Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding late evidence admissibility and lack of appellate reviewability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the final appeal judgment due to procedural errors in handling late-filed evidence. The appellants argued that the appellate court accepted a technical report submitted after the appeal deadline, violating procedural rules. The court rejected this claim, noting the lower court explicitly confirmed the report's admissibility via 'addition and counter-claim' and that such evidentiary rulings are not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286(a), 287(1), 290 of the Code of Civil Procedure; Article 561(1) of the Code of Civil Procedure; Article 529 of the Code of Civil Procedure: A court's decision on the admissibility of evidence submitted for the first time via addition and counter-claim is a matter of fact not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1160 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1160/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Μ. του Π. και 2) Γ. Ν. του Τ., κατοίκων Πειραιώς, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Δενέζη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Κ. του Σ., που δεν παραστάθηκε και 2) Γ. Κ. του Ρ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Παπακωνσταντίνου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Π. Κ. του Σ. (1ος) απεβίωσε στις 3-3-2021 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι: α) Σ. Π. του Ι. και β) Α. Κ. του Π., σύζ. Σ. Π., κάτοικοι ..., από κοινού και εκ του νόμου ασκούντες τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους Β. και Κ. Π. του Σ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εκάστου εξ αυτών του ως άνω αποβιώσαντος Π. Κ. του Σ., εκπροσωπούμενοι από αυτόν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 206/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 524/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-2-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρί Δεργαζαριάν, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α, 287 παρ. 1, 290 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται και στη δίκη για την αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 ιδίου κώδικα, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1846 ΑΚ, προκύπτει, ότι αν εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, η δίκη διακόπτεται, εφόσον λάβει χώρα γνωστοποίηση του λόγου διακοπής, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 287 παρ. 1, από τα πρόσωπα που δικαιούνται να επαναλάβουν τη δίκη, όπως είναι και ο κληρονόμος του αποβιώσαντος, ο οποίος μπορεί να επαναλάβει εκουσίως τη δίκη με δήλωσή του που γίνεται ταυτοχρόνως με τη δήλωση διακοπής, οπότε επέρχεται άμεση επανάληψη της δίκης, με την προϋπόθεση, ότι αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρώς, λόγω μη αμφισβήτησης, η ιδιότητα του επαναλαμβάνοντας τη δίκη ως κληρονόμου, η οποία, αν αμφισβητείται από τον αντίδικο, εξετάζεται από το δικαστήριο παρεμπιπτόντως (ΑΠ 122/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, που έγινε με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20.10.2021), δεν εμφανίστηκε ο αναιρεσίβλητος Π. Κ., εμφανίστηκαν, όμως, ο Σ.
Π. και η Α. Κ. ως ασκούντες από κοινού τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους α) Β. Π. και β) Κ. Π., νομίμως εκπροσωπούμενοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αλέξανδρο Παπακωνσταντίνου, οι οποίοι δήλωσαν, ως κληρονόμοι (εγγονοί) του αρχικώς πρώτου αναιρεσίβλητου, ότι αυτός απεβίωσε στις 03.03.2021, δηλαδή, μετά την άσκηση της αναίρεσης, και ότι αυτοί συνεχίζουν ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, τη βιαίως διακοπείσα δίκη.
Η κατά τα ως άνω βιαίως διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται από τους ανωτέρω μοναδικούς κληρονόμους του πρώτου αναιρεσίβλητου Π. Κ. μετά την αποποίηση του κληρονομικού της δικαιώματος, που έγινε νομότυπα και εμπρόθεσμα, από τη μητέρα τους Α. Κ., ήτοι τα τέκνα του αποβιώσαντος (βλ. σχετ. τη με αριθμό πρωτ.
…./2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Π. Κ. του ληξιάρχου Χαϊδαρίου Αττικής, το υπ' αριθ. …../2021 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών αυτού του Δήμου Αιγιαλίας Αχαΐας, καθώς επίσης το πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Σ. Π. του Δήμου Γαλατσίου και την υπ' αριθ. ……/2021 έκθεση αποποίησης κληρονομίας του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας), ενώ, άλλωστε, οι παρασταθέντες, μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Ειρήνης Δενέζη, αναιρεσείοντες, δεν αμφισβήτησαν την ιδιότητα των ως άνω παρασταθέντων, που συνεχίζουν τη δίκη, ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος πρώτου αναιρεσιβλήτου (ΑΠ Ολ 22/2000, ΑΠ ΑΠ 122/2022).
Συνεπώς, οι ανωτέρω κληρονόμοι, οι οποίοι αποδέχθηκαν σιωπηρά την κληρονομία του δικαιοπαρόχου τους (άρθρα 1710, 1712, 1846, 1850 ΑΚ), παραδεκτά επαναλαμβάνουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη, υπεισερχόμενο, στη δικονομική θέση του, σύμφωνα με τα άρθρα 287 και 290 ΚΠολΔ (ΑΠ 667/2016).
Η κρινόμενη από 13-2-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 524/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία (άρθρα 614 παρ. 2 του ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009).
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 617/2019, ΑΠ 322/2011).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 393/2018).
Από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες των αναιρετικών λόγων, προκύπτει, ότι οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι ότι αυτοί και οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) είναι κύριοι των περιγραφομένων στην αγωγή οριζοντίων ιδιοκτησιών μιας οικοδομής, άσκησαν την από 27-3-2017 αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, με την οποία ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αφαιρέσουν το στέγαστρο που κατασκεύασαν και τοποθέτησαν επί μεταλλικών υποστυλωμάτων στην ανατολική και νότια πλευρά του κοινόχρηστου χώρου της οικοδομής, ο δε εναγόμενος Π.
Κ. να προβεί στην εκ νέου ανέγερση της ενδιάμεσης τοιχοποιίας των υπό στοιχ. Ι2 και Ι3 οριζοντίων ιδιοκτησιών-αποθηκών. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η οριστική υπ' αριθ. 206/2018 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία δέχτηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη υποχρεώνοντας τους αναιρεσιβλήτους στα προαναφερόμενα.
Οι εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά της πρωτόδικης απόφασης την από 5-10-2018 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε την έφεση ως τυπικά και ουσιαστικά βάσιμη και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη.
Πιο συγκεκριμένα, το Μονομελές Εφετείο Πατρών, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, δέχτηκε τα ακόλουθα:
"Η 1η ενάγουσα (1η αναιρεσείουσα) είναι αποκλειστική κυρία μιας αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας, που βρίσκεται στον πρώτο όροφο οικοδομής, κειμένης στη θέση Τ….. της κτηματικής περιφέρειας του Δ.Δ. …… του Δήμου Διακοπτού Αιγιαλείας, επιφάνειας 108,92 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο και στα κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής 25% εξ αδιαιρέτου.
Επίσης, είναι συγκυρία σε ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος ανέγερσης μελλοντικών ορόφων επί του δώματος του πρώτου ορόφου, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 50% εξ αδιαιρέτου. Ο 2ος ενάγων (2ος αναιρεσείων) είναι αποκλειστικά κύριος της υπό στοιχεία Ι4 οριζόντιας ιδιοκτησίας του ισόγειου ορόφου της ως άνω οικοδομής, με ποσοστό συνιδιοκτησίας 4% εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου.
Εκ των εναγομένων, ο 1ος (αρχικώς πρώτος αναιρεσίβλητος) είναι αποκλειστικά κύριος των υπό στοιχεία Ι2 και Ι3 οριζόντιων ιδιοκτησιών του ισόγειου ορόφου της ως άνω οικοδομής, η δε 2η (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) είναι αποκλειστικά κυρία της υπό στοιχεία Ι1 οριζόντιας ιδιοκτησίας του ισόγειου ορόφου της ίδιας οικοδομής, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 7% εξ αδιαιρέτου για καθεμία από τις προαναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες.
Οι ως άνω ιδιοκτησίες των διαδίκων έχουν υπαχθεί στον ν. 3741/1929 χωρίς όμως να έχει συσταθεί και κανονισμός οροφοκτησίας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το φθινόπωρο του 2015, ο 1ος εναγόμενος προέβη σε εσωτερικές διαρρυθμίσεις των υπό στοιχεία Ι2 και Ι3 οριζόντιων ιδιοκτησιών του και συγκεκριμένα προχώρησε στη διάνοιξη θύρας, πλάτους 1 μ., στον εσωτερικό τοίχο που διαχωρίζει τις δύο ιδιοκτησίες του, προκειμένου να τις μετατρέψει σε μια ενιαία οριζόντια ιδιοκτησία.
Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η παραπάνω ενέργεια του 1ου εναγομένου προκάλεσε πλήγμα στον φέροντα οργανισμό της οικοδομής και μείωσε την στατική επάρκεια αυτής, ισχυρισμός που είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος για τους κατωτέρω λόγους. Κατ' αρχάς, ο τοίχος στον οποίο διανοίχθηκε η θύρα δεν συνιστά τμήμα του φέροντος οργανισμού του ένδικου κτιρίου.
Από τη μελέτη και τη σύγκριση της από Ιουνίου 1970 κάτοψης ισογείου ορόφου, που συνοδεύει την υπ' αριθ. 357/1970 οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας Αιγίου για προσθήκη καθ' ύψος και κατ' επέκταση ισογείου στην ένδικη οικοδομή (που προσκομίζουν και επικαλούνται οι εναγόμενοι), καθώς και της κάτοψης ισογείου του υπομηχανικού Κ.
Ξ. που προσαρτήθηκε στην υπ' αριθ. 8685/1979 τροποποίηση σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Πειραιά Ελένης Γιαννακοπούλου-Λέκκα (που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες), προκύπτει ότι η αρχική οικοδομή, πάνω στην οποία ανεγέρθηκε ο 1ος όροφος, ιδιοκτησίας σήμερα της 1ης ενάγουσας, περιελάμβανε τον ισόγειο όροφο, ο οποίος χωριζόταν σε τρία μέρη-αποθήκες, ο δε φέρων οργανισμός του κτιρίου περιελάμβανε, εκτός από την περιμετρική τοιχοποιία και δύο ενδιάμεσους τοίχους, έναν μεταξύ των αποθηκών νούμερο 1 και νούμερο 2 και ένας μεταξύ των αποθηκών νούμερο 2 και νούμερο 3.
Στην κάτοψη, όμως, του υπομηχανικού Κ. Ξ. εμφανίζονται αντί για τις τρεις ιδιοκτησίες, τέσσερις πλέον ιδιοκτησίες και συγκεκριμένα οι Ι1, Ι2, Ι3 και Ι4 ιδιοκτησίες, εκ των οποίων η Ι1 είναι η παλαιά αποθήκη νούμερο 1, η Ι4 είναι η παλαιά αποθήκη νούμερο 3 και οι Ι2 και Ι3 είναι η αποθήκη νούμερο 2, στην οποία κάνει την εμφάνισή του ένας νέος τοίχος, που χωρίζει τις δύο τελευταίες ιδιοκτησίες και είναι ο τοίχος επί του οποίου διανοίχθηκε η ένδικη θύρα.
Επομένως, ο ως άνω τοίχος προστέθηκε μετά την κατασκευή του ισογείου και προ του 1979, γι' αυτό και ενώ η περιμετρική τοιχοποιία είναι από λιθοδομή, αυτός είναι από τσιμεντοπλιθοδομή και λειτουργεί ως απλός διαχωριστικός τοίχος των ιδιοκτησιών Ι2 και Ι3, μη συμμετέχοντας στον φέροντα οργανισμό του κτιρίου.
Κατά συνέπεια και η διάνοιξη της θύρας στον τοίχο αυτόν από τον 1° εναγόμενο δεν έχει καμία στατική επίπτωση στην φέρουσα τοιχοποιία, ούτε επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο την στατική επάρκεια του κτιρίου (λαμβανομένου υπόψη, όπως προαναφέρθηκε, ότι ο 1ος όροφος είχε ήδη στηριχθεί στην φέρουσα τοιχοποιία του ισογείου, που δεν περιελάμβανε τον ως άνω διαχωριστικό των ιδιοκτησιών Ι2 και Ι3 τοίχο).
Σε κάθε περίπτωση, ο 1ος εναγόμενος πριν από τη διάνοιξη της θύρας προέβη σε σχετική μελέτη στατικής επάρκειας (βλ. την από 27.8.2015 έκθεση στατικής επάρκειας ισογείου του αρχιτέκτονα μηχανικού Α. Μ., που κατατέθηκε στην Πολεοδομία του Δήμου Αιγιαλείας για την έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας και την υπ' αριθ.
πρωτ. …../2015 έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή το εάν η διάνοιξη της θύρας καλυπτόταν ή όχι από την παραπάνω άδεια της πολεοδομίας, καθόσον αυτό που ενδιαφέρει, σύμφωνα και με το περιεχόμενο της αγωγής, είναι εάν ο εναγόμενος επενέβη αυθαίρετα και χωρίς τη συναίνεση των λοιπών συνιδιοκτητών στον φέροντα οργανισμό της οικοδομής και εάν αυτό μείωσε ή όχι τη στατική επάρκεια του κτιρίου.
Στην προαναφερθείσα κρίση συνηγορούν και οι τεχνικές εκθέσεις που προσκομίζουν και επικαλούνται οι εναγόμενοι και συγκεκριμένα: 1) η από 3.8.2017 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Π. Γ., στην οποία αναφέρεται ότι "...η διάνοιξη της θύρας ουδεμία στατική επίπτωση φέρει στην φέρουσα τοιχοποιία...", 2) η από 17.11.2018 τεχνική έκθεση του αρχιτέκτονα μηχανικού Β.
Χ., στην οποία αναφέρεται ότι "...η περιμετρική τοιχοποιία του ισογείου αποτελείται από λιθοδομή, πεπαλαιωμένη, που συνιστά τη φέρουσα τοιχοποιία, προϋπάρχουσα του 1955" πάνω στην οποία, βάσει της οικοδομικής άδειας, έγινε η προσθήκη ορόφου...όπως φαίνεται στους πεσσούς (2Α) και (2Β) που χωρίζουν στα τρία πλέον το χώρο του ισογείου...έχουν κατασκευαστεί αργότερα από την έκδοση της οικοδομικής άδειας και σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν στοιχεία φέροντα οργανισμού του ισογείου...η πόρτα που άνοιξε στον πεσσό δεν απαιτεί έκδοση οικοδομικής άδειας αφού δεν πρόκειται για φέροντα οργανισμό", 3) η από 28.9.2018 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Π.
Γ., στην οποία αναφέρεται ότι "...το πεπαλαιωμένο τμήμα του ισογείου ...αποτελείται από δύο χώρους που αναφέρονται ως αποθήκη ν.1 και αποθήκη ν.2. Αυτό σημαίνει ότι η στατική μελέτη της προσθήκης κατ' επέκταση και καθ' ύψος ορόφου της άδειας 357/1970 στηρίχθηκε σ' αυτήν ακριβώς την υφιστάμενη κατασκευή...οι πεσσοί 2Α κα 2Β που διαχωρίζουν τους τρεις χώρους του πεπαλαιωμένου τμήματος του ισογείου σήμερα, όπως φαίνεται και από τις διαστάσεις των χώρων, δεν υφίσταντο κατά το χρόνο της προσθήκης και καθ' όσον κατασκευάστηκαν αργότερα δεν συμμετέχουν κατά κανένα τρόπο στον φέροντα οργανισμό του πεπαλαιωμένου ισογείου και απλά λειτουργούν ως διαχωριστικοί τοίχοι..." και 4) η από 14.10.2019 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Π.
Γ., στην οποία αναφέρεται ότι "...οι πεσσοί 2Α και 2Β εφόσον έχουν κατασκευασθεί μεταγενέστερα της περιμετρικής φέρουσας τοιχοποιίας από λιθοδομή και της πλάκας από σκυρόδεμα, απλά εφάπτονται με αυτά ως διαχωριστικοί τοίχοι, είναι αδύνατο να συνδεθούν και να λειτουργήσουν στατικά τόσο με την υπάρχουσα τοιχοποιία όσο και με την πλάκα σκυροδέματος.
Οποιαδήποτε απόπειρα στατικής σύνδεσης των πεσσών με τη λιθοδομή της τοιχοποιίας θα αποδιοργάνωνε τη λιθοδομή και θα την καθιστούσε στατικά επικίνδυνη...στα σημεία επαφής των πεσσών με την πλάκα σκυροδέματος δεν υφίσταται εντός της πλάκας οπλισμός στήριξης. Από τα παραπάνω προκύπτει σαφέστατα ότι οι πεσσοί αδυνατούν να λειτουργήσουν ως φέρουσα τοιχοποιία και υφίστανται μόνο ως τοίχοι διαχωριστικοί...".
Σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί να οδηγήσει η από 2.10.2019 τεχνική έκθεση περί στατικής επάρκειας του πολιτικού μηχανικού Α. Α., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες, καθώς ο ως άνω μηχανικός εσφαλμένα αναφέρει ότι οι πεσσοί που διαχωρίζουν τους τρεις χώρους του ισογείου δεν υφίσταντο κατά το χρόνο της καθ' ύψος και κατ' επέκταση προσθήκης, ενώ όπως προκύπτει από την κάτοψη ισογείου που συνοδεύει την υπ' αριθ. 357/1970 οικοδομική άδεια της οικοδομής, υφίσταντο πριν από την προσθήκη, αλλά αυτό που δεν υπήρχε ήταν ο τρίτος τοίχος, που διαχώρισε τις υπό στοιχεία Ι2 και Ι3 ιδιοκτησίες του 1ου εναγομένου, που μέχρι τότε εμφανίζονταν ως μια ενιαία αποθήκη με το νούμερο 2 (βλ.
την ως άνω κάτοψη ισογείου). Επίσης, ο παραπάνω μηχανικός αναφέρει αόριστα και χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε μέτρηση (σε αντίθεση με τον αρχιτέκτονα μηχανικό Α. Μ., ο οποίος κατόπιν μετρήσεων συνέταξε την προαναφερόμενη από 27.8.2015 έκθεση στατικής επάρκειας ισογείου) ότι "το μέγεθος και η θέση του ανοίγματος έχει σημαντική επίδραση στην αντοχή της φέρουσας τοιχοποιίας", κρίση η οποία για τους λόγους αυτούς δεν θεωρείται αξιόπιστη.
Περαιτέρω, ως προς την κατασκευή από τους εναγομένους στεγάστρου στην κοινόχρηστη πρασιά της οικοδομής, αποδείχθηκε ότι αυτό είχε ήδη τοποθετηθεί από το έτος 2006 και κατόπιν προφορικής συναίνεσης των εναγόντων. Στην κρίση αυτή συνηγορεί αφενός η σαφής κατάθεση της μάρτυρος των εναγομένων, η οποία κατέθεσε στο ακροατήριο ότι "...το 2006 κατασκευάστηκε.
Ο αδελφός μου (το κατασκεύασε). Μετά από συνεννόηση φυσικά όλων...(είχαν συμφωνήσει) να γίνει το σκέπαστρο γιατί μας ενοχλούσαν όλα τα νερά που πέφτανε από τα μπαλκόνια τους από πάνω, συμφώνησαν να διαμορφωθεί ο κοινόχρηστος χώρος γύρω από τα σπίτια...", αφετέρου το γεγονός ότι στην από 22.9.2015 εξώδικη διαμαρτυρία των εναγόντων προς τους εναγομένους, οι πρώτοι παραδέχονται ότι η τοποθέτηση του στεγάστρου είχε γίνει "εδώ και αρκετά χρόνια".
Η παραδοχή αυτή επιρρωνύει την κρίση ότι οι ενάγοντες είχαν συμφωνήσει προφορικά στην τοποθέτησή του, γι' αυτό και δεν διαμαρτυρήθηκαν για μια σχεδόν ολόκληρη δεκαετία, διαμαρτυρήθηκαν δε το 2015, όταν ξεκίνησαν άλλες διαφωνίες μεταξύ τους που είχαν σχέση με αυθαίρετες κατασκευές. Μάλιστα, είναι χαρακτηριστικό ότι οι εναγόμενοι απάντησαν άμεσα στο παραπάνω εξώδικο με την από 2.10.2015 εξώδικη απάντησή τους, στην οποία επισήμαναν την προ πολλών ετών κατασκευή του στεγάστρου με την προφορική άδεια των εναγόντων και στην οποία οι τελευταίοι δεν αντέδρασαν με οποιονδήποτε τρόπο, παρά μόνο με την μετά από ενάμισι έτος κατάθεση της υπό κρίση αγωγής.
Επιπλέον, από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες προκύπτει σαφώς ότι το ένδικο στέγαστρο δεν στηρίζεται στον εξώστη της οριζόντιας ιδιοκτησίας της 1ης ενάγουσας, αλλά έχει τοποθετηθεί κάτω από την πλάκα του εξώστη, χωρίς να επηρεάζει την μετώπη του σκυροδέματος του εξώστη και χωρίς να καθιστά αδύνατη την τοποθέτηση υδρορροών στην μετώπη αυτού, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγοντες.
Τέλος, το φορτίο του στεγάστρου μεταφέρεται απευθείας στη δοκό στήριξης και στα σιδηρά υποστυλώματα, με αποτέλεσμα το φορτίο που επιβαρύνει τον εξώστη να θεωρείται εξαιρετικά αμελητέο και να μην επιβαρύνει την στατική επάρκεια του κτιρίου (βλ. παρ. 2β, 2γ και 2δ της από 3-8.2017 τεχνικής έκθεσης του πολιτικού μηχανικού Π.
Γ.). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατόπιν εκατέρωθεν καταγγελιών των διαδίκων προς την Πολεοδομία Αίγιου ανακλήθηκαν οι δηλώσεις τους για υπαγωγή αυθαίρετων κατασκευών τους στον ν. 4178/2013, πλην όμως οι εναγόμενοι με νέες δηλώσεις τους νομιμοποίησαν τις αυθαίρετες κατασκευές τους, ήτοι την αλλαγή χρήσης της Ι1 αποθήκης σε διαμέρισμα, την αλλαγή χρήσης των Ι2 και Ι3 αποθηκών σε ενιαίο διαμέρισμα και την τοποθέτηση του στεγάστρου, υπάγοντας αυτές στις διατάξεις του ν. 4495/2017.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε δεκτή την αγωγή, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων..." και πρέπει η υπό κρίση έφεση να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση...". Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο αφού έκανε δεκτή την έφεση ως κατ' ουσία βάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, διακράτησε την υπόθεση προς εκδίκαση και, στη συνέχεια, δικάζοντας επί της αγωγής απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την αναιρεσιβαλλομένη για την εκ του άρθρου 11γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε, δηλαδή, υπόψη αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ήτοι τις με αριθμό πρωτοκόλλου 2370/2017 και 2317/2017 αποφάσεις του Τμήματος Πολεοδομίας της υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Αιγιαλείας, δυνάμει των οποίων ανακλήθηκαν οι αρχικές δηλώσεις των αναιρεσιβλήτων περί υπαγωγής τους στη ρύθμιση του ν. 4178/2013.
Ωστόσο, από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι στην περί πραγμάτων κρίση κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη (μεταξύ άλλων αποδεικτικών στοιχείων) και όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και από τους διαδίκους έγγραφα, και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και να καθορίσει τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα, κατέληξε δε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.
Συγκεκριμένα δε στην προσβαλλομένη αναφέρεται "ότι ανακλήθηκαν οι δηλώσεις τους για υπαγωγή αυθαίρετων κατασκευών τους στον ν. 4178/2013, πλην όμως οι εναγόμενοι με νέες δηλώσεις τους νομιμοποίησαν τις αυθαίρετες κατασκευές τους, ήτοι την αλλαγή χρήσης της Ι1 αποθήκης σε διαμέρισμα, την αλλαγή χρήσης των Ι2 και Ι3 αποθηκών σε ενιαίο διαμέρισμα και την τοποθέτηση του στεγάστρου, υπάγοντας αυτές στις διατάξεις του ν. 4495/2017.
Κατόπιν αυτού, ο ανωτέρω πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για διαγνωστικό λάθος, αλλά για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει όμως από τον αναιρετικό έλεγχο.
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης. Σ' αυτή την περίπτωση, προϋπόθεση για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης, είναι να μπορούσαν οι κρίσιμες περικοπές που παραλείφθηκαν να οδηγήσουν σε διαφορετικό διατακτικό από εκείνο στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, χωρίς να λάβει αυτές υπόψη (ΑΠ 662/2021, ΑΠ 2236/2009).
Για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάστηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί, έτσι, ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1182/2021, AΠ 1167/2019, ΑΠ 1348/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλομένη την, εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, και ειδικότερα ότι το Εφετείο α)παραμόρφωσε το περιεχόμενο της δήλωσης του μηχανικού Α. Μ. που προσαρτάται στο έγγραφο της αδείας μικρής κλίμακας 79/2015, στο οποίο δεν περιελήφθη η πρόθεση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων για τη κατεδάφιση του τοίχου και το άνοιγμα θύρας και β) παρερμήνευσε την από Ιούνιο 1970 προσαρτηθείσα στην αρχική υπ' αριθ. 357/1970 άδεια οικοδομής κάτοψη του Σ.
Α. και την από του έτους 1979 κάτοψη του υπομηχανικού Κ. Ξ. που προσαρτήθηκε στην υπ' αριθ. …./1979 τροποποίηση της συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ελένης Γιαννακοπούλου, καθώς επίσης και τις προσαχθείσες φωτογραφίες του εξώστη του πρώτου ορόφου και της εφαρμογής επ' αυτού του στεγάστρου.
Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου των ως άνω εγγράφων, ούτε παρέλειψε να αναγνώσει μέρος αυτών, αλλά αφού ανέγνωσε το όλο περιεχόμενό τους όπως αυτό πραγματικά διατυπώνεται, κατέληξε, με τη συνεκτίμηση και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, στο προαναφερόμενο πόρισμα, ότι ο αποβιώσας εναγόμενος, Π.
Κ., δεν επενέβη αυθαίρετα και χωρίς τη συναίνεση των λοιπών συνιδιοκτητών στον φέροντα οργανισμό της οικοδομής και ότι από τη διάνοιξη θύρας στον απλό διαχωριστικό τοίχο των ιδιοκτησίων Ι2 και Ι3 δεν έχει καμία στατική επίπτωση στη φέρουσα τοιχοποιία ούτε επηρεάζει τη στατική επάρκεια του κτιρίου.
Συνεπώς, το γεγονός ότι, παρά την ορθή ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, η προσβαλλομένη απόφαση συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων. Εξάλλου, στην κρίση του αυτή κατέληξε το Εφετείο, όχι αποκλειστικά από την εκτίμηση των προαναφερομένων εγγράφων, αλλά και από όλα τα υπόλοιπα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στα εν λόγω έγγραφα για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, αλλά τα συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, και υπό την προσχηματική επίκληση των ως άνω αιτιάσεων εκ μέρους των αναιρεσειόντων κατά της προσβαλλομένης, πλήττεται κατ' ουσίαν, η από το Εφετείο γενομένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι` αυτά.
Δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 451/2014). Εφόσον, συνεπώς, προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με τον λόγο αυτόν η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 486/2017, ΑΠ 516/2016).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 529 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ` αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας, ότι στην κατ` έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων, παρέχεται όμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η εξουσία να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσκομίζονται για πρώτη φορά σ` αυτό, αν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (ΑΠ 692/2017, ΑΠ 1356/2017).
Όταν το εφετείο λαμβάνει υπόψη του και συνεκτιμά τα αποδεικτικά μέσα, που προσάγονται για πρώτη φορά ενώπιον του, περιλαμβανόμενα στη γενική έκφραση "νόμιμα προσκομιζόμενα με επίκληση", αποκρούει από τα πράγματα την από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια μη προσκόμισή τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν απαιτείται να διαλάβει στην απόφασή του ειδική προς τούτο αιτιολογία.
Η κρίση του δε αυτή, όπως προαναφέρθηκε, ως αναγόμενη σε πράγματα (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 85/2021, ΑΠ 175/2017). Τα αποδεικτικά αυτά μέσα είναι παραδεκτά στην κατ` έφεση δίκη, αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους γίνει με τις ενώπιον του εφετείου υποβληθείσες προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 284/2018, ΑΠ 315/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης μέμφονται την αναιρεσιβαλλομένη για την εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, και ειδικότερα ότι δέχθηκε και εξέτασε την από 14-10-2019 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Π. Γ., η οποία φέρει ημερομηνία μεταγενέστερη της εκδικάσεως της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, αναφέροντας ότι προσκομίσθηκε με την προσθήκη- αντίκρουση, ενώ καμμία προσθήκη των αναιρεσιβλήτων δεν ανευρέθη κατατεθειμένη.
Ο λόγος αυτός εδράζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαιώνεται ρητά ότι στη διαμόρφωση της περί των πραγμάτων κρίσης περιελήφθησαν πέραν των άλλων αποδεικτικών μέσων "και οι από 28.9.2018 και 14.10.2019 τεχνικές εκθέσεις του πολιτικού μηχανικού Π. Γ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι εναγόμενοι με την προσθήκη τους σε αντίκρουση των προαναφερόμενων τεχνικών εκθέσεων που επικαλέστηκαν οι ενάγοντες, τα οποία (έγγραφα) προσκομίστηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού και παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη, κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ".
Ήτοι βεβαιώνεται ρητώς στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η ως άνω τεχνική έκθεση κατατέθηκε με την προσθήκη-αντίκρουση, ότι είναι παραδεκτή η προσκόμισή της στο εν λόγω στάδιο, η δε κρίση του Δικαστηρίου επί του σχετικού θέματος, κατά τα αναφερόμενα στην προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Επομένως, ο παραπάνω, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος.
Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παράβολου, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13-2-2020 αίτηση των 1)Ε. Μ. και 2)Γ. Ν. για αναίρεση της υπ` αριθ. 524/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παράβολου που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ