the appeal was rejected because the lower court had already explicitly addressed and rejected the income reduction claim within its reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 para. 1 Law 3869/2010; Art. 560 para. 5 no. 5 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to consider a fact is inadmissible if the contested fact is not a new independent claim but rather an argument regarding the assessment and weighing of existing evidence.

Keywords

AI generated
debt restructuring insolvency claim appeal inadmissibility evidence assessment income reduction civil procedure code financial hardship

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 para. 1 Law 3869/2010
Art. 560 para. 5 no. 5 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 8 para. 6 no. b Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1162 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1162/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Π. - Π. του Β. και 2) Χ. Α. του Σ., συζ. Ν. Π. κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Μωραϊτη.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2014 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 244/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-12-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ.1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν.4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ.5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 208/2020, ΑΠ 641/2019, ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 1226/2014).

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 552/2020, ΑΠ 640/2020, ΑΠ 1379/2019).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα δε με τον αριθμό 6 του άρθρου αυτού, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-..., μεταξύ των άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη 244/2019 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' του ν. 3869/2010, 739 επ. του ΚΠολΔ), δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: '' .... ο αιτών, γεννηθείς το έτος 1974, τυγχάνει έγγαμος με την αιτούσα, γεννηθείσα ομοίως το έτος 1974.

Από τον γάμο τους έχουν αποκτήσει τρία τέκνα, τον Β., που γεννήθηκε το ..., τον Σ., που γεννήθηκε το έτος ... και τον Ι., που γεννήθηκε το έτος .... Ο αιτών εργάζεται ως καθηγητής ..., με οργανική θέση στο ..., με καθαρές μηνιαίες αποδοχές 1.026,56 ευρώ και η αιτούσα εργάζεται ως καθηγήτρια ..., με οργανική θέση στο Γυμνάσιο ..., με καθαρές μηνιαίες αποδοχές 1.026,14 ευρώ.

Από τους άνω μισθούς των αιτούντων παρακρατείται ποσό 499,19 ευρώ για τον πρώτο αιτούντα και το ποσό των 245,37 ευρώ για τη δεύτερη αιτούσα, προς εξυπηρέτηση του κάτωθι αναφερόμενου δανείου που τους χορήγησε το εκκαλούν. Επιπλέον, λαμβάνουν επίδομα ...., ύψους 1.806,03 ευρώ ετησίως. Έτσι, το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα των αιτούντων κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης ανέρχεται στο ποσό των 1.458,64 ευρώ.

Ακολούθως, δυνάμει της από 10-3-2015 προσωρινής διαταγής του Ειρηνοδίκη ……, η μηνιαία δόση προς εξυπηρέτηση του δανείου, με παρακράτηση από το μηνιαίο μισθό των αιτούντων, ανήλθε στα 100 ευρώ ανά μήνα για καθένα από αυτούς, προσωρινή διαταγή η οποία διατηρήθηκε μέχρι την έκδοση της εκκαλουμένης. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης και συγκεκριμένα την 2-6-2011, οι αιτούντες έλαβαν από τον μοναδικό πιστωτή τους-καθού η αίτηση και ήδη εκκαλούντα στεγαστικό δάνειο.

Ειδικότερα, ο μεν αιτών έλαβε στεγαστικό δάνειο ποσού 88.500 ευρώ, από το οποίο παραμένει, κατά την κατάθεση της αίτησης, ανεξόφλητο υπόλοιπο κεφαλαίου, ύψους 83.901,24 ευρώ, η δε αιτούσα έλαβε την 2-6-2011 στεγαστικό δάνειο ποσού 43.500, από το οποίο παραμένει, κατά την κατάθεση της αίτησης, ανεξόφλητο υπόλοιπο κεφαλαίου, ύψους 41.239,35 ευρώ (βλ.

την με αριθμ. πρωτ. 127732/3-12-2015 βεβαίωση του εκκαλούντος νομικού προσώπου). Με τα χρήματα του εν λόγω δανείου, δυνάμει των υπ' αριθ. ... συμβολαίων της Συμβολαιογράφου ….. Α. Π.- Ο., που μεταγράφηκαν νόμιμα, απέκτησαν από κοινού, λόγω αγοράς, μια μονοκατοικία, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία τους, συνολικού εμβαδού 137,34 τ.μ. (119,74 τ.μ.

κύριοι χώροι και 17,60 τ.μ. κλιμακοστάσιο). Η μονοκατοικία αυτή έχει ανεγερθεί σε οικόπεδο εμβαδού 1.042,90 τ.μ., που βρίσκεται εντός του οικισμού Αγίου Ι. της Δημοτικής Ενότητας .... Επ' αυτού έχει εγγραφεί υποθήκη για ποσό 132.000 ευρώ υπέρ του εκκαλούντος για την εξασφάλιση της απαίτησής του εκ του άνω δανείου. Ο αιτών διαθέτει επιπλέον εκ κληρονομιάς του πατέρα του:

α) το 1/3 εξ αδιαιρέτου ιδανικό μερίδιο της ψιλής κυριότητας επί του υπ' αριθ. 2 διαμερίσματος του ισογείου ορόφου εμβαδού 95,40 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο 350/1000, στο οποίο ανήκει το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της υπ' αριθ. 2 αποθήκης του υπογείου εμβαδού 95,68 τ.μ. και β) το 1/6 εξ αδιαιρέτου ιδανικό μερίδιο της ψιλής κυριότητας επί του δικαιώματος ανέγερσης του πρώτου ορόφου (μελλοντικού) με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο 150/1000, τα οποία βρίσκονται σε οικοδομή που έχει ανεγερθεί σε αγρό άρτιο και οικοδομήσιμο, εκτός σχεδίου πόλης στην κτηματική περιφέρεια του ..., στη θέση "...", έκτασης 5.120 τ.μ.

Η αιτούσα διαθέτει ακόμη: α) το δικαίωμα υψούν, ήτοι τη μελλοντική οριζόντια ιδιοκτησία-διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου εμβαδού 92 τ.μ., διώροφης οικοδομής αποτελούμενης από ισόγειο και πρώτο όροφο, ανεγερθείσης επί οικοπέδου εμβαδού 145,80 τ.μ., στην …..εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του ... στη θέση "..." επί της οδού ..., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 250/1000 και β) κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό εξ αδιαιρέτου έναν αγρό κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ..., εκτός σχεδίου πόλης, έκτασης 2.525 τ.μ.

Περαιτέρω, ο μηνιαίος μισθός του αιτούντος ανήλθε στο ποσό των 1.094,70 ευρώ, 1.033,23 ευρώ και 1.026,36 ευρώ για τα έτη ..., ..., αντίστοιχα, ο δε μηνιαίος μισθός της αιτούσας ανήλθε στο ποσό των 1.026,15 ευρώ, 1.035,20 ευρώ, 1.026,14 ευρώ για τα έτη ..., ..., αντίστοιχα, σύμφωνα με τα στοιχεία που οι ίδιοι αναφέρουν στην αίτησή τους και δη στο τέλος της δεύτερης σελίδας αυτής.

Επισημαίνεται άλλωστε ότι δεν προσκομίζονται εκκαθαριστικά σημειώματα ούτε βεβαιώσεις αποδοχών των αντίστοιχων ετών ..., .... Εντύπωση εξάλλου προκαλεί το γεγονός ότι οι αιτούντες δεν αναφέρουν στην αίτησή τους, αλλά ούτε και προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από αυτούς έγγραφα, το ύψος του μηνιαίου μισθού τους κατά τον χρόνο ανάληψης της ανωτέρω δανειακής τους υποχρέωσης προς το εκκαλούν.

Επισημαίνεται δε ότι κατά τον χρόνο υποβολής της ένδικης αίτησης οι αιτούντες εφεσίβλητοι δεν είχαν κάνει χρήση των οικείων διατάξεων που ρυθμίζουν τα δάνεια που χορηγήθηκαν από το .... περί μείωσης της μηνιαίας παρακράτησης, στην οποία προβαίνει το εκκαλούν από το μισθό τους, χωρίς να απαιτείται να συντρέχουν οι ειδικότερες προϋποθέσεις του ν. 3869/2010.

Περαιτέρω, οι αιτούντες εκτιμούν το μηνιαίο κόστος διαβίωσης της οικογένειάς τους στο ποσό των 2.000 ευρώ, περιλαμβάνοντας μεταξύ άλλων το κονδύλιο των 300 ευρώ για την επί πληρωμή ανάθεση της φύλαξης του τέκνου τους, 2,5 ετών, σε τρίτον κατά τις πρωινές ώρες της εργασίας τους. Ωστόσο, ενόψει του ότι υποχρεούνται πρωτίστως να μειώσουν τις δαπάνες τους στις απολύτως απαραίτητες (Α.

Γ. - Μ., ..., ....), οφείλουν να αναθέσουν τη φύλαξη του τέκνου τους σε δημόσιο παιδικό σταθμό, εξοικονομώντας, έτσι, ένα πολύ σημαντικό κονδύλιο. Επιπλέον, το κονδύλιο των 110 ευρώ για ιατροφαρμακευτικές δαπάνες που επικαλούνται στην αίτησή τους κρίνεται υπερβολικό, αφού είναι ασφαλισμένοι στο Δημόσιο τόσο οι ίδιοι όσο και τα τέκνα τους, ως προστατευόμενα μέλη.

Όμοια είναι η κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με το κονδύλιο των 70 ευρώ, για τις εκπαιδευτικές ανάγκες του τέκνου τους, ηλικίας 7,5 ετών, δεδομένου ότι αμφότεροι είναι καθηγητές μέσης εκπαίδευσης και η δεύτερη καθηγήτρια .... Τέλος, όταν οι αιτούντες κατήρτιζαν τη σύμβαση στεγαστικού δανείου, για την αγορά μονοκατοικίας στον ...., ασφαλώς γνώριζαν ότι οι δαπάνες μετακίνησής τους είναι αυξημένες, δεδομένου ότι υπηρετούν εκτός του τόπου κατοικίας τους (για μεν την αιτούσα στη Σκάλα, για δε τον αιτούντα εκτός από τη ……, τρεις φορές την εβδομάδα για κάλυψη ωρών διδασκαλίας στο ...) και συνεπώς για να προβούν στην ενέργεια αυτή, ήταν σε θέση, με τα δεδομένα εισοδηματικά τους κριτήρια, να εξοφλήσουν το εκκαλούν, χωρίς να διακινδυνεύσει το βιοτικό τους επίπεδο.

Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη ότι: α) η επικαλούμενη μείωση των μισθών των αιτούντων, για το χρονικό διάστημα από την κατάρτιση της σύμβασης δανείου μέχρι την κατάθεση της ένδικης αίτησης είναι αμελητέα, δεδομένου ότι ο μισθός του πρώτου αιτούντος υπέστη μείωση της τάξης των εξήντα οχτώ ευρώ, ενώ ο μισθός της δεύτερης αιτούσας δεν υπέστη καμία μείωση, β) οι αιτούντες ουδέποτε αιτήθηκαν τη ρύθμιση του δανείου τους ή μικρότερη δόση από την αρχικώς συμφωνηθείσα, ενώ ήταν πάντα συνεπείς στην κάλυψη των δανειακών υποχρεώσεών τους, γ) δεν έχουν άλλες οφειλές προς τρίτους, ληξιπρόθεσμες ή μη και δ) δεν προέκυψε καμία σημαντική επαύξηση των βιοτικών αναγκών των ιδίων των αιτούντων και των τέκνων τους μετά τη σύναψη του δανείου, που να οφείλεται σε απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών, σε συνδυασμό με την περιγραφείσα παραπάνω οικονομική και περιουσιακή κατάσταση των αιτούντων, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα μηνιαία εισοδήματά τους επαρκούν για την αντιμετώπιση των αναγκών διαβίωσης των ιδίων και των τέκνων τους και την πλήρη εξόφληση των έναντι του εκκαλούντος δανειακών υποχρεώσεών τους και, ως εκ τούτου, δεν τελούν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής του τελευταίου. ....''.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης, δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την από 15-9-2018 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου .... με την επωνυμία "..." κατά της πρωτόδικης 23/2018 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Σπάρτης, που είχε κρίνει διαφορετικά, την οποία και εξαφάνισε και, στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε την ένδικη, από 11-12-2014 αίτηση των αναιρεσειόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κρίνοντας έτσι το ως άνω δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων-συζύγων στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δηλαδή της μη περιέλευσής τους σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η μη περιέλευσής τους σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής.

Ειδικότερα, το Εφετείο, με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, προσδιορίζει αναλυτικά: α) το ύψος της δανειακής συμβάσεως που ανέλαβε καθένας των αιτούντων συζύγων, το οποίο επιμεριζόμενο για μεν τον 1ο αιτούντα ανέρχεται στο ποσό των 88.500 ευρώ και για την 2η αιτούσα στο ποσό των 43.500 ευρώ, β)το οικογενειακό εισόδημα των αιτούντων συζύγων κατά τα οικονομικά έτη ..., ...

δηλ. κατά την κατάρτιση της σύμβασης δανείου μέχρι την κατάθεση της ένδικης αιτήσεως, γ) το μηνιαίο οικογενειακό τους εισόδημα κατά το χρόνο κατάθεσης της αιτήσεως, το οποίο ανέρχονταν στο ποσό των 1.458,64 ευρώ, υπολογίζοντας για το τρίτο τέκνο και το επίδομα των 1.806,03 ευρώ ετησίως, δ) την ηλικία των αιτούντων καθώς και ότι από τον γάμο τους απέκτησαν τρία τέκνα που γεννήθηκαν τα έτη ..., ...

και ... και ότι αυτοί εργάζονται ο μεν πρώτος ως καθηγητής ... με οργανική θέση στο ..., η δε δεύτερη ως καθηγήτρια ... με οργανική θέση στο Γυμνάσιο ..., ε) το μηνιαίο κόστος διαβίωσης της οικογενείας τους ανέρχεται στο ποσό των 1520 ευρώ, ενόψει του ότι από το ποσό των 2.000 ευρώ, στο οποίο οι αιτούντες εκτιμούν ότι ανέρχεται το μηνιαίο κόστος διαβιώσεως της οικογένειάς τους αφαιρούνται τα ποσά των 300, 110 και 70 ευρώ, από την αντιπαραβολή δε των εισοδημάτων τους (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών των ιδίων και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας τους, δηλ.

για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών, με τις (μηνιαίες) δαπάνες τους για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους, παράλληλα με την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή τους, το Εφετείο έκρινε ότι οι αιτούντες-οφειλέτες, μπορούν να ικανοποιήσουν όλα αυτά, αφού δεν προέκυψε καμία σημαντική επαύξηση των βιοτικών αναγκών των ιδίων και των τέκνων τους μετά τη σύναψη των δανείων, οφειλόμενη σε απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών, ώστε δεν τελούν σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών.

Οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες, στο λόγο αυτό αιτιάσεις ότι η παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι δεν προέκυψε καμία σημαντική επαύξηση των βιοτικών αναγκών των ιδίων και των τέκνων τους μετά τη σύναψη των δανείων, βρίσκεται σε αντίθεση με την έτερη παραδοχή ότι κατά τη σύναψη αυτών, το έτος 2011, η οικογένειά τους ήταν τριμελής και στη συνέχεια κατέστη πενταμελής, δεν συνιστά αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφού δέχθηκε το δικαστήριο ότι παρά την ύπαρξη των τριών τέκνων των αιτούντων, τα οποία γεννήθηκαν τα έτη ..., ...

και ... δηλ. τα δύο τελευταία μετά τη σύναψη των δανείων, δεν προέκυψε καμία σημαντική επαύξηση των βιοτικών αναγκών αυτών και των τέκνων τους, που να οφείλεται σε απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών ενόψει και της παραδοχής ότι η μείωση των μισθών τους (αιτούντων) για το χρονικό διάστημα από την κατάρτιση των συμβάσεων δανείων μέχρι την κατάθεση της ένδικης αίτησης είναι αμελητέα, δεδομένου ότι ο μισθός του πρώτου αιτούντος υπέστη μείωση της τάξης των εξήντα οκτώ ευρώ, ενώ ο μισθός της δεύτερης αιτούσας δεν υπέστη καμία μείωση.

Η περαιτέρω αιτίαση περί έλλειψης αιτιολογίας, καθόσον δεν αναφέρεται κανένα πραγματικό περιστατικό σχετικά με τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης της οικογένειας των αιτούντων, όπως αυτές προσδιορίζονται στους πίνακες της ..., είναι αβάσιμη και απορριπτέα, καθόσον οι ανακοινώσεις του Κυβερνητικού Συμβουλίου του ν. 4224/2013 ή της ...

δεν δύνανται να παράγουν δεσμευτική ισχύ νομοθετήματος για το δικαστήριο, ούτε να προδιαμορφώσουν την τελική δικαστική κρίση περί του ύψους των μηνιαίων δαπανών, αλλά έχουν ενδεικτική ισχύ, αφού ορίζουν απλά κατευθυντήριες γραμμές. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 10 του συστατικού της νόμου 3832/2010 η ... δεν έχει καμία εξουσία έκδοσης κανονιστικών πράξεων(νομοθετημάτων) με τις οποίες θα δεσμεύεται η δικαστική εξουσία.

Έχει αντιθέτως μόνο αρμοδιότητες που εκφεύγουν κανονιστικών-νομοθετικών αρμοδιοτήτων. Άλλωστε ακόμα και στην διευκρινιστική εγκύκλιο που εκδόθηκε για την έρευνά της [σε από 13-4-2014 δήλωση στην ΓΓΚ Ανάπτυξης] αναφέρεται ότι η οριοθέτηση των ποσών ευλόγων δαπανών διαβίωσης έγινε "για να διευκολυνθεί ο εξατομικευμένος προσδιορισμός των εύλογων δαπανών για κάθε δανειολήπτη (δεδομένου ότι κάθε νοικοκυριό αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση με διαφορετικές ανάγκες)".

Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι : α]εσφαλμένα υπολογίζεται το επίδομα τρίτου τέκνου, ποσού 1.806,03 ευρώ ετησίως και κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης το έτος 2014, ενώ αυτό γεννήθηκε το έτος ..., β) δεν εκτίθεται στην προσβαλλομένη απόφαση το μηνιαίο εισόδημά τους κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης, γ) δεν αναφέρονται οι βασικές βιοτικές ανάγκες τους και δ) δεν εκτίθεται στην προσβαλλομένη απόφαση ο μισθός καθενός των αιτούντων κατά το χρόνο κατάθεσης της αιτήσεως,πέραν της ουσιαστικής τους αβασιμότητας, ανάγονται σε επιχειρήματα αυτών προς υποστήριξη του ισχυρισμού τους ότι περιήλθαν σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής, εξαιτίας της έλλειψης ρευστότητας για αντιμετώπιση των οφειλών τους, τόσο κατά την ανάληψη του δανείου, όσο και στο μέλλον, ο οποίος δεν έγινε δεκτός από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες.

Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 του ΚΠολΔ, ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι όμως και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 322/2020, ΑΠ 5/2020).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Δεν ιδρύεται, δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό ή τον λόγο έφεσης και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, ως απαράδεκτο ή αβάσιμο, γεγονός που σημαίνει ότι τον έλαβε υπόψη (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1106/2019), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 694/2020, ΑΠ 90/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδάφ. β`του άρθρου 560 του ΚΠολΔ που συνίσταται στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την απόφασή του δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων, γεγονός που οφείλεται στην πολύ μεγάλη μείωση των μηνιαίων μισθών τους, δεδομένου ότι από τον χρόνο ανάληψης των δανειακών τους υποχρεώσεων (2-6-2011) μέχρι και το χρόνο κατάθεσης της αίτησής τους (11-12-2014) το συνολικό οικογενειακό τους εισόδημα είχε υποστεί μείωση της τάξεως του 30%, καθώς έχει μειωθεί συνολικά κατά 540,37 ευρώ.

Ο λόγος αυτός, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον τα επικαλούμενα περιστατικά δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό ("πράγμα") κατά την έννοια του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα αναγόμενα στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές.

Και αυτό, ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, καθόσον και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί αναλυτικά προηγουμένως, το Εφετείο, ερεύνησε τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε ρητώς, αλλά και εκ των πραγμάτων, καταλήγοντας σε διαφορετικό πόρισμα από εκείνο, που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, αφού η απόφασή του περιέχει την παραδοχή ότι η επικαλούμενη μείωση των μισθών των αιτούντων για το χρονικό διάστημα από την κατάρτιση της σύμβασης δανείου μέχρι την κατάθεση της ένδικης αίτησης είναι αμελητέα.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-...).

Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.

β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 208/2020, ΑΠ 550/2020).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-12-2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 4/2019) αίτηση για αναίρεση της 244/2019 απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης .

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ